VI

Μετά το μεσημερινό φαγητό ο Ρένας έκανε μια πολύ σπουδαία

ανακάλυψη, και γύριζε δω και κει στα υποφράγματα και στο

κατάστρωμα για νάβρει κάποιο να την ανακοινώσει.

Ο κοντόχοντρος βοηθός του Μπάρμπα Μάρκου του μάγειρα που στις έξη

μήνες μόλις μια φορά άφινε το καράβι, και γι' αυτό ο Ρένας το

νόμιζε ανέκαθε πολύ φτωχό και φορτωμένο με οικογενειακά βάρη, του

αποκάλυψε σε μια ομιλία, τραβηγμένη μ' έξυπνο τρόπο, ότι ήτανε

πλούσιος. Είχε κάπου είκοσι χιλιάδες δραχμές· όλες καμωμένες από

το ναυτικό.

Τον ρώτησε:

— Πόσο χρόνων είσαι;

— Σαράντα πέντε.

— Σαρανταπέντε!! Συ φαίνεσαι πολύ πιο μικρός. Μα είσαι σε

αλήθεια σαρανταπέντε;

— Είναι από την καλοπέραση. Μάγειρας βλέπεις.

Το έλεγε με τον ίδιο τόνο που θα έλεγε άλλος ότι είναι

τραπεζίτης.

Ύστερα χτύπησε την κοιλιά του. Έμοιαζε με τουλούμι γεμάτο κρασί.

Μεγάλο τουλούμι μάλιστα. Όταν τη ξαναχτύπησε, ο Ρένας άκουσεν

ένα.

— Γκλουκ. Γκλουκ.

— Πατριαρχική κοιλιά έχεις.

— Α δεν έχω γω, ποιος θάχει!!

Στο τράβηγμα της ομιλίας, ο μάγειρας άρχισε να συμβουλεύεται το

Ρένα πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καλλίτερα τα χρήματά του

έξω, γιατί σε λίγους μήνες θάπαιρνε τη σύνταξή του.

— Δε ξέρω, είπεν, αν με συμφέρει καλλίτερα ν' ανοίξω στον

Περαία καμιά ταβέρνα, ή στην Αθήνα κανένα ζαχαροπλαστείο.

— Γιατί ζαχαροπλαστείο;

— Ξέρω όλους τους αξιωματικούς του Ναυτικού τόσα χρόνια που

λες, και θάρχονται σε μένα.

— Στην ταβέρνα όμως θάρχονται όλοι οι ναύτες που είναι και

περισσότεροι.

— Γεια σου. Καλλίτερα για την ταβέρνα. Αυτό λέω και γω· μα

σούπα για το ζαχαροπλαστείο, έτσι για να πάρω τη γνώμη σου.

Η ανακάλυψη του κοντόχοντρου βοηθού του Μπάρμπα Μάρκου, πλούσιου

και σαρανταπεντάρη, του είχε γεμίσει τόσο τη σκέψη του και το

αίσθημα ώστε έπρεπε σε κάποιο να τη μεταδόσει. Νόμιζε πως

θάσκαζεν αλλοιώτικα, πως θ' άνοιγε το κεφάλι του.

Το παραμύθι του κουρέα που πήγε και φώναξε στα πηγάδια την

ανακάλυψη των γαϊδουρινών αυτιών στο βασιλικό κεφάλι του Μήδα,

ζωντάνευε δυνατό, χτυπητό, γεμάτο παράσταση μπροστά του.

— Κανένα παραμύθι δε μπορεί νάναι ψεύτικο, συμπέρανε. Απολύτως

κανένα παραμύθι.

Ανέβηκε στο κατάστρωμα με τη λύπη και την απογοήτεψη ζωντανά

σφραγισμένη στο πρόσωπό του., Από πάνω από το επίστεγο άκουσε να

κατεβαίνει ο ήχος και τα λόγια τραγουδιού.

Έμαθ' ο λαγός να μπαίνει

έμαθ' ο λαγός να μπαίνει

έμαθ' ο λαγός να μπαίνει

μέσ' στης παπαδιάς τ' αμπέλι.

Μαζί με τον ήχο συλλογίστηκε με ευχαρίστηση ότι θα μπορούσε κι'

αυτός ν' αλλάξει την εκμυστήρεψή του σε τραγούδι. Σιγά-σιγά

ηύρε τα λόγια του τραγουδιού σύμφωνα με τον ήχο που ακουόταν

ακόμα να κατεβαίνει από το επίστεγο:

Σαρανταπέντ' ο μάγειρας

σαρανταπέντ' ο μάγειρας

σαρανταπέντ' ο μάγειρας

είναι σαρανταπέντε.

Κι' έχει χιλιάδες είκοσι

και είκοσι χιλιάδες.

Το τραγούδησε όχι πολύ δυνατά, και με κάπως μπερδεμένα λόγια για

να μη καταλαβαίνονται. Επανάλαβε το τραγούδι τέσσερις πέντε

φορές, και νόμισε πως το κεφάλι του άδειασε λίγο πολύ λίγο, όμως,

γιατί οι είκοσι χιλιάδες του μάγειρα και τα σαρανταπέντε του

χρόνια τον σφίγκανε και τον πιέζανε τόσο ακόμα.

Αργία : διήγημα · 第 4 / 8 题