Αντρέας. Όχι! Αφτή δεν ξέρει Γαλλικά . . καμιά γλώσα δεν ξέρει . . .

δεν τα διάβασε πουθενά. Της αποκαλύφτηκαν, λέει, άξαφνα κι' όσο

το εξετάζει μέσα της τόσο και το αγκαλιάζει.

Κωστής. Να σε πω; Δεν το παραβρίσκω κακό αφτό. Πού ξέρεις α δεν

έχει κατά βάθος δίκιο;

Αντρέας. Άφισέ τα αφτά, σε παρακαλώ. Ένας άθρωπος φυσιολογικός,

ανεπηρέαστος από μελέτες, για να πει και ν' αναπτύξει τέτιες

θεωρίες . . . για να μολογάει, πως του αποκαλύφτηκαν, δεν είνε στα

καλά του, Κωστή . . . Και μάλιστα αρεβωνιασμένος άθρωπος, που

προτοιμάζεται να παντρεφτεί ύστερα από κανά μήνα.

Κωστής. Και τι θέλεις από μένα τόρα; Τι θα μπορέσω εγώ να σ'

ωφελήσω ή να σε συβουλέψω;

Αντρέας. Πρώτα-πρώτα θέλω έναν άθρωπο ναν του λέω τους καημούς μου

κι' έκλεξα εσένα. Δεν το θέλεις; δε θέλεις να σε ξαναπώ τίποτις;

Κωστής. Όσο γι' αφτό . . . (κάμνει το συνηθισμένο του μορφασμό).

Αντρέας. Ύστερα και συβουλές θα με δόσεις και θα μ'

ωφελήσεις . . .

Κωστής. Χμ!. .

Αντρέας. Ναι! έχεις μέσα σου δύναμη γι' αφτό, που ακόμα δεν την

ανακάλυψες μήτε συ, γιατί δε σου δόθηκε περίσταση. Τίποτ' απ' αφτά

τόρα . . . Τ' απόγυιομα θα σε πάρω μαζύ μου ναν τους γνωρίσεις και

τότες θ' αρχίσεις νανακαλύφτεις και τη δική μου την ανάγκη και τη

δική σου τη δύναμη . . . Θα διείς αλόκοτα πράματα. . Σε

προκαταλαβαίνω και μην ξιπαστείς καθόλου . . . (βιαστικά) Μα τι

αλόκοτα και κολοκύθια; Σ' όποιο σπήτι κι' αν μπεις βαθιά μέσα του,

α δεν του βρεις όμοιες τρέλες, θαν του βρεις άλλες, όχι μικρότερες

. . Ένοια σου . . .

Κωστής. Πάντα είσαι υπερβολικός.

Αντρέας. Υπερβολικός Όχι, φίλε μου! . . . Αληθινός μόνο! Η αλήθεια

σήμερα απερνάει υπερβολή . . . Νά! . εκεί καταντήσαμε . . . Εκεί

μας έφερε δεν ξέρω ποιος . . .

Κωστής (ξάστοχα). Και μήτε θέλω ναν το μάθω . . .

Αντρέας. Τόρα, είταν αφτό, που μέκαμε σήμερα να ξυπνήσω σε τέτια

κατάσταση; Το κεφάλι μου έχει τόσο βάρος, που αλάκερα καντάρια το

σφίγκουν. Εδώ η μέση μου είνε, σαν κομένη . . . Πίστεψε, πως δε σε

καλοβλέπω, ακόμα . . . Κι' απάνου σ' όλα αφτά ο αδερφούλης μου μού

στέλνει αφτή την πανταχούσα από την Πάτρα . . . (δείχνει το

γράμα.)

Κωστής. Δηλαδή; . . .

Αντρέας. Αφτό, α στο πω, άδικα θα σε βαρύνω, τι το θέλεις . . .

Κωστής. Νόμιζα. .

Αντρέας. Καταλαβαίνεις τόρα πόσο είμαι εφτυχής (ακούγεται η

καμπάνα για το μεσημέρι). Μεσημέρι!. . Και τίποτα δεν εργάστηκα

σήμερα!. . Διές εδώ η αληλογραφία μου . . . Έχω σε εικοσιπέντε

γράματα ναπαντήσω και πρέπει ναν τα διαβάσω όλα . . . Αφτό απαιτεί

η ευσυνειδησία . . . Α! δε γλυτόνει . . . Κι' εφέτος την κρατώ τη

«Ζωή» και του χρόνου τη νοικιάζω . . . Με παράσφιξαν οι

στενοχώριες . . .

Κωστής (σηκόνεται και περπατάει λίγο με τα χέρια πίσω). Θέλεις να

πω ό,τι είπες στην αρχή, πως θα σου 'λεγα; . . . (Ο Αντρέας τον

κυτάζει με κάπια περιέργεια). Τίποτα απ' αφτά δε με φαίνεται τόσο

σπουδαίο, που να συχαθεί κανείς τη ζωή του και να σκάζει και να

συχίζεται και ναροθυμεί, όπως κάμνεις εσύ τόρα . . . Πίστεψέ με .

. . Τίποτα! . . .

Αντρέας. Αμ! στο είπα απ' την αρχή! . . . Τ' απόγυιομα . . . Τ'

απόγυιομα . . .

Κωστής. Ώστε επιμένεις σώνει και καλά να με συστήσεις στης κ.

Τριάφτη;

Αντρέας. Ανίσως και μ όλα αφτά το βρίσκεις περιτό, τότες μην

έρχεσαι, φίλε μου . . .

Κωστής. Καλά!. . Θαρθώ . . .

Αντρέας (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Να

συγυρίστε ταπόγυιομα. Εγώ δε θάρθω . . . (δείχνοντας την

αληλογραφία του). Αφτά εδώ να μην πειραχτούν καθόλου . . .

Το παιδί. Πολύ καλά. .

Αντρέας. Πάμε, Κωστή . .

Κωστής. Ναι! είνε ώρα για φαΐ . . .

Αντρέας. Πάμε προτήτερα να πιούμε μια μαστίχα . . .

(Φέβγουν. Το παιδί τους κυτάζει).

Πέφτει η σκηνή.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ

Η σκηνή παρασταίνει το σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ, αρκετά καλά

επιπλαρισμένο. Στη μέση ένα στρογκυλό τραπέζι. Αριστερά μια πόρτα

συγκοινωνεί με την κάμερα της ΠΙΠΙΤΣΑΣ και μια άλλη στο βάθος

συγκοινωνεί με το κοριντόρο. Από βαθιά ακούγεται το παίξιμο

μαντολίνου, που βαστάει ως το τέλος της πράξης. Η ΚΑΤΙΝΑ σε μιαν

άκρη του τραπεζιού ρίχτει πασιένζες· Στο διβάνι κάθεται η ΦΡΟΣΩ

μισοξαπλομένη και κοντά της η ΒΑΣΙΛΩ ορθή.

Φρόσω (σιγά κάπως στη Βασίλω). Και για δεν της τα κοπάναγες και

συ;

Βασίλω. Εγώ, κυρία Φρόσω, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω. Δεν πα να

λέει ό,τι θέλει εκείνη . . . Σαν τα μούτρα της θα γίνω κι' εγώ;

Φρόσω. Μα να σε πει πως μπάζεις το μπακάλη, τον ψωμά, το μανάβη,

όλη τη γειτονιά;

Βασίλω. Κι' αν τάπε και τι;

Φρόσω. Μα δε με λες, καημένη, είνε αλήθεια; Αλήθεια τους μπάζεις;

Πώς δε σε κατάλαβε κανείς από μας!

Βασίλω. Τι λέτε, κυρία Φρόσω; Εγώ ναν τους μπάσω αφτουνούς; Μη

χειρότερα!. .

Φρόσω. Αμ λοιπό ψέματα έσκουζε από τα παράθυρά της η Παναγιώτα;

Εκείνη δε μπάζει κανένανε;

Βασίλω. Η Παναγιώτα; Ούλους, που είπε για μένα, εκείνη τους

μπάζει· και το μανάβη και τον ψωμά, και κείνος ο σκαμπανέας, που

κάνει τον ξάδερφό της, αγαπητικός της είνε . . .

Φρόσω. Μα ένα πράμα δε μπορώ να καταλάβω: πώς δεν την τσακόνουνε;

. . .

Βασίλω. Αφτό λογαριάζεις, κυρία Φρόσω; Αρκεί να θέλει μια να

μπάσει ένανε κι' από για ναν την τσακόσουνε . . . Ου . . . (κάνει

μια χειρονομία).

Φρόσω. Μα πώς τα καταφέρνει;. . ,

Βασίλω. Γιατί ρωτάς; . .

Φρόσω. Έτσι, καημένη, ρωτάω . . . από περιέργεια.

Βασίλω. Πρώτα-πρώτα ξέρει απόξω τα κατατόπια του σπητιού και το

χούι ολονών . . . πότες κοιμούνται, πότες ξυπνάνε, πότες . . .

(Μπαίνει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ με θυμό).

Η κ. Τριάφτη (στη Βασίλω). Τι κάνεις εκεί εσύ; Εφτού είνε η

δουλειά σου; Γλήγορα λοιπόν. , . (Η Βασίλω φέβγει κάτι

ψιθυρίζοντας. Στην Κατίνα). Εσύ άλλη δουλειά να μην κάνεις από τα

χαρτιά . . . θαν τα σκίσω επί τέλους . . .

Κατίνα. Στους θυμούς σου είσαι πάλε;. .

Η κ. Τριάφτι. Στους θυμούς μου, μαθές . . . Καθώς με καταντήσατε

δεν έχω μιαν ώρα ησυχία . . . γκρ . . από δω. . γκρ . από κει. Δε

μπορώ πια να υποφέρω! . . . (στη Φρόσω) Και συ βρήκες το τεράκι

σου. Χρυσές κουβέντες με τις δούλες . . . Ωραία! . . .

Φρόσω (σιγά). Μη με σκοτίζεις . . .

Η κ. Τριάφτη. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω . , να πάγω όπου με

βγάλει η μοίρα μου . . . να γλυτόσω από σας! Παιδιά είνε αφτά,

πούκαμα; Να μη βρίσκω πουθενά μια στιγμή ήσυχη; Πάω στην κάμερά

μου να συχάσω λίγο, από πίσω μου ο Τάσος: «Δος μου, μητέρα ένα

τάλαρο . . . » «Τι το θέλεις; » του λες . . . κι' αφτός αρχίζει

τις φωνές . . . βρίζει, σκίζεται, χτυπιέται . . . Τι να κάμω κι'

εγώ; του το δίνω να με ξεφορτοθεί . . . και τότες έρχεται και με

χαϊδέβει: «μητερούλα μου! μητερούλα μου!. . » Να πάει στο διάβολο

τέτια μητερούλα!

(Η ΦΡΟΣΩ κυτάζει σ' αντίθετο μέρος από κει, που μιλάει η κ.

ΤΡΙΑΦΤΗ· η ΚΑΤΙΝΑ εξακολουθεί να ρίχτει τις πασιέντζες της.

Μπαίνει ο ΝΙΚΟΣ)

Νίκος. Μητέρα . . ε, μητέρα! . . .

Η κ. Τριάφτη. Τι θέλεις, παιδάκι μου;

(Ο Νίκος πάει κοντά της. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τονέ φιλεί).

Νίκος. Νό μου, μητέρα, πενήντα λεφτά, να πάω να φάω ένα παγωτό στο

Ροαγιάλ . . .

Η κ. Τριάφτη. Το παιδάκι μου . . . Μα δε σούδοσα την αβγή; Τι

τάκαμες;

Νίκος. Έφαγα μια πάστα, μητέρα . . .

Η κ. Τριάφτη. Κατεργάρη, μήπως άρχισες και συ το τσιγάρο;

Νίκος. Εγώ, μαμά; Εγώ τσιγάρο; Να μη χαρώ τον πατέρα αν πίνω εγώ

τσιγάρο . . .

Η κ. Τριάφτη. Μπράβο, παιδί μου . . .

Νίκος. Νό μου, τόρα ντε, τα πενήντα λεφτά . . .

Η κ. Τριάφτη (του τα δίνει). Νά! και να προσέχεις . . .

Νίκος (τ' αρπάζει και πάει κοντά στη Φρόσω και της λέει μυστικά

δείχτοντας με το βλέμα την κ. Τριάφτη). Σαν κι' εσένα μπορώ να

κοροϊδέψω χίλιες την ώρα . . .

(Η Φρόσω σπάζει τα γέλια κι' ο Νίκος φέβγει τρέχοντας).

Η κ. Τριάφτη (στη Φρόσω). Τι έπαθες;

Φρόσω. Γιατί; δεν κοτάμε και να γελάσουμε;

Η κ. Τριάφτη. Μόνο οι μουρλοί γελάνε χωρίς λόγο . . .

Φρόσω. Πού ναν τους έβρουμε τους γνωστικούς ,! . . .

Η κ. Τριάφτη. Είσαι χαβριζόστομη . . . Δε ντρέπεσαι καθόλου . . .

Φρόσω (με θυμό). Για να σου πω, σε παρακαλώ . . . κι' αν έβαλες

βουλή να μας φας, εγώ δεν τόχω στο νου μου να σ' αφίσω . . . Α! μα

την αλήθεια. (Σηκόνεται να φύγει. Την ίδια στιγμή μπαίνει ο Τάσος

με τσιγάρο στο στόμα και με το συνηθισμένο του γέλιο. Προχωρεί

πίσω από την Κατίνα και της φυσάει τα ξαπλωμένα χαρτιά και της τα

σκορπίζει. Η Φρόσω γελάει μ' αφτό και ξανακάθεται).

Κατίνα (δυνατά). Κακοχρονονάχεις!

Τάσος. Τ' είπες;

Κατίνα. Κείνο πούπα . . .

Τάσος. Ξέρω κιεγώ . . .

Η ΚΑΤΙΝΑ τα ξαναφτιάνει κι' όλο ψιθυρίζει. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ πάει και

κάθεται σε μια πολυθρόνα συλοησμένη. Ο ΤΑΣΟΣ προχωρεί στη ΦΡΟΣΩ).

Τάσος (σιγά στη Φρόσω) Ρουφήξαμε ένα πεντόφραγκο

Φρόσω. Το ξέρω.

Τάσος. Πού το ξέρεις;

Φρόσω. Τόλεγε η μαμά προλίγου.

Τάσος. Ένα ζεβγάρι κάλτσες μάβρες (κλει το μάτι του) της μιάμισης

δραχμής δηλαδή.

Φρόσω. Για ποιόνα;

Τάσος. Κούκο! . . . για τη Βασίλω, κούκο . . .

Φρόσω. Για τη Βασίλω;! . . .

Τάσος. Για τη Βασίλω βέβαια! . . αμ για ποιόνα το λοιπόν;

(ξαναπηγαίνει στην Κατίνα). Ξεθύμοσες, Κατίνα μου; Εγώ αστειέφτηκα

. . .

Κατίνα. Α θέλεις ναστειέβεσαι νά! εκεί και πήγαινε

(δείχνει τη Φρόσω).

Φρόσω. Τι έχεις με μένα; σε πείραξα εγώ καθόλου;

Τάσος (της χαϊδέβει τα μαλιά κι' όλο ειρωνικά). Την καημένη την

Κατίνα . . . όλοι την πειράζουνε . . . Ένια σου, Κατίνα μου, κι'

εγώ είμαι εδώ . . .

Κατίνα. Με ξεφορτόνεσαι εγώ λέω . . .

Τάσος (στέκεται ορθός απάνου της και τη διορθόνει κάθε τόσο). Το

οχτώ κούπα πέρασε, τι κυτάς; . . . Το έξη καρό, στραβή . , .

Κατίνα. Άει στο καλό από δω . . .

Τάσος. Έμου σε συβουλέβω και πάλε κακός . . .

Κατίνα. Δεν τις θέλω τις συβουλές σου . .

Τάσος. Βλέπεις το λοιπόν; (δίνει μια με το χέρι του και της τα

ξαναχαλάει. Η Κατίνα σηκόνεται απάνου με θυμό)

Κατίνα. Άει στο διάβολο . . (στην κ. Τριάφτη δυνατά). Θαν του

μιλήσεις; . . .

Η κ. Τριάφτη. Ο Θεός να μ' ελεήσει!. Καλά κάνει ο πατέρας σας και

δεν κάθεται καθόλου στο σπήτι . . . Ζωή είνε αφτή; . . .

Κατίνα (στον Τάσο). Μουρλέ! . . .

Τάσος. Τ' είπες;!. Στάσου να διείς . . . (πάει τάχα ναν τη

χτυπήσει· ανοίγει η πόρτα αριστερά και μπαίνει η Πιπίτσα).

Πιπίτσα. Τάσο μου! . . . Μη! να ζεις, Τάσο μου . . .

Τάσος (στην Κατίνα). Έχε χάρη της Πιπίτσας . . . ει δ' αλιώς

σούδειχτα εγώ να μάθεις να μιλάς άλλη φορά.

Πιπίτσα (πάει κοντά στην Κατίνα). Ένια σου, Κατίνα μου, ρίξε την

πασιέντζα σου . . . Δε σε πειράζει κανένας . . . (Η Κατίνα

ξανακάθεται κι ετοιμάζεται ναν την ξαναρίξει). Στάσου να κόψω εγώ.

(κόβει τα χαρτιά). Αφτή τη φορά τα ρίχτεις για μένα. Τακούς,

Κατίνα; Κάτι έβαλα . . .

Κατίνα. Καλά, Πιπίτσα.

Φρόσω. Έβαλες για τον Αντρέα . . .

Πιπίτσα. Έβαλα για κάτι. Τι τα θέλεις γιατί . . . (προχωρεί στην

κ. Τριάφτη). Εσύ, μαμά, μη συχίζεσαι. Κάνε πως δε βλέπεις. Δεν

είμαστε πια παιδάκια. Μη συχίζεσαι, μαμά . . .

Η κ. Τριάφτη. Δεν αντέχω, Πιπίτσα μου . . . Το σηκοτάκι μου

εψήθηκε . . .

Πιπίτσα. Μαμά, να ζεις . . . μη συχίζεσαι . . . Βλέπεις, πως δεν

κάνεις τίποτα μαφτό . . . Εμείς μόνοι μας θα προσπαθήσουμε ναν τα

διορθόσουμε τα πράματα . . . Ε, Τάσο μου;

Τάσος. Βέβαια! Η μαμά όλα σοβαρά τα πέρνει. Αστειεβόμαστε,

μαμά . . .

Η κ. Τριάφτη. Τέτια αστεία! . . .

Πιπίτσα (στην Κατίνα). Ε , πώς πάει η πασιέντζα, Κατίνα, θα βγούνε

τα χαρτιά ή όχι;

Κατίνα. Δε θα βγούνε, Πιπίτσα . . .

Πιπίτσα. Κρίμας!. .

Κατίνα. Να διούμε ως το τέλος . . .

Πιπίτσα. Κύταξε, να ζεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Νά! βλέπεις,

μαμά, τι καλά, που φερνόμαστε τόρα;

(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).

Πιπίτσα (πάει κοντά στον Κωστή) Κύριε Βέρτη, μας είσαστε πολύ

γνωστός. Ο Αντρέας καθεμέρα μας μιλεί για σας. Διαβάζουμε και τα

ωραία σας σονέτα στη «Ζωή» . . .

Κωστής. Πολύ με κολακέβετε, μαντμαζέλ . . .

(Η ΚΑΤΙΝΑ κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί καθόλου)·

Πιπίτσα. Εμείς ταχτικά λέγαμε στον Αντρέα να κάμει, ώστε να

λάβουμε την εφκαρίστηση και της προσωπικής σου γνωριμίας . . .

Κωστής. Μερσί. . Η εφκαρίστηση αφτή είταν και για μένα πάντα

μεγάλη . . .

Πιπίτσα (χαμογελάει). Δεν καθόσαστε; Από δω, κ. Βέρτη, στον καναπέ

. . .

Κωστής (κάθεται σε μια καρέκλα). Μερσί . . . Δεν πειράζει . . .

Η κ. Τριάφτη. Ο κ. Βέρτης είνε Αθηναίος;

Κωστής. Όχι, κ. Τριάφτη . . . Είμαι από την Καλαμάτα . . .

Η ΦΡΟΣΩ, που ως εκείνη τη στιγμή σιγομιλούσε με τον ΤΑΣΟ έρχεται

και κάθεται κοντά στον ΚΩΣΤΗ. Ο ΤΑΣΟΣ φέβγει κρυφά. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ

κάνει νόημα του ΑΝΤΡΕΑ και αφτός πάει και σιγομιλούν. Η ΠΙΠΙΤΣΑ

κάθεται στην άκρη του διβανιού).

Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Τι μεγάλη τιμή για το σπήτι μας, κ.

Βέρτη, να σας γνωρίσουμε. . . .

Κωστής (ξαφνιαζούμενος). Α! μαντμαζέλ . . .

Φρόσω. Έναν τέτιο ποιητή, σαν εσάς . . . Δεν ξέρετε, πώς με

τρελαίνουν τα σονέτα σας. Το τελεφταίο, πούχατε στη «Ζωή»

«τόνειρο» τόμαθα απόξω . . .

Κωστής. Πολύ μανεβάζετε, μαντμαζέλ.

Τάσος. Το κουδούνι. . Ο Γιάνκος θάνε, . Τούπα ναρθεί να με πάρει. .

(βγαίνει).

Η κ. Τριάφτη. Κατίνα, θαρθεί ξένος άθρωπος, παιδί μου . . . Άστα

τα χαρτιά πια . . .

Κατίνα. Και τούτη την πασιέντζα θα ρίξω, μαμά . . .

(Ξαναμπαίνει ο ΤΑΣΟΣ).

Τάσος. Δεν είταν ο Γιάνκος. Ο Αντρέας είνε με το Βέρτη.

Πιπίτσα. Ο Αντρέας;

Τάσος. Ναι! Δεν τον επερίμενες;

Φρόσω. (σηκόνεται και πάει κοντά στον Τάσω. Θαρθεί ο Γιάνκος;

Τάσος. Ναι! Κάτι θαν του δείξω. Γιατί;

Φρόσω. Τι θαν του δείξεις;

Τάσος. Τι σε μέλει;

Φρόσω. Είνε κακό, που σε ρωτάω;

Τάσος. Θαν του δείξω τη Βασίλω . . .

Φρόσω. Δεν ντρέπεσαι . . .

(Μπαίνουν ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' ο ΚΩΣΤΗΣ. Η ΚΑΤΙΝΑ πάβει τα χαρτιά και τα

κρύβει).

Αντρέας. Χαίρετε . . . Να σας παρουσιάσω τον αγαπημένο μου φίλο κ.

Βέρτη. Η κ. Τριάφτη· η ντεμοαζέλ Πιπίτσα· η ντεμοαζέλ Κατίνα· η

ντεμοαζέλ Φρόσω.

(Ο ΚΩΣΤΗΣ υποκλίνεται και χαιρετιούνται).

Τάσος. Πώς είταν αφτό το έχταχτο, φίλε μου, να σε διούμε στα

λημέρια μας;

Αντρέας. Αφτό είνε κατόρθομα δικό μου.

Φρόσω. Σας είξερα κι' από τον περίπατο. Σας έβλεπα. Όλο στο

αριστερό τροτοάρ της δεντροστοιχίας πηγαίνετε και πάντα μόνος σας.

Κωστής. Η καλοσύνη σας.

Φρόσω. Εγώ, κ. Βέρτη, τρελαίνουμαι για τους καλιτέχνες . . .

(ξακολουθούνε να μιλάνε σιγά).

Αντρέας (λίγο δυνατότερα στην κ. Τριάφτη). Τόρα πια μούφυγε λίγο η

στενοχώρια μου.

Η κ. Τριάφτη. Να μην παρασκοτίζεσαι, παιδί μου, και βλάβεις την

υγεία σου . . . Μα και κανείς αδερφός δε φέρνεται, όπως εσύ . . .

Το μεσημέρι, που μας τάλεγε στο τραπέζι ο Τάσος σε μάλοσα λίγο . . .

Αντρέας. Α! κ. Τριάφτη . . . Δεν έχει άλλον από μένα ο αδερφός μου

. . .

Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα μόνο σου πήρε το δίκιο σου . . .

Αντρέας (σηκόνεται). Αφτό το περίμενα . . . (συργεανάει λίγο . . .

Το μαντολίνο ακούγεται πάντα από βαθιά). Ο Γεράσιμος δηλαδή δεν το

ενοεί με το μαντολίνο του; . .

Η κ. Τρίφτη. Δεν την ξέρεις την μανία του;

Αντρέας (κάθεται στο διβάνι κοντά στην Πηνελόπη). Πώς πέρασες από

χτες τη νύχτα;

Πιπίτσα. Καλά . . . εσύ;

Αντρέας. Τάμαθες από τον Τάσο . . . Μια μικρή στενοχώρια από ένα

γράμα του αδερφού μου, που μου πέρασε πια.

Πιπίτσα. Ο καημένος! Πόσο λυπήθηκα, Αντρέα . . . α γιατί ο

χριστιανός να στενοχωριέται έτσι με το τίποτα;

Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ τι να πω;

Πιπίτσα. Εσύ, Αντρέα, ναν του γράφεις παρηγοριτικά και ναν τονέ

συβουλέβεις . . . . Άμα του γράψεις ναν του γράψω κι' εγώ από

κάτου δυο τρεις αράδες. Ε;

Αντρέας. Ναι! Άβριο θαν του γράψω και θα στο φέρω ναν του γράψεις

και συ. Εδώ τι άλλο είχαμε σήμερα;

Πιπίτσα. Τίποτα σπουδαίο. (σε λίγο· μυστικότερα). Δε με λες,

Αντρέα, τα συλογίστικες εκείνα που είπαμε;

Αντρέας. Μα Πιπίτσα, πάλε τα ίδια;

Πιπίτσα. Προσπάθησε ναν τα πολυξετάσεις, Αντρέα μου, και θα διείς

πόσο έχω δίκιο . . Α! είνε ωραίο πράμα να είνε κανείς πάντα

αρεβωνιασμένος. Να περνάει ο καιρός κι' αφτός να μνίσκει στη

μαγεία της αγάπης της πνευματικής . . , Ε, Αντρέα;

Αντρέας. Μ' αφτή την αγάπη, Πιπίτσα μου, τη βαρυέται κανείς ως το

τέλος.

Πιπίτσα. Τι λες, καλέ; Αμ αν είνε να βαρεθεί αφτή την αγάπη τότες

την άλλη, πως θα μπορέσει ναν τη βαστάξει; Εγώ, Αντρέα, νιόθω, πως

αιώνια θα σαγαπώ έτσι! Κι' έχω και κάτι άλλο στο νου μου, που

ακόμα δε στο λέω . . .

Αντρέας. Τι;

Πιπίτσα. Δεν είνε καιρός να στο πω ακόμα. Άμα είνε θαν το μάθεις.

(ξακολουθούνε να συγομιλάνε. Μπαίνει, ο Τάσος πάλε με τσιγάρο στο

στόμα).

Τάσος. Μωρέ ησυχία! Σαν να μπήκα σ' εκλησιά . . . Και γιατί;

Φρόσω. Γιατί έλειπες εσύ.

Τάσος. Όχι! Δεν είνε αφτό. Είνε γιατί δεν πήρες ακόμα θάρος με τον

κ. Βέρτη . . .

Φρόσω. Κάτι λες και συ τόρα . .

Τάσος (στον Κωστή). Δίνε της θάρος και θα καλοπεράσεις μαζί της.

Κωστής. Δεν έχεις δίκιο.

Τάσος. Καλά καλά. Σκιάζουμαι μην το μετανιώσεις γλήγορα. (προχωρεί

να πειράξει την Κατίνα.)

Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Έτσι με πειράζει πάντα, χωρίς να φταίω.

Κωστής. Τόχει ιδίομα. Σεις δεν πρέπει ναν το πέρνετε σοβαρό.

Φρόσω. Αν τόπερνα σοβαρό!. . (σε λίγο . . περιπαθέστερα). Δε με

λέτε, κ. Βέρτη . . .

Κωστής. Τι, μαντμαζέλ;

Φρόσω. Αγαπάτε καμιά;

Κωστής (με φανερή ανησυχία). Α! . . .

Φρόσω. Νέος σαν κι' εσάς . . . με τόσα προτερήματα, είνε δυνατό να

μην έχει πέντε τουλάχιστο, που ναν τον αγαπούν; . . .

Κωστής. Σας βεβαιόνω, μαντμαζέλ . . . (Ο Τάσος αφίνει την Κατίνα

κι έρχεται κοντά στην κ. Τριάφτη).

Τάσος. Εσύ, μητερούλα, δε μιλάς τίποτα;

Η κ. Τριάφτη. Ας είσαι καλά εσύ, που μας αναπληρόνεις όλους . . .

Πιπίτσα (δυνατά). Αφίσαμε μόνο τον κ. Βέρτη.

Κωστής. Όχι δα . . .

Τάσος. Μωρέ, αφτόνα τονέ λιμάρει η Φρόσω ώρες τόρα . .

Πιπίτσα. Ετοιμάζετε κανά καινούργιο έργο, κ. Βέρτη;. .

Κωστής. Όχι, μαντμαζέλ . . . Βρίσκουμαι σε μια περίοδο στείρα.

Αφτές οι ζέστες με πειράζουν . . .

Πιπίτσα. Έχετε δίκιο . . . Σήμερα δεν είδατε και τι αέρα είχε;

[σελίδα 103]

Τάσος. Και σκόνη. .

Κωστής. Πλήξη . . .

Αντρέας. Ασφυχτική ζωή . . .

Πιπίτσα. Όχι, Αντρέα, ίσα με κει . . . Ναι, είνε λίγο στενόχωρα τα

όρια, μα . . .

Αντρέας (διακόφτοντας). Μήπως τα στενά όρια δεν κάνουν ένανε να

είνε φυλακισμένος; . . .

Πιπίτσα. Μα εκεί είνε καταναγκασμός . . .

Αντρέας (διαστρέφοντας επίτηδες το ζήτημα). Πιπίτσα μου. Όταν η

κοινωνία και την πιο φανερή αλήθια την περνάει για πρόληψη, η

αλήθεια εκείνη κατανταίνει ψέμα . . . Τον καταναγκασμό είτε ο

νόμος είτε η πρόληψη τον επιβάλει είνε καταναγκασμός! . . .

Πιπίτσα. Μα εδώ βρίσκεται η υπεροχή μερικών εξαιρετικών πνευμάτων,

να μην τα νιάζει για τις κοινωνικές πρόληψες . . Δεν το νομίζετε

και σεις, κ. Βέρτη;

Κωστής. Είνε τόσο πολύπλοκα αφτά τα ζητήματα, μαντμαζέλ . . .

Αντρέας. Ο Κωστής έχει σπουδάσει την εμπειρική ψυχολογία στα γερά.

Ώστε δε μπορεί να είνε σύφωνος μαζύ σου.

Κωστής. Δεν είνε έτσι, Αντρέα! . , Μερικές πρόληψες μπορεί ναν τις

σέβεται καθένας. Όπως πάλε είνε άλλες, που το συφέρο του τού

επιβάλει να μην τις προσέχει . . .

Πιπίτσα. Ποιες λόγου χάρη, κ. Βέρτη;

Κωστής. Νά, λόγου χάρη. Τόρα το καλοκαίρι, τις βραδυές, μαρέσει να

βγαίνω ξέσκουφος περίπατο. Η ετικέτα όμως μου το απαγορέβει! Το

πολύ πολύ αντίς να έχω το καπέλο μου στο κεφάλι μου μπορώ ναν το

κρατήσω στο χέρι . . . Ποιος μεμποδίζει να μην κάμω το μικρό αφτό

κέφι; να έβγω χωρίς καπέλο;

Αντρέας. Ή χωρίς σακάκι ή, καλέ, μόνο χωρίς λαιμοδέτη; . . .

Πιπίτσα. Εγώ μπορούσα να έβγω.

Κωστής. Είνε τόρα κι' άλλες, που το συφέρο του εγώ επιβάλει ναν

τις πετάει κανείς . . . Αφτό ξάφνου που λέμε λόγο της τιμής κι'

άμα . . . (ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).

Τάσος (τρέχοντας όξω). Αφτή τη φορά βέβαια θα είνε ο Γιάνκος.

(φέβγει)

Κωστής (χωρίς να διακοπεί) τονέ δόσει κανείς δεσμέβεται, μου

φαίνεται πρόληψη του χειρότερου είδους . . .

Πιπίτσα. Ας προσέχει να μην τονέ δίνει απ' αρχής.

Κωστής. Είνε περιστάσες, μαντμαζέλ, που τα πράματα δεν έρχουνται,

όπως τα φαντάζεσαι κανείς. Κι' είνε αξίομα πια, χωρίς επιστημονική

αντίρηση, πως η θέληση δεν αρκεί πάντα μονάχη της να διεφτύνει μια

πράξη και ναν τη φέρει στο αποτέλεσμα . . .

(Μπαίνει ο ΓΙΑΝΚΟΣ και πίσω τον ο ΤΑΣΟΣ ακουμπώντας το χέρι του

στην πλάτη του ΓΙΑΝΚΟΥ.)

Γιάνκος. Χαίρετε. (τονέ χαιρετάνε).

Τάσος. Δε σας το είπα εγώ, πως θα είνε ο φιλαράκος.

Γιάνκος (στον Κωστή και στον Αντρέα). Όλοι εδώ; σα να είχαμε

ραντεβού.

Πιπίτσα. Καθίστε. Έχουμε σοβαρή συζήτηση.

Γιάνκος (κάθεται σε μια καρέκλα). Συζήτηση; Μα προτήτερα να σας πω

το νέο, που βέβαια δε θαν το ξέρετε.

Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι νέο;

Γιάνκος. Εδώ σ' ένα δρόμο έγινε φονικό . . .

Πιπίτσα. Σωπάτε καλέ!

Φρόσω. Φονικό;

[τέλος σελίδας 104]

Γιάνκος. Ναι! ο αδερφός μιανής σκότοσε τον ερωμένο της . . .

Τάσος. Καλά τούκαμε . . .

Φρόσω. Και πώς τονέ σκότοσε;

Γιάνκος. Τούδοσε έξη μαχαιριές.

Πιπίτσα. Για όνομα του Θεού! . . .

Φρόσω. Πέστε τα μας!. . πέστε τα μας! . . .

Τάσος. Λοιπόν;

(Η ΚΑΤΙΝΑ από τη θέση της προσέχει χωρίς να μιλεί).

Γιάνκος. Σ' ένα υπόγειο κάθονταν ο φονιάς με την αδερφή του και με

τη μάνα του, και σ' ένα δωμάτιο της αβλής καθότανε ο σκοτομένος .

. . Τέλος πάντων αγαπήθηκε αφτός με την αδερφή του φονιά και την

αρεβώνιασε. Τόρα αρνιόταν ναν την πάρει, γιατί με την επιδημία της

βλογιάς κόλησε η κόρη και γιόμισε σημάδια . . . Ο αδερφός της δεν

το ανέχτηκε και φύλαξε εδώ και μιαν ώρα και του πάτησε έξη

μαχαιριές του δυστυχή . . .

Πιπίτσα (με ταραχή). Ω! Θε μου!

Τάσος. Καλά να πάθει . . . Ποιος τούπε να κυνηγάει, όπου δουλέβει

κουμπούρα;

Πιπίτσα. Σώπα . . . σώπα, καημένε.

Φρόσω. Πέθανε;

Γιάνκος. Ναι! Τον είδα στο φαρμακείο, που τον είχανε.

(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ βυθίζεται σε σκέψες. Το ίδιο κι' ο ΚΩΣΤΗΣ Η ΠΙΠΙΤΣΑ

κάνει το σταβρό της).

Τάσος. Πρώτα απόλα πρέπει να ξέρεις πού να ρίχτεις το δίχτυ σου.

(βγαίνει).

Φρόσω πάει και κάθεται κοντά στον Γιάνκο) Τον κακομοίρη . . .

Γιάνκος. Τονέ λυπόσαστε;

Φρόσω. Ναι! Ακούτ' εκεί γιατί αγάπησε την αδερφή του ναν τονέ

σκοτόσει! Εσείς θαν τονέ σκοτόνατε, αν είσαστε στη θέση του;

Γιάνκος. Δεν ξέρω. Δεν έχω αδερφή και δεν ξέρω . . .

Φρόσω. Σας το λέω εγώ, δε θαν τονέ σκοτόνατε . . . (σιγότερα)

Εσείς είσαστε τόσο λαμπρός νέος . . .

Γιάνκος. Α!. .

Φρόσω. Μάλιστα. Εγώ σας παρακολουθώ από τότες, που πρωτόρθατε

σπήτι μας . . . μα δε με δόθηκε περίσταση να σας το πω . . .

Είσαστε ο καλίτερος κι' ωραιότερος νέος, που γνώρισα.

Γιάνκος. Με κολακέβετε . . .

Φρόσω. Καθόλου . . . (εξακολουθούν να σιγομιλούν. Μπαίνει η Βασίλω

κι' ο Τάσος με γέλιο).

Βασίλω (στην κ. Τριάφτη). Τι με θέλετε, κυρία;

Η κ. Τριάφτη. Ποιος σε φώναξε;

Βασίλω (κυτάζοντας τον Τάσο). Ο κύριος Τάσος με το είπε . . .

Τάσος (με γέλιο). Έλα ντε . . . μεγάλο πράμα . . . Σε γελάσαμε,

βλέπεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Μητερούλα, δος της τα κλειδιά να

μας φέρει βίσινο . . .

Φρόσω. Δος της τα, μαμά.

(Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τα δίνει. Η ΒΑΣΙΛΩ φέβγει).

Τάσος (σηκόνοντας το Γιάνκο από τη θέση τον, μυστικά). Πώς σου

φάνηκε;

Γιάνκος. Τι;

Τάσος. Η Βασίλω.

Γιάνκος. Δεν την πρόσεξα, καημένε . . .

Τάσος. Τι να σου κάμω; . . . Πρόσεχτη τόρα, που θα φέρει το

βίσινο.

Γιάνκος. Καλά . . . καλά (έρχεται με βια και κάθεται στη θέση του

και ξανακουβεντιάζει με τη Φρόσω.)

Πιπίτσα (σα ναν τόλεγε μονάχη της). Να σκοτόσει άθρωπο . . .

Κωστής. Τρομερό . . .

Αντρέας. Κι' η αφορμή γιατί δε φυλάχτηκε ο λόγος της τιμής . . .

(στον Κωστή). Νά, λοιπόν, φίλε μου. Καμιά . . . μα καμιά πρόληψη

δεν πρέπει να παραβλέπεται. Κι' ο άθρωπος, που θέλει ναντιτάζει

στα καθιερομένα δικές του αρχές είνε perverti . . . ναι . . . έχει

διαστροφή . . .

Κωστής (κάνοντας το μορφασμό του). Δηλαδή . . .

Αντρέας. Ο άθρωπος είνε έρμαιο της μοίρας του . . . Ό,τι κι' αν

κάνει δε μπορεί και δεν πρέπει ναν το λογαριάζει από προτήτερα . . .

Η μεγαλήτερη εβλογία για έναν άθρωπο είνε ναν τα βλέπει όλα

μάβρα . . .

Πιπίτσα (μέπληξη). Αντρέα!

Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα . . . Τότες μόνο δε φοβάται το απρόοπτο . . .

Στο βάθος όλα είνε μάβρα, αφού η ζωή είνε μάβρη . . .

Πιπίτσα. Αντρέα, τι λόγια είν' αφτά!

(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ με το δίσκο).

Τάσος (στο Γιάνκο δυνατά). Γιάνκο, εκείνο, που σούπα . . .

Γιάνκος (σταματώντας την κουβέντα τον με τη Φρόσω). Ναι.

(Η ΒΑΣΙΛΩ γυρίζει το δίσκο με το γλυκό σ' όλους)

Πιπίτσα. Εσείς, κύριε Γιάνκο, σ' όλα αφτά τι ιδέαν έχετε;

Γιάνκος. Παρντόν, μαντμαζέλ. Δεν επρόσεξα απ' αρχής στη συζήτηση.

Δεν ξέρω γιατί μιλούσατε

Τάσος. Δεν παράχασες, φίλε μου . . . Φιλοσοφίες . . . φιλοσοφίες.

Από τέτια κουβέντα προτιμώ να σου πω και τη λίμα της Φρόσως.

Αντρέας. Ο Γιάνκος είνε κηρυγμένος πεσιμιστής.

Γιάνκος. Για πεσιμισμό μιλούσατε; Μα με φαίνεται, πως όξω από τον

Κωστή, που προσποιέται τον ελεφτερόφρονα, όλος ο κόσμος σήμερα

είνε πεσιμιστής.

Πιπίτσα. Τι θα πει πεσιμισμός; . . . Δεν το καταλαβαίνω αφτό.

Γιάνκος. Πεσιμισμός, μαντμαζέλ, είνε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που

οι οπαδοί του δεν αναγνωρίζουν άλλο φινάλε στη ζωή και στον κόσμο

από την καταστροφή . . .

Πιπίτσα (πολύ έπληχτη). Όχι δα!

Γιάνκος. Όπως δήποτε . . .

Πιπίτσα. Όχι! . . . όχι! . . . δεν είν' αλήθεια αφτό . . . δεν

είνε!. .

Γιάνκος. Κι' όμως . . .

Πιπίτσα. Είνε ασέβεια και στη θρησκεία αφτό, κ. Γιάνκο . . . μην

το λέτε . . . Να ζείτε, μην το λέτε . . .

Γιάνκος. Ασέβεια! . . .

Πιπίτσα. Ναι!. . (Στον Κωστή). Σεις, κ. Βέρτη, προστατέψτε την

αλήθεια. Είνε τρομερά αφτά ναν τα λέτε. κ. Γιάνκο . . .

Γιάνκος. Η φιλοσοφία του Κωστή είνε λίγο απ' όλα, μαντμαζέλ . . .

Κωστής. Είνε η υγιέστερη δηλαδή . . .

Πιπίτσα. Και τα παραδεχόσαστε και σεις αφτά; έστωντας και λίγο;

Κωστής. Μαντμαζέλ, η ζωή εδώ είνε στενή . . . Μα πέρα από δω δεν

εμποδίζει τίποτα να φανταζόμαστε ο καθένας, όπως θέλουμε, το είνε

. , ώστε δεν είνε ανάγκη ναπελπιζόσαστε . . .

Πιπίτσα (τρομασμένη).Α! κύριε, πρώτη φορά τακούω εγώ αφτά . . .

Δεν τα πιστέβω . . . Κι' αφτή η ζωή δεν είνε στενή, όπως λέτε, και

η άλλη, είνε ταποτέλεσμα αφτής εδώ . . .

Κωστής (νιόθοντας την ταραχή της Πιπίτσας). Αφτό είνε το

λογικότερο, μαντμαζέλ.

Πιπίτσα (με τον ίδιον τρόμο). Αφτό είνε η αλήθεια.

Αντρέας (κυτάζοντας την Πιπίτσα και πολύ στενοχωρημένος). Ας

ταφίσουμε τόρα αφτά. Δεν έχουμε δηλαδή τίποτ' άλλο να πούμε;

Γιάνκος. Ναι!. . Εγώ να σας πω ένα στείο, που είδα προλίγου.

Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι αστείο;

Γιάνκος. Τόρα που ερχόμουν στην πλατεία της Ομονοίας, κει που

κατέβαινε από το τραμ μια κυρία της πέφτει το τουρνούρι της . . .

Φρόσω. Αλήθεια; . . .

Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής · 第 5 / 6 段