Ο κουτός γραφέας ήρθε τη Δευτέρα το πρωί στο καράβι από τη
στεριά, καταχαρούμενος και ευτυχισμένος. Ο Ρένας τον άρπαξεν από
τον ώμο όπως αρπάζουνε τον ένοχο πάνω στη σκηνή.
— Στέκεται στα πόδια του ο κόσμος;
— Ου! Καλά.
— Οι άνθρωποι; Οι γυναίκες; Οι γυναίκες προ πάντων!
— Ναι και οι γυναίκες.
— Και είναι ώμορφες ε; Πολύ ώμορφες;
— Ώμορφες, λέει; Γιατί, δεν τις ξέρεις;
— Τώρα πεια! Κάποτε και γω.,, Μια φορά.,, Και τα
αυτοκίνητα; τι κάνουνε τ' αυτοκίνητα, γεμίζουνε ακόμα τους
δρόμους με βενζίνα; Δεν το ξεχάσανε το καθημερινό τους μάθημα;
— Ποιο μάθημα;
— Καλά, καλά.,, Μήπως έχεις κανένα δείγμα από τη στεριά;
Ο γραφέας σήκωσε το πόδι του.
Να το παπούτσι μου. Είναι ακόμη μπόλικη σκόνη.
— Δεν την περίμενα την εξυπνάδα αυτήν από σένα.,, Τώρα έφερες
απόξω καμιάν εφημερίδα;
Έβγαλεν από την τσέπη του δύο τρεις, και του τις έδοσε.
— Να λοιπόν που υπάρχει ο κόσμος έξω, συλλογίστηκε ρίχνοντας
γλήγορες ματιές δω και κει στις εφημερίδες.
Διάβασε στα θεάματα:
— Θ έ α τ ρ ο ν Ο λ ύ μ π ι α· Φάουστ.
— Κ ι ν η μ α τ ο γ ρ ά φ ο ς Π α τ έ· Το έγκλημα του
καλλιτέχνου. Μεγάλη κοσμική συγκέντρωσις.
Το κομμάτι αυτό της εφημερίδας του φαινότανε περίεργο,
ακατανόητο, ασύλληπτο σχεδόν.
Μα πώς λοιπόν! Το θέατρο και ο κινηματόγραφος πρέπει νάτανε πολύ
περίεργα θεάματα.
Ύστερα ερχόντανε άλλες είδησες κι' άλλα περιεχόμενα. Τη
μπερδεμένη πολιτικολογία και την πολιτική αρθρογραφία κάπως την
καταλάβαινε, και την έβρισκεν όμοιη με την τωρινή του κατάσταση.
Αλλά μια είδηση του φάνηκεν εντελώς ακατανόητη:
ΣΙΓΑΡΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΥΠΟ ΣΥΝΟΔΕΙΑΝ
«Χθες το απόγευμα ο μεγαλοβιομήχανος σιγαροποιίας κ. Λ.
Μαθουρίκος εξετελώνισεν εκ του Τελωνείου μίαν σιγαροποιητικήν
μηχανήν. Φοβούμενος δε να μεταφέρη ταύτην μήπως υποστή η μηχανή
επίθεσιν εκ μέρους των σιγαροποιών, εζήτησε την συνδρομήν της
Αστυνομίας, ήτις και του παρέσχε τεσσάρας χωροφύλακας υπό τον
δραστήριον υπενωμοτάρχην κ. Περδικάκην, οίτινες συνώδευσαν την
μηχανήν μέχρι του εργοστασίου άνευ τινός απευκτέου».
Διάβασε και πάλι την ίδιαν είδηση, και είδεν ότι η δεύτερη
ανάγνωση τον έριξε σε βαθύτερο σκοτάδι από την πρώτη.
Κάποια άλλη είδηση δεν του φάνηκεν ακατανόητη σαν την πρώτη, αλλά
τον βασάνισε η εξέταση των λεπτομερειών της που δεν ήτανε
γραμένες στην εφημερίδα.
ΚΑΡΡΟΔΡΟΜΙΚΟΝ.
«Σούστα από ρυτήρος ελαύνουσα παρέσυρε χθες π. μ. εις την οδόν
Αρχαγγέλου και απέκοψε τον πόδα της εβδομηκοντούτιδος γραίας
χήρας Γιαννούλας Μαστραπά. Ο δράστης καρραγωγεύς εξηκολούθησε τον
δρόμον του».
Η είδηση αυτή, τόσο φτωχή σε λεπτομέρειες τον έβαλε σε αναζήτηση.
— Πώς νάγινε το δυστύχημα: Μήπως η γριά ήτανε κουφή;.,,
Καθόλου περίεργο πράμα για μια γριά εβδομήντα χρόνων.,, Ύστερα
γιατί η εφημερίδα να γράφει «απέκοψε τον πόδα» και όχι «έθραυσε
τον πόδα»! Πρώτα-πρώτα η σούσα μόνο να σπάσει μπορεί ένα πόδι
και όχι να κόψει., Αλλά ακόμα πολύ περισσότερο στην περίσταση
μιας γριάς που έχει το όνομα του μαστραπά, μόνο το σπάσιμο μπορεί
να εννοηθεί.,, Τέλος πόσην ώρα μετά το δυστύχημα έτρεχεν ο
δράστης καρροτσέρης.,,
Η είδηση τίποτα δεν έγραφε κι' ο Ρένας σκέφτηκεν ότι οι
εφημερίδες του μέλλοντος δε θα έχουνε τις ατέλειες των τωρινών.
V
Οι ώρες περνούσαν άεργες και παράξενες μέσα στο καράβι. Από δω
κι' από κει χτυπούσαν οι σφύρες στ' αμόνι του μηχανουργείου του
θωρηκτού, ή άλλες σφύρες που καθαρίζανε τις σκουριές από τη
χοντρή αλυσίδα της άγκυρας.. Σιγά-σιγά και ασυναίσθητα ο Ρένας
από τη γενική βοή άρχισε να ξεχωρίζει τις ιδιαίτερες νότες.
Ολόκληρη ορχήστρα φυσικές και τεχνητές δύναμες που φανερώνανε την
ύπαρξη της ενέργειας τους μ' αλλοιώτικο η κάθε μία ήχο. Πολλά
χτυπήματα μ' αντήχηση καμπάνας μαντεύανε το ατσάλι του αμονιού.
Μακρύτερα, ένας σωρός χτύποι μαζεμένοι, ήχοι σαν πέτρα και σίδερο
μαζί, δείχνανε τα ματσακόνια που χτυπούσανε το μίνιο του
καραβιού. Μια άλλη σφύρα χτυπούσε χωρίς αντήχηση πάνω σε χοντρό
σκουριασμένο σίδερο., Να κι' η ξύλινη βαριά. Είχε τη φωνή βραχνή
και συμμαζεμένη. Υπήρχε πολλή υπακοή στον ήχο αυτό, κι' η σχέση
ξύλινου ήχου με το σιδερένιο, ήτανε σχέση του ναύτη με τον
αξιωματικό. Μέσα από το βάθος του καραβιού κόχλαζαν η
ηλεκτρομηχανή, και γινότανε κάτι παρόμοιο με τον ήχο χύτρας που
βράζει πλούσια η φασουλάδα. Ολόγυρα, στα σφυρίγματα των καραβιών
υπήρχε πολύς αυταρχισμός κι' αδικαιολόγητη βραχνάδα, κι' ο Ρένας
σκέφτηκεν ότι θα μπορούσανε να είχανε την ειρηνική φωνή της
καμπάνας, τις νότες φυσαρμόνικας, ή πιο όμορφα, το βέλασμα μικρών
προβάτων., Στο μεγάλο λίκνισμα του κύματος τα κουπιά χτυπούσανε
σαν κακομαθημένα χείλια, κι' από τη θάλασσα που σχιζόταν από τις
επιτήδειες πλώρες έβγαιναν ο βόγκος της αγωνίας και της
αντίστασης. Ένας μικρός Μάκαρας σχημάτιζε τη φωνή γρύλλου καθώς
έσερναν από κει τα σχοινιά των σημάτων, κι' όταν είχανε κατέβει
τα σήματα ο Μάκαρας άφησε πάλι την ίδια φωνή του γρύλλου. Ακόμα
ήταν οι φωνές της σάλπιγγας που κάθε μια ήξερε μόνη της να πει
εκατό παραγγέλματα· και ήταν οι κρωγμοί των γλάρων που φαίνονταν
εφοδιασμένοι με τη φωνή των κοράκων· κι' ήτανε τα ίδια πάντοτε
στον ήχο βήματα του σκοπού ναύτη με το χτύπο του σπαθιού στο
παντελόνι· και ήταν το αγκομαχητό του μπαλτά του μάγειρα που
χώριζε τη μεγάλη πλάτη από το βωδινό κρέας· και ήτανε τα λόγια
του αγγελιοφόρου τυλιγμένα σε ευγενικότητα όχι τόσο ναυτική: «Ο
κύριος Κυβερνήτης επιθυμεί να ίδη τον κύριον ύπαρχον.» Ή: «Να
ετοιμασθή η ατμάκατος διά τον υπασπιστήν του Κυρίου Ναυάρχου. »
Και ήταν οι φωνές και οι ήχοι αυτοί ανακατεμένοι όλοι μαζί σ' ένα
σύνολο κουβαριού, που το ξετύλιγε τώρα χωρίς πολλή δυσκολία ο
Ρένας. Και πάλι, δεν ήταν αυτοί μόνοι.
Μέσα στον όλο θόρυβο η αίσθηση της ατμόσφαιρας τον σκέπαζεν όμοιη
με ήχο άσθματος παιδιού, και η φωνή της θάλασσας του γέννησε την
εντύπωση ότι τηγανίζανε ψάρια. Κι' επειδή ήταν ένα ατέλειωτο
φρρσς-φρρσς, μονολόγησε μ' έκπληξη:
— Φ ρ ί σ σ ες τηγανίζει η θάλασσα!
Ο σύντροφος του γραφέας ήρθε και πάλι κοντά του και του είπε:
— Τεμπελιά λοιπόν και άγιος ο Θεός. Έτσι περνάμε μεις οι
φυλακισμένοι.
Ο Ρένας χωρίς να θυμώσει του απάντησε:
— Ποτέ, κακομοίρη μου, δεν ήσουνε πιο κουτός από σήμερα. Κι'
ήθελα κάποιο να με καταλάβει, ίσα-ίσα την ώραν αυτή που έκανα
ένα περίεργο συλλογισμό.
— Όλο ιδέες κατεβάζεις σήμερα!
— Το καράβι μας είναι φτιασμένο από σίδερο, ξύλα, σχοινιά,
χρώματα. Όλα αυτά ενωθήκανε σ' ένα σχήμα. Στη θάλασσα όλα τα
καράβια γίνηκαν από τα ίδια υλικά κι' έχουνε το ίδιο σχήμα.
Βλέπεις συ κανένα καράβι από πετσί, ή κανένα σχέδιο καραβιού να
μοιάζει μ' ανάποδη ομπρέλλα ή με το αψηλό παπούτσι της ερωμένης
σου;
— Την ερωμένη μου να την αφίσεις κατά μέρος.
— Καλά· δε μίλησα για την ερωμένη σου.,, Άκουσε τώρα και κάτι
άλλο. Μια οικονομική τρέλλα. Πολεμικό καράβι που ταξειδεύει.
Καίει είκοσι τόννους κάρβουνο την ημέρα. Σηκώνει την άγκυρα από
δω κι' ύστερα από δέκα μέρες γυρίζει πάλι και ρίχνει την άγκυρά
του στο ίδιο μέρος. Έκανε διακόσιους τόννους κάρβουνο στάχτη, και
σαράντα χιλιάδες δραχμές καπνό. Κατάλαβες;
Ο γραφέας έφυγε χωρίς να δόσει απάντηση.
Άρχισε να γυρίζει απάνω, κάτω, πρύμη, πλώρη, όλο το καράβι. Δεν
εύρισκε κανένα να μπορεί να μιλήσει. Κάποια κούραση κατέβαινεν ως
τα βλέφαρά του και του τα χαμήλωνε σε κλείσιμο. Αισθανότανε το
άτομό του βυθισμένο στη λύπη, και τον εαυτό του χαμηλωμένο από
την ταπείνωση. Έλεγεν ότι ήταν ο πιο μικρός, ο ελάχιστος από τους
ναύτες κι' από όλους τους ανθρώπους.,, Αν έκανεν έξαφνα ένα
λουτρό; Είχε προσέξει πάντοτε στη ψυχική αλλαγή και στην καλή
διάθεση που φέρνει το λουτρό., Μέσα στο διαμέρισμα των λουτρών
άρχισε να ξεχνά την ανία του και την ηθική του κατάπτωση. Τρεις-
τέσσερις ναύτες ολόγυμνοι, μαρμάρινοι στα σώματα, χαιρότανε τα
χάδια του νερού. Τα μικρά χωρίσματα των λουτρών, τα χωρίς πόρτες
μπρος, δείχνανε τα πλακάκια του δαπέδου γεμάτα σαπουνάδες. Ο
Ρένας, άρχισε να βγάζει γλήγορα-γλήγορα τα ρούχα του. Η άχνα
του νερού τον μεθούσε. Χλιαρό, χαδιάρικο, αισθαντικό το νερό, του
ξανάφερνε στο νου τη ζωή των ανθρώπων και της πολιτείας. Στην
επαφή του ζεστού νερού γινότανε πάλι ο πολιτισμένος και όπως
πρέπει άνθρωπος. Το φιλόξενο και ευγενικό νερό!! Πόσο τον έκανε
ανάλαφρο και πρόθυμο για δουλειά! Πόσο τον νανούριζεν έξω στο
σώμα και μέσα στην ψυχή! Πάντοτε είχε λογαριάσει ένα μπάνιο
περισσότερο, για εξυγιαντικό της ψυχής παρά του ίδιου του
σώματος. Τις στιγμές κείνες μάλιστα, έβγαλε και αυτή τη σκέψη:
— Ανοίξετε χιλιάδες, άπειρα λουτρά στον κόσμο, και κλείσετε τα
δικαστήρια και τις φυλακές.
Η χλιάδα του ατμού και η μυρουδιά του σαπουνιού και του σώματος
του γεμίζανε το λουτήρα. Σα σε όνειρο περνούσανε μπροστά του τα
περασμένα., Η αρχαία θρησκεία των Ελλήνων και των Ρωμαίων
ξαναζούσε μέσα του και έστηνε βωμούς. Η ωραία αυτή ειδωλολατρεία,
έλεγε, βγήκεν ασφαλώς από το νερό, και μάλιστα από τους
μαρμάρινους λουτήρες των Ομηρικών ηρώων. Από το νερό δεν
γεννήθηκε μόνον η Αφροδίτη, αλλά και όλος ο άφθαστος κόσμος των
Θεών και των ανθρώπων του ελληνικού πολιτισμού.
Η ευγένεια και η αλήθεια του γυμνού σώματος ήταν αυτό που λέμε
μεις τώρα λ α τ ρ ε ί α Ήταν η ίδια η θεότητα.
Κι' ο Ρένας μονολόγησε:
— Κανένας δε μπορεί τώρα να με γονατίσει.,,, Αχ και αν
γέμιζεν η πλάση από καθαρά σώματα έφηβων και παρθένων που γυμνοί
θα χορεύουνε την αιώνια νεότητα!
Η άχνα του νερού σχημάτιζε στους τοίχους ζωγραφιές και
κατακαθότανε στους φεγγίτες σε σταγόνες και κρύσταλλα. Μένανε κει
για κάμποσο τυπωμένες. Τα δάχτυλα του Ρένα αγγίζανε τις
ζωγραφιές.,,,,,
Τώρα τα ρούχα του τού φαινόντανε συχαμένα και βαριά. Εφεύρεση
βαρβαρικών εθίμων, βάρβαρης έποψης. Η ακαλαισθησία τους
κακομοίριαζε το υπερήφανο σώμα, και ταπείνωνε το δέρμα. Εσώρουχα
κι' εξώρουχα των νεότερων σχημάτων δεν ήτανε βέβαια κείνα που θ'
αναδείχνανε μίαν Αφριδίτη ή ένα Νάρκισσο.
— Στρώσετε την ύπαρξη του αρχαίου Κόσμου μπροστά μου,
μουρμούρισεν ο Ρένας, και αφίσετε με να περάσω ντυμένος το χιτώνα
και τα πέδιλα.,,, Η σκλαβιά του τωρινού ρούχου! Ποια
επανάσταση μεγάλη θα την αλλάξει σε στάχτη.,, Στεφάνια και
αλυσίδες από λευκά χέρια με περιβάλλετε.,,, Μα να έχω βάλει
και το σκούφο μου.,,, Πάει στο διάβολο.
Ο νους και η φαντασία του Ρένα είχανε σκεπαστεί κάτω από την
τελευταία κείνη βαρβαρότητα που του σκέπασε το κεφάλι.