Να τώρα! Ο περιορισμένος τόπος του καραβιού, ο τόσο στενόχωρος
και μαζεμένος, διαρκώς μεγάλωνεν, ενώ οι λεπτομέρειες του φθάνανε
στο άπειρο., Και όμως τίποτα δεν τον χωρούσε το Ρένα. Μέσα στο
καράβι, στον εαυτό του, στη γύρω ακόμη φύση όλα είχανε αλλάξει.
Γύρευε πέννα με χρώματα, χρωστήρα με μελάνι, χαρτί από μουσαμά
ζωγραφικής. Οι άκατοι που ταξείδευαν ήτανε ψάρια κι' είχανε
διαρκώς στην πλάτη τους φτερά, και τα πολεμικά καράβια-
νεκρώσιμο θέαμα — είχανε διαρκώς στην όψη τους μνημόσυνο. Ποτέ
γκρίζο χρώμα δεν του φάνηκε τόσο κακορίζικο από το χρώμα αυτό των
πολεμικών καραβιών. Η θάλασσα, ατέλειωτο κοπάδι από γαλάζια
σκυλιά διαρκώς ανεβοκατέβαινε, τα χαμηλά όμως κύματα δε μιλούσανε
και γι' αυτό ήτανε τόσο, μα τόσο ύπουλα.
Από την κώχη του πρυμναίου κανονιού είδε τη μύτη μιας άγκυρας,
ύστερα το κόψιμο μιας πλώρης, ύστερα το κοράκι της πλώρης, ύστερα
την κεραία της τέντας, τους φεγγίτες με τα γιαλιά, σχοινιά, το
κατάρτι, τον καπνοδόχο, άνθρωπους, ολόκληρο ένα ρυμουλκό.
Άλλοι ναύτες μπαίνανε στο ρυμουλκό κι' άλλοι κατεβαίνανε στις
βάρκες.
Θόρυβος και φωνές ακουόντανε.
— Τι νέα από τη στεριά;
— Καλά, καλά.
— Τώρα που θα μπείτε στο καράβι θα τα βρείτε καλλίτερα. Πάνω
στο κατάστρωμα του καραβιού του οι δίοποι κι' οι υπαξιωματικοί
αεικίνητοι, βάρβαροι στις φωνές και στις κίνησες, περνούσαν απ'
όλα τα μέρη του καραβιού διατάζοντας, φωνάζοντας, χειρονομόντας.
Κάποιος αμούστακος ακόμη αξιωματικός μιλούσε με αυστηρότατο τόνο
σ' ένα γέρο αρχικελευστή.
Ο Ρένας σκέφτηκε:
— Αν γινόμουνα έξαφνα ένας γλάρος!
Τους κύτταζε και ποτέ δεν τον χόρταινεν η θέα τους. Πάντοτε κάτι
νέο είχανε να του πούνε. Τώρα παρατηρούσε ότι αισθάνονταν την
ευτυχία του νερού περισσότερο από τα καράβια, και στο πλέψιμό
τους υπήρχε περισσότερη φυσικότητα από κείνα. Ακόμα έβλεπε τον
ηδονισμό τους. Ερωμένη τους η θάλασσα που την απολαβαίνανε λίγη-
λίγη, όπως γεύεται κανένας ρουφηξές-ρουφηξές το καλό κρασί.
Σέρνονταν από πάνω της τόσο, που η σκιά τους μόνο να ραΐζει το
κρούσταλλό της, σταματούσαν και την κυττάζανε, κινούσανε το ένα
φτερό προς αυτήν, ύστερα το άλλο. Χαμηλώνανε στο τέλος κι'
αγγίζανε την άκρη της πέννας τους σα να παίρνανε αγιασμό. Ύστερα
εκστατικοί από την ευτυχία τους πετούσανε φοβισμένοι, με φωνές.,
.
Ο Ρένας αισθανότανε τη μυρουδιά του καπνού, κι' έβλεπε το χέρι
του να το μαυρίζει η σκιά του. Ο καπνός έβγαινεν από τους
καπνοδόχους σα να τον σπρώχνανε με δύναμη, σα να τον φυσούσανε
από το άνοιγμα του καπνοδόχου. Κουβάρια, και τόπια, και τούφες,
και κύματα, και χεριές, ο καπνός, τραβούσεν ίσα κατά την πρύμη
του καραβιού, περνούσε το πρυμιό άλμπουρο και χανότανε. Αυτός
ήταν ο καπνός.
Ύστερα μετρούσε τα πιο ασήμαντα μικροπράγματα του καραβιού.
Ορίστε η μεγάλη καμπυλωτή μπίγα, είχε τριανταπέντε σκαλάκια. Η
άκατος είχεν εικοσιεννιά στραβόξυλα από το κοράκι της πλώρης
ίσαμε το ποδόσταμο της πρύμης. Οι πάγκοι της ήταν έξη, οι σκαρμοί
της μόνον εννιά, γιατί ο δέκατος είχε φύγει. Τα κουπιά της τρία,
και τ' άλλα τυλιγμένα μέσα στο πανί., Παρακάτω στο μεσόστεγο του
θωρηκτού στεκόντανε δώδεκα χονδρά μπουντέλια, και στο κουρζέτο
μετρούσε δώδεκα χαλκάδες που δεν μπορούσε να καταλάβει τη χρήση
τους.
Οι σκιές των πραγμάτων απλωνόντανε παντού και προσπαθούσεν απ'
αυτές να μαντέψει τα ίδια τα πράγματα. Έτσι έλεγε:
— Εδώ είναι ένα σχοινί, εκεί ένας Μάκαρας, εκεί ένας κόμπος,
εκεί ένας χαλκάς, εκεί.,, Δε μπορούσε να καταλάβει, και κύτταξε
το ίδιο το πράγμα. Ήταν ο σκούφος ενός θερμαστή που κοιμότανε
πάρα πέρα.
Άκουε τις ομιλίες των ναυτών.
— Κι' άλλη τρίλλια.
Μια παρέα έπαιζεν από κάτω. Ύστερα:
— Θα κινήσω πάντα λίθον.,,
Δυο υπαξιωματικοί μιλούσανε για τους προβιβασμούς τους. Άλλος
δίοπος έλεγε σε δυο ναύτες που δεν ακούανε τη διαταγή του:
— Τι τάχω, μωρέ Θεούλη μου αυτά; Και τραβούσε τα δυο του
κόκκινα γαλόνια.
Άλλες ομιλίες ακούονταν από δω κι' από κει.
— Σαν καλός είναι σήμερα.
— Πέφτει τσεκούρι και τσεκούρι.,,,
— Αυτό το ψοφήμι θα κάνεις τώρα άνθρωπο!
— Πηγαίνανε μαζεμένοι όλοι σαν τραγιά.....
— Το πίστεψες συ πάλι! Λάφρωσέ τα λιγάκι ό,τι να το γλυτώσομε.
Προσπαθούσε να καταλάβει την αρχή και την αιτία κάθε ομιλίας, και
δειχνότανε τόσο ευχαριστημένος σαν — σύμφωνα με την ιδέα του — το
κατάφερνε.
— Έγινα λοιπόν φιλόσοφος; Ρωτήθηκεν ο Ρένας κατεβαίνοντας στο
υπόφραγμα. Φιλόσοφος ή ποιητής;
Κάποιος ναύτης σκύβοντας από το βάρος ενός σχοινιού τον έσπρωξε
λίγο με το φορτίο του, κι' ύστερα τον ρώτησε:
— Μα δεν κάνεις καμιά δουλειά συ όλη την ημέρα;
— Καμιά.
— Σωστά. Η τεμπελιά κατεβάζει σοφία.
— Ναι όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ήτανε κλασσικοί τεμπέληδες.
Ο φορτωμένος με το βάρος του σχοινιού ναύτης έφυγε φωνάζοντας:
«Ε, ίσαααα! μπρόοοος!» κι' ο Ρένας στο μισοσκόταδο του
υποφράγματος αισθάνθηκε κάτι σαν υγρασία.
Τινάχθηκε λίγο λέγοντας:
— Μπα! Είναι η δυσαρέσκεια που φέρνει το σίδερο και το σκοτάδι
του υποφράγματος. Η κατάσταση δεν είναι δω καθόλου φυσική
περπατάς πάντοτε με σκυμένη τη ψυχή στα χαμηλά αυτά διαμερίσματα.
Μέσα στο υπόφραγμα υπήρχε πολυμορφία σε κίνηση.
Οι ναύτες παραμερίζανε πολλές φορές και σιάχνανε την στάση του
σώματός τους για να περάσει ο ανώτερος. Τους κατώτερους τους
έσπρωχναν. Από τους ίσους ζητούσαν κάποτε συγγνώμη. Μπροστά στους
φίλους μεταμορφώνανε το πρόσωπό τους σε χαμόγελο. Ονόματα,
ονόματα κατρακυλούσανε μέσα.
— Μαλάααμος!
— Σαροδήηημος!
— Βαρδαλάαας!
Η υπηρεσία, στο σχήμα του σκοπού, σέρνοντας το σπαθί στο πλευρό
και κινουμένη με άκαμπτο βήμα καλούσε τους ναύτες.
Αν όμως η φωνή ήτανε φιλική, είχεν άλλο τόνο. Την καταλάβαινε
χωρίς καμιά δυσκολία. Της έλειπεν η έμφαση· τονιζότανε μαλακώτερα
και τις περισσότερες φορές ακουότανε στην κλητική:
— Μασούρα!
— Καραδημάκη!
Ο Ρένας είδεν ότι μπορούσε να γνωρίζει τη διαταγή από την πτώση.
Η επίσημη ονομαστική του έφερνε την απέχθεια. Η κλητική, ήτανε
φιλική και δεν τάραζε το αυτί του.
Και όχι μόνο η φωνή, αλλά και το περπάτημα έδειχνε τον άνθρωπο. Ο
νεοπροβιβασμένος εκείνος υπαξιωματικός πήγαινε και δεν κύτταζε
στα πλάγια του. Ο ναύτης που τον φωνάξανε για αγγαρίαν έσκυβε
προκαταβολικά τους ώμους και σκάλιζε τη μύτη. Ο καμαρώτος είχε
μικρότερα και ταχύτερα βήματα, σα να βάδιζε σε σάλα. Οι χωρίς
δουλειά ναύτες κινούσαν τα χέρια τους και είχανε την αστάθεια της
παλάντζας στο περπάτημά τους. Όσοι τελειώσανε την δουλειά τους
στηλώνανε την μέση και πηγαίνανε με τα χέρια στις τσέπες. Όσοι
φέρνανε την καραβάνα του φαγιού σιγολέγανε κάποιο τραγούδι.
Μηρμυκοφωλιά το υπόφραγμα απαράλλακτη. Περνούσεν ο ένας ναύτης
μπροστά από τον άλλο, σταματούσε, κάτι τούλεγε, σταματούσε για να
τον κυττάξει, και ύστερα ο καθένας προχωρούσε στη διεύθυνσή του.
Οι φωνές και οι βρυσιές στο υπόφραγμα μπόλικες.
— Είναι το θαμπό φως που κάνει τους ναύτες έτσι
ευκολοερέθιστους, είπεν ο Ρένας, και σε κανένα δεν κάνει
εντύπωση.
Διαρκώς ακούονταν.
— Μίλα καλά, λέω γω.
— Αυτό που σου είπα. Γκαπ-γκουπ.
Τσακώνονταν και αρπάζονταν από τα ρούχα.
— Έβγαλα το Σχολαρχείο, έλεγεν ένας μικρός στρογγυλοπρόσωπος
οιακιστής, αφού τον χώρισαν από τον καυγά. Έβγαλα το Σχολαρχείο
μα τι βγήκε! Νάαα! Ήρθα να καταταχτώ ναυτόπαιδας.
Κι' έδοσε μια πλατειά μούτζα στο πρόσωπό του.
— Ο εγγράματος! τον έκοψεν άλλος που δεν πίστεψε. Ξέρεις μωρέ
να μας πεις με τι γράφονται τα γράμματα;
Η συζήτηση για τη μόρφωση του κύκλου έπερνε δρόμο.
— Ο ναύαρχος έδοσεν ένα σήμα ότι φτάνει, και το «έρχομαι
εσπευσμένως» το «ως» τόγραψες με όμικρον.
— Από τη βίαση μου μωρέ λάπαθο.
— Βέβαια, ήσουνε και συ ε σ π ε υ σ μ έ ν ο ς. Φύυυσα!!
Ο άλλος απάντησε κατακόκκινος στον πρώτο:
— Το νου σου και θα σε κουτουλήσουνε, βρε!
— Τι;
— Οι οξείες, οι βαρείες και οι περισπωμένες.
.,,, Στο πρωραίο διαμέρισμα του υποφράγματος όπου ήτανε το
κουρείο μαζεύονταν όλοι οι χασομέρηδες.
Ξαναδιάβασε την κολλημένη στον τοίχο διαταγή:
«Οι άνδρες πρέπει να διατελούν καλώς εξυρισμένοι, απαγορεύεται δε
το τρέφειν υπογένειον (μούσι).
Εκ του Γραφείου της επιστασίας.»
Μέσα κι' έξω από το διάφραγμα του κουρείου ήτανε μαζεμένοι, και
μαζευόντανε τακτικά, ένας Κερκυραίος δίοπος γραφέας, ένας
κληρωτός φοιτητής της φιλολογίας, ο δίοπος ξυλουργός, ο βοηθός
ναύτης του πολιτικού ράφτη, ο αποθηκάριος του οπλονόμου, και
μερικοί άλλοι.
Προσπαθούσαν όλοι να κάνουν το μόρτη, τον ξεδομένο στον κόσμο,
και κανόνιζαν ανάλογα την ομιλία τους, και τις κίνησές τους.
— Έχω νταλκά, λέγανε ταχτικά.
— Είναι στο νταλκαδάκι του πάλι.
— Του ξηγήθηκα λίγο αρμυρά σήμερα.
— Όταν έμπαινες συ στη μαγκιά, εγώ έβγαινα απ' το κουρμπέτι.,
.
Όσοι ναύτες ερχόντανε να σιάξουνε τα μαλλιά ή να ξουριστούνε
τραβούσανε το διάβολό τους.
— Πι και Φι θα μας γίνεις πάλι, φώναζεν ο φοιτητής της
φιλολογίας.
— Τράβα του ένα μπερντάκι, έτσι σώγαμπρο, κορόιδευεν ο
αποθηκάριος.
— Θα σου τον φτιάσω ως είδος πλουσιόπαιδο, απαντούσεν ο ναύτης
κουρέας.
Έφτανε στο μεταξύ και ο υπηρέτης των μηχανικών· και καλούσε το
φοιτητή της φιλολογίας.
— Κύριε Παρασκευόοοπουλε!
— Παρών, εδώ.
— Νάαα! Βρε!
Το κοπλιμέντο των πέντε δακτύλων δεν παρεξένευεν ούτε θύμωνε
κανένα.