XI

Μετά το βραδυνό συσσίτιο ήρθεν ένας υποχρεωτικός δίοπος να τον

πάρει στο διαμέρισμά του.

— Έχομε διασκέδαση στο υπόφραγμα, δεν το ξέχασες, του είπε.

Και πήγανε μαζί χεροπιασμένοι στο πρυμναίο υπόφραγμα απ' όπου

έρχονταν οι ήχοι μιας φυσαρμόνικας και εύθυμες φωνές. Είδε το

υπόφραγμα να είχε μαλακώσει, να θερμάνθηκε και να γέμισεν από

καλοσύνη. Από τη στιγμή που οι πρώτες νότες, μελένιες,

κατευναστικές, απαλές, ξέφυγαν από τ' όργανο, οι δυνατές φωνές,

οι διαπληκτισμοί και οι βρυσιές, είχανε σβύσει. Η φυσαρμόνικα

έλεγε κάποιο ανατολίτικο τραγούδι, με χαλαρό ρυθμό, γεμάτο λύπη,

μελαγχολία και διάθεση σε κλάμα. Αλλά το πρόσωπο του ναύτη που

έπαιζεν έλαμπεν όλο από αναγάλια. Είχε σκυμένο το κεφάλι στη

φυσαρμόνικα και φαινότανε σα νάθελε να προστατευτεί από αυτήν. Τα

μάτια του είχανε μεγαλώσει, ο λαιμός του απλωνόταν χυτός σαν

κοριτσιού, και κάτω από το μάγουλο προς το σαγόνι χαράζονταν δυο

λακκάκια ευτυχίας. Ακόμη τα δόντια, ολόασπρα, λάμπανε από

παιδιάτικο γέλιο. Ύστερα ήτανε τα ρούχα, φωτεινά, σαν μεταξωτά,

και δεν φαινόντανε τώρα διόλου κουρελλιασμένα, χοντρά και

μαυροκόκκινα από τη λέρα.

Ο Ρένας ξανάβρισκε στο τραγούδι ήχους παλιούς, λησμονημένους.

Ένας περασμένος κόσμος ξυπνούσε μέσα του, και είδε τον εαυτό του

κάμποσα χρόνια μικρότερο, να χορεύει στ' αλώνι του χωριού του.

Τι έλεγε το όργανο; Ήχους γνωστούς, ήχους σκόρπιους στη

συνείδησή του, τώρα πάλι μαζεμένους. Τα μάτια του ήτανε καρφωμένα

στη φυσαρμόνικα και στον παίχτη. Ταξείδευε μαζί του σ' άλλους

κόσμους.

Και το υπόφραγμα γέμιζεν από ναύτες, καθισμένους στους πάγκους ή

απλωμένους κάτω στη λαμαρίνα. Σ' όλων τα πρόσωπα η καλοσύνη

τράβηξε μια πινελιά κι' η ωμορφάδα άλλη μία.

Το ένα τραγούδι, κ' ύστερα τ' άλλο, και το άλλο. Στο υπόφραγμα

βασίλευε το φως και η χαρά. Το έργο της μουσικής δημιουργούσε,

δούλευε το σκληρό πυλό της ψυχής, μαλάκωνεν αισθήματα, έχτιζε

παλάτια, έδειχνε γαλάζα χρώματα άλλων ουρανών.

— Το ίδιο όπως στα πρώτα χρόνια, σκέφτονταν ο Ρένας, με τη

διαφορά πως τότε είχαμε ένα χάλκινο σουράβλι, αντί για την τωρινή

φυσαρμόνικα.,,

Σαν χτύπησεν η σάλπιγκα κατάκλιση, αυτός άφησε το υπόφραγμα κι'

ανέβηκε στο κατάστρωμα. Ήτανε γεμάτος από τους παλιούς κόσμους

του χωριού και της πολιτείας κι' ήθελε να ξεχάσει, να εξατμισθεί

στον ανοιχτόν αέρα.

Η θάλασσα σιγομιλούσε μ' ένα πλιφ-πλαφ στα πλευρά του καραβιού,

δε μπορούσεν όμως να καταλάβει τι έλεγε. Εδώ κι' εκεί

στιγματιζόταν από φωτεινά ξεφλύδια και της γνώριζε τ' ασημένια

ψήγματα του χαμογέλιου της. Ο σεβασμός του Ρένα για τη γαλήνη του

σκοτεινού αυτού και μαλακού υγρού σηκώθηκεν άπειρος.

Κι' ολόγυρα το σκοτάδι σημειωνότανε περισσότερο μελαγχολικό

δείχνοντας τη ζωή που κοιμάται.,

Στο βάθος μια ξεφτισμένη κορδέλλα από φώτα όριζε, τη μακρυνή

πολιτεία. Ο Ρένας τώρα για πρώτη φορά πρόσεξε. Σ' όλο το διάστημα

νόμιζε πως βρισκότανε στο άπειρο, μακριά από τον κόσμο, κι' είχε

φθάσει να πιστέψει για μόνο κόσμο, τον κόσμο του καραβιού του. Τα

φώτα της πολιτείας όμως τον θαμπώνανε και τον τυφλώνανε τώρα.

Ήτανε κει η ζωή, και ξαναγύριζε με δυνατό φτερούγιασμα η ψυχή του

στους φωτισμένους δρόμους και στα χαρούμενα κέντρα, που τον

γνώριζαν και τάχε γνωρίσει τόσο.,

Δίπλα του άκουσε σαν ανασασμό. Είδε τον υπαξιωματικό της φυλακής,

ζαρωμένο στον ανεμοδόχο, διπλωμένο στους ανέκφραστους

συλλογισμούς του. Από τα παλιά χρόνια δεν είχε πάρει άλλο γαλόνι.

Έμεινεν υποκελευστής κι' έριξε κει την άγκουρά του. Από την

εποχήν εκείνη το μοναδικό ιδανικό και όνειρο της ζωής του δεν

κατόρθωσε να πραγματοποιηθεί και να ζευγαρώσει στα δυο γαλόνια

του κελευστή. Πάντα αμίλητος δεν προόδεψεν ούτε μια γραμμή σ'

εξυπνάδα και κρίση. Κι' όλο έδειχνε να σκέπτεται και νάχει ομιλία

μόνο με τον εαυτό του. Καμιά κίνηση στο σώμα και στο κεφάλι αυτό

το άδειο από πνεύμα. Η φωτιά έσβυσεν από κει χωρίς ν' ανάψει.

Ο Ρένας ξαναγύρισε πάλι στην πολιτεία και στο φως, γιατί του

έκανε πολύ κακό το θέαμα του σκοτεινού κι' ακίνητου αυτού

υπαξιωματικού.

Στο βάθος μακρυά, η ξεφτισμένη κόκκινη ταινία όλο και

ταραζότανε.. Άρχισε να μονολογεί:

— Ρεύματα ανθρώπων και χείμαρροι και λίμνες και θάλασσες

ανθρώπων ανακατεύονται και σπρώχνονται και συναντούνται και

ανεβαίνουν στο Καπιτώλιο και χαμηλώνουν στα Τάρταρα.

Τύμπανα και σάλπιγγες χτυπούν. Οδηγήσατε την χαράν εις τα στόματα

των σαλπίγγων και προσαρμόσατε το μεθύσι στην μεμβράνα των

τυμπάνων σας. Η πολιτεία είναι εκεί. Σαν από μεγάλη σφαίρα

γυρίζει ο κόσμος με τριγμούς.,, Κόψατε κλάδους μυρσίνης και

στρώσατε να περάσει ο θόρυβος. Ντύσατε τας χείρας σας στην

πορφύρα των φώτων, μαλάξατε το κρύσταλλο και κάνετε το ρευστό σαν

νερό...

Προχώρησεν ακόμη προς την πλώρη παρακολουθόντας τη φωτεινή

ξεφτισμένη κορδέλλα. Κάτι του φαινότανε πως ξεκολλούσεν από κει,

προχωρούσε μέσα στο πέλαγος, έφτανε στο καράβι, και χαλούσε την

ησυχία της νύχτας.

Ήτανε το τελευταίο συνάντημα με τη μικρή Καίτη του καφεσαντάν. Τα

όμορφα λόγια και τα γλυκά φιλήματα είχανε σχηματισθεί τώρα σε

κάτι μαλακό και θερμό και μεθούσανε την ύπαρξή του. Αισθανότανε

τη μικρή Καίτη να κελαϊδεί με κρινένια λογάκια, να φιλά με

τριαντάφυλλα χειλιών, να περπατά κοντά του και να τον καλά με

σχήματα. Τα άστρα των ματιών της τον χαϊδεύανε και τα μάγουλά της

γελούσανε πυρωμένα.

— Πρέπει λοιπόν να σ' αφίσω, αγαπημένο παιδί! Έκανεν ο Ρένας

νομίζοντας στ' αλήθεια ότι μιλούσε με κείνη. Βιάζεσαι να φύγεις

για την πολιτεία, τα χέρια σου τώρα μου στέλνουνε τα φιλήματα του

αποχαιρετισμού και χάνεσαι στο υγρό σκοτάδι.,, Στάσου όμως. Αν

πνιγείς αυτή τη βραδειά μπορεί να μη σε ξαναβρώ πια στην

πολιτεία...

Διευθύνθηκε προφυλακτικά προς την πλευρά του λεμβούχου, κατέβηκε

την κρεμασμένη σχοινένια σκάλα, πήδησε χωρίς θόρυβο στην κουπαστή

της μικρής φαλαινίδας και τράβηξε με τα κουπιά στη διεύθυνση της

μακρυνής ξεφτισμένης φωτεινής κορδέλλας. Την άλλη μέρα το πρωί θα

τον κηρύττανε δραπέτη,

Αθήναι. Δεκέμβριος 1919.

Αργία : διήγημα · 第 8 / 8 题