παρακαλώ . . . (πάει κοντά στο παράθυρο και στέκεται λίγο· ύστερα
γυρίζει). Ξέρεις, Ασπασία . . . έγραψα στον Αλέκο . . .
Η κ. Λάκη. Έγραψες στον Αλέκο; και τι του 'γραψες;
Ο κ. Λάκης. Ναρθεί . . . Τον παρακαλώ πολύ . . . Τον καθικετέβω
και πιστέβω, πως θα μακούσει . . . Είχα το πρωί μια κρυφήν ελπίδα,
πως θαν τον έβλεπα στο συβούλιο, μα δεν ήρθε· ίσως, γιατί έμαθε,
πως θα είμουν κι' εγώ . . . Νά, Ασπασία, πόνοι μεγαλήτεροι κι' από
τους δικούς μας . . . ίσοι τουλάχιστο . . Ξέρεις τι συβούλιο
εκάμαμε το πρωί; . . .
Η κ. Λάκη. Όχι . . .
Ο κ. Λάκης. Για το δυστυχισμένο τον Πρινόπλο, που είταν φρίκη ναν
τον έβλεπες, μα πιο πολλή νάβλεπες την κακομοίρα τη γυναίκα του
και τα δυο του τα παιδιά, εκείνα ταγκελόπλα, που τόσες φορές τα
λαχταρούσαμε στον περίπατο.
Η κ. Λάκη. Κι' είνε απελπισία; . . .
Ο κ. Λάκης. Κι' εγώ κι' ο Καρυδιάς τους είπαμε πως είνε ανάγκη
ταξιδιού με ξένον οδηγό, αφού δε θέλουνε ναν τον κλείσουνε για
λίγον καιρό στο φρενοκομείο . . .
Η κ. Λάκη. Μ' αλήθεια πια . . . ως εκεί; ω, Θε μου! ω, τη
δυστυχισμένη την Πιπίτσα . . .
Ο κ. Λάκης. Τη δυστυχισμένη την Πιπίτσα! τα δυστυχισμένα τα παιδιά
του! . . . Κι' α σε πω, ποιος λόγος του φανέροσε την τρομερή αφτή
αρώστεια τι θα πεις; . . .
Η κ. Λάκη. Ποιος; . . .
Ο κ. Λάκης. Νά! αφτή η Πιπίτσα . . . Τα επακόλουθα του γάμου . .
Η κ. Λάκη. Σώπα δα, καημένε Χρίστο . . .
Ο κ. Λάκης. Και μόλα τάφτα! . . . Η ζωή, Ασπασία, είνε βαρκούλα
στον ωκεανό . . . Δεν είνε, βλέπεις, που άμα ξέφυγες το μεγάλο
κανάλι και . . . ξέρεις ποιο είνε αφτό; . .
Η κ. Λάκη. Όχι
Ο κ. Λάκης. Η κληρονομικότητα . . . Η τρομερή κληρονομικότητα . .
. Και δεν είνε, που άμα την ξέφυγες, γλύτοσες πια . . . Τι σε
καρτεράνε στο δρόμο σου . . . Τι σταθμοί, τι προσκόματα . . . Α!
κι' ένα από τα φριχτότερα μαρτύρια είνε, που, άμα φτάσεις σένα
σταβροδρόμι, δεν ξέρεις καλά-καλά πού να στρίψεις . . . Σούπα τι
έπαθα προχτές εγώ στον Πειραιά για να μη στρίψω από την
Τερψιθέα . . . Ώρες γύριζα χωρίς να βρίσκω ίχνος Πασαλιμανιού . . .
ίδροσα, απόστασα . . . ξεθεόθηκα . . .
Η κ. Λάκη. Καλότυχο και συ . . .
Ο κ. Λάκης. Μάλιστα. Ένα σταβροδρόμι στο διάβα της ζωής είνε η ώρα
του γάμου . . . Τι να κάμεις; πού να στρίψεις; Ο κακομοίρης ο
Πρινόπλος, άμα ήρθε ως εκεί, γύρισε, κύταξε δώθε, κύταξε κείθε και
μπήκε στο γάμο . . . Είδε, βλέπεις, τόσους εφκαριστημένους . . .
Τον Κιάρα, εμένα . . . Φτωχέ! δεν ερχόσουν προτήτερα να μας
ξεμυστηρέψεις! . . .
Η κ. Λάκη. Μην το λες αφτό, Χρίστο! Σταμάτα ως εφτού. Όσα φαρμάκια
κι' αν πιω, ό,τι κι' α με περιμένει ακόμα, ποτές δε θα προτιμούσα
νάμνισκα ανύπαντρη. Α, Χρίστο! αν ήθελες να πεις κανά τέτιο είσαι
άδικος . . . Εγώ με το γάμο μου γνώρισα δυο αγάπες, που όχι μαφτή
τη ζωή δεν τις παραβάνω, μα μήτε και με την άλλη . . . (Σηκόνεται
και πάει κοντά του) Ναι, Χρίστο, εσύ κι' η Όλγα είσαστε του γάμου
μου καρποί . . .
Ο κ. Λάκης. Ασπασία μου . . . (ξαπλόνεται κι' αφτός σένα κάθισμα).
(Μερική σιωπή. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασηκόνεται)
Ο κ. Λάκης. Που λες, Ασπασία, έγραψα στον Αλέκον ναρθεί! Το φτωχό
παιδί πόσο υποφέρει. Μετά το συβούλιο πέρασα από το γραφείο του
Διαμαντίδη κι' εκεί του έγραψα. Σε βεβαιόνω, Ασπασία, πως ο Νίκος
μέκαμε να δακρίσω. Με δηγήθηκε το μαρτύριο τ' Αλέκου. Το φτωχό τον
Αλέκο! . . . Κι' εγώ εχτέλεσα έναν πόθο μου τόσου καιρού. Του
γράφω, πως αν υπάρχουν μέσα του ακόμα σημάδια από τις αρχές που
πρεσβέβει, πρέπει ναρθεί ναν τονέ διώ· ναρθεί νακούσω τη μιλιά του
. . . γιατί έτσι θα δόσει μια μικρή ανακούφιση σ' ένα, που τον
αγαπάει τόσο και που τόσα υποφέρει κι αφτός . . .
Η κ. Λάκη. Και θαρθεί;
Ο κ. Λάκης. Θάρθει! . . . Προχτές με τον Κώστα μαζύ κλαίγαμε τη
μοίρα μας. Μα τι μπορεί να πει κι' αφτός στο παιδί του; είνε πολύ
ντελικάτο το ζήτημα . . . Πάρε τη δική μας τη θέση . . .
Η κ. Λάκη. Ναι! τα ίδια και εμείς λέγαμε με τη Μαρή.
Ο κ. Λάκης. Και να μη μπορέσω ναν τονέ πιτύχω εκεί ποτές . . . μα
ποτές.
Η κ. Λάκη. Μήπως η Όλγα δεν κρύβεται στη Μαρή;
(Ο κ. ΛΑΚΗΣ ανάβει τσιγάρο. Προχωρεί στο παράθυρο κι' ακουμπώντας
το χέρι του κυτάζει όξω καπνίζοντας. Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στη θέση
της συλογισμένη. Ξάφνου ο κ. ΛΑΚΗΣ γυρίζει).
Ο κ. Λάκης. Έρχεται, Ασπασία! έρχεται! . . .
Η κ. Λάκη. Ο Αλέκος;
Ο κ. Λάκης. Ναι! ο Αλέκος . . . Έρχεται! Τον είδα, που έστριβε το
στενό και κύταζε απάνου. Τα μάτια μας αντικρύστικαν. Εκείνος τα
χαμήλοσε και προχωρεί . . . Εδώ έρχεται· πάω ναν τονέ φέρω ίσα εδώ
. . .
Η κ. Λάκη. Έρχεται! . . . (σηκόνεται).
Ο κ. Λάκης. Είμαι συγκινημένος (φέβγει).
Η κ. Λάκη (πλησιάζει στο παράθυρο). Έρχεται!. .
(Περνάει κάμποσο. Ύστερα μπαίνουν ο κ. ΛΑΚΗΣ και σιγά ο ΑΛΕΚΟΣ).
Η κ. Λάκη. Αλέκο!
Αλέκος. Μητέρα μου! (της φιλεί το χέρι)
Ο κ. Λάκης. Διές, Ασπασία, το κακό παιδί . . . Δεν ήθελε νανέβει .
. . Κοντοστεκόταν στο δρόμο, κι' εγώ που δεν έβλεπα νανεβαίνει,
κατέβηκα ως την πόρτα και τον έφερα απάνου με το στανιό . . . Να
σε πω μάλιστα; Α δεν κατέβαινα δε θαρχόταν. Είταν έτοιμος να
φύγει. .
Αλέκος. Τι να σας το κρύψω; και τόρα δε μαπαντάει εδώ ο τόπος,
σεβαστέ μου πατέρα . . .
Ο κ. Λάκης. Φαντάσου, Ασπασία . . . ναν του γράφεις . . . ναν τον
παρακαλείς ναρθεί για εσπλαχνία στο τέλος κι' ενώ εσύ πια τον
καρτεράς μανοιχτές αγκάλες, αφτός έρχεται ως την πόρτα σου και
κάνει βόλτα, μόνο βόλτα, γιατί σε βεβαιόνω δε θανέβαινε, α δεν τον
έφερνα εγώ . . .
Αλέκος. Ποιος μέγραψε;
Ο κ. Λάκης. Εγώ! Το γράμα, που σου 'δοκε ο Διαμαντίδης εγώ δεν
τόχα γραμένο;
Αλέκος. Ποιο γράμα;
Ο κ. Λάκης. Ποιο γράμα;! . . . Μα τι; δεν τόλαβες ακόμα;
Αλέκος. Δεν έλαβα τίποτα.
Ο κ. Λάκης. Δεν τόλαβες λοιπόν ακόμα. Τόρα πια δεν πειράζει . . .
Νά! Σου 'γραφα ναρθείς . . .
Αλέκος. Μπαμπά, μου γράφατε ναρθώ; Κι' είταν ανάγκη να μου το
γράψετε;
Ο κ. Λάκης. Πώς; Αφού τόσον καιρό σε περιμέναμε; αφού με
καρδιοχτύπι καρτερούσαμε την άλλη μέρα, άμα πέρναγε η μια και συ
δε φαινόσουν; . . .
Αλέκος. Πώς να φανώ . . . μπροστά σας; . . . μπροστά της; . . .
Μπαμπά, μαμά, συμπαθείστε με . . . Σας το ζητώ για χάρη, αφείστε
με να φύγω . . .
Η κ. Λάκη. Γιατί Αλέκο; Μα τι τρέχει πια μεταξύ μας; Τ' είνε αφτό,
που κάνει τους πιο αγαπημένους να μη θέλουν να ειδοθούν μεταξύ
τους; . . .
Αλέκος. Συλοηστείτε αν παρουσιαστεί άξαφνα εδώ; . . .
Ο κ. Λάκης. Κάθησε. Σου το υπόσκουμαι να μην παρουσιαστεί α δεν το
θελήσεις.
Αλέκος. Θε μου! Τ' είνε τόντις αφτή μας η ψυχολογική κατάσταση.
Ξέρετε, μπαμπά . . . Με είπατε, πως με στείλατε γράμα ναρθώ . . .
Δεν το έλαβα ακόμα . . . και σεις θαπορήσατε να με διείτε νάρθω ως
την πόρτα σας . . .
Η κ. Λάκη. Εμείς; . . .
Αλέκος. Κι' όμως, δεν είνε η πρώτη κι' η δέφτερη φορά, που έφτασα
ως εκεί . . . Το στενό εκείνο, που σήμερα μαντικρύσατε και κάματε
να μη μπορέσω να κρυφτώ χιλιάδες φορές το γυρίζω μη τολμώντας ναν
το περάσω και να μπω στο δρόμο του σπητιού σας. Στο δρόμο, που
βρίσκεται ο μαγνήτης, που τραβάει την ψυχή μου . . . Μόνο τη νύχτα
με τάστρα το διαβαίνω ελέφτερα . .
Ο κ. Λάκης. Και να μην ανεβαίνεις απάνω; . . .
Η κ. Λάκη Ακούτε καλέ! . . .
Αλέκος. Φανταστείτε, πως βγήκε μια γενική διάδοση: ο Κιάρας, που
χώρισε με τη γυναίκα του της παίζει τόρα κόρτε . .
Ο κ. Λάκης. Λόγια . . .
Η κ. Λάκη. Λόγια . . .
Αλέκος (σε λίγο) Και τόρα γιατί δε με μιλείτε γι' αφτή; γιατί δε
με λέτε ολοένα τόνομά της ναν τ' ακούσω; Σημειόστε, πως μόνη μου
απόλαψη μού 'μεινε η γλυκειά συντροφιά του εφτυχισμένου εκείνου
ζεβγαριού· του Νίκου και της Λέλας . . . Εκεί, πια, τύρανος εγώ,
δεν αφίνω άλλη ομιλία από τη δική της . . . Κι' εκείνοι οι τόσο
εβγενικοί όλο και για την Όλγα με μιλούν . . .
Ο κ. Λάκης. Η Όλγα μας , Αλέκο , είνε πιο χειρότερα απ' όλους μας.
Η ανορεξιά εκείνη, καθώς θα ξέρεις, της ξανάρθε, όχι με τα
στίγματα τα τότε, μα όπως δήποτε εγώ τη φοβάμαι ως το τέλος. Μα
δεν υποφέρει κι' από αφτό τόσο, όσο από τη δική σου τη στέρηση . .
.
Αλέκος. Από τη δική μου τη στέρηση! . . . Θε μου!
Ο κ. Λάκης. Πες του, Ασπασία, πώς περνάει η Όλγα μας, γιατί αφτά
δεν τα ξέρει κανείς και κανείς δεν του τάχει πομένα . . .
Αλέκος. Ναι, μαμά . . . Πέτε τα μου . . . Σας παρακαλώ .
Η κ. Λάκη. Θέλεις να στα πω; — Ας σε πω μόνο μερικά από τα
χτεσινά. — Όλες οι ημέρες της περνούν ίδιες . . .
Αλέκος. Όπως θέλετε.
Η κ. Λάκη. Χτες ταπόγιομα πέρασε η συνηθισμένη ώρα, που η Όλγα
έπρεπε νάρθει στην κάμερά μου να με φιλήσει . . . Εγώ ανησύχησα
και πήγα τότες στη δική της να διώ μην της συνέβηκε τίποτις . . .
Τη βρήκα σκυμένη απάνου στο τραπεζάκι της . . . Είχε ακουμπισμένο
το κεφάλι της στα δυο της χέρια και σκέπαζε μ' αφτά ένα χαρτί. .
Της λέω: «Όλγα, τι κάνεις εκεί;» Σήκοσε τότες τα μάτια της και τα
είδα δακρυσμένα και με είπε: «Είσαι συ, μαμά;» « Εγώ, ναι! κι'
ήρθα να σε μαλόσω, που με ξέχασες σήμερα. Ακούς πεντέμιση η ώρα
και να μην έρθεις να με φιλήσεις; . . . » «Τι λες, μαμά; πεντέμιση
η ώρα;! τόσο αργά;» «Τι έκανες εσύ, την ερώτησα, κοιμήθηκες;»
«Όχι, μαμά μου, δεν κοιμήθηκα.» «Μα τι έκανες το λοιπόν;» «Μαμά
μου, νά, τι έκανα χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα. Άμα
σηκοθήκαμε από το τραπέζι κι εμπήκα στην κάμερά μου, ήρθα εδώ στο
τραπεζάκι μου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου να σκεφτώ.
Και τότες, μαμά, πέρασαν όλα από μπροστά μου, από τότες που
είμουνα μικρούλα, τόση δα . . . Με φαινόταν, πως ο Αλέκος είταν
εδώ, κοντά μου, και με μιλούσε. Άκουγα τη μιλιά του σταφτιά μου.
Δεν ξέρεις, μαμά, τι εφτυχισμένη, που είμουν. Μα ξάφνου συνήρθα κι
είδα πως είμουν μονάχη κι' εκείνος μακρά μου. Μου ήρθαν έτσι,
κλάματα και μια σκέψη, που τόσες φορές τη σκέφτηκα μα δεν την
έκαμα. Ναν του γράψω: Αλέκο μου, γιατί μας απαρνήθηκες; Έλα, να
ζεις, γλήγορα κοντά μου. Εσύ το ξέρεις, πως εμείς δε μπορούμε να
ζήσουμε χωρίς εσένα. Έλα κι' ο Θεός θα στο ανταποδόσει . . . »
Αλέκος. Όλγα μου!
Ο κ. Λάκης. Τέτια μέλεγε, Αλέκο . . .
Αλέκος. Όλγα μου.
Ο κ. Λάκης. Και γιατί δεν του 'γραφε τότες;
Η κ. Λάκη. Τι τα θέλεις; . . .
Αλέκος. Σας παρακαλώ, μαμά . . .
Η κ. Λάκη. Να σας το πω κι' αφτό . . .
Αλέκος. Θα με υποχρεόστε.
Η κ. Λάκη «Μα κει, με λέει, που του 'γραφα φανερόθηκε 'μπρός μου ο
αλιότικος Αλέκος κι' η πένα μού 'πεσε από τα χέρια . . . κι' εγώ
άρχισα τα κλάματα . . . Ύστερα μπήκες εσύ, μαμά· και θα με
παρηγορήσεις . . . Ε; . . . »
Αλέκος. Ω! Θε μου! . . .
Η κ. Λάκη. Τη νύχτα, κοντά τα μεσάνυχτα πάλε, που περνάω από το
κρεβάτι της να διώ, πώς είνε, πέρασα κι' άκουγα την αναπνοήτσα της
τη σιγανή. Πήγα κοντά της και ξαφνιάστηκα στη γλύκα, πούχε το
πρόσωπό της. Τα χειλάκια της κουνιόνταν, σα να 'διναν αγκελικά
φιλιά και ψιθύριζαν τόνομά σου, Αλέκο . . .
Ο κ. Λάκης. Και την ημέρα και τη νύχτα σένα έχει στα όνειρά της.
Αλέκος (πολύ συγκινημένος και κλαίοντας). Όλγα μου! αγάπη μου,
ψυχή μου! Και σεις, αγαπημένη μου μητέρα, γιατί σωπήσατε; γιατί
δεν ξαναρχίζετε πάλε ναν τα ξαναπείτε; Πώς κατορθόσατε να δόστε
τόσα μάγια στα λόγια σας; Ε; μητέρα; . . .
Ο κ. Λάκης (με συγκίνηση). Αλέκο, παιδί μου, κάτσε φρόνιμα . . .
Θυμήσου, πως εμείς είμαστε γέροι και δεν αντέχουμε πολύ . . .
Αλέκος. Τακούσατε, μπαμπά . . . Τακούσατε . . . Είδε τον αλιότικον
Αλέκο . . . (κλαίει) Θε μου! Θε μου, ποια εφτυχία έχασα από τον
εμαφτό μου . . .
Ο κ. Λάκης. Αλέκο . . αν είταν δυνατό να μου 'λεγες τέλος, πώς
συνέβηκαν αφτά όλα . . . το γιατί τους; Όσα κι α φαντάζουμαι δε
μπορώ ναν τα καταλάβω. Την Όλγα μήτε μπορώ και μήτε θέλω ναν τη
ρωτήσω. Κι' εσένα μόνο, σε παρακαλώ να με τα πεις, α σου είνε
έφκολο κι' α θέλεις. Γιατί στο τέλος να τραβάμε όλα αφτά; . . .
Αλέκος (με ησυχία). Δε θα δυσκολεβόμουν να σας τάλεγα όλα κι' όλη
μου την αποχτήνωση, γιατί θέλω πια κι' έναν άθρωπο ναν του
ξεμυστηρεφτώ . . . Κι ως τόρα σε κανένα δεν τόλμησα ναν του πω
τίποτις, μήτε και στη μαμά μου, που κι' εκείνη τόσο πάσκει εξ
αιτίας μου . . . Μα τι να σας πω . . . μπρος στη σεβαστή μου
μητέρα με είνε αδύνατο . . .
Ο κ. Λάκης. Α! η Ασπασία θα μας κάμει αφτή τη χάρη να μας αφίσει
για λίγο. Ε; Ασπασία; Έπειτα θα πάει να κάμει συντροφιά της Όλγας
. . .
Η κ. Λάκη. Σωστό.
Αλέκος. Μαμά μου . . . Θα πάτε; . . . μην της πείτε, πως με είδατε
. . . Φιλείστε τη μόνο μυστικά για μένα. . Μα όχι δε μου πρέπει,
μαμά, δε μου πρέπει μήτε αφτό . . .
Ο κ. Λάκης. Η Ασπασία, Αλέκο, ξέρει τι θα κάμει . . .
(Ο Αλέκος σηκόνεται και της φιλεί το χέρι· η κ. ΑΛΚΗ τονέ φιλεί
στο πρόσωπο. Ύστερα φέβγει κι' ο ΑΛΕΚΟΣ την κυτάζει ως ότου
βγαίνει από την πόρτα)
Αλέκος. Θέλετε ναν τα μάθετε; Όλα θα σας τα πω . . .
Ο κ. Λάκης (σύχρονα), Ας καθήσουμε . . . Κάθησε, Αλέκο . . .
(κάθεται).
Αλέκος (κάθεται). Θυμηθείτε πρώτα πρώτα τη ζωή μας την τότε . . .
Τον παράδεισο, που μας είχε ανοιγμένο ο άγκελός μας . . . τους
εφτά εκείνους μήνες, που εκάμαμε αρεβωνιασμένοι . . . Θυμηθείτε
και τι είπαμε την ημέρα, που έτσι έξαφνα, μας αρεβωνιάσατε . . .
Σε μένα δε δόθηκε στιγμή ναν τα θυμηθώ όλο εκείνο τον καιρό των
εφτά μηνών . . . ακόμα, να σας πω, έρχονταν στιγμές, που περνούσαν
από τη σκέψη μου κι' όλους διόλου ιδέες αποχτηνωτικές . . . Την
ώρα μάλιστα, που μας στεφανόνανε, που η Όλγα εφόργε το κάτασπρό
της φόρεμα το νυφιάτικο με τα λουλούδια στο κεφάλι κι' από τα
ντεκολτέ της ξεχώριζαν τα λιμπίσματα της σάρκας . . . την ώρα
εκείνη μου πέρασε μια ξαφνική σκέψη, που έκαμε τις αθρώσες μου να
σιγοτρίξουν κι' ετάχυνε την κυκλοφορία στις φλέβες μου και . . .
συλοήστικα ποια γήινη απόλαψη με περιμένει . . . πως ύστερα από
λίγην ώρα, μέσα στο φουφουδάτο κρεβατάκι της το παρθενικό, στις
θαμπερές αχτίδες του καντιλιού, που κρεμιόταν στο κόνισμα της . .
. μέσα εκεί, οι δυο μας μονάχα . . . μέσα εκεί θα είχα πια το
δικαίομα να ζητήσω ό,τι μου ανήκε . . . Δε συλογίζομουν ο άθλιος,
πως δυο εφκές του παπά, δε μπορούν απότομα να πετάξουν μια τέτια
παρθενιά . . . Κι’ η καταραμένη εκείνη ώρα έφτασε. Μια πόρτα
ξεχώριζε την κάμερά της από τη δική μου . . . Μπήκαμε ο καθένας
στη δική του. Κάθισα στο κρεβάτι μου απάνου . . . Το κορμί μου
πετούσε φλόγες! τα γόνατά μου τρέμαν! . . . Το σάλιο μου ανατάρεβε
στη γλώσα μου, καινούργιο σημείο, που με φανερονόταν . . . Όλη μου
η προσοχή κι' η φαντασία είταν προσηλωμένη στη διπλανή κάμερα . .
. Λογάριασα την κατάληλη στιγμή κι' άνοιξα την πόρτα της σιγά σιγά
και μπήκα σε κείνη την εκλησιά ο γιερόσυλος, στον αληθινό εκείνο
Παρθενώνα, με τη γνωστή πρόθεση και που ο κόσμος την περνάει για
τόσο φυσική . . .
Ο κ. Λάκης. Α! . . .
Αλέκος Συμπαθείστε με, μπαμπά, για τάπρεπα, λόγια, που θα σας
πω . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένε! . .
Αλέκος. Η Όλγα είταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Μ' ανοιχτά τα
μάτια ονειρεβόταν. Φανταστείτε: δε με κατάλαβε αμέσως. Πηγαίνω και
κάθουμαι σε μιαν ακρούλα του κρεβατιού της. Σκύφτω το κεφάλι μου
στο κεφαλάκι της και τη φιλιώ στο στόμα και της λέω: «Δεν
κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου;» Ξαφνιάστηκε . . . Με είδε . . . Με
γνώρισε και μου χαμογέλασε: «όχι· με λέει, δεν κοιμήθηκα ακόμα.
Σένα συλογίζομουν, γιατί έτσι πάντα σε συλοήζουμαι προτού κοιμηθώ,
για να σέχω κοντά μου και στον ύπνο μου». Κι' εγώ της λέω: « Από
σήμερα, αγαπημένη μου γυναικούλα θα είμαι στ' αληθινά κοντά σου.
Ήθελες να σέκανα συντροφιά;» Και μαζύ με τα λόγια μου την
αγκάλιασα. Μπαμπά, εκείνη δα την intuition (6) την πιστέβετε και
μήτε μπορείτε ναρνηθείτε, πως δεν οδήγησε αφτή και μόνη την Όλγα
να νιόσει τι ζητούσα . . . Σηκώθηκε και κάθισε η Όλγα κι' η
κουβέρτα της ξέφυγε . . . Σκεπάστηκε βιαστικά βιαστικά και με
λέει: « Αλέκο . . . φοβάμαι! . . . » την είπα, πως δεν κάνει καλά
να φοβάται. Μα κείνη φαινόταν τόντις πολύ τρομασμένη και με
παρακαλούσε ναν την αφίσω . . . Καταλαβαίνετε, μπαμπά; . . .
Ο κ. Λάκης. Τόρα καταλαβαίνω . . .
Αλέκος. Ένιοσα, πως το καλίτερο, που είχα να κάμω είταν αφτό . . .
Ξαναμπήκα στην κάμερά μου. Εκεί με 'πιασε παράπονο· ένιοσα την
αθρώπινή μου αδυναμία και γονάτισα ακουμπώντας το κεφάλι μου στα
προυσκέφαλα . . . Ύστερα από πολλήν ώρα σύχασα λίγο, μα κι' οι
πρώτες αχτίδες της αβγής με βρήκαν ακόμα ξύπνιο . . . Τότες μόνο
με πήρε ένας ύπνος . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένο παιδί . . .
Αλέκος. Σαν ξύπνησα και ντύθηκα, ήσυχος πια κι' ετοιμασμένος,
μπαίνω στην κάμερα της Όλγας, μα δεν είταν εκεί. Τη ζητώ· είταν
στης μαμάς της την κάμερα και είχε πάει από τη νύχτα. Δοκιμάζω να
μπω κι' αφτή φέβγει . . . Όλη την ημέρα μ' απόφεβγε, καθώς
θυμόσαστε . . . Τη νύχτα δε θέλησε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της.
Και την άλλη μέρα τα ίδια . . . θυμόσαστε: με ζητούσε, σαν τρελή .
. . μα μόλις ένιοθε να πλησιάζω στη στιγμή έφεβγε . . . Τότες κι'
εγώ φαντάστηκα, πως ένα ταξιδάκι θα είταν πολύ πρόσφορο κι έφυγα
από την Αθήνα . . . Ο κόσμος ξιπάστηκε και διαδόθηκε πως χωρίσαμε
. . .
Ο κ. Λάκης. Τα λόγια του κόσμου τα συνηθισμένα . . .
Αλέκος. Σαν ήρθα δεν τόλμησα να σας ενοχλήσω και ναν την ενοχλήσω
. . . Γιατί; δε μπορώ ναν το ξεχωρίσω. Είνε δυο μήνες τόρα· σωστοί
δυο μήνες. Μόνο, όπως σας είπα, ερχόμουν ως εκείνο το στενό και
καμιά φορά δειλά, σαν κλέφτης, περνούσα κι' από τα παράθυρά σας,
όπως σήμερα, που μανεβάσατε . . .
Ο κ. Λάκης. Η πρόνοια ίσως τόφερε . . .
Αλέκος. Η πρόνοια; . . . Σεις;! . . .
Ο κ. Λάκης. Ας είνε τόρα. Σε είπα η πρόνοια, γιατί, Αλέκο, δεν
είνε αδύνατο να ξαναφκιάσουμε τα πράματα. Κι' αν όχι από τίποτις
άλλο, συ όμως πρέπει να με συντρέξεις σ' αφτό, γιατί συ μόνος
μπορείς ναν της ξαναεπιβληθείς και στο στίγμα της της
ανορεξιάς . . .
Αλέκος. Μπαμπά, φοβάμαι τη συνάντηση . . . Μα δε σας το
κρύβω . . . η δείλια μου είνε πιο μεγάλη κι' από το φόβο μου . . .
Ο κ. Λάκης. Αφτό, Αλέκο, δεν επιτρέπεται σε σένα, όταν μάλιστα
πρόκειται για την Όλγα μας . . . που σ' ό,τι κι' αν κάνει, στο
τέλος είνε ανέφτυνη . . .
Αλέκος. Ανέφτυνη! . . . Αφτή η τέλεια προσωποποίηση της αιθέριας
ζωής; . . . Ποια ερμηνεία δίνετε στη λέξη: ανέφτυνη; . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένε Αλέκο, με τις θεωρίες σου. . Δε σε λέω πως δε
σε συγκρατάνε, μα και να λες πια και τους υστερισμούς έργα προόδου
. . .
Αλέκος. Ιδέες, μπαμπά. Σε μένα, καθώς ξέρετε, οι ιδέες αφτές
έσωσαν να γίνουν πίστη και δε θα ξιπαστείτε να σας πω, πως
μπορούσα, αν η Πρόνοια τόφερνε να ξαναζήσω μαζύ της, αλάκερη ζωή
ναν την περάσω μες στον αγνότερο κόσμο . . .
Ο κ. Λάκης (κουνάει το κεφάλι και κάνει χειρονομία). Ουφ! καημένε!
. . .
Αλέκος. Ο πνευματικός κόσμος, μπαμπά . . . η εξέλιξη δεν έχει
περιορισμό . . .
Ο κ. Λάκης. Τι τα θέλεις τόρα αφτά . . .
Αλέκος. Η κουβέντα τόφερε . . . Εγώ σας το βεβαιόνω για τον εμαφτό
μου . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά . . . καλά! . . . Τόρα όμως είνε
πια καιρός να σκεφτούμε έναν τρόπο και ναν τα διορθόσουμε όλα . .
.
Αλέκος. Έναν τρόπο; . . .
Ο κ. Λάκης. Βέβαια . . . Ξέρεις τι νομίζω εγώ;
Αλέκος. Τι;
Ο κ. Λάκης. Να παρουσιαστείς μιαν ώρα άξαφνα μπροστά της και να
μην της δόσεις καιρό να φύγει . . . Εσύ να βαστάξεις τη συγκίνησή
σου και να μη σε νιάσει για τη δική της . . .
Αλέκος. Τι να σας πω, μπαμπά . . . δε με φτάνει το θάρος . . .
Ο κ. Λάκης. Όχι, Αλέκο, μην το λες αφτό. Η δική σου θέληση είνε
μεγάλη. Την ορίζεις . . . Μην το λες λοιπόν αφτό . . . Μην το λες
. . .
Αλέκος. Μπαμπά; ας αφίσουμε να ενεργήσει μονάχη της η
Πρόνοια . . .
Ο κ. Λάκης. Αλέκο! . . .
Αλέκος (πάει κοντά στον κ. Λάκη). Μπαμπά μου, πώς το θέλετε αφτό;
Κι' αν η ταραχή της είνε πολύ πολύ μεγάλη;
Ο κ. Λάκης. Δε μαπελπίζει . . .
Αλέκος. Όχι, μπαμπά, ακόμα. (παρακλητικά). Δόστε μου καιρό να
ετοιμαστώ και σας το υπόσκουμαι . . .
Ο κ. Λάκης. Όσο γι' αφτό έχεις δίκιο.
Αλέκος (πιάνοντας το χέρι τον κ. Λάκη και παρακλητικά). Μπαμπά
μου, θα σας παρακαλέσω τόρα κάτι τις . . .
Ο κ. Λάκης. Τι, Αλέκο;
Αλέκος. Ναν την έβλεπα . . . Ναν την έβλεπα για λίγο χωρίς εκείνη
ναν το φαντάζεται. Νά! από κείνη εκεί τη χαραμάδα, πίσω από κείνη
την πόρτα . . . Μπαμπά μου . . .
Ο κ. Λάκης. Α! αφτό, παιδί μου, έπρεπε ναν το σκεφτώ εγώ
προτήτερις (χτυπάει το κουδούνι). Ναι! εγώ έπρεπε ναν το σκεφτώ .
. .
Αλέκος. Μπαμπά μου . . . πόσο είσαστε καλός . . .
Ο κ. Λάκης. Όσο δα για την καλοσύνη, αφτή ανήκει σε σένα . . .
(Μπαίνει ο περέτης)
Ο κ. Λάκης. Να πας μια στιγμή να πεις στην κυρία σου, πως την
παρακαλώ ναρθεί μαζύ με την Όλγα να με διούνε. Το επιθυμώ να πεις
πολύ . . . (ο περέτης φέβγει). Τόρα θα διείς πια όλα και με τα
μάτια σου . . .
Αλέκος. Η καρδιά μου πόσο χτυπάει . . . Ακώ πατήματα, μπαμπά, au
revoir . . . δεν αντέχω να μείνω πιο πολύ . . .
Ο κ. Λάκης. Άει, Αλέκο, κρύψου . . . θαν 'την κρατήσω την Όλγα
πολύ . . . θαν την κάμω να πει και πολλά! . . Άει . . .
Αλέκος. Πόσο σας εφκαριστώ . . . (φέβγει).
(Ο κ. ΛΑΚΗΣ πηγαίνει στην πόρτα και στέκεται λίγο ορθός κυτάζοντας
στο βάθος. Ύστερα οδηγεί την κ. ΛΑΚΗ και την ΟΛΓΑ κρατώντας την
από τα χέρια).
Όλγα. Καλημέρα, μπαμπά (τονέ φιλεί).
Ο κ. Λάκης. Καλή-μέρα, Όλγα μου, πώς πέρασες από τα χτες;
Όλγα. Καλά, μπαμπά (πλησιάζει στο τραπέζι, που είνε αραδιασμένα τα
δώρα της). Η μαμά με είπε πως ήρθαν όλα . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . Είδες τους χάρτες, Όλγα μου; Τι ωραίοι που
είνε . . . ε; σήμερα το πρωί μας τους έφεραν . . . ύστερα από
τόσον καιρό . . .
Όλγα. Οι celestes; Τι ωραίοι που είνε, μπαμπά . . . Όλα τάστρα
τάχουνε . . .
Ο κ. Λάκης. Βέβαια. Μας έφεραν και τα κομάτια. . Τα είδες; Νά!
εκεί στο πιάνο· όλες τις παραγκελίες μας μάς τις έφεραν . . .
Όλγα (πλησιάζει στο πιάνο) Μερσί, μπαμπά . . . Τι καλός, που είσαι
. . . (πέρνει τα κομάτια). Η συφωνία του φα του Μπετόβεν . . . ω,
μπαμπά, πόσο σ' εφκαριστώ . . . Είνε κείνο το αλεγκρέτο, που μας
εσύστησε ο Νίκος . . . Κι' η παστοράλ . . . κι' αφτή στο φα είνε .
. . Τι ώμορφα . . . Α! νά . . . κι' η συφωνία του λα· το κομάτι
που ο Αλέκος από παστοράλ τόκανε φυνέμπρ . . . Θυμάσαι, μπαμπά; ο
Αλέκος όλο μ' αφτό το κομάτι είχε να κάμει . . . Θα χορτάσω,
μπαμπά, Μπετόβεν . . .
Ο κ. Λάκης. Αμ τον Πάρσιφαλ δεν τον είδες;
Όλγα. Έφεραν και τον Πάρσιφαλ; πού είνε μπαμπά; Α! νά . . . (τον
πέρνει στα χέρια της). Τον Πάρσιφαλ!. . Τούτο το μελόδραμα,
μπαμπά, είταν πια, που ο Αλέκος τόξερε απόξω όλο. Θαν το μάθω κι'
εγώ . . . Άμα ρωτούσες, μπαμπά, τον Αλέκο, ποια μουσική τάρεσε
περσότερο; πάντα τον Πάρσιφαλ έλεγε . . .
Ο κ. Λάκης. Γι' αφτό και συ το λοιπόν ζητούσες με τόση επιμονή όλα
αφτά τα κομάτια; . . .
Όλγα. Μπαμπά μου . . . γιατί; . . . Α! νά και τα τραγούδια του
Μασσενέ . . .
Ο κ. Λάκης. Θέλω να σε πειράξω, Όλγα μου. Τα βιβλία τα είδες;
Είδες τις εικόνες τους;
Όλγα (ξαναπλησιάζει στο τραπέζι). Έφεραν κι' εκείνα, μπαμπά; τις
ιλουστρέ έγδοσες; Α! νά η Ουρανία . . . Le planète Mars . . . (τα
ξεφυλίζει). Τι τρέλα οι εικόνες του . . . Το Paul et Virginie . .
. Νά! κι' ο Λουκής Λάρας στη Γαλλική του έγδοση . . . Μα, μπαμπά,
όλα τάφεραν . . . όλα . . . (τρέχει και φιλιούνται) πόσο σ'
εφκαριστώ, μπαμπά . . . Τι καλός μπαμπάς, που είσαι . . . ω! Mille
merci . . . mille merci . . ,
Ο κ. Λάκης. Εγώ θέλω να βλέπω την κόρη μου χαρούμενη . . Αφτό μόνο
θέλω . . . Άστα τόρα αφτά, Όλγα, κι' έλα να με πεις, πώς πέρασες
τη νύχτα; κοιμήθηκες καλά; . . .
Όλγα (ξεφυλίζοντας ακόμα τα βιβλία), Ω! μπαμπά . . . Τι ωραία που
είνε όλα! . . . (γυρίζει στο μέρος του). Πώς πέρασα, είπες; πώς να
περάσω, μπαμπά; . . . και δεν ξέρεις, αλήθεια, τόνειρο, που είδα;
Ο κ. Λάκης. Πού ναν το ξέρω; Είδες πάλε κανά όνειρο;
Όλγα. Βέβαια! Τόπα και της μαμάς προτήτερα. Και θαρχόμουν να
στόλεγα από τόσην ώρα . . . Μα η μαμά με είπε, πως είχες δουλειά
μόνος σου κι' έπρεπε να σαφίσουμε λίγο ακόμα ναν την τελειόσεις
. . . (με κάπιο παράπονο). Σα να σέβλαφτα εγώ καθισμένη εκεί σε μια
γωνιά . . .
Ο κ. Λάκης. Όχι. Όλγα μου . . . μα είταν ένας άρωστος, που τον
εξέταζα και δεν είταν σωστό να είσαι μπροστά . . . Η μαμά σου είχε
δίκιο . . .
Όλγα. Παρντόν, μαμά, που σαδίκησα . . . Δεν ξέρω τι λέω πια . . .
Ο κ. Λάκης. Και τόνειρό σου;
Όλγα. Α! τόνειρό μου; Τόνειρό μου, μπαμπά, μ' έχει μαγεμένη από τη
νύχτα . . . Όλα, όσα διάβασα προχτές στην Ουρανία τα είδα στον
ύπνο μου. Φαντάσου, μπαμπά, τι είδα . . . Μα συ δεν τηνέ διάβασες
την Ουρανία;
Ο κ. Λάκης. Δεν τηνέ διάβασα! . . . δε μου μεινε καιρός . . .
Όλγα. Ναν τηνέ διαβάσεις, μπαμπά! Ναν τηνέ διαβάσεις . . . Τόρα
μάλιστα στην έγδοση, που μας έφεραν . . . Δε μπορείς να φανταστείς
τι ωραία πράματα, που λέει . . .
Ο κ. Λάκης. Θαν τηνέ διαβάσω, αφού μου λες πια, πως είνε τόσο
ώμορφη . . .
Όλγα. Λοιπόν, μπαμπά, είδα, πως βρισκόμουνα στον Άρη τον αστέρα
μαζύ με τον Αλέκο! και πως, ακούς, εγώ είμουν στο σώμα του Αλέκου
κι' εκείνος στο δικό μου το σώμα! . . . κι' είχαμε και φτερά και
φτερουγούσαμε μαζύ από δέντρο σε δέντρο κι' είταν εκεί μουσικές,
σαν τον Πάρσιφαλ του Βάγνερ γλυκές κι' ένιοθα να είμαι τόσο
εφκαριστημένη . . . Μα είνε αλήθηα, μπαμπά, αφτά όλα, που λέει ο
Φλαμαριών; Τι ωραία που είνε! . . . Τόρα και να πεθάνω, μπαμπά, δε
με νιάζει . . .
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί τα λες αφτά, Όλγα; Δεν ξέρεις, πως εγώ δε
μπορώ ναν τακούω μήτε γι' αστεία;
Όλγα. Παρντόν, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι λοιπόν, Όλγα, πάλε, τον Αλέκο έβλεπες;
Όλγα. Και ποιόν άλλονα θα 'βλεπα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης (άξαφνα) Ξέρεις ένα πράμα, Όλγα, που σκέφτηκα;
Όλγα. Τι, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Να στείλω να προσκαλέσω στο τραπέζι τον Αλέκο . . .
Όλγα. Ναν τονέ προσκαλέσεις στο τραπέζι; . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! Δεν το βρίσκεις σωστό;
Όλγα. Μα δε θάρθει ο Αλέκος, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Γιατί να μην έρθει; Πώς το ξέρεις;. .
Όλγα. Μα, μπαμπά, εκείνος έχει τόσον καιρό να μας θυμηθεί! . . .
Αν ήθελε νάρθει θαρχόταν μόνος του . .
Ο κ. Λάκης. Δεν ερχόταν, Όλγα, γιατί νομίζει, πως εσύ δεν ήθελες
νάρθει! . . .
Όλγα. Εγώ, μπαμπά; . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι νομίζει . . Εσύ θέλεις νάρθει; Θα στείλω λοιπόν
ναν του φωνάξω . . . (πάει τάχα να χτυπήσει το κουδούνι).
Όλγα (τον εμποδίζει). Μπαμπά! . . . Μη, μπαμπά. . να ζεις! . . .
Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; Γιατί δε θέλεις ναν του φονάξω; . , .
Όλγα (με παρακάλι). Μην του φωνάξεις, μπαμπά.
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί; Πες μου κάνε να ξέρω το γιατί; . . .
Όλγα. Δεν ξέρω γιατί, μπαμπά . . .