επιμονή). Όλγα μου, τι καταλαβαίνεις μέσα σου, που δε θέλεις ναν
τονέ διείς; Πες μου το και μένα μια φορά. Ο δυστυχής ποτές μου,
βλέπεις, δε σε ρώτησα, γιατί πάντα νόμιζα, πως θα με τόλεγες μια
μέρα μονάχη σου . . .
Όλγα. Τι να σέλεγα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Νά! γιατί εκεί, που τόσο την αποθυμείς . . . έχει, που
όλη σου η σκέψη είνε σ' αφτόνα . . . εκεί, που λες: γιατί δεν
έρχεται επί τέλους, ξάφνου δείχτεις μια τέτιαν αντιπάθεια; . . .
Όλγα. Εγώ αντιπάθεια, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Μα λοιπόν, πώς ναν τα πω κι' εγώ; δεν ξέρω πια και πώς
ναν τα πω . . .
Όλγα. Νά, μπαμπά (του πιάνει το χέρι) . . . εκεί, που λαχταράω γι'
αφτόνα, που λέω: Θε μου, γιατί δεν είνε κοντά μου ο Αλέκος
σταληθινά; γιατί δεν έρχεται πια ναν του ζητήσω και παρντόν
γονατιστή; . . . εκεί, μπαμπά, αλάζει ξάφνου η μορφή τ' Αλέκου και
τονέ βλέπω αλιότικο . . . (με συστολή). Δε φταίω, μπαμπά. .
Ο κ. Λάκης (μέπληξη τάχα). Τονέ βλέπεις αλιότικο; Πώς αλιότικο,
Όλγα μου; . . .
Όλγα. Μπαμπά . . . Νά! πως έχει τάχα ένα μάτι τόσο . . . Το κορμί
του . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά τόρα . . . καλά. . κατάλαβα . . .
Αφτό σου φαίνεται Όλγα μου . . . Αφτό πρέπει να πείσεις τον εαφτό
σου να μην το ξαναφαντάζεσαι . . . Είνε αμαρτία, Όλγα μου! . . .
Όλγα. Δε φταίω εγώ, μπαμπά , . . Μονάχο του έρχεται . . .
Ο κ. Λάκης. Ας έρχεται . . . εσύ να προσπαθείς ναν το διόχνεις.
Ακούς να βλέπεις έτσι τον Αλέκο; Τον Αλέκο, που ο δυστυχής
κοντέβει να μαραζόσει εξ αιτίας μας . . . Ξέρεις, Όλγα μου, τι
υποφέρει ο Αλέκος; Μήτε τα μισά δεν υποφέρουμε εμείς όλοι μας . .
. Αφτός να σαγαπάει τόσο . . . να ζει για σένα . . . μόνος του
σκοπός νάνε η δική σου εφτυχία και τόρα να μην τολμάει μήτε να
περάσει από το σπήτι μας . . . Το ξέρεις, πως έρχεται ως το στενό
εκεί και κυτάζει τα παράθυρά μας, σαν κλέφτης; Α! . . . είνε
αμαρτία, Όλγα. . Είνε αμαρτία ναν τονέ βασανίζουμε πια έτσι . . .
Όλγα (με συγκίνηση αρκετή). Μπαμπά . . . λυπήσου με . . . Μη με τα
λες αφτά . . . Μη με τα λες! . . Εσύ το ξέρεις, πως κι' εγώ δε ζω
παρά για τον Αλέκο, πως την εφτυχία εκείνου συλογιέμαι καθεμερνά .
. . ω . . . μπαμπά, αν είταν ναν του πλέρονα την εφτυχία του, ας
του την πλέρονα και με τη ζωή μου ακόμα (τραβιέται λίγο κατά την
κάμερα που βρίσκεται ο Αλέκος). Αλέκο μου! Αλέκο μου, όπου κι' αν
είσαι μην πιστέψεις ποτές πως η Όλγα σου ζει για τίποτις άλλο στον
κόσμο;. . (με συγκίνηση αρκετή) Α! Αλέκο μου! . .
Η κ. Λάκη (σύχρονα τρέχοντας ναν την καθησυχάσει). Καημένε Χρίστο!
. . .
Όλγα. Αλέκο μου . . .
(Ανοίγει η πόρτα και φαίνεται ο ΑΛΕΚΟΣ μπρος στην ΟΛΓΑ)
Όλγα (μέπληξη χωρίς ταραχή). Αλέκο;! . . .
Αλέκος (πέφτοντας στα γόνατά της). Όλγα μου;! . . .
Όλγα. Αλέκο μου . . . ω! ήρθες πια; (ο κ. Λάκης βγαίνει σιγά σιγά,
η κ. Λάκη παραμερισμένη τους κυτάζει) πόσον καιρό σε καρτέραγα . .
. (γέρνει απάνου του)
(Πέφτει με βια η σκηνή)
Τ Ε Λ Ο Σ
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Σε πράξες τρεις.
Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. .
Augustus Caesar.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΑΝΤΡΕΑΣ, διεφτυντής του περιοδικού Η ΖΩΗ» (7).
ΓΙΑΝΚΟΣ )
ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΡΤΗΣ) φίλοι του και συνεργάτες στη "ΖΩΗ"
Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ
ΤΑΣΟΣ)
ΝΙΚΟΣ) γυιοί της
ΠΙΠΙΤΣΑ)
ΚΑΤΙΝΑ ) κόρες της
ΦΡΟΣΩ )
ΒΑΣΙΛΩ, περέτρα της
Ένα παιδί.
Η σκηνή στην Αθήνα
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
(Σε πράξες τρεις).
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Η σκηνή παρασταίνει το γραφείο του διεφτυντή του περιοδικού «Η
ΖΩΗ». Ο ΑΝΤΡΕΑΣ με αταξία καλιτεχνική κάθεται στο τραπέζι του κι'
έχει μπρος του διάφορα χαρτιά, γράματα, έντυπα, βιβλία . . .
Απάνου στ' ανακάτομα και την προσοχή τους ανοίγει η πόρτα και
μπαίνει πεταχτά ο ΤΑΣΟΣ.
Τάσος. Καλημέρα Αντρέα.
Αντρέας. Καλόστονε. Πώς είτανε κι αφτό να προτιμήσεις σήμερα τα
πληχτικά μας γραφεία από το καφενείο;
Τάσος. Σ' αποθύμησα, καλότυχο. Δεν το κατάλαβες;
Αντρέας. Αν είταν δυνατό να μην το καταλάβω . . . Τι κάνουνε στο
σπήτι; Η Πιπίτσα καλά είνε;
Τάσος. Δόξα ο θεός για την ώρα όλοι καλά είνε . . . Μου φαίνεται,
πως έχεις ναν τους διείς κάτι λιγότερο από δέκα ώρες;
Αντρέας. Και τι μαφτό; Μήπως δε μπορεί να γίνουν πράματα ανόλπιστα
από στιγμή σε στιγμή; Εγώ δεν ξέρεις, καημένε, πόσο αδιάθετος
είμαι σήμερα. Ξύπνησα με μια κεφαλάργια . . . μια στενοχώρια . . .
Έρχουμαι εδώ να εργαστώ· έχουμε, βλέπεις, σήμερα την αληλογραφία .
. . και, ξέρεις, πρέπει να περάσει όλη από τα χέρια μου . . .
Πρώτο γράμα π' ανοίγω τι νομίζεις είτανε;
Τάσος (με γέλιο). Κανά ποίημα στην καθαρέβουσα!.
Αντρέας. Είτανε ένα γράμα από τον αδερφό μου το Μήτσο. Ο
Χριστιανός πάντα τα παράπονά του. Μα τι χρωστώ εγώ, να γίνουμαι το
δοχείο σ' όλες τις στενοχώριες του κόσμου; Προσπάθησα, τέλος πάντω
με χίλια δυο και του βρήκα εκείνη τη θέση. — Είπα πια: «θα συχάσει
ο άθρωπος . . . θα βρει τόρα δουλειά να σκοτόνει τον καιρό του και
να μην αηδιάζει την άνεργη ζωή». Δεν είνε δεκαπέντε μέρες και
πέντε διάφορα γράματα έλαβα ως την ώρα, γιομάτα παράπονα . . .
(χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι). Νά!. . τούτο το τελεφταίο είνε
απαίσιο και ναν το λαβαίνεις από τον αδερφό σου, σε μια κατάσταση,
όπως είνε η σημερνή η δική μου. . . .
Τάσος. Εσύ φταις, που κάθεσαι και σκοτίζεσαι για ψύλου πήδημα . .
. Μωρ' εμένα καρφί δε μου καίγεται για τίποτα . . .
Αντρέας (αναστενάζει). Να σου γράφει, για το θεό, πως δε μπορεί να
συχάσει, πως θα σκάσει, πως θα μαραζόσει, γιατί; γιατί, λέει, ο
προϊστάμενός του έχει το μάτι του παράξενο, γιατί το δωμάτιο, που
εργάζεται είνε λίγο στενό, γιατί δε βρήκε κανένα φίλο της
προκοπής, ωσάν να είχε εδώ, βλέπεις, και κάτι τέτιες χίλιες
πρόφασες, που σε βεβαιόνω . . . είνε ναν τονέ μουντζόσεις και ναν
του πεις μια για πάντα: «άει στο καλό πια, παράξενε,
ανεφκάριστε . . . »
Τάσος. Και θάνε το καλίτερο, που θα είχες να κάμεις.
Αντρέας. Σώπα πια, εγωιστή . . . Δεν έχει τέρι η ξενιασίλα σου . . .
Τάσος (με ειρωνικό γέλιο) Λοιπόν γράφτου ναφίσει τη θέση του και
νάρθει να γυρίζει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά . . .
Αντρέας. Σαν κι εσένα.
Τάσος (κουνιώντας το κεφάλι). Σαν κι' εμένα; καλά . . .
Αντρέας. Μα ο αδερφός μου δε σου μιάζει, φίλε μου. Μακάρι να
μπόργε ναν τον εφκαριστούσε το σουλάτσο και το καφενείο, όπως
εσένα. Θαν τον έφερνα κι' ας μην έκανε τίποτα . . .
Τάσος. Σε βεβαιόνω, Αντρέα, παράδοστόνε μου και θαν τονέ διείς σε
λίγον καιρό ναλάξει. . . . (ο Αντρέας κουνάει το κεφάλι) και τόρα
μάλιστα . . .
Αντρέας. Γιατί τόρα;
Τάσος. Γιατί; για κείνο, που δεν ξέρεις! Τόχω μυστικό. . . .
Αντρέας (με κάπια φαιδρότητα). Ωραίο κι' αφτό!. .
Τάσος. Βέβαια. Τι νομίζεις, πως δεν αξίζουμε και μεις τίποτα;
(πάει κοντά του και τονέ χτυπάει στον ώμο) Φιλόσοφέ μου . . . Χτες
τη νύχτα εσύ κατέβαινες τη σκάλα της μπασίας κι' εγώ ανέβαινα τη
σκάλα της ταράτσας . .
Αντρέας Και γιατί; . . .
Τάσος. Τι να σου κάμω, σα δεν καταλαβαίνεις . . . Νά! πέρασα τη
νύχτα στην κάμερα της Βασίλως.
Αντρέας (με θυμό). Άει να κουρέβεσαι, ανήθικε . . . Δεν έχεις
καθόλου το θεό σου . . . Εσύ μπορείς να παίξεις και με τα
γιερώτερα αιστήματα . . .
Τάσος. Γιατί, κυρ Αντρέα; Το παίξιμο με δούλα είνε κακούργημα τόσο
μεγάλο;
Αντρέας. Όσο μικρό είνε αφτό το κακούργημα, τόσο μεγάλο γίνεται
νάρχεσαι να με το λες σε μια τέτια στιγμή . . .
Τάσος. Καλά το λοιπόν. . , Σα σε ξαναπώ τίποτα, φτύσε με . . .
Αντρέας. Ως πότε; Μου φαίνεται, πως δε θάχεις τίποτ' άλλο να με
πεις, ει δ' αλιώς, πολύ γλήγορα θα βρισκόσουνα σε θέση να
σκουπιστείς . . .
Τάσος. Ας είνε, Αντρέα . . . μη θυμόνεις. Ακούμε και μένα μια
φορά. . , Εγώ ήρθα πρώτα πρώτα από δω για να στα πω εσένα, που
ξέρεις, πως η Βασίλω είνε η μόνη μας δούλα, που μέκαμε να
μαρτυρήσω τόσους μήνες τόρα.
Αντρέας. Σε παρακαλώ, Τάσο . . . Καλά, μακάρι κάθε νύχτα ναν την
περνάς στην κάμερά της . . .μα τόρα πάψε αφτή την κουβέντα . . .
Πάψε τήνε . . .
Τάσος. Εσύ θα χάσεις! . . .
(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο ΚΩΣΤΗΣ κι' ο ΓΙΑΝΚΟΣ)
Κωστής-Γιάνκος. Καλημέρα σας.
Τάσος-Αντρέας. Καλημέρα.
Γιάνκος (στον Τάσο). Μπα! και συ εδώ; Τάσος. Σα ναν το είξερα πως
θα σ' αντάμονα.
(Την ίδια ώρα ο ΑΝΤΡΕΑΣ πέρνει κάτι χερόγραφα και χτυπάει το
κουδούνι)
Γιάνκος. Έχουμε καινούργια;
Τάσος. Και πολλά· ύστερα θαν τα μάθεις . . .
(Μπαίνει το παιδί)
Αντρέας (στο παιδί). Ναν τα πας κάτου στο τυπογραφείο και να μην
αφίσεις άλλονα να μπει . . . Τ' ακούς; Να πεις, πως δεν είμαι εδώ
. . . (Το παιδί φέβγει) Σας θαμάζω, μα την αλήθεια! Μα ήθελα να
'ξερα, Γιάνκο, δεν έχεις και συ τίποτ' άλλο στο κεφάλι σου από
επιπολαιότητα; Καλά ο Τάσος, μα και συ;
Γιάνκος. Από επιπολαιότητα; Πόσο άσκημα ψυχολογείς, καημένε. Κυτάς
ταχείλι κι' ό,τι δείχτει το πέρνεις της μετρητής . . .
Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ! . . .
Γιάνκος. Δεν καταλαβαίνεις, παιδί μου, πώς . . . Πώς να στο πω; .
. . νά! πως θέλω να καταφέρω τα χείλια μου να συνηθίσουνε στα
τέτια, μήπως και τα αιστητικά μου νέβρα καταφέρουν και την ψυχή
μου ναν τα συνηθίσει; . . .
Αντρέας. Ώστε αφτός είνε ο λόγος;
Γιάνκος. Σας το ξεμυστηρέβουμαι . . . (Στον Τάσο) Βρε Τάσο, κύταξε
μόλις βγεις ναν το κάμεις βούγκινο στην Αθήνα . . . Χτες τη νύχτα
είμαστε στη Μαβροδάφνη. Ένιοσα γλέντι σας περνάει από το νου;
Ασυνείδητα έπινα και ξιπαζόμουνα να βλέπω τους άλλους να
κατεβάζουν τα ποτήρια, να γλεντάνε, να τραγουδάνε . . . κι' όμως
τόκανα κι' εγώ . . . Ύστερα πήγαμε κει κάτου στο δρόμο του Ψυρή
και ξενυχτήσαμε . . . Αηδία έχω, φίλοι μου, σήμερα . . .
Συχαίνουμαι τον κόσμο και τη ζωή μου . . . Πού τη βρίσκουνε την
εφκαρίστηση στο κρασί και στη γυναίκα; απορώ . . .
Αντρέας. Δε μπορούσες να κάμεις εξαίρεση εσύ . . .
Κωστής (με ησυχία). Σε πόσους μέσα; Αντρέας. Σ' όλο τον κόσμο . . .
Κωστής. Όχι δα! . . . Εσύ δεν είσαι εφκαριστημένος; Αρεβωνιασμένος
άθρωπος με μια τέτια αγαπημένη και γλυκειάν αρεβωνιαστικιά; . . .
.
Αντρέας. Πολύ . . . πολύ εφκαριστημένος. Τόσο, που δεν έφκουμαι
και σε σένα όμοιαν εφκαρίστηση . . . κι' όμως είμαι
αρεβωνιασμένος, καθώς λες, με μιαν αγαπημένη και γλυκιά
αρεβωνιαστικιά . . .
Κωστής. Εγώ, αδερφέ, δεν τα νιόθω αφτά . . .
Αντρέας. Θαν τα νιόσεις . . . Θαν τα νιόσεις και συ . . .
Γιάνκος. Μου φαίνεται, πως και τόρα τα νιόθει . . .
(Ο ΤΑΣΟΣ στο μεταξύ ξαπλόθηκε στο διβάνι και διαβάζει κάτι
χερόγραφα, που πήρε κρυφά από το καλάθι)
Γιάνκος. Ας ταφίσουμε τόρα αφτά, γιατί δε θα συφωνήσουμε ποιος
είνε δυστυχέστερος ταλλουνού. Θυμήσου και τους στίχους του
Σενιέ . . . Αλήθεια, Αντρέα, σού 'φερα ένα ποιηματάκι για τη «Ζωή».
Αντρέας. Πούνε το;
Γιάνκος. Εδώ. Είνε μικρό . . . (Το βγάνει από την τσέπη του).
Ακούστε το (το διαβάζει).
Σ' ένα αστέρι
Τρέχει το φως του τρέχει στο άπειρο. Το αστέρι
είνε ακόμα αθώρητο στης γης τα μέρη.
Είνε ένας όλος κόσμος στου ουρανού μιαν άκρη,
που ίσως αγνώριστο νάνε σ' αφτόν το δάκρυ . . .
Κι' ίσως το φως του θαμπερό στη γης, σα φτάσει
και μύρια χρόνια η αθρώπινή μας πλάση
που θαν το βλέπει το αθώρητο το αστέρι
ίσως το νεκρομάρα μέσα του να φέρει! . . .
Ω μεγαλείο αφάνταστο, συ κόσμε ξένε! . . ,
Ω τρομερό μου μυστικό κρυμένο μένε! . . .
Το αστέρι ζωντανό η γης δε θα γνωρίσει
γιατί πρωρίστηκε νεκρό ναν τη φωτίσει! . ,
Πώς σας φαίνεται;
Κωστής. Πώς να μας φανεί; ωραίο . . . καλό είνε . . .
Αντρέας. Άστο μου. Εσύ, Κωστή, δε μου 'φερες τίποτα;
Κωστής. Τι θέλεις;
Αντρέας. Ό,τι . . .
Κωστής. Μα δεν έχω τίποτα πρόχειρο.
Αντρέας. Τεμπέλιασες και συ, καημένε . . .
Κωστής. Τι να σε πω, αδερφέ; Τα βαρέθηκα και αφτά πια . . . (κάνει
μορφασμό με το στόμα, που τον έχει συνήθειο).
Γιάνκος. Μήπως αφτό είνε από τα σημάδια, που δεν τα νιόθεις;
Κωστής. Ουφ, καημένε! . . .
Γιάνκος. Συμπάθησέ με, αδερφέ . . . Μα άκου μια συβουλή ενός, που,
αν όχι τίποτα άλλο, σαγαπάει . . . μην κρύβεις τίποτα μέσα σου . .
. Βγάνε το μεφκολία . . . με λόγια, για να γλυτόσεις τα έργα . . .
μην τακούς, πως είνε στίγμα νεβραστενικό κι' αφτό και προσπιέσαι,
για να πείσεις τον εαφτό σου, πως γλύτοσες απ' αφτή την αρώστεια .
. . Ξεθύμαινε με λόγια . . . άκου τη συβουλή μου . . .
Κωστής. Κράτηστη για τον εαφτό σου!. . Εγώ ξέρω πολύ καλά τι έχω .
. . Ποτές δεν είπα, πως είμαι υγειής, μα και ποτές μου δεν
ακολούθησα κομπογιανίτικες συβουλές . . .
Γιάνκος. Πολύ καλά, κυρ Κωστή . . . πολύ καλά! . . .
Αντρέας. Καθείστε τόρα . . . θα σας διαβάσω ένα σονέτο, πούλαβα
χτες . . . Φέρνει υπογραφή: Πλανήτης . . . αλόκοτο πράμα . . .
πέντε φορές το διάβασα και μόλις καταλαβαίνω τι θέλει να πει,
γιατί, βέβαια, κάτι θέλει να πει . . .
Κωστής. Ας τακούσουμε λοιπόν.
Αντρέας (ψάχνει, το βρίσκει και το διαβάζη)
Από την Ακρόπολη.
Μες των αιώνων τις ορμές ακλόνητο αντικρύζει
το μάρμαρο, που θλίψη του λίγη είνε η κιτρινάδα . .
θωρεί την πλάση μαρασμός ναν την περιγυρίζει·
παντού ανεμοστρίβουλας την ξωπλισμένη αρμάδα.
---
«Και στων αιώνων τις ορμές απείραγο ανεμίζει
ο σύφουνας το μάρμαρο! . . . » Στης σκέψης τη ζαλάδα
η μαρμαρένια εκλησιά φριχτά τον απελπίζει
και μες τον τράκο του θυμού βρίζει και την Παλάδα.
---
Κι' εκεί αφίνει άξαφνα γέλιο τρελό με κλάμα . . .
Σκύφτει βαθιά το μάτι του, βαθιά το νου του σκύφτει
μ' όλα της την Ακρόπολη στα βύθη ανακαλύφτει
και τους θεούς ανίκανους, βλέπει, να κάνουν θάμα . . .
Και νά! γελάει!. .όλο γελάει!. .Τονέ ρωτώ. .Δεν ξέρει
χαρά η λύπη αθέλητα στο γέλιο ποια τον φέρει! . . .
Πλανήτης
Ε; ξηγάτε το και σεις τόρα . . .
Κωστής. Για δος μου το μια στιγμή . . (Το πέρνει).
Τάσος (γελώντας από το διβάνι). Μαργαρίτες! . . . μαργαρίτες . . .
Εδώ είνε το γέλιο . . .
Γιάνκος. Τι τρέχει, Τάσο;
Τάσος. Μαργαρίτες, φίλε μου . . . Νά! εδώ στα χερόγραφα του
καλαθιού. . , Σου λέω, Αντρέα, πως αν προτίμαγες αφτά, που πετάς,
από τα σονέτα του Κωστή και του Γιάνκου και του τρελού αφτουνού
του Πλανήτη, η «Ζωή» σου θα γίνονταν ανάρπαστη . . .
Αντρέας. Ου! τις αηδίες . . . μήτε να γελάσω δε με κάνουν.
Γιάννης (στον Τάσο). Και τι μαργαρίτες είνε;
Τάσος. Άκου ένανε.
Αντρέας (θυμωμένα). Μα, καλέ, πόσες φορές στο είπα; σε θέλω να
πειράζεις τίποτα εδώ μέσα. . Θα με πιάσουν τα νέβρα μου καμιάν ώρα
. . .
Τάσος. Από δω και πέρα καλά. . Τόρα άκου, Γιάνκο, ένα ποίημα ενός
Στουάτη Δάλδη . . . ε . . . όνομα! . . . Μα είνε εξαίσιο πράμα.
Άκου το. (διαβάζει).
&Εις την Σελήνην&
Ω αργυρόεσσα σεπτή και πάναγνος Σελήνη,
εστράφ' ήδη ο ποιητής και εις την δύσιν κλίνει!
Κι' ιδού δύει ο ποιητής πριν όλος ανατείλει
πριν ή εις το στερέωμα φως Ηλιαίον στείλει·
διότι νουν καρδίαν τε, άγνωστος χειρ δεσμεύει
και αύτη και την έμπνευσιν του ποιητού στερεύει! . .
Ω συ Σελήνη αργυρά, πλησιφαής Εκάτη,
είπε μοι: την καρδίαν μου τι τάχα την σπαράττει;
ειπέ μοι: τις όνυξ γυπός τα σπλάγχνα μου κατέχει;
κ' η ειμαρμένη διατί τόσον με κατατρέχει;
Ω! εις εσέ τους πόνους μου, Εκάτη, εξαγγέλλω . . .
Τι περιμένω αγνοώ, ως αγνοώ τι θέλω! . . .
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΔΑΛΔΗΣ
Γιάνκος. Κι' όμως, φίλοι μου, κι' η ντεκαντέντζα αφτή χωρίς να
ξέρει ναν το πει νά! που το λέει. Τα ίδια κι' αφτός . . . Η ουσία
παντού είνε ίδια! . . . Κωστή, το φον είνε παντού ίδιο!. .
Κωστής (γυρίζοντας το μάτι του από το χερόγραφο που κρατεί).
Πολλές φορές κι' η φόρμα.
Γιάνκος. Για μένα το λες αφτό; . . .
Κωστής. Κακά κάμνεις ναν το υποθέτεις, ή μήπως έχεις ντοκουμέντα;
Γιάνκος. Ας είνε! . . . Εγώ δε μνησικακώ ποτές μου και ξέρεις
πόσον εχτιμώ την τέχνη σου και μπροστά σου και πίσω σου. , .
Κωστής. Κι' εγώ, αγαπημένε μου, πίσω σου σεχτιμώ πολύ
περσότερο . . .
Αντρέας. Αφτά μου φαίνονται άλλου είδους φιλολογικά κοπλιμέντα . .
.
Τάσος. Φιλολογικά κολοκύθια . . . (σε λίγο) Γιάνκο, με συνοδέβεις;
έλα για καλό δικό σου . . . Έχω να σε πω πράματα. .
Κωστής. (σηκόνεται ορθός) Κι' όμως είν' ωραίο!.
Γιάνκος. Τ' είν' ωραίο;
Κωστής. Το σονέτο!. (Το πετάει από τα χέρια του στο τραπέζι και
συργιανάει). Ναι! είν' ωραίο! . . . ωραίο στην τρέλα του, στην
παθολογία του . . .
Γιάνκος. Μα τι κατάλαβες απ' αφτό;
Κωστής (σα να μιλάει μονάχος του). Από την Ακρόπολη δε βλέπει έτσι
τα πράματα ο καθένας . . . Αφτό τον Πλανήτη, Αντρέα, πρέπει ναν
τονέ γνωρίσουμε . . .
Αντρέας. Πώς;
Κωστής. Γράφτου στην αληλογραφία: «ελάβαμε το σονέτο σας κι'
επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε . . . Σας περιμένουμε στο γραφείο».
Αντρέας. Καλά λες . . . Θαν το γράψω . . . Δε βλέπει έτσι τα
πράματα ο καθένας από την Ακρόπολη . . . Δε σου φαίνεται, πως
στάζει φαρμάκι αφτό το σονέτο;
Κωστής. Πολλά με λέει!. . (συργιανάει και μονολογεί) Απάνου στην
Ακρόπολη να σε πιάνει απελπισία . . . φριχτή μάλιστα . . . Να
βλέπεις από κει τη ζωή του κόσμου, την εξέλιξη των αιώνων και να
γελάς χωρίς να θέλεις, χωρίς να ξέρεις, γιατί . . . Πολύ
παθολογικό . . . εξαντρίκ όλους διόλου . . .
Γιάνκος. Καλά τόρα! . ανακύρηχτο αριστούργημα . . .
Κωστής (στον Αντρέα) Και τι άλλα θα μας έχεις μεθάβριο στη «Ζωή»;
Αντρέας. Δήγημα του Καρκαβίτσα και ποίημα του Μαρκορά.
Κωστής. Αφτό μ' αρκεί . .
Τάσος (στο Γιάνκο). Ε; πάμε πια;
Γιάνκος. Ναι πάμε . . . (στον Αντρέα). Λοιπόν το ποιηματάκι;
Αντρέας. Το ποιηματάκι θα μπει στη «Ζωή».
Γιάνκος-Τάσος Au revoir.
Κωστής-Αντρέας Στο καλό . . . (φέβγουν ο Γιάνκος κι' ο Τάσος).
Αντρέας Φύγανε; μείναμε πια μόνοι;
Κωστής. Μείναμε . . . ναι!. .
Αντρέας. Θα στα πω όλα τόρα, Κωστή . . . Θαν τα μάθεις όλα . . .
Έχω ανάγκη από τη συντρομή ενός φίλου σαν κι' εσένα . . . (χτυπάει
το κουδούνι· μπαίνει το παιδί· στο παιδί). Στο ξαναλέω: να μην
αφίσεις κανένα, μα κανένα να μπει . . . Τ' ακούς;
Το παιδί. Πολύ καλά . . . (φέβγει).
Αντρέας. Έρχουνται τόσο γλήγορα το ένα απάνου στ' άλλο, που κι'
εγώ απορώ, πώς αντέχω ακόμα . .
Κωστής. Μα τι;
Αντρέας. Θα στα πω όλα . . . Είμαι δυστυχής, Κωστή . . . Τόσο
δυστυχής, που ίσως να μην το περιμένεις, κι' ακόμα φαντάζουμαι,
πως με τη στωικότητά σου κι' άμα στα πω, πάλε δε θάβρεις λόγο για
τη δυστυχία μου . . . κι' όμως.
Κωστής. Θα σ' ακούσω· με προσοχή . . .
Αντρέας. Τ' απόγυιομα θα σε πάρω να γνωρίσεις την Πιπίτσα. Δεν
έχει μουτσουτσούνια πια. Πρέπει ναν την ψυχολογήσεις μ' όλη σου τη
δύναμη, γιατί, στο λέω, από σένα θα εξαρτηθώ . . . Ό,τι με πεις θα
κάμω . . . Εγώ την αγαπώ . . . την αγαπώ τόσο, που όλα μου μπορώ
ναν τα θυσιάσω για το χατήρι της . . όλα μου, και τα παιδιά μου
ακόμα με προκαταβολή . . . Το νιόθεις;
Κωστής. Πως την αγαπάς; Μου φαίνεται να στο διατύποσα πολλές
φορές. Λοιπόν επιμένεις να με μπάσεις στο σπήτι της κ. Τριάφτη;
Αντρέας. Ναι! Είνε ανάγκη . . . Πρόσεξε, Κωστή, σ' όλα, που θα σε
πω . . . Θα σε πω και πώς την εγνώρισα και πώς την αγάπησα . . .
Είνε τρία χρόνια από τότες . . . Μια βραδυά ο Σαράντης είχε
εσπερίδα . . . Συ δεν εγνώριζες ακόμα κανέναν από μας . . . Εκεί
την πρωτοείδα . . . Καταλαβαίνεις; Είχα κείνες τες μέρες
δημοσιέψει στη «Ζωή» ένα δήγημα το «Βαριόμοιρο» και ξεχείλιζα όλη
την πίκρα της ζωής. Τ' όχεις διαβασμένο;
Κωστής. Ναι . . . είνε το καλίτερό σου.
Αντρέας. Και κείνη το διάβασε τότες. Άμα ήρθε με τη μαμά της και
με το μεγάλο της αδερφό, καθόμουν στο διβάνι με το Χορμίδη. Την
αντικρύσαμε κι' οι δυο μας. Φόργε ροζ φόρεμα . . . κι' ό,τι ξίπασε
και τους δυο μας στη στιμή είταν η επιδερμίδα της και τα στήθια
της . . . Ρωτώ τον Χορμίδη: «ποια είνε αφτή;» Δεν την είξερε κι'
εκείνος. Κάθησε κείνη στην άλλη άκρη κι' εμείς την προσέχαμε . . .
Καρδιοχτύπι δεν αιστάνομουν καθόλου, μόνο η εντύποση τω στηθιώ της
με τάραζε το νεβρικό μου σύστημα. Ξάφνου τη βλέπουμε να
κουβεντιάζει με πολλή οικειότητα με τον ποιητή το Ρηνόπλο . . .
Κωστής. Λοιπόν;
Αντρέας. Ο Χορμίδης πετάγιεται τότες και με λέει: «πάω να βάλω το
Ρηνόπλο να με τη συστήσει» και τράβηξε . . . Τονέ ξέρεις τι
τολμηρός είνε. . Εγώ, πού θάρος! . . . Τον παρακολούθησα· πήγε
τόντις και τη γνώρισε . . Της κουβέντιαζε με τις γνωστές του
υπόκλισες . . . Θύμοσα με τον εμαφτό μου το περσότερο, και
συργιανούσα άστοχα . . . Άστοχα βρέθηκα και μπροστά τους. Τότες ο
Ρηνόπλος με φωνάζει: « Αντρέα, έλα από δω να σε γνωρίσω στη
ντεμοαζέλ Τριάφτη, που έχει πολλήν επιθυμία να σε γνωρίσει» και με
τη συσταίνει, φαντάσου με τέτιο προοίμιο. Ο Χορμίδης την
πολιορκούσε κυριολεχτικά, μα κείνη όλο μένα ρωτούσε για τα έργα
μου, για τη «Ζωή», πως τη διαβάζει με τόσην εφκαρίστηση και
περιμένει μ' ανυπομονησία κάθε Κυργιακή να διεί και ναν τη
διαβάσει και τόσα άλλα . . . κι' ύστερα μ' αρχίζει κουβέντα για το
«Βαρυόμοιρο» πόσο της άρεσε . . . πως την έκαμε για μια στιγμή να
συχαθεί τη ζωή της . . . και . . .
Κωστής (διακόφτοντας). Καλά! παρακάτου.
Αντρέας. Τι τα θέλεις! Δεν την αγάπησα αμέσως. Κι' αν τη θυμόμουν
καμιά φορά, έφερνα μπροστά μου την επιδερμίδα της και τα στήθια
της και μόνο με κείνα περιλουζούμουν σε μια γλυκάδα αποθυμιάς
ανεπλήροτης. Ύστερα έμαθα πως ο Χορμίδης της ρίχτηκε για καλά και
δε με ένιασε. Με τα 'λεγε μια μέρα ο Ρηνόπλος: «Ντουτζές, με λέει,
κατάντησε ο Χορμίδης στου Τριάφτη το σπήτι . . . όλοι τους τον
κοροϊδέβουν . . . όλοι τους τον ένιοσαν» κι' ακόμα με λέει: Εσύ να
μην πας ναν τους κάμεις επίσκεψη;! Η Πιπίτσα καθεμέρα με ρωτάει
για σένα . . . με παρακάλεσε μάλιστα να σε ρωτήσω με τρόπο ποιόνα
πήρες μοντέλο στο «Βαρυόμοιρο» . . . Ξέρεις τι καταλαβαίνω, βρε
Αντρέα; πως διαφέρεται για σένα λίγο η Πιπίτσα και πως ένα κομάτι
τέτιο θα είσαι κουτός να μην το κυνυγήσεις . . . » Το πιστέβεις;
Τότες για πρώτη φορά ανακατόθηκαν οι πόθοι μου με καρδιοχτύπι· κι'
εγώ ο βλάκας ζητάω τότες πληροφορίες από το Ρηνόπλο για την
οικογένειά της, για την κατάστασή της, για την προίκα της, προς
Θεού, σα να είχα μιαν ωρισμένη ιδέα στο νου μου . . . Και τότες ο
Ρηνόπλος το προζύμι του δόκανου, που μούστησε η μοίρα μου με λέει:
« Αμ όλοι το καταλάβαμε στου Σαράντη, πως και σένα σου πόνεσε το
δόντι από κείνο το βράδυ . . . » Πώς; «Ναι! ο βήχας κι' ο έρωτας
δεν κρύβουνται, Αντρέα . . . » Τέλος πάντω στον κύκλο μας είνε
γενική κουβέντα, πως ο Χορμίδης και συ ξετρελαθήκατε με την
Πιπίτσα, πως η Πιπίτσα προτιμάει εσένα, πως η δείλια σου είνε
μοναδικό πράμα και πως α σε νικήσει ο Χορμίδης θα σε ανακηρύξουμε
όλοι μας ανίκανο για κάθε τι και να ζεις ακόμα. . »
(σταματάει).
Κωστής (σα να μιλούσε μονάχος του). Προζύμι του δόκανου! . . .
Πολύ ωραία ονομασία . . . Το προζύμι του δόκανου . . Λοιπόν;
Αντρέας. Πέντε δέκα φορές ύστερα, όμοια κουβέντα με το Ρηνόπλο, με
το Σαράντη, μ' όλους, με το Χορμίδη, που με παρακαλούσε να
υποχωρήσω εγώ και ναν τον ορίζω πια σ' όλα τάλλα με κάμαν νανάψω.
Κι' όταν ένα άλλο βράδυ στου Ρηνόπλου το σαλόνι ξανασμίξαμε, εγώ
δε μπόρεσα να κρυφτώ μήτε στον εμαφτό μου . . Την αγαπούσα πια . .
. Την αγαπούσα με τέτιαν αγάπη, που ντρεπόμουν ναν το φαντάζουμαι
και πια δεν επίτρεψα σ' αφτούς, που μανάγκασαν ναν την αγαπήσω, να
ξαναμιλήσουν χωρίς εβλάβεια γιαφτή την κόρη. Κι' από τότες
πιαστήκαμε και με το Χορμίδη . . . κι αφτός απελπισμένος από την
Πιπίτσα, ικανός να μην αγαπήσει, ύστερα από λίγο, έγινε ο
αλτεμπαράν αλληνής, της κουνιάδας, καθώς ξέρεις, του Σαράντη . . .
Κωστής. Ναι! . , .
Αντρέας. Αφτή είνε η αρχή της αγάπης μας. Γνωριστήκαμε ύστερα καλά
. . . Ένα χρόνο πήγαινα ταχτικά σπήτι της και τόρα είνε άλλος ένας
χρόνος, που είμαστε αρεβωνιασμένοι.
Κωστής. Και τότες, πού η δυστυχία σου;
Αντρέας. Νόμισες, πως τέλειοσα; Τόρα θα μάθεις, ό,τι δεν ξέρει
κανένας· γιατί όσα σούπα όλοι και συ ακόμα τα μισόξερες . . . Τόρα
θα σ' ανοίξω την ψυχή μου για να σου απιθόσω τους πόνους μου στη
δική σου τη μεγάλη την ψυχή . . . Ναι, Κωστή . . . (χτυπάει το
κουδούνι και σταματάει λίγο· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Φέρε μου
ένα ποτήρι νερό, (το παιδί φέβγει. Ο Κωστής παίζει τα δάχτυλά του
στο τραπέζι κι' έχει σκυφτό το πρόσωπο· ο Αντρέας πιάνει το
κούτελό του· Ξαναμπαίνει το παιδί με το νερό. Στο παιδί) Πήγαινε.
(Το παιδί φέβγει). Φαντάζεσαι τι θα σε πω; όχι ποτές . . .
(ξάφνου) Δε με λες; δεν ξέρεις καθόλου την οικογένεια του πεθερού
μου;
Κωστής. Όξω από τον Τάσο, που τον εγνώρισα εδώ δεν ξέρω κανέναν
άλλο . . .
Αντρέας. Αγκαλά και ποιο άλλο σπήτι ξέρεις εσύ από το κελί
σου; . . .
Κωστής. Μόλα τάφτα . . .
Αντρέας. Ναι! Λοιπόν ο πεθερός μου έχει τρία αγόρια και τρία
κορίτσια . . .
Κωστής. Αφτό το ξέρω . . .
Αντρέας. Το πρώτο του παιδί είνε η Πιπίτσα, ύστερα ο Γεράσιμος,
ύστερα η Κατίνα, ο Τάσος, η Φρόσω κι' ο Νίκος παιδί ακόμα,
αφτός . . .
Κωστής. Καλά . . .
Αντρέας. Καθένα απ' αφτά τα παιδιά έχει τικ . . .
Κωστής. Δηλαδή;
Αντρέας. Μια βίδα . . . Μια ψυχική διαστροφή . . . μια νεβρική
ακαταστασία . . . Κι' εγώ δεν ξέρω πως να στα πω . . . Μήπως είμαι
γιατρός; . .
Κωστής. Τι λογής πάνου κάτου;
Αντρέας. Νά! πάρε τον Τάσο . . . Δεν ανακαλύπτεις σ' αφτόνα ψυχική
διαστροφή;
Κωστής. Δηλαδή . . . δεν τον εξέτασα ποτές μου . . . Μα τι έχει
αφτός; . . .
Αντρέας. Αφτός; Δεν τονέ νιάζει για τίποτα. Είνε το επιπολαιότερο
πλάσμα, που υπάρχει στον κόσμο.
Κωστής. Εγώ δεν το βρίσκω σπουδαίο αφτό.
Αντρέας. Είνε σπουδαιότατο . . . Τέλος πάντων ταπόγιομα θαν τους
διείς όλους . . . Να προσέξεις μόνο και θα διείς τον καθένα με τα
στίγματά του . . . Την Πιπίτσα θέλω να κυτάξεις πολύ . . Γι' αφτή
να μη με κρύψεις τίποτα.
Κωστής. Έχει κι' αφτή στίγματα;
Αντρέας. Είνε δυο μέρες που τανακάλυψα . . . Ως προχτές την
περνούσα τέλεια στην υγεία της και στη σωματική και στην ψυχική .
. . Μ' από προχτές έχω λόγους ναφιβάλω κι' αφτή η αφιβολία με
σπαράζει . . . Θα με καταστρέψει.
Κωστής. Μα δηλαδή τι ανακάλυψες;
Αντρέας. Άκου με. Κωστή . . . Από προχτές άρχισε να μ' αναπτύζει
κάτι αλόκοτες θεωρίες . . . θεωρίες για τον αιώνιο αρεβώνα . . .
Θεωρίες, πως να μην παντρεφτούμε ποτές και να μένουμε αιώνια
αρεβωνιασμένοι . . . Εγώ προχτές, σα με τα πρωτόπε με κάπιαν τόλμη
άγνωστή της ξαφνιάστηκα λίγο. Ύστερα υπόθεσα, πως μιλεί όλους
διόλου ακαδημαϊκά και συζητούσα, όσα έλεγε, όπως ξάφνου θα
συζητούσα με σένα, αν είχαμε να συζητήσουμε φιλοσοφικές τέτιες
θεωρίες του Τολστόη ή και του Ίψεν.
Κωστής. Πιθανό κι' αφτή να βρίσκονταν σ' επίδραση κάπιας τέτιας
μελέτης.