Πάνω στο κατάστρωμα της πλώρης οι κληρωτοί πλαίνανε τα ρούχα
τους, και πίσω από τις βουνοκορυφές βασίλευεν ο ήλιος και χρύσωνε
τα βουνά.
Οι κληρωτοί πέρνανε από ένα κουβά και τον γεμίζανε νερό από την
τρούμπα. Απιθώνανε τα ρούχα ένα σωρό στο σανιδένιο κατάστρωμα,
και το πλύσιμο άρχιζε. Βουτούσανε το ρούχο στον κουβά, το
απλώνανε στα σανίδια και τρίβανε το σαπούνι απάνω του.
Ένας από το σωρό των κληρωτών, είχε τα ρούχα του τυλιγμένα σε μια
πετσέτα κάτω από τη μασχάλη του και κύτταζε τους άλλους με φανερή
στεναχώρια.
— Τι κάθεσαι έτσι μαζεμένος και περιμένεις; Τον ρώτησεν ο
Ρένας.
— Δε βρίσκω κουβά να πάρω νερό.
Ολόγυρα οι ναύτες φωνάζανε, σπρωχνόντανε, τραβούσανε τους
κουβάδες, μαζευόντανε γύρω στην τρούμπα.
— Και βέβαια, πού να βρεις! έκανε με συμπάθειαν ο Ρένας. Πού
αφίνουν τόσοι λύκοι δω πέρα.,, Έλα μαζί μου.
Κατάφερε και οικονόμησε δυο κουβάδες, τους γέμισε νερό, και
ύστερα διάλεξεν ένα κατάλληλο μέρος κοντά στον εργάτη. Ο κληρωτός
ακολουθούσε.
— Δε μου λες, ξεύρεις να πλαίνεις; Ρώτησεν ο Ρένας., Αμ πού
να μάθεις! Μήπως έπλαινες συ τα ρούχα σου σπίτι σου.,, Λοιπόν
δω στο Ναυτικό πρέπει να φωνάζεις, να σπρώχνεις, να κάνεις τον
άγριο· όχι να στέκεσαι με δεμένα τα χέρια. Πρέπει να χαλάς τον
κόσμον εδώ για να σε φοβούνται.,, Θα συνηθίσεις όμως.,, Και
τώρα τι κάθεσαι; Πιάσε μια φανέλλα και άρχισε να πλαίνεις.,,
Όχι έτσι κουβαριασμένη. Άπλωσέ την του μάκρους.,, Βάλε κι' άλλο
σαπούνι νάναι μπόλικο. Μην το λυπάσαι το σαπούνι. Εδώ στο καράβι
τα ρούχα λερώνουνε πολύ από τα λάδια, τις καπνιές, τα σίδερα και
τα χρώματα, και θένε σαπούνι και σαπούνι.,, Ρίξε κι' άλλο νερό
απάνω για να πιάσει το σαπούνι και να γλυστρά το ρούχο.,, Να
κύτταξέ με μένα.
Κάτω από τα χέρια του Ρένα το ρούχο πιεζόταν, στέναζε, έπερνε
χίλιες μορφές και χίλια σχήματα, άλλαζε χρώμα και κατάσταση.,
Μαζί με το πλύσημο η γλώσσα του δε σταματούσε κι' έλεγε στον
κληρωτό:
— Όταν το ρούχο δεν είναι πολύ βρεμένο σου σακατεύει τα χέρια
σου, δε μπορείς να το τρίψεις, αγωνίζεσαι άδικα, φωνάζεις κι'
αγκομαχάς.. Τώρα πιάσε και συ να δούμε.,,, Έτσι γεια σου. Δεν
τα καταφέρνεις και τόσο κακά.,, Τώρα και τα μανίκια. Άπλωσε τα
στρωτά.,, Μπράβο. Κάτω τα χείλια του μανικιού χρειάζονται
δυνατό τρίψιμο και μπόλικο σαπούνι.,, Μην τα πλαίνεις και τα
δυο μαζί. Πρώτα το ένα κι' ύστερα το άλλο., Κουράστηκες;
— Όχι.
— Τόσο το καλλίτερο. Τώρα πιάσε το λαιμό.,, Βάλε πιο πολύ
δύναμη. Βλέπεις ο λαιμός δεν χορατεύει. Όλη η λέρα και ο ίδρωτας
απάνω του μαζεύονται. Χρειάζεται σαπούνι και τρίψιμο.,, Τώρα
κι' από μέσα στην τραχηλιά και στη ράχη., Είδες! Τέλειωσε ως που
να πεις έλα Χριστέ.
Από δω κι' από κει οι άλλοι κληρωτοί πλαίνανε με προθυμία και
πείσμα. Άλλοι τα καταφέρνανε, κι' άλλοι κυττάζανε να τελειώσουν
όπως-όπως. Ο Ρένας πήρε τους δυο κουβάδες και τους ξαναγέμισε
με καθαρό νερό από την τρούμπα. Όταν τους έφερε στον κληρωτό
αυτός αγωνιζότανε να πλύνει μια μάλλινη φανέλλα. Από το
αγκομάχημά του φαινότανε πως η δουλειά τον στενοχωρούσε και τον
κοπίαζε. Το μαλλί, πεισματάρικο, δύστρωπο, δεν ήθελε να υπακούσει
στον αδέξιο κύριό του κι' έμενε λερωμένο μ' όλη την προσπάθεια
και τ' αγκομαχητά του κληρωτού.
Ο Ρένας δε μπόρεσε να κρατήσει το γέλιο του, και παραμερίζοντας
τον κληρωτό έπιασε τη φανέλλα και το σαπούνι.
— Το μαλλί είναι ίδιο, άρχισε να εξηγεί στον κληρωτό, με το
γάιδαρο που καταλαβαίνει τον αγωγιάτη του για ατζαμή και
πρωτόπειρο, και σταματά σε κάθε βήμα, σκύβει το κεφάλι του δεξιά
κι' αριστερά στο δρόμο, αρπάζει το χορτάρι και το μασσά με την
ησυχία του. Φωνές, βρυσές, ξύλο δεν του κάνουνε τίποτα., Έτσι
και το μαλλί. Όσο εύκολα πλαίνεται για έναν που τόχει μάθει, τόσο
δύσκολα για κάθε άλλο. Χρειάζεται τέχνη και δύναμη.,, Και να
σου πω, ευκολότερο είναι να το πλαίνεις με ζεστό νερό., Μα με το
κρύο έχεις πάλι ένα συμφέρο.
— Τι συμφέρο! έκανε με περιέργειαν ο κληρωτός.
— Ότι με το κρύο δε μπάζει το ρούχο σου.,, Έπλυνες τη μάλλινη
φανέλλα με ζεστό νερό δυο-τρεις φορές θα τη δεις να μπάσει και
να σου ανεβαίνει ως τα βυζιά. Πάει τότε πέταξ' την. Γι' αυτό να
μη λυπάσαι ποτέ τον κόπο και να την πλαίνεις με το κρύο.
— Μα δεν μπορεί να καθαρίσει είπεν ο κληρωτός.
— Σιγά-σιγά και θα μάθεις.,, Ορίστε κύτταξέ με μένα.,,
Βούτηξε ολόκληρη τη φανέλλα μέσα στον κουβά και την έβγαλε σε
λίγο φουσκωμένη και να στάζει. Την έτριψε καλά με σαπούνι από το
ένα μέρος, την βούτηξε πάλι στο νερό, και την έτριψε και πάλι με
σαπούνι από το άλλο μέρος. Ύστερα άρχισε να την πιέζει, να τη
μαζεύει, να τη ζουπίζει. Η σαπουνάδα έτρεχε από παντού, αφράτη,
άσπρη, λιμπιστή, πυχτή, σαν σιμιγδαλένιο καλοζύμωτο ζυμάρι.
Ο κληρωτός όλο κι' απορούσε.
— Μα καλά, γιατί και σε μένα δε γίνεται καθόλου σαπουνάδα! Όσο
σαπούνι και τρίψιμο και να βάλω, το σαπούνι δεν πιάνει. Η
σαπουνάδα είναι αραιή σα νερόπλυμα και η φανέλλα γίνεται βούλες-
βούλες πλυμένη κι' άπλυτη.
— Έτσι κι' εγώ στις αρχές, είπεν ο Ρένας. Έλεγα πως έφταιε το
σαπούνι, και δεν έκανε καθόλου αφρό. Νόμισα πως με είχανε γελάσει
και μου δόσανε θάλασσα. Έχυσα το πρώτο νερό και πήρα άλλο. Το
δοκίμασα και ήταν γλυκό. Μα τα ίδια πάλι. Τώρα το θυμούμαι και με
πιάνουν τα γέλια.
Άρχισε να γελά μ' ολάνοιχτη την καρδιά. Ο κληρωτός έκανε το ίδιο.
Ύστερα από λίγο η φανέλλα ήταν ολοκάθαρη. Το έδειχνε κάτασπρη η
σαπουνάδα που έβγαιναν από παντού. Την έστιψε και είπε στον
κληρωτό.
— Κύτταξε την, ολοκάθαρη και μαλακιά σαν κουκκούλι.,,, Τώρα
πρέπει να ξεπλύνομε τα ρούχα και να τ' απλώσομε. Γέμισε τους
κουβάδες καθαρό νερό, και γλήγορα να μην απομείνομε τελευταίοι,
γιατί σε λίγο θα χτυπήσει παύση πλυσήματος.
Ενώ ξέπλαιναν τα ρούχα, ο Ρένας έλεγε:
— Να τα ξεπλαίνεις πάντα καλά, με δύο και τρία νερά. Εκτός που
καθαρίζουν περισσότερο, δε μένει και σαπουνάδα απάνω για να
γιαλίζει όταν στεγνώσουν.
Έστιψαν ύστερα σφιχτά-σφιχτά τα ξεπλυμένα ρούχα, και τα πήρανε
να τ' απλώσουνε στους ε π ά ρ τ ε ς. Καθώς είχε βραδυάσει,
κρεμάσανε στην πλώρην ένα μεγάλο πολύφωτο από ηλεκτρικά, και η
δουλειά στο πλύσημο και στο άπλωμα γινότανε κάτω από μιαν ώμορφη
φωτοπλημμύρα. Ένας δίοπος, βαλμένος κει, πρόσεχεν ώστε το άπλωμα
να γίνεται κανονικό.
Όταν τελείωσαν όλοι το πλύσημο και το άπλωμα, ο δίοπος σφύριξε με
τη σφυρίχτρα, και οι σχοινένιοι ε π ά ρ τ ε ς αρχίσανε ν'
ανεβαίνουνε με αργή μεγαλοπρέπεια στο ύψος του πλωριού καταρτιού,
στάζοντας από τα βρεμένα ρούχα.
Από κάτω ο Ρένας, είχε σηκώσει το κεφάλι του, και ξέσπαζε με τους
άλλους ναύτες, σε ιαχές.