Τάσος. Μωρ' τι λες; . . . Λοιπόν; . . .

Γιάνκος. Φανταστείτε τη θέση της. Κάνει πως δεν το βλέπει και

προχωρεί . . . Μα κει ταρπάζουν δυο λούστροι κι' αρχίζουν το

πέταμα και το σφύριγμα και το κακό . . . Σας βεβαιόνω πως

ξεκαρδιστήκαμε όλοι στα γέλια . . .

Τάσος. Μωρ' αφτό είνε τρέλα!

Φρόσω. Ποια είταν αφτή η κυρία;

Γιάνκος. Μια . . . δεν την ξέρετε. Η κ. Νιχελίδη . . .

Φρόσω. Πώς δεν την ξέρω

Τάσος. Και ποιος σου ξεφέβγει εσένα;. . Ω! γέλιο που θάγινε . . .

Το φαντάζουμαι . . . (στρέφοντας άξαφνα) τι ώρα νάνε;

Κωστής (κυτάζοντας το ρωλόι του). Εξήμιση.

Τάσος. Είνε ώρα για περίπατο. Έχουμε να διούμε και το κορίτσι μας,

βλέπετε . . . (στο Γιάνκο). Πάμε, Γιάνκο;

Γιάνκος. Πάμε . . .

Τάσος. Στάσου μια στιγμή . . . (βγαίνει).

Φρόσω (μυστικά στο Γιάνκο). Ώστε θα σας βλέπουμε ταχτικά;

Γιάνκος. Δε μπορώ, μαντμαζέλ, με τραβάτε.

Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . Το πιστέψατε πια;

Γιάνκος. Ω, μαντμαζέλ . . .

Φρόσω . . . μην το ξεχνάτε, κ. Γιάνκο, ναρχόσαστε ταχτικά . . .

Άβριο σας περιμένω . . .

(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με το καπέλο του και με το μπαστούνι του)

Τάσος. Έλα, Γιάνκο. Πάμε να προφτάσουμε τη δεντροστοιχία. Θα βγήκε

η λεγάμενη πια . . (πάει κοντά του και του λέει μυστικά) Πώς σου

φάνηκε;

Γιάνκος. Κομάτι . . .

Τάσος. Ε, ξέρω κι' εγώ . . . Τι καλά, που ήρθατε και στομόθηκαν

όλοι εδώ . . . Βρήκα πέντε φορές μοναξιά στην κουζίνα . . . Το

βράδυ της είπα, πως θα ξαναπάω . . . Σουτ τόρα . . (δυνατά) Τράβα

. . . Πάμε . . . Αντίο, Κωστή . . . Αντίο σας . . .

Γιάνκος. Χαίρετε . . . (φέβγουν).

Πιπίτσα. Τι ιδέες, που έχει αφτό το παιδί . . .

Αντρέας. Τόρα πέρασαν αφτά τα κολοκύθια . . . Κωστή, μήπως θέλεις

να πηγαίνουμε κι' εμείς;

Πιπίτσα. Θα στενοχωρήθηκε ο κ. Βέρτης κλεισμένος εδώ τόσην ώρα . . .

Κωστής. Καθόλου . . . Είταν τόσο εφκάριστη η συντροφιά . . .

Φρόσω (ξαναπάει κοντά του). Κύριε Βέρτη, αφτή την εφκαρίστηση να

σας βλέπουμε να μας τη δίνετε συχνά . . .

Κωστής. Α! μαντμαζέλ . . . έχω τόσες ασκολίες . .

Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο τρελαίνουμαι για τη συντροφιά σας . . .

Αντρέας (ορθός και δυνατά). Ναι, Πιπίτσα . . . θα περπατήσουμε και

λίγο. . Το βράδυ δε θάρθω . . . (λίγο φαιδρά) θα σας απιστήσω . . .

θα φάμε στο Φάληρο με τον Κωστή . . . Σηκόνεσαι, Κωστή; . . .

Κωστής. Ναι . . . ναι. . ,

Πιπίτσα. Να σας βλέπουμε, κ. Βέρτη.

Αντρέας. Αφτό ενοείται . . .

Κωστής. Όσο μπορώ θα λαβαίνω αφτή την εφκαρίστηση . . .

Αντρέας. Λοιπόν χαίρετε . . .

Κωστής. Προσκυνώ . . .

(Χαιρετιούνται κι' ενώ φέβγουν πέφτει η σκηνή).

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

Το ίδιο σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ.

Αντρέας (με φανερή συγκίνηση). Μα γιατί δεν ερχόταν το παιδί και

στο σπήτι μου; Είταν ανάγκη μόνο στο γραφείο να ειδοποιήσει; Εγώ

να είμαι αμέριμνος τόσες ώρες . . . κι' α δεν περνούσα από κει

σήμερα; Μα λοιπόν τι έχει; προς Θεού πέτε μου τι έχει; . . . Είμαι

χωρίς το νου μου.

Η κ. Τριάφτη. Παιδί μου . . . (κλαίει).

Αντρέας. Μα γιατί κάνετε έτσι; γιατί δε μ' αφίνετε να πάω ναν τη

διώ; (κάνει να πάει κατά την κάμερα της Πιπίτσας).

Η κ. Τριάφτη. Μη, Αντρέα μου . . . μη.

Αντρέας. Πέτε μου λοιπόν . . . Τι τρέχει; . . .

Η κ. Τριάφτη. Πώς να στο πω, παιδί μου . . . Με τι καρδιά να στο

πω . . .

Αντρέας. Θε μου! . . . πέτε μου . . . Σας παρακαλώ.

Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα σου . . .

Αντρέας (μ' ανησυχία). Ε; . . .

Η κ. Τριάφτη. Σκαρτάδιασε . . .

Αντρέας (τρομασμένος και δυνατά). Τι λέτε ·!

Η κ. Τριάφτη (κλαίει). Χ! . . . χ! . . .

Αντρέας (πάει και της πιάνει τα χέρια). Σωπάτε, καλέ . . . Γιατί

με λέτε αφτά; . . .

Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κλαίει. Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την αφίνει και πέφτει στο διβάνι με

το πρόσωπο στα προυσκέφαλα κλαίοντας.

Η κ. Τριάφτη (ησυχότερα). Μην κάνεις έτσι . . .

Αντρέας. Αλοίμονο.

Η κ. Τριάφτη. Θα μας ακούσει . . . (δείχτει την πόρτα)

Αντρέας. Και πώς είνε; τι κάνει;

Η κ. Τριάφτη. Τόρα είνε γονατισμένη και διαβάζει το βαγκέλιο.

Αντρέας. Μα χτες την άφισα καλά. Είδατε τι ώμορφα μιλούσαμε . . .

Ο Κωστής τη βρήκε πολύ καθώς πρέπει . . . Πώς; έτσι άξαφνα;

Η κ. Τριάφτη. Στις έντεκα τη νύχτα, παιδί μου, μας ξάφνιασε για

πρώτη φορά . . .

Αντρέας. Πώς;

Η κ. Τριάφτη. Καθόμουν με τη Φρόσω εδώ (δείχτει τη θέση)· ο

Γεράσιμος με τον Τάσο δεν είχαν έρθει ακόμα . . . οι άλλοι πήγαν

να κοιμηθούν . . . Ξάφνου ακούμε φωνές στην κάμερα της Πιπίτσας:

«Χριστέ μου! Παναγιά μου! . . . » Ξαφνιαζόμαστε και τρέχουμε να

διούμε . . . Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την Πιπίτσα με τα νυχτικά

της ολότρεμη να σκούζει: «κάπιος είταν κρυμένος . . . εδώ . . .

από κάτου το κρεβάτι μου . . . Τον άκουσα μόλις πήγα να πέσω να

κοιμηθώ». Σύχασε, κόρη μου, της λέω, δεν είνε κανείς . . . «Τον

άκουσα! . . . Τον είδα πώφεβγε . . . Γιατί, Θε μου; . . . »

Προσπάθησα ναν την καθησυχάσω . . . Την πήρα δίπλα μου, κοντά μου,

της έπιανα το χέρι να μη φοβάται . . . Κείνη, τα ίδια: «Φέρτε τον

παπά να κάμουμε παράκληση . . . Μαμά, θα σας πάρω κι' εσάς στο

λαιμό μου . . . Θα σκοτόσουνε κι' εσάς για το χατήρι μου . . . Με

κυνηγάνε, μαμά, χωρίς να φταίω . . . φέρτε τον παπά . . . » και

τον εζήταγε μ' επιμονή . . . Στέλνω τη Φρόσω και ξυπνάει τη Βασίλω

και πάει εδωδά στον παπα-Γιώργη και τονέ φέρνει και κάνει

παράκληση . . .

Αντρέας. Αλοίμονο! . . .

Η κ. Τριάφτη. Με την παράκληση, παιδί μου, της ξέφυγε ο πολύς

φόβος . . . Ο παπα-Γιώργης τηνέ συβούλεψε . . . Κείνη του πήρε το

χέρι και το φιλούσε! «Παπά μου, του λέει, άδικα με κατατρέχουνε . . .

δεν έκαμα τίποτα . . . Ο Θεός να μ' ελεήσει . . . » Της είπε ο

παπάς ναφίσει την ένοια της στο Θεό κι' έφυγε , . .

Αντρέας. Σύχασε πια;

Η κ. Τριάφτη. Πού να συχάσει . . .

Αντρέας. Ώστε ξακολουθούσε να φοβάται;

Η κ. Τριάφτη. Της ήρθε έν' άλλο ύστερα . . . Πήρε το βαγκέλιο —

και τη σύνοψη κι' όλο διάβαζε . . . Εγώ με τη Βασίλω καθόμαστε

στην κάμερά της . . . Οι άλλοι, τι να κάμουν, πήγαν να συχάσουν

. . . Τις κονταβγές κει, που γονατισμένη διάβαζε, σηκόνεται και με

λέει: «Μαμά κατέβηκε ο Χριστός και μπήκε μέσα μου . . . εδώ στο

στήθος . . . Νά! Με λέει, πως εγώ θα διορθόσω τον κόσμο . . . Εγώ

θαν τονέ διδάξω και θαν τονέ φέρω στον ίσο δρόμο να μην πέσει στην

καταστροφή, όπως έλεγαν χτες ο κ. Βέρτης με τον κ. Γιάνκο . . . Θα

γυρίσω, ολούθε να διδάξω την αλήθεια . . . να πω στον κόσμο να

μετανοήσει . . . ναφίσει τις κακίες του . . .

Αντρέας. Ω! δυστυχία! . . .

Η κ. Τριάφτη. Σ' αφτή την κατάσταση είνε ακόμα, παιδί μου . . .

Αντρέας. Εμένα δε με μελέτησε καθόλου;

Η κ. Τριάφτη. Πώς . . . Πολλές φορές . . . Θα σε πάρει, λέει, κι'

εσένα να γυρίσουτε μαζύ τον κόσμο . . .

Αντρέας. Θα πάω ναν τη διώ . . . Δε θαν τη βλάψει αφτό! . . .

(προχωρεί κατά την πόρτα. Την ίδια ώρα μπαίνει από την άλλη πόρτα

του βάθου η Κατίνα με τα χαρτιά στα χέρια. Μόλις τη βλέπει ο

Αντρέας σταματάει και στρίβει. Η Κατίνα κάθεται στο τραπέζι κι'

αρχίζει να ρίχτει πασιέντζα. Ο Αντρέας την κυτάζει κι' ύστερα

γυρίζει και βλέπει την κ. Τριάφτη).

Η κ. Τριάφτη (στην Κατίνα). Πρέπει νάχεις και λίγη διάκριση . . .

Κατίνα. Γιατί; . . .

Η κ. Τριάφτη. Για κείνο, που δεν ξέρεις . . .

Κατίνα. Τι σούκαμα;

Η κ. Τριάφτη. Η αδερφή σου μέσα κιντυνέβει κι' εσύ τα χαρτιά στο

νου σου; . . .

Κατίνα. Εγώ για την Πιπίτσα μας θαν τα ρίξω . . . να διώ, α θα

γίνει καλά . . . (εξακολουθεί να τα ρίχνει).

Η κ. Τριάφτη (στον Αντρέα). Μην πας, παιδί μου . . . Τόρα θα είνε

ησυχότερη . . . Ο γιατρός μας είπε ναν την αφίνουμε μονάχη, όσο

μπορούμε και να μην της δίνουμε αφορμή να μιλάει . . .

Αντρέας. Φέρατε γιατρό; . , .

Η κ. Τριάφτη. Ναι! . . . Την αβγή . . .

(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναγυρίζει και κάθεται στο διβάνι σκεφτικός. Μπαίνει η

ΦΡΟΣΩ)

Φρόσω (σιγά και με γερμένο κεφάλι). Καλημέρα . .

Αντρέας (μόλις κινιώντας το κεφάλι τον και σιγότερα). Καλημέρα.

(Η ΦΡΟΣΩ κάθεται κι' αφτή και δε μιλεί καθόλου)

Αντρέας (άξαφνα σε λίγο, σα να μιλούσε μόνος του). Τι ανόλπιστα

πράματα . . .

Η κ. Τριάφτη. Θεϊκή κατάρα . . . Κάπια αμαρτία μεγάλη θάχουμε

καμομένη και δεν το ξέρουμε . . . Κανείς στον κόσμο δεν έχει τα

δικά μας τα βάσανα, (κάνει το σταβρό της). Ο Θεός να βάλει το χέρι

του . . .

Αντρέας. Ο κ. Τριάφτης βγήκε;

Η κ. Τριάφτη. Και τι να κάμει εδώ; . . .

Φρόσω. Δε μπορεί ναφίσει το μπεζίκι του, στο καφενείο. Τι τονέ

νιάζει για το σπήτι;

Η κ. Τριάφτη. Εσύ πάντα να λες ό,τι φτάσεις.

Αντρέας. Ο Τάσος;

Η κ. Τριάφτη. Κοιμάται ακόμα . . .

Αντρέας. Στις δέκα και μισή; . . .

Η κ. Τριάφτη. Τέτια ώρα σηκόνεται πάντα . . . κι' ο Γεράσιμος το

ίδιο.

Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναβυθίζεται σε σκέψες. Η ΚΑΤΙΝΑ στο μεταξύ τέλειοσε

την πασιέντζα της και, σα να αιστάνθηκε τη θέση της λίγο, μαζόνει

τα χαρτιά και φέβγει).

Η κ. Τριάφτη. Κατάλαβε την αδιακρισία της . . .

Αντρέας. Τι φταίει η καημένη κι' αφτή . . .

Φρόσω. Ποιος φταίει λοιπόν;

Αντρέας. Τι το θέλεις τόρα το ποιος φταίει; . . .

Η κ. Τριάφτη. Εγώ φταίω, που δεν είμουνα ατηρή . . .

Αντρέας. Α! Το μικρότερό σας φταίξιμο . . .

(Ακούγουνται από τη δεξιά κάμαρα φωνές του ΝΙΚΟΥ και της ΚΑΤΙΝΑΣ

ανακατημένες. Όσο πάνε και μεγαλόνουνε. Στο τέλος δυο τρεις πολύ

δυνατές της ΚΑΤΙΝΑΣ).

Η κ. Τριάφτη. Τι τρέχει πάλε; Μα, Θε μου; . . . Τι ζωή είνε αφτή;

. . .

(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ)

Βασίλω. Κυρία, έπιασαν τα νέβρα της την κ. Κατίνα και λιποθύμησε .

. .

Η κ. Τριάφτη. Δεν είνε πια ζωή αφτή . . . (βγαίνει)

Φρόσω (στη Βασίλω). Μα γιατί; τι έτρεξε; . . .

Βασίλω. Πάει, κυρία Φρόσω, η κυρία Κατίνα στο παράθυρο να ρίξει τα

χαρτιά και τότες ο κύριος Νίκος, πάει, και την πειράζει και της τα

χαλάει. Τότες η κ. Κατίνα έβρισε τον κ. Νίκο και πιαστήκανε . . .

Τότες ο κύριος Νίκος της τραβάει την πλεξίδα της κι' η κ. Κατίνα

έπεσε ξερή χάμου με φωνές . . . (φέβγει)

Αντρέας. Δυστυχία . . . (ξακολουθεί να είνε βυθισμένος. Η Φρόσω

τον κυτάζει αδιάκοπα, σα να θέλει ναν του μιλήσει. Η μορφή της

λαβαίνει κάπιαν ιδιαίτερη έκφραση. Σε λίγο πέρνοντας θάρος

σηκόνεται από τη θέση της και πέρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά

του).

Φρόσω (παθητικά). Αντρέα . . .

Αντρέας (μ' ανυπομονησία). Τι θέλεις;

Φρόσω. Είσαι πολύ λυπημένος;

Αντρέας. Κι' είνε ανάγκη να ρωτάς;

Φρόσω. Για την Πιπίτσα;

Αντρέας. Για όλα . . . (σωπαίνουν λίγο)

Φρόσω (το ίδιο). Αντρέα . . .

Αντρέας (το ίδιο). Τ' είνε;

Φρόσω. Θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα;

Αντρέας. Πώς μπορώ ναν το ξέρω αφτό . , . (ξανασωπαίνουν λίγο).

Φρόσω. Να σε πω, Αντρέα . . .

Αντρέας. Τι; . . .

Φρόσω. Δε θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα . . .

Αντρέας (ξέστοχα) Γιατί;

Φρόσω. Έτσι είνε το γραφτό μας . . .

(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την κοιτάζει με ταραχή και δε μιλεί)

Φρόσω. Ναι . . . Αντρέα . . . και συ δεν πρέπει να λυπάσαι τόσο

πολύ . . .

(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξακολουθεί ναν την κυτάζει χωρίς να μιλεί)

Φρόσω (τον πιάνει το χέρι). Μάθε το πια, Αντρέα. Τόσον καιρό το

κρύβω μέσα μου . . . Μα τόρα πια δε μπορώ να στο κρύψω . . .

(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ αφαιρεμένος την κυτάζει ακόμα)

Φρόσω. Ναι Αντρέα μου, εγώ σ' αγαπώ πολύ . . .

Αντρέας (σηκόνεται με τρόμο), Θε μου! (Τη σπρόχνει και χάνεται από

την πόρτα τον βάθους. Η Φρόσω μνίσκει λίγο έπληχτη. Ύστερα

σηκόνεται κι' έρχεται στην πόρτα της Πιπίτσας και βάζει το μάτι

της στη κλειδαρότρουπα. Από το κοριντόρο ακούγεται η φωνή του

Νίκου, που τραγουδάει:)

Κοιμόμουν κι' είδα όνειρο, πως με φιλείς στο στόμα,

ξυπνάω κι' ακούω τη μυρωδιά στα χείλια μου ακόμα.

(με την τελεφταία λέξη μπαίνει μέσα ο Νίκος κρατώντας τόπι.)

Νίκος (από την πόρτα πετώντας το τόπι στη Φρόσω, που είταν σκυμένη

στη κλειδαρότρουπα). Πιάςτο, Φρόσω.

Φρόσω (γυρίζοντας με κάπιο θυμό). Ου και συ . . .

(Το τόπι κυλιέται χάμου, χωρίς ναν το πιάσει η Φρόσω).

Νίκος. Τι ξεχαηλόθηκες έτσι;

Φρόσω. Κάμε ησυχία, ανόητε. . Δε λυπάσαι την Πιπίτσα μας;

Νίκος. Μα τι έχει η Πιπίτσα μας;

Φρόσω. Άρωστη είνε . . .

Νίκος. Βαρειά άρωστη;

Φρόσω. Βαρειά βέβαια.

Νίκος. Άει στο καλό, πούνε βαρειά. Α θέλεις έλα να παίξουμε . . .

Φρόσω. Λωλάθηκες; σου λένε να κάτσεις ήσυχα . . .

Νίκος. Εσύ λωλάθηκες . . . Για πες αλέβρι;

Φρόσω. Φέβγα από δω, ανόητε . . .

Νίκος. Εσύ είσαι ανόητη . . .

(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με τα νυχτικά του και με τσιγάρο στο στόμα).

Τάσος (στη Φρόσω). Πώς είνε η Πιπίτσα; (στο Νίκο). Ε, συ; κάτσε

φρόνιμα μη σου τραβήξω ταφτιά . . .

Νίκος. Δεν κοπιάζεις . . .

Τάσος. Νά! το λοιπόν. (του τραβάει ταφτί).

Νίκος (κλαίοντας). Τι σε κάμαμε εσένα δω μέσα! Ορίστε μας . . .

(προχωρεί στην πόρτα. Στον Τάσο). Νά! (του κάνει μια χειρονομία

στη μύτη και φέβγει.)

Τάσος. Γαϊδούρι . . . (ακούγεται η φωνή τον Νίκου στο κοριντόρο,

που τραγουδάει:

Α μ' αγαπάς κι' είν' όνειρο, ποτές να μην ξυπνήσω

με την αφτή γλυκύτητα ποθώ να ξεψυχήσω. (8)

ως ότου χάνεται σιγά σιγά)

Τάσος. Πώς είνε η Πιπίτσα;

Φρόσω. Το ίδιο είνε . . .

Τάσος. Ήρθε ο γιατρός;

Φρόσω. Ήρθε.

Τάσος. Και τείπε;

Φρόσω. Να κάνουμε ησυχία και να μην της παραμιλάμε . . .

Τάσος. Άκουτα λοιπόν . . . Αμ η Κατίνα, τι γαϊδουροφωνάρες είταν

εκείνες και μας ξυπνήσανε;

Φρόσω. Τσακόθηκε με τον Τάσο και την πιάσανε τα νέβρα της.

Τάσος. Τα συνηθισμένα μας δηλαδή . . . Κατάλαβα . . . Τι ώρα είνε;

Παρακοιμήθηκα σήμερα κι' έχουμε πομένο με το Γιάνκο ναρθεί στις

έντεκα να με πάρει . . .

Φρόσω. Στις έντεκα; Τόρα είνε έντεκα . . .

(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας)

Τάσος. Εκείνος θάνε . . Πες του να με περιμένει μια στιγμή. Πάω να

ντυθώ. (Βγαίνει βιαστικά. Η Φρόσω συγυρίζεται. Διορθόνει το φόρεμά

της. Στιλβόνει με τα χέρια της τα μαλιά της. Μπαίνει ο Γιάνκος. Η

Βασίλω φαίνεται στην πόρτα, σα ναν τον οδηγεί και χάνεται αμέσως)

Γιάνκος. Καλημέρα, μαντμαζέλ.

Φρόσω. Καλημέρα σας.

Γιάνκος. Μονάχη είσαστε;

Φρόσω. Όχι . . . Αρώστησε η Πιπίτσα . . .

Γιάνκος. Μπα; και τι έχει η μαντμαζέλ Πιπίτσα;

Φρόσω. Κάπια νεβρική ταραχή από τη νύχτα κι' είμαστε όλοι σ'

ανησυχία . . .

Γιάνκος. Δυστύχημα . . . Δεν το είξερα, μαντμαζέλ . . . Περαστικά

της.

Φρόσω. Μερσί. Καθείστε, κ. Γιάνκο. Ο Τάσος με είπε ναν τον

περιμένετε μια στιγμή να ντυθεί.

Γιάνκος. Μερσί. (κάθεται και δείχτει κάπιαν ανησυχία).

Φρόσω. Πώς περάσατε από χτες;

Γιάνκος. Εγώ καλά, μαντμαζέλ . . . Κι' η μαντμαζέλ Πιπίτσα χτες

είταν πολύ καλά.

Φρόσω. Άξαφνα τη νύχτα επροσβλήθηκε.

Γιάνκος. Και τόρα, πώς είνε;

Φρόσω. Ησυχότερη. (Τον κυτάζει κατάματα). Δεν ξέρετε πόσο με

τάραξε η αρώστεια της. Την αγαπώ τόσο την Πιπίτσα μας (κάθεται

κοντά του). Ίσα με σας, κύριε Γιάνκο . . .

Γιάνκος. Α! . . .

Φρόσω (του πιάνει το χέρι). Σεις δε μ' αγαπάτε καθόλου; Θέλετε να

σας δόσω ραντεβού όξω από το σπήτι; Εγώ βγαίνω και μονάχη μου . . .

Τους λέω ψέματα, πως θα πάω σε μια φίλη μου . . . (γλυκά) Δεν

ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . .

Γιάνκος. Φρόσω μου . . .

Φρόσω. Θα βγω ταπόγυιομα. . Πού να σας βρω;

Γιάνκος. Όπου θέλετε . . . Πέτε μου κι εγώ θα είμαι.

Φρόσω. Να σας βρω στο σταθμό του Φαλήρου; απόξω στην Ακαδημία;

Γιάνκος (γλυκά). Θα είμαι, Φρόσω μου. (κάνει ναν της πιάσει τη

μέση. Φανερόνεται στην πόρτα ο Αντρέας.)

Αντρέας (με πάθος, χωρίς φωνή). Νά! το κορύφομα!. .

(Ο ΓΙΑΝΚΟΣ κι' η ΦΡΟΣΩ χωρίζουν αμέσως. Η ΦΡΟΣΩ κρύβεται πίσω από

την κουρτίνα).

Αντρέας (Στο Γιάνκο). Δεν απάντησα μεγαλήτερη γιεροσυλία ως τόρα!

Γιάνκος. Έχεις δίκιο, Αντρέα . . . Τρελάθηκα . . . Συχώρα με! . . .

Δε θα ξαναπατήσω πια εδώ, παρόλ ντ' ονέρ . . (Φέβγει. Ο Αντρέας

προχωρεί. Η Φρόσω σιγά σιγά βγαίνει).

Αντρέας. Τουλάχιστο σήμερα η κατάσταση της αδερφής σου έπρεπε να

σε φέρει σε συναίστηση . . .

Φρόσω. Μακάρι να είμουν στην κατάσταση της αδερφής μου. .

Αντρέας. Καθόλου, αν επρόκειτο να είταν και κείνη στη δική σου . . .

Φρόσω (πολύ παραπονετικά). Κύριε Αντρέα, γιατί με τα λέτε αφτά;

νομίζετε, πως τόθελα ναν το κάμω; Σας το ορκίζουμαι, κ. Αντρέα,

άμα είμαι μονάχη μου κλαίω . . . Τόσες φορές έκλαψα . . . Αν

ειξέρατε τι έχω μέσα μου θα με λυπόσαστε . . .

Αντρέας. Το φαντάζουμαι και σε λυπάμαι (κουνάει το κεφάλι).

Φρόσω. Εφκαριστώ . . . (Φέβγει. Ο Αντρέας ξαπλόνεται πάλι στο

διβάνι. Μπαίνει η Βασίλω και συγυρίζει).

Αντρέας. Πώς είνε η Κατίνα;

Βασίλω. Ακόμα δε συνήρθε ολότελα . . . Τόρα το κορμί της είνε

γιναμένο σαν κουλούρα.

Αντρέας. Κι' η κυρία σου είνε κοντά της;

Βασίλω. Ναι . . .

Αντρέας. Δυστυχισμένη μητέρα . . . (Ξαναβυθίζεται σε σκέψη. Η

Βασίλω καταγίνεται να συγυρίζει. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα της

Πιπίτσας και παρουσιάζεται η Πιπίτσα με ροζ φόρεμα, κρατώντας στο

χέρι της ένα μικρό βαγκέλιο).

Πιπίτσα. Αντρέα μου;! . . .

Αντρέας (σηκόνεται ορθός). Πιπίτσα μου

Πιπίτσα. Εδώ είσαι;

Αντρέας. Μόλις ήρθα . . .

Πιπίτσα. Τι καλά! και σε γύρεβα . . . Θυμάσαι, Αντρέα μου, χτες το

απόγυιομα, που σε είπα, πως κάτι θα σέλεγα, άμα θαρχόταν ο καιρός

του;

Αντρέας. Το θυμάμαι, Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα (ήσυχα και με φαιδρότητα). Ήρθε ο καιρός, Αντρέα μου. Θα

σε τα πω τόρα όλα. Ξέρεις; Ο Θεός αξίοσε την αμαρτωλή τη δούλη του

να γίνει ο κήρυκας της εντολής του . . .

Αντρέας (ταραγμένος και μη θέλοντας να δείξει τη συγκίνησή του).

Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Ναι . . . Το θείο Πνεύμα μ' αποκάλυψε τη θέληση του

Κυρίου . . . Κι' εσύ, Αντρέα μου, σώθηκες . . . Και για σένα έχω

εντολή . . . Συ θα είσαι ο σύντροφός μου, που θα γυρίσουμε όλο τον

κόσμο να κηρύξουμε το λόγο του Θεού . . . Θα γίνουμε το παράδειγμα

. . . Θα είμαστε οι αιώνιοι αρεβωνιαστικοί, σαν την Παναγία με το

Γιωσήφ . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Θα διδάξουμε την αλήθεια . . . Θα πούμε στους πεσιμιστές:

Άθλιοι σωφρονιστείτε! . . . Αφίστε τις στραβές σας ιδέες κι'

αγκαλιάστε το Χριστό . . . Πρώτα-πρώτα τον κ. Βέρτη και τον κ.

Γιάνκο θα κατηχήσουμε . . . Κι' αλοίμονο σ' όσους δε μας ακούσουν.

Η κατάρα του Θεού θα πέσει απάνου τους.

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Μη φοβάσαι πια τίποτα, Αντρέα. Η δύναμη του Θεού νίκησε

τους οχτρούς μας. Δε μας κυνηγάνε πια. Ο Σατανάς δε μπορεί να

φτάσει ως εμάς. Είμαστε εβλογημένοι από το Θεό . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .

Πιπίτσα. Εμείς είμαστε το φως του κόσμου. Δε μπορούμε να

κρυφτούμε, όπως δε μπορεί να κρυφτεί πολιτεία, που είνε χτισμένη

απάνου στο βουνό. Και θα κηρύξουμε στον κόσμο: «Προσέχετε από των

ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων,

έσωθεν δε εισι λύκοι άρπαγες . . . » Νά! το λέει εδώ το

Βαγκέλιο . . .

Αντρέας. Πιπίτσα μου, πάμε στην κάμερά σου . . . Πάμε να συχάσουμε

λίγο . . .

Πιπίτσα. Ο απόστολος του Θεού δεν έχει ανάγκη μήτε ύπνου μήτε

φαγητού, θα μας κατατρέξουν, Αντρέα, θα μας βρίσουν . . . Μα εμείς

δε θα φοβηθούμε και θαν τους πούμε: «Ουαί υμίν άθλιοι! . . . »

Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα μου, θαν τους τα πούμε όλα αφτά. Τόρα όμως

πάμε κει μέσα (δείχτει την πόρτα της). Εδώ θα συγυρίσουνε . . .

Νά! η Βασίλω συγυρίζει . . .

Πιπίτσα. Μήτε από συγύρισμα μήτε σπητιού έχουμε ανάγκη . . .

Αντρέας. Ναι! . . . Μα αφτά είνε για τους άλλους . . .

Πιπίτσα. Θαν τους διδάξουμε και τους άλλους.

Αντρέας. Βέβαια . . . (Της πιάνει το χέρι κι αρχίζει ναν τη

διευτύνει κατά την κάμαρά της).

Πιπίτσα. Εβλογημένο τόνομα του Θεού!. . (άξαφνα γονατίζει, και σα

να προσέφκεται) Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μου κατά το ρήμα σου

. . . (Ο Αντρέας μόλις συγκρατιέται. Η Βασίλω σ' όλη αφτή τη σκηνή

άφισε τη δουλειά της και κύταζε αλαφιασμένη).

Αντρέας. Σε παρακαλώ, Πιπίτσα.

Πιπίτσα (γονατισμένη ανοίγει το τετραβάγκελο και διαβάζει δυνατά):

«Τάδε λέγει ο κρατών τους επτά αστέρας εν τη δεξιά αυτού, ο

περιπατών εν τω μέσω των επτά λυχνιών των χρυσών. Οίδα τα έργα

σου, και τον κόπον σου, και την υπομονήν σου, και ότι ου δύνει

βαστάσαι κακούς και επειράσω τους φάσκοντας είναι αποστόλους και

ουκ εισι και εύρες αυτούς ψευδείς . . . (αφτή τη στιγμή ακούγεται

από βαθιά ο ήχος τον μαντολίνου, που παίζει ένα μαρς, και

εξακολουθεί ως το τέλος της πράξης. Η Πιπίτσα δε διακόφτεται

καθόλου) . . . και εβάστασας, και υπομονήν έχεις, και διά το όνομά

μου κεκοπίακας και ου κέκμηκας . . . (Ο Αντρέας δε μπορεί να

βαστάξει και πέφτει στο διβάνι με κλάματα. Η Πιπίτσα γυρίζει τονέ

βλέπει κι' αφίνει το διάβασμα).

Πιπίτσα (σηκόνεται). Τι έπαθες, Αντρέα; . . .

Αντρέας (προσπαθώντας να συχάσει). Τίποτα, Πιπίτσα . . .

(σηκόνεται κι' αφτός). Τον αδερφό μου θυμήθηκα .

Πιπίτσα. Το Μήτσο; Τούγραψες, Αντρέα; Δεν είπαμε ναν του γράψουμε

μαζύ; Τόρα πρέπει ναν του πούμε και τη θεία αποκάληψη . . Έρχεσαι

ναν του γράψουμε;

Αντρέας. Ναι . . . πάμε . . . (Η Πιπίτσα του πιάνει το χέρι και

σιγά σιγά μπαίνουν στη κάμερά της. Η Βασίλω αφού σταματάει ακόμα

λίγο στην θέση της αρχίζει πάλε ύστερα τη δουλειά της. Σε κάμποσο,

από την πόρτα του βάθου φαίνεται ο Τάσος έτοιμος για περίπατο, με

το καπέλο του και το μπαστούνι του. Βλέπει από την πόρτα τη Βασίλω

βυθισμένη στη δουλειά και περπατώντας σιγά σιγά, σύφωνα με το

χρόνο του μαρς τον μαντολίνου, με χαμόγελο στο στόμα έρχεται πίσω

της, και τη φιλεί στο σβέρκο.

Βασίλω. Παναγία μου! . . . (γυρίζει τρομασμένη).

Τάσος (με χαμόγελο). Καημένη, εγώ είμουνα . . . Τη νύχτα έτυχαν τα

βάσανα αφτά και δεν πήγες καθόλου στην κάμερά σου . . . Δυο ώρες

σε περίμενα . . . Σου πήγα κι' ένα ζεβγάρι μάβρες κάλτσες . . .

Βασίλω. Άσε με τόρα, κύριε Τάσο . . . (του ξεφέβγει).

Αντρέας. Βασίλω, δυο λόγια . . . δυο λόγια μόνο . . .

(την κυνηγάει).

(Πέφτει η σκηνή).

ΤΕΛΟΣ

* * *

Μας ξέφυγαν κάμποσα τυπογραφικά λάθη. Η παρατηρητικότητα του

αναγνώστη, που θαν τα διακρίνει, ας μας τα συμπαθήσει, αφού

μάλιστα συλοηστεί, πως η γραματική δε δίνει μήτε την ουσία μήτε τη

μορφή στο καλιτέχνημα κι' είνε κοντά στ' άλλα — άμα φορμαριστεί

σαν κώδικας — μια γρουσούζα μάνα, που θέλει να πινίξει τα νέα της

παιδιά, που κάθε τόσο κάνει, από την ανόητή της τη στοργή στα

παλιά, τα πεθαμένα κάποτες! . . .

* * *

1) Δε με ξεφέβγει ο λόγος σου! Ναι, πολύ βιάστηκα! . . . Μα τι να

κάμω; . . . Νιόθω, πως τουλάχιστο το «μυστικό του γάμου» αν το

βαστούσα δυο ή κι' ένα χρόνο ακόμα, θαν το 'σκιζα . . . και το

λυπάμαι! . . . Είνε το πρώτο σκηνικό έργο, που αποτέλειωσα! . . .

Είνε το πρώτο έργο, που μου 'δωκε κάπιες συγκίνησες, κι' άμα

πιχειρούσα ναν το σκίσω ή και νανταλάξω πολύ τη φόρμα του, άκουγα

τη φωνίτσα του να με λέει: «Είσαι άπονος· κακός· άφισέ με, όπως

είμαι! Κανείς δε θα σε κατηγορήσει από μένα! . . . . Στην άκρη,

πρώτο, στριμωμένο, θα ξεχαστώ . . . μα συ φονιάς μου μη γενείς . .

. » Έπειτα, αγαπημένη μου, σου λέω και τούτο. Ένας φίλος μου

γράφει· γράφει πεζά ποιήματα· κριτικές κι' αιστητικά· σονέτα·

χίλια γράφει και δεν τα δημοσιέβει! . . . Δεν ξέρει ο κόσμος τη

δύναμή του! . . . Γιατί; . . . Μ' έλεγε προχτές: «αρκιέμαι στον

κύκλο μου κι' ο κύκλος μου μού είνε άπειρος . . . Εγώ, εσύ και μια

γυναίκα! . . . Κι' αφού ο κύκλος μου με χτιμάει· αφού η γυναίκα

εκείνη με θαμάζει δίκια ή άδικα γιατί ναπασκολήσω τον άλλον κόσμο

τον ξένο μου; Εγώ αρκιέμαι στον κύκλο μου! . . . » Μα γω δεν

αρκιέμαι στο δικό μου Milieu! . . . Ο φίλος μου εκείνος με χτιμάει

περσότερο από φιλία παρά από αξία μου και συ . . . συ δε με

θαμάζεις! . . , Και να σας πω έν άλλο και τω δυονώ σας; Έρχουνται

στιγμές, που αφιβάλω για τον εμαφτό μου, μα έρχουνται κι' άλλες —

λιγώτερες ας πω — που αφιβάλω και για σας! . . . Α δε μου συχορνάς

τον εγωισμό μου, συχώρα μου κάνε την ειλικρίνεια! . . .

2) Περί αυτεξουσίου, page 103-104. (σημείωση-μαρκαρισμένες μες το

κείμενο με [])

3) Η ιδέα αφτή του μότου μάρεσε, αγαπημένη μου. Μα τι να σε πω;

προτιμάω κι' από τους δυο αφτούς στίχους τον τελευταίο λόγο, που

είπε ο Οχταβιανός Άβγουστος, ο πρώτος αφτοκράτορας της Ρώμης

δηλαδή του κόσμου, ένας από τους μεγαλείτερους αθρώπους, όπως

νομίζω, που είδε η γης.

4) «Άστυ»· έτος ΙΑ'. αριθμ. 1676 (21 Ιουλίου 1895).

5) «Εστία εικονογραφημένη»· σελ. 128. (16 Απριλίου 1895). Πολλοί

το μολόγησαν το χρέος τους στο Σολωμό! Κι' ο κ. Ψυχάρης και το

ξέρει και το είδε. Οι σοφοί της Κέρκυρας, μαθητάδες και σύντροφοι

του Σολωμού, δεν έπαψαν στιγμή να μη μας ποτίζουν κι' εμάς τη

γνωστική εκείνου διδασκαλία. Ο κ. Παλαμάς και ποίημα του αφιέροσε,

που ο κ. Ψυχάρης πέρνει ένα τετράστιχο και κάνει κι' αφτός το

χαριτωμένο του ποίημα το «παλάτι» που δημόσιεψε εφέτος η εικ.

Εστία (σελ. 142). Αλλά και τα «μάτια της ψυχής μου» τι άλλο είνε

παρά ένα μνημείο που δείχνει τόσο την τέχνη του κ. Παλαμά, όσο

δοξάζει τη μνήμη του Σολωμού; . . .

6) Ο αγαπημένος μου φίλος κ. Πλ. Ε. Δρακούλης μεταφράζει την

intuition με την αρχαία λέξη δ ι α ί σ θ η σ ι ς. Μπορούσα ναν την

έπερνα κι' εγώ εδώ, κάνοντας τη δημοτική . . . μα μέσα μου νιόθω,

πως κι' αν αποδίδεται αλάκερο το νόημά της, όμως δε με δίδει γρυ

από το αίστημα, που χύνει η παγκόσμια λέξη intuition. Είνε λοιπόν

τόσο μεγάλος λόγος τα λατινικά της στοιχεία, ώστε να με κάμει ναν

την πετάξω από το λεξικό μου;

7) Τον έξοχο αφτό τίτλο, για περιοδικό, τον πήρα από τον κ.

Ψυχάρη. Αλλά μόνο αφτό, κι' εγώ και τόσοι, πέρνουμε από τον

ακούραστο αφτόν απόστολο;

8) Κι' αφτό το δίστιχο και το άλλο είνε δημοτικά.

Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής · 第 6 / 6 段