— Μωρέ, δυο γυναίκες!
Άκουσεν έξαφνα μια φωνή δίπλα του βαθειά από την έκπληξη κι' από
το θαυμασμό. Μαζί με τη φωνή γύρισε τα μάτια του. Είδε κάποιο
ναύτη να δείχνει στη διεύθυνση της πλώρης. Ήτανε πραγματικά δυο
γυναίκες κοντά σ' έναν υπαξιωματικό που τους μιλούσε και κινούσε
τα χέρια του.
Του φανήκανε εξαιρετικά όμορφα τα δυο κείνα πλάσματα, αλλά δε
κατόρθωσε να προσδιορίσει τα χρόνια τους. Παρατήρησε ότι από τότε
που κλεισμένος στο καράβι δεν έβλεπε γυναίκες είχε χάσει το
απλούστατο πράμα γι' αυτόν. Είχε χάσει τη δύναμη να κρίνει τις
γυναίκες. Ανυπομονούσε ν' ακούσει τη φωνή τους, πώς θάταν. Δε
μιλούσαν όμως.
Τι νάτανε τάχα του υπαξιωματικού οι δυο αυτές γυναίκες; Αδελφές,
εξαδέλφες, γνώριμες, δε μπορούσε να καταλάβει. Τα πρόσωπά τους
δεν είχανε καμιάν ομοιότητα με το τραχύ πρόσωπο του
υπαξιωματικού, ενώ μοιάζανε με τα στρογγυλά πρόσωπα των
ναυτόπαιδων, τα φρέσκα και χωρίς γένεια.
Ύστερα άκουσε και τις γυναίκες να μιλούν. Η φωνή τους ήτανε
γλήγορη, μαλακότερη από του άντρα, και διακρινόταν ότι έβγαιναν
από λεπτότερα όργανα. Δεν είχε πολύ σταθερότητα και ήτανε σα να
στρίγλιζε κάπως.
Παρατηρούσε τα μικρά τους στοματάκια. Διακρίνοντανε άσπρα δόντια
και μια κόκκινη γλωσσίτσα που φαινότανε και χανόταν. Το εσωτερικό
του χειλιού είχε το κόκκινο βαθύτερο και βρεμένο, και το απάνω
χείλι λευκό και γαργαλιστικό σκιαζόταν από αλαφρό χρυσωπό χνούδι.
Τα δύο κορίτσια ή γυναίκες — δεν ήξερε καλά — μιλούσανε γλήγορα
κι' από τη μιαν ομιλία γλυστρούσανε στην άλλη. Κάποτε που
γελούσανε φωτιζόταν οι καμπύλες στο μάγουλό τους. Τα πρόσωπά τους
ήτανε μικρότερα από των τριγύρω αντρών, πιο στρογγυλά και πιο
πονηρά. Ο λαιμός κατέβαινε με κανονική καμπυλότητα και χανότανε
μέσα στο λεπτό πουκαμισάκι. Το μέτωπο δεν είχε καθόλου συννέφωμα
και τα μαλλιά της κόμης ερχόντανε και μικραίνανε ως που σβύνανε
σε ευγενικό χνούδι λίγο παρακάτω από τ' αυτί. Ύστερα τα χέρια
λεπτά και άσπρα τελειώνανε σε περιποιημένα δάχτυλα, με κανονικά
κομένα τα νύχια.
Αληθινό καλλιτέχνημα φαινόντανε στο Ρένα οι δυο γυναίκες,
καλλιτέχνημα βγαλμένο από μεγάλη φροντίδα, εξαιρετική περιποίηση,
θαυμαστή επιμέλεια. Τώρα έκανε τη σκέψη ότι όλες οι γυναίκες έτσι
πρέπει νάναι, και τώρα συμπέραινε ότι τα δυο αυτά κομψοτεχνήματα
που φαντάζανε μπροστά του, δε θάτανε κι' από το καλλίτερο δείγμα
της γυναίκας, αφού δε φορούσανε ούτε καπέλλο.,,
Πόση όμως φροντίδα στη στάση τους και στο φέρσιμό τους! Προσέχανε
πολύ βέβαια πώς να βρεθούνε πιο ώμορφες, και τραβούσανε μέσα στο
καράβι όλων τις ματιές. Θα το καταλαβαίνανε, γιατί αν και
δείχνανε ότι δεν προσέχανε, κάποτε-κάποτε κρυφομιλούσανε και
κρυφοκυττάζανε.
Ο Ρένας παρατηρούσε κ' έλεγε:
— Όλα τα ρούχα της γυναίκας είναι λεπτότερα από των ανδρών.
Σχεδόν μπορείς να πεις ότι είναι γυμνή. Τόσο φέγγουνε και τόσο
είνε διάφανα. Μέσα από τα μανίκια τους χύνεται λαξευτό το ροδαλό
χέρι. Το ίδιο σα να βγήκε τώρα από τον τόρνο. Φαίνεται όμως τόσο
ζωντανό και μαλακό! Κάποτε αλλάζει θέση, ταράζεται, χαλά τις
πτυχές της μουσελίνας και γίνεται άλλο χέρι, πιο καινούργιο ακόμα
και πιο νέο. Στη δέση του ώμου, σκιασμένο λίγο, κλείνει το χέρι
το μυστήριο της μασχάλης. Από αυτήν διακρίνεται μια γωνία, ένα Λ
πιο μικρό ή πιο μεγάλο, ποτέ όμως τόσο μεγάλο ώστε το μάτι να
σταματά και να βρίσκει το τέρμα της ικανοποίησής του.
Από τα λόγια των δύο γυναικών, ξεχώριζε τα κομμάτια αυτά τακτικά,
και στον ίδιο συρμένο και γλήγορο ήχο:
— Καϋμένη!
— Έλα δα λοιπόν.,,
— Ναι στη ζωή μου.,, Κύττα κει!
— Αχ!.,, Μα τι περίεργο.,,
Όταν χαθήκανε οι γυναίκες κατεβαίνοντας με τον υπαξιωματικό το
κάτω υπόφραγμα, ο Ρένας αισθάνθηκεν ένα πολύ δυνατό κλονισμό.
Πηδήσανε το πρώτο σκαλοπάτι, ανάλαφρες σαν πουλιά, και σηκώθηκε
λίγο η φούστα τους. Της μιας ο αστράγαλος ψήλωσε σ' ένα κομμάτι
κνήμης αισθαντικής και ευτυχισμένης. Παρακολούθησε τα τακουνάκια
τους να χτυπούνε τακ-τακ σαν ξύλινο ταμπούρλο, και όταν
χαθήκανε και τα κεφάλια τους ο ήχος των ψηλών τους τακουνιών
εξακολουθούσε το τακ-τακ στ' αυτιά του.
— Τι παράξενον ήχο, είπε, έχουνε τα γυναικεία τακουνάκια την
ώρα που κατεβαίνουνε τις σκάλες.,,
Ύστερα ο κλονισμός που είχε νοιώσει στη θέα της λουρίδας της
γυναικείας κνήμης άρχισε να πλημμυρίζει την ύπαρξή του, και να
τον σέρνει σε μια ακατανίκητη ανάγκη να μιλήσει και να νοιώσει
κοντά του, δική του τη γυναίκα.
Έτρεξε στο ντουλαπάκι του, πήρε τ' απαιτούμενα και κάθισε σ' ένα
πάγκο μπροστά στο τραπέζι του συσσιτίου, για να γράψει. Έπρεπε να
εξατμίσει, ν' αδειάσει, αδιάφορο πως, όλο το αίσθημα της
γυναίκας. Η πλημμύρα του θα τον έπνιγε.
— Δεν έχω καμιά φιληνάδα ή ερωμένη έξω, είπε, μα δεν με
νοιάζει. Θα γράψω ένα γράμμα στη γυναίκα και θα της πω ό,τι
αισθάνομαι γι' αυτήν ή από την έλλειψη της. Πιστεύω ότι μπορώ
έτσι να νομίζω ότι μιλώ με κάποια, και ότι την έχω κοντά μου και
μ' ακούει.
Άρχισε να γράφει γλήγορα-γλήγορα, χωρίς να σταματά για να
σκεφτεί.
«Αγαπημένη μου.
Βέβαια δε θα λάβεις το γράμμα μου, όμως σε μένα έρχεται καλλίτερα
την ώρα που μιλώ με τον εαυτό μου, να νομίζω ότι μιλούμε μαζί.
Πόσος καιρός είναι από τότε που δε σε βλέπω! Δε θυμούμε τώρα ούτε
μπορώ να λογαριάσω. Ο ήλιος εδώ είναι άφθονος και με γεμίζει από
την επιθυμία για σένα. Σε αγαπώ σήμερα περισσότερο από χθες, και
αύριο περισσότερο από σήμερα. Και είμαι όλος δικός σου, ξέρετο
αυτό.,, Μα πόσα λίγα μαθαίνω για σένα! Καμιά φωνή δω και κει,
κανένα γέλιο. Αλλά είναι τόσο μικρά αυτά, και απέχουνε τόσο καιρό
από τότε! Είμαι μόνος και φοβούμαι τώρα τη μοναξά που άλλοτε τη
γήρευα τόσο. Και πώς περνώ τη μοναξά μου; Μπροστά στα μάτια σου,
που δεν είναι τίποτ' άλλο από μια ζωγραφιά και μια ανάμνηση.,,
Αχ ας μπορούσα να σέχω τώρα εδώ κοντά μου, κοντά στο άπειρο της
γαλήνης τ' ουρανού και της θάλασσας! Και νάξερες πόσο το ωραίο
αυτό κάντρο της φύσης μ' έχει πια κουράσει! Πώς περνούνε έτσι οι
μέρες μου και πώς θα περάσουν ακόμα! Είναι η ανάγκη για σένα,
που με σφίγκει και με πνίγει, έτσι να.,, Και όμως ζω σα σε
όνειρο. Τα τριγύρω οράματα του ουρανού, της θάλασσας και της γης
αλάζουνε κάθε μέρα. Μόνο το καράβι μας μένει το ίδιο, και δεν
μπορεί κανείς να μου βγάλει την ιδέαν ότι αποτελεί το κέντρο του
κόσμου. Να μπορούσα λοιπόν και γω να γίνω ένα κομάτι κουπί που
φέρνει τόσους ναύτες στην ευτυχία και στη ζέστη της αγκαλιάς σου,
ή ένα πανί για να οδηγώ στο λιμάνι, ή ένα σύννεφο ομίχλη που
κατακάθισε στην πολιτεία και πέρασεν από το ανοιχτό παράθυρο της
κάμαράς σου!
Μα η ψυχή μου έχει γεράσει, και τα βουνά αρχίσανε να γερνούνε
μαζί μου. Είναι η μοναξά που τα γέρασεν όλα.
Μ' αν ερχόσουνε μια στιγμή! Θα ταξειδεύαμε μόνοι μας με τη
βαρκούλα μου, και γω με ευχαρίστηση θα σου έδειχνα τα πολεμικά
καράβια. Τους πύργους τους, τα κανόνια τους, τις καπνοδόχες, τις
μεγάλες βάρκες, τους χρυσωμένους από τον ήλιο φεγγίτες! Και θα
σούλεγα:
— Να αγαπημένη ο δικός μας κόσμος. Είναι μελαγχολικός και
λυπημένος, μα δε μας κάνει κακούς. Μας γεμίζει καλοσύνη και μας
μαθαίνει ν' αγαπούμε. Και τι θα μούλεγες συ; Θα κύτταζες τα χέρια
μου βαμένα από τη σκουριά, γεμάτα ρόζους, μα δυνατά κι'
επιστημονικά στο κουπί. Θάβλεπες το πρόσωπό μου μαυρισμένο από τα
κάρβουνα, μα φωτισμένο και θαυμαστό γιατί θα το εξιδανίκευεν η
αγάπη μου.,, »
Το ξύλινο ταμπούρλο των τακουνιών ξαναχτύπησε πάλιν ξαφνικά στ'
αυτιά του και τα δυο ζευγάρια των γυναικείων κνημών αστράψανε στα
μάτια του ν' ανεβαίνουνε τα σκαλοπάτια δυνατά, αισθαντικά,
ευτυχισμένα. Ήταν ένα δράμα πιο πραγματικό από την αλήθεια, κι'
ήτανε μια πραγματικότητα πιο δυνατή από ένα δράμα.
Ο Ρένας έχασεν από μπροστά του το χαρτί και σταμάτησε τα μάτια
του στα σκαλοπάτια, που είχανε περάσει και είχανε χαθεί οι
κνήμες, αμίλητος παραλογισμένος.
Χ
Κάποιο απόγευμα η μεγάλη μπάντα του καραβιού άρχισε να παίζει
πίσω στην πρύμη. Ο κυβερνήτης έδινε τσάι στους αξιωματικούς ενός
ξένου θωρηκτού, που βρισκόταν αραγμένο εκεί. Πάνω στο επίστεγο
μαζεύτηκαν πολλοί θερμαστές και ναύτες, κοκκινόμαυροι από το
κάρβουνο και τη σκουριά, σκοτεινοί, και με μόνο τα μάτια τους
υγρά και καθαρά.
Διαρκώς πάνω στην πρύμη έφταναν οι ξένοι αξιωματικοί, κομψοί,
ωραίοι, ντυμένοι σ' επίσημη στολή, σε ρεδιγκότες καταστόλιστες
από τα γαλόνια. Και οι αξιωματικοί του θωρηκτού τους υπεδέχονταν
επίσημοι κι' αυτοί στη στολή, λάμποντας, χαρούμενοι.
— Θ' απολάψομε κάποιαν ευγενικιάν ευτυχία τουλάχιστο, ακούοντας
εκλεκτή μουσική, σκέφτηκεν ο Ρένας ανεβαίνοντας στο επίστεγο της
πρύμης. Θ' ακούμε και θα βλέπομε από δω σα σε θεωρείο.
Ο σκοπός όμως ναύτης έδιωχνε τους μαζεμένους εκεί ναύτες και δεν
τους άφινε να περάσουνε πέρα από την καπνοδόχο.
Κάποιος ναύτης πλησίασε περισσότερο στην καπνοδόχο, κι' ο σκοπός
τον έδιωξε.
— Γιατί, είπεν ο ναύτης μ' αποφασιστική ειρωνεία, θα τους
λερώσομε την καπνοδόχο;
Κι' οι άλλοι γέλασαν.
Άλλος ναύτης, μιλούσε για την πρώτη εντύπωση που τούκανεν η
μπασσαβιόλα:
- Σαν την πρωτόειδα έκανε βρρ-βρρ-βρρ· Την έπαιζεν ένας
χοντρός Κερκυραίος κι' ήτανε πιο αψηλή από δαύτον. Και όλο βρρ-
βρρ-βρρ. Τάλλα όργανα γριτσανίζανε σαν ποντικάκια μπροστά της.
Κι' αυτός διάβαζε μέσα σε κάτι χοντρές μαύρες μαγκούρες, τόσες
μεγάλες. Ήτανε μια αηδία να τον ακούς.
Η μουσική έπαιζε κατά σειρά, Μανόν, Κάρμεν, Ζουρ ε Νουί κάποιο
γαλλικό βαλς. Κάτω από τις γλυκές νότες η θάλασσα μαλάκωνε τους
κυματισμούς της, τους έστρωνε σ' ένα θαυμαστό μουρμούρισμα, και
μαζευόταν, λες, όλη πίσω στην πρύμη.
— Την ωραία μουσική! σκέφτηκεν ο Ρένας. Πόσο ασύμφωνη όμως με
τα μαυρισμένα μας ρούχα, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα και χέρια,
και με τα παλιόσχοινα και τις αλυσίδες οπού καθόμαστε για να την
ακούμε. Βέβαια αυτοί που κάνανε και μίλησαν οι ήχοι με τόσην
ευγένεια, με τόση γλύκα, με τόσην απαλότητα, έπρεπε να είναι
καθαροί, να κάθονται σε κομψά δωμάτια, και ν' ακούνε τριγύρω τους
ευγενικά λόγια.
Μέσ' από την εκτέλεση της μουσικής ξεχώριζε τ' αόρατα όργανα. Τα
σεβότανε τώρα εξαιρετικά και τα φανταζότανε να γιαλίζουν όπως και
τα χρυσά γαλόνια των ξένων αξιωματικών., Ορίστε η μαλακιά φωνή
της κλαπαδόρας, και ο λυγερός τόνος της κορνέττας, και τα
καναρίνια που λέγονται κλαρίνα, και η πλατειά φωνή των μπάσσων,
κι' αυτά που σχίζαν την ηχώ σα μαχαίρια πλατολέπιδα τρομπόνια,
και οι βραχύφωνες τρόμπες, και το ευφώνιο με τον επίσημο τόνο,
και το πίφυρο κελαϊδιστό, και η γραν-κάσσα βάρβαρη μα
απαραίτητη, και το ταμπούρρο άτακτο παιδί γεμάτο θόρυβο. Ύστερα
τα πιατίνα που θέλανε να σκεπάσουν όλη τη μουσική σαν καπάκι, και
το τρίγωνο οξύ που έχωνε τη μύτη του απροσκάλεστο σε πείσμα όλης
της συμφωνίας.
Κι' ενώ οι νότες καλλιτεχνούσανε τον αέρα και τον αρωματίζανε με
τη δική τους πνοή, ο Ρένας έβλεπε τα μαυρισμένα από το κάρβουνο
πρόσωπα των ναυτών να κάνουνε ντροπή στον ήλιο, και τα ρούχα τους
να δίνουνε περισσότερη ανυπόληψη στον εαυτό τους.
— Έχω ακούσει εγώωωω! Είπεν ένας μπαλωμένος θερμαστής, ενώ οι
άλλοι τον κοροϊδεύανε.
— Μουσικές αναμνήσεις από την Ιταλία, σεγοντάρησεν άλλος. Στην
πλώρη ετοιμάζανε τις μπίγες, τα ζεμπίλια, τα φτιάρια, τα παλάγκα,
τα καραβόπανα, για τη συνέχιση της πρωινής ανθράκεψης. Εδώ η
μουσική ήτανε χοντρή, βαρειά, σκοτεινή, στάζοντας ίδρωτα και
βαρυγκομιά. Μουσική τονισμένη αποκλειστικά για τους ναύτες.,,
Ήρθε το ηλιοβασίλεμα και η γαλαζορόδινη θάλασσα, ζωντανή,
αισθαντική, χαδιάρα, κούραζε πιο πολύ ακόμη το Ρένα.
— Νάμαι ξαπλωμένος στη στεριά! στέναξε.
— Κι' ούτε να τη βλέπω στα μάτια μου τη θάλασσα, έκανε σαν
απήχηση η φωνή κάποιου ναύτη δίπλα του.
Ώμορφες οι σημαίες των ολόγυρα καραβιών ανακατεύανε το χρώμα τους
με το χρώμα τ' ουρανού και της θάλασσας. Υπήρχε πολλή χάρη, πολλή
κομψότητα στο κυμάτισμά τους αυτό. Γυναίκες οι σημαίες, ή από
γυναικείο χέρι φτιασμένες, ή σε γυναικεία χάδια παραδομένες.
Ο Ρένας έβλεπε:
Τι ήτανε λοιπόν το ηλιοβασίλεμα αυτό! Ήτανε θεότητα καμιά, ή
άψυχο και άσκοπο ανακάτεμα χρωμάτων;
Ποια λύπη στην ύπαρξη της σκάφης που ξεκίνησε μεγάλη από την
πρύμη του θωρηκτού, κι' έμεινε τώρα ένα μαύρο σημάδι στη μέση του
κόλπου! Δεν φαίνονταν ούτε τα κουπιά της να κινούνται, και
τραβούσεν ακόμη μακρυά προς το σύθαμπο.
Αν όλη αυτή η θέα μαρμάρωνε, έξαφνα, κι' έμενεν έτσι για πάντα με
τα ίδια χρώματα, το αυτό μυστήριο, την αυτήν έκφραση, την ίδια
συναίσθηση ενός τέλους!
Κι' ακόμη ποια έκπληξι στην κόκκινην ορθή γραμμή της δύσης! Αυτό
το χρώμα ήταν έν θαυμαστικό. Θαυμαστικό του εαυτού του.
Σκέφτηκε:
— Αν δεν προχωρήσει το απόβραδο, περισσότερο από το σημάδι
αυτό, κι' αν μείνει η πλάση όλη ένα απόβραδο. τι θα γίνει ο
κόσμος!