δηλαδή, δεν έχει καμμίαν ακριβή γνώσιν του πραγματικού, αλλ'
απλώς του φαινομένου· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ας μην
αρκεσθώμεν όμως εις αυτήν την ατελή εξέτασιν του πράγματος, αλλ'
ας το εξετάσωμεν κατά βάθος. — Λέγε. — Ο ζωγράφος, λέγομεν, θα
ζωγραφίση ηνίας και χαλινόν. — Μάλιστα. — Επίσης και ο σκυτοτόμος
και ο σιδηρουργός θα κατασκευάσουν τα ίδια αυτά πράγματα. — Ναι.
— Άραγε όμως γνωρίζει ο ζωγράφος πώς πρέπει να είναι αι ηνίαι και
ο χαλινός; ή μήπως δεν το γνωρίζει αυτό ούτε εκείνος που τα
κατασκευάζει, ο σιδηρουργός και ο σκυτοτόμος, αλλά μόνος εκείνος
που γνωρίζει και να τα μεταχειρισθή, δηλαδή ο ιππεύς; — Αυτό
είναι αλήθεια, — Και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το ίδιον συμβαίνει
και με όλα τα άλλα; — Πώς; Δι' έκαστον πράγμα υπάρχουν αυταί αι
τρεις τέχναι, η μία που το μεταχειρίζεται, η άλλη που το
κατασκευάζει και η άλλη που το μιμείται. — Μάλιστα. — Αλλά αι
ιδιότητες και το κάλλος και η τελειότης ενός σκεύους ή ενός ζώου
ή και μιας πράξεως εις τι άλλο αποβλέπουν παρά εις την χρήσιν,
διά την οποίαν έκαστον κατεσκευάσθη υπό του ανθρώπου ή εποιήθη
υπό της φύσεως; Έτσι είναι. — Κατ' ανάγκην λοιπόν μόνος ο
μεταχειριζόμεγος ένα πράγμα γνωρίζει τας ιδιότητας αυτού καλύτερα
από κάθε άλλον και αυτός οδηγεί τον κατασκευαστήν και του λέγει
ποία προτερήματα ή ελαττώματα παρουσιάζει το έργον του εις την
χρήσιν· ο αυλητής παραδείγματος χάριν θα συστήση εις τον
κατασκευαστήν των αυλών και θα του παραγγείλη πώς πρέπει να είναι
οι αυλοί, που του κάνουν καλύτερα εις την εργασίαν του, και
εκείνος θα ακολουθήση τας συστάσεις του. — Πώς όχι; — Εκείνος
λοιπόν του παραγγέλλει ως γνώστης των καλών και των κακών αυλών,
και ο άλλος θα τους κατασκευάση με όλην την πεποίθησιν εις την
εμπειρίαν του. — Βέβαια. — Ώστε η μεν γνώσις την οποίαν έχει ο
κατασκευαστής περί των προτερημάτων ή ελαττωμάτων του έργου του
είναι απλή πίστις, την οποίαν αντλεί από τας συνομιλίας του με
εκείνον που γνωρίζει να το μεταχειρίζεται, και του οποίου είναι
αναγκασμένος να ακούη τας οδηγίας· ενώ αυτός ο μεταχειριζόμενος
κατέχει την επιστήμην του πράγματος. — Βεβαιότατα.
— Ο δε μιμητής από την χρήσιν τάχα των πραγμάτων τα οποία
μιμείται, θα αποκτήση την επιστήμην αυτών, ώστε να είναι εις
θέσιν να γνωρίζη αν είναι καλά ή ορθά είτε όχι; ή τουλάχιστον θα
μάθη να έχη μίαν ορθήν γνώμην περί αυτών, διότι ευρίσκεται εις
την ανάγκην να συνομιλή με εκείνον που τα γνωρίζει και να λαμβάνη
από αυτόν διαταγάς πώς πρέπει να εργάζεται; — Ούτε το ένα ούτε το
άλλο. — Ούτε λοιπόν γνώσιν ακριβή ούτε ορθήν ιδέαν θα έχη ο
μιμητής σχετικώς με τας αρετάς και τας κακίας των πραγμάτων, τα
οποία μιμείται. — Έτσι φαίνεται. — Ώστε ο μιμητής, εις την
ποίησιν, θα είναι πολύ βέβαια αξιάγαστος διά την σοφίαν που έχει
των πραγμάτων, περί των οποίων πραγματεύεται. — Δεν το
φαντάζομαι. — Αλλ' όμως μολαταύτα θα μιμηθή το κάθε τι, χωρίς να
γνωρίζη τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτό· αλλά, καθώς
φαίνεται, εκείνο που θεωρούν και παραδέχονται ως καλόν οι πολλοί
οι αμαθείς, αυτό θα λαμβάνη ως αντικείμενον μιμήσεως. — Και τι
άλλο; — Ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζω, ότι απεδείξαμεν
επαρκώς δύο τινά: πρώτον ότι ο μιμητής τίποτε άξιον λόγου δεν
γνωρίζει από όσα μιμείται, και ότι η μίμησις είναι απλώς παιδιά,
στερουμένη πάσης σοβαρότητος· και δεύτερον ότι εκείνοι που
επιλαμβάνονται της τραγικής ποιήσεως, είτε εις ιαμβικούς στίχους
είτε εις ηρωικούς, είναι όλοι των μιμηταί, όσον ημπορεί κανείς να
είναι. — Αναμφιβόλως.
— Αλλά, προς θεού, αυτή η μίμησις δεν απέχει τρεις βαθμούς από
την αλήθειαν; ή όχι; — Μάλιστα. — Προς ποίον δε τάχα πράγμα του
ανθρώπου εξασκεί την δύναμιν που έχει; — Τι δηλαδή πράγμα
εννοείς; — Αυτό που θα σου ειπώ· το αυτό μέγεθος, καθώς βέβαια
γνωρίζεις, αναλόγως πού το βλέπει η όρασις από μακράν ή από
πλησίον, δεν φαίνεται ίσον. — Πραγματικώς. — Και ακόμη τα ίδια
αντικείμενα φαίνονται τεθλασμένα ή ευθέα αναλόγως πού τα βλέπομεν
μέσα ή έξω από το νερό, και κοίλα ή κυρτά ένεκα της απάτης που
προξενούν εις την όρασιν τα χρώματα· και εν γένει είναι φανερόν
ότι η οπτική αύτη απάτη εμβάλλει εις μεγάλην διατάραξιν την
ψυχήν. Αυτήν λοιπόν την φυσικήν ημών διάθεσιν είναι που
εκμεταλλεύεται η τέχνη της σκιαγραφίας και η τέχνη των
θαυματοποιών και άλλαι παρόμοιαι, και δεν παραλείπουν καμμίαν
γοητείαν που να μην την εξασκούν εις βάρος της. — Έχεις δίκαιον.
— Δεν ευρέθη όμως το μέτρημα, η αρίθμησις και το ζύγισμα
ασφαλέστατον προφυλακτικόν κατά της απάτης ταύτης, ώστε να μην
υπερισχύη εν ημίν εκείνο, που μας φαίνεται μεγαλύτερον ή
μικρότερον ή περισσότερον ή βαρύτερον, αλλ' εκείνο που θα
βεβαιωθώμεν διά του υπολογισμού και της καταμετρήσεως ή και της
ζυγίσεως; — Βεβαιότατα. — Αυτά όμως όλα δεν είναι έργον του
λογιστικού μέρους της ψυχής μας; — Αυτού βέβαια. — Όταν όμως
τούτο μετρήση πολλάκις και εύρη ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα
ή μικρότερα το ένα από το άλλο ή ίσα μεταξύ των, τότε θα
παραδεχθή ότι τα αυτά πράγματα έχουν συγχρόνως ιδιότητας
αντιθέτους προς αλλήλας.
— Μάλιστα. — Αλλ' ημείς δεν είπαμεν, ότι είναι αδύνατον το αυτό
μέρος της ψυχής να σχηματίση συγχρόνως αντιθέτους κρίσεις περί
του αυτού πράγματος; — Και πολύ ορθώς το είπαμεν. — Ώστε λοιπόν
το μέρος της ψυχής μας που κρίνει χωρίς να λαμβάνη υπ' όψιν του
το μέτρημα δεν ημπορεί να είναι το ίδιον με εκείνο, που κρίνει
σύμφωνα με τα μέτρα. — Δεν ημπορεί βέβαια. — Αλλά το μέρος της
ψυχής, που στηρίζεται εις το μέτρημα και τον λογαριασμόν, είναι
το καλύτερον, που υπάρχει εν αυτή. — Πώς όχι; — Και επομένως
εκείνο, που αντιτίθεται προς αυτό, θα είναι κάποιο από τα
ταπεινότερα στοιχεία της ψυχής. — Κατ' ανάγκην.
— Εις αυτό το συμπέρασμα ακριβώς ήθελα να καταλήξωμεν, όταν
έλεγα ότι η ζωγραφική και εν γένει πάσα τέχνη στηριζομένη επί της
μιμήσεως απέχει πολύ από την αλήθειαν εις κάθε τι που παράγει και
ότι αφ' ετέρου και το μέρος εκείνο της ψυχής μας, προς το οποίον
αύτη αναφέρεται και συγγενεύει και σχετίζεται, απέχει επίσης πολύ
από την σοφίαν, και δεν είναι διά κανένα ασφαλές και αληθινόν
πράγμα. — Συμφωνότατος. — Φαύλη επομένως και με φαύλον
συνδυαζομένη η μιμητική γεννά και τέκνα φαύλα — Έτσι φαίνεται. —
Και τάχα αυτό αληθεύει μόνον εις την διά της οράσεως μιμητικήν, ή
και εις την διά της ακοής, την οποίαν ονομάζομεν ποίησιν; — Μου
φαίνεται πως και δι' αυτήν αληθεύει το ίδιον. — Ας μην
εμπιστευώμεθα όμως εις την αναλογίαν μόνον την οποίαν μας
φαίνεται ότι έχει προς την ζωγραφικήν, αλλ' ας προβώμεν και εις
την ακριβή εξέτασιν του μέρους εκείνου της ψυχής, προς το οποίον
έχει την ιδιαιτέραν της αναφοράν η ποίησις, και ας ίδωμεν αν αυτό
το μέρος έχη ή δεν έχη καμμίαν αξίαν. — Αυτό πρέπει να κάμωμεν.
— Ας θεωρήσωμεν λοιπόν το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· η
ποιητική μίμησις, λέγομεν, μιμείται τους ανθρώπους εις τας
αναγκαστικάς ή εκουσίας πράξεις αυτών, κατ' ακολουθίαν των οποίων
θεωρούν τους εαυτούς των ή ευτυχείς ή δυστυχείς, και εις τας
οποίας όλας ή χαίρουν ή λυπούνται· μήπως είναι τίποτε άλλο εκτός
από αυτό; — Όχι, τίποτε. — Και τάχα εις όλας αυτάς τας
περιστάσεις ο άνθρωπος ευρίσκεται εις συμφωνίαν με τον εαυτόν
του; ή μήπως απεναντίας, όπως προκειμένου περί της οράσεως
ελέγαμεν ότι στασιάζει και σχηματίζει αντιθέτους συγχρόνως
δοξασίας περί των αυτών πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και όσον αφορά
τας πράξεις του διχογνωμεί και μάχεται ο ίδιος με τον εαυτόν του;
μου έρχεται δε τώρα εις τον νουν, ότι δεν είναι καν ανάγκη να
συζητούμεν επ' αυτού του σημείου, διότι εις τους ανωτέρω λόγους
μας εμείναμεν τελείως σύμφωνοι εις όλα αυτά, ότι η ψυχή μας
δηλαδή είναι γεμάτη από μυρίας τοιαύτας αντιθέσεις, αι οποίαι
συμβαίνουν συγχρόνως εντός αυτής. — Πολύ σωστά. — Βέβαια και πολύ
σωστά· αλλά μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη τώρα να εξετάσωμεν
εκείνο που τότε παρελείψαμεν. — Το ποίον τούτο; — Ελέγαμεν καθώς
ενθυμείσαι και τότε, ότι ένας άνθρωπος μετρημένος, εις τον οποίον
ήθελε συμβή καμμία ατυχία, να χάση παραδείγματος χάριν τον υιόν
του ή τίποτε άλλο που να του είναι εξαιρετικώς προσφιλές, θα
υποφέρη την απώλειαν αυτήν με περισσοτέραν υπομονήν από κάθε
άλλον. Βεβαίως. — Τώρα δε ας εξετάσωμεν και τούτο· τάχα καμμίαν
πραγματικώς λύπην δεν θα αισθανθή, ή αυτό μεν είναι αδύνατον, θα
περιορίση δε απλώς την θλίψιν του; Αυτό μάλλον μου φαίνεται ότι
είναι το αληθές. — Πες μου δε ακόμη και αυτό· πότε νομίζεις ότι
περισσότερον θα προσπαθήση να πολεμήση και να κατανικήση την
λύπην του, όταν ευρίσκεται μεταξύ των ομοίων του και τον βλέπουν,
ή όταν θα ευρεθή μόνος του χωρίς την παρουσίαν κανενός άλλου; —
Πολύ βέβαια θα διαφέρη το πράγμα όταν τον βλέπουν άλλοι. — Ενώ
όταν είναι μόνος του θα αφήση, υποθέτω, τον εαυτόν του να ξεσπάση
εις θρήνους πολλούς και οδυρμούς, που πολύ θα εντρέπετο αν τον
ήκουε κανείς, και πολλά θα έκαμνε, που δεν θα εδέχετο να τον
έβλεπε κανείς να τα κάμνη. — Έτσι είναι.
— Εκείνο λοιπόν που τον διατάσσει να αντιστέκεται κατά της λύπης
δεν είναι ο ορθός λόγος και ο νόμος; και απεναντίας εκείνο που
τον σύρει εις αυτήν δεν είναι αυτό το πάθος; — Αληθώς. — Όταν δε
ο άνθρωπος δοκιμάζη δύο συγχρόνως αντίθετα κινήματα εν σχέσει
προς το αυτό αντικείμενον, κατ' ανάγκην, λέγομεν, ότι υπάρχουν εν
αυτώ δύο διακεκριμένα μέρη. — Πώς όχι; — Λοιπόν το μεν ένα εξ
αυτών είναι έτοιμον να υπακούση εις τον νόμον και να ακολουθήση
τας υποδείξεις αυτού. Πώς; — Λέγει δηλαδή ο νόμος, ότι κάλλιστον
είναι να διατηρή τις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ευστάθειαν εις
τας συμφοράς του και να μην αγανακτή, διότι ούτε δυνάμεθα να
γνωρίζωμεν τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτάς, ούτε
κερδίζει κανείς τίποτε να στενοχωρήται υπερμέτρως, ούτε αξίζει να
αποδίδωμεν μεγάλην σπουδαιότητα εις κανέν από τα ανθρώπινα·
προπάντων δε διότι η λύπη γίνεται εμπόδιον εις το να σπεύση
τάχιστα προς βοήθειαν ημών εκείνο, του οποίου απαραίτητον ανάγκην
έχομεν εις αυτάς τας περιστάσεις. — Και ποίον είναι αυτό; — Το
λογικόν, διά να κρίνωμεν ψυχραίμως την επελθούσαν συμφοράν, και,
όπως όταν εις τους κύβους μας έλθη καμμιά στραβή ριξιά, να
κυττάξωμεν να κανονίσωμεν τα πράγματά μας σύμφωνα με την
περίστασιν, όπως δηλαδή μας υποδείξη το λογικόν πως θα είναι
καλύτερα, και να μην κάμνωμεν όπως τα παιδιά, που όταν τύχη να
πέσουν, κρατούν το μέρος που εχτύπησαν και εξακολουθούν να
ξεφωνίζουν· αλλά να συνηθίζωμεν την ψυχήν μας να επιλαμβάνεται
όσον το δυνατόν γρηγορώτερα της θεραπείας του νοσήματος και της
επανορθώσεως του ατυχήματος, καθιστώσα τοιουτοτρόπως διά της
ιατρικής περιττάς τας ανωφελείς θρηνωδίας. — Αυτό πράγματι είναι
το καλύτερον, που θα είχαμεν να κάμωμεν εις τας συμφοράς μας. —
Λέγομεν λοιπόν ότι είναι το καλύτερον μέρος του εαυτού μας
εκείνο, που γνωρίζει να ακολουθή αυτόν τον λογισμόν. — Φανερόν. —
Ενώ εκείνο το άλλο μέρος, που μας τραυά αδιαλείπτως εις την
ανάμνησιν του παθήματός μας και μας ρίπτει εις τους θρήνους και
δεν ημπορεί να τους χορτάση, δεν έχομεν όλα μας τα δίκαια να το
είπωμεν αλόγιστον και ανωφέλευτον και δειλόν; — Βέβαια θα το
είπωμεν.
— Λοιπόν η μεν λύπη και η αγανάκτησις παρέχει πολλάς και
ποικίλας αφορμάς εις την μίμησιν, ενώ απεναντίας ο φρόνιμος και
γαλήνιος χαρακτήρ, ο οποίος είναι πάντοτε όμοιος προς εαυτόν,
ούτε εύκολον είναι να τον μιμηθή κανείς, ούτε πολύ πρόσφορος να
κατανοηθή, μάλιστα υπό του πολυποικίλου εκείνου πλήθους που
συναθροίζεται συνήθως εις τας πανηγύρεις και τα θέατρα· διότι
είναι όλως διόλου ξένη προς αυτούς η μίμησις τοιαύτης ψυχικής
διαθέσεως. — Πράγματι όλως διόλου. — Άλλως τε ο μιμητικός ποιητής
δεν είναι εκ φύσεως πλασμένος να παριστάνη αυτό το μέρος της
ψυχής και η σοφία του δεν είναι προορισμένη να αρέσκεται εις
αυτό, αν θέλη να ευδοκιμήση παρά τοις πολλοίς, αλλά να εξεικονίζη
τους παθητικούς χαρακτήρας, των οποίων η ποικιλία καθιστά
ευκολωτέραν την μίμησιν. — Το πράγμα είναι ευνόητον. — Θα είχαμεν
λοιπόν δίκαιον να καταδικάσωμεν και αυτόν και να τον βάλωμεν εις
την ανάλογον θέσιν με τον ζωγράφον; διότι έχει κοινόν προς αυτόν
το ότι συνθέτει πράγματα δίχως αξίαν, εν σχέσει με την αλήθειαν·
ακόμη δε του ομοιάζει, διότι εργάζεται να αρέση εις το χειρότερον
και όχι εις το καλύτερον μέρος της ψυχής. Τοιουτοτρόπως λοιπόν θα
είμεθα πληρέστατα δικαιολογημένοι να μην τον παραδεχθώμεν εις την
ευνομουμένην πολιτείαν μας, διότι εξεγείρει και τρέφει το κακόν
τούτο μέρος της ψυχής και όσον ισχυροποιεί αυτό τόσον καταστρέφει
το λογιστικόν· και όπως όταν εις μίαν πολιτείαν καθιστά τις τους
κακούς ισχυροτέρους και παραδίδει εις αυτούς την διοίκησιν της
πόλεως και εξαφανίζει τους χρηστοτέρους, το ίδιον θα είπωμεν και
διά τον μιμητικόν ποιητήν, ότι εγκαθιδρύει εις την ψυχήν εκάστου
κακήν πολιτείαν, διότι χαρίζεται εις το ανόητον και αλόγιστον
αυτής μέρος και δεν ημπορεί να ξεχωρίση ούτε τα μεγαλύτερα ούτε
τα μικρότερα, αλλά εκλαμβάνει τα αυτά άλλοτε μεν μεγάλα άλλοτε δε
μικρά, και πλάττει είδωλα, τα οποία απέχουν απείρως από την
αλήθειαν — Αυτό είναι βέβαιον.
— Και μολαταύτα ακόμη δεν είπαμεν το μεγαλύτερον κακόν που
προξενεί η ποίησις· διότι δεν είναι πράγματι φοβερώτατον να
βλέπωμεν, ότι, εκτός πάρα πολύ ολίγων, είναι ικανή να διαφθείρη
και αυτούς τους σοφούς; — Αλήθεια φοβερώτατον, εάν πράγματι
κατορθώνη και αυτό. — Άκουσε και θα κρίνης· γνωρίζεις ότι και οι
καλύτεροι ακόμη από ημάς, όταν ακούωμεν μέρη από τον Όμηρον ή και
από κανένα άλλον τραγικόν ποιητήν, τα οποία παρουσιάζουν ένα ήρωα
που ευρίσκεται εις μεγάλην λύπην και εν μέσω των οδυρμών του
απαγγέλλει μακράν ρήσιν, ή και μοιρολογεί και κτυπά το στήθος
του, αισθανόμεθα μίαν ευχαρίστησιν, την οποίαν ασυναισθήτως
αφήνομεν κατά μικρόν να μας κυριεύση και ενώ αφ' ενός συμπάσχομεν
με τον ήρωα, αφ' ετέρου με όλην μας την σοβαρότητα θαυμάζομεν και
επαινούμεν τον ποιητήν, που μας παρέχει αυτήν την συγκίνησιν. —
Το γνωρίζω, πώς όχι; — Και όμως όταν συμβή εις κανένα από ημάς
τους ιδίους καμμία λύπη μεγάλη, γνωρίζεις επίσης ότι
φιλοτιμούμεθα να φερώμεθα κατά τρόπον όλως διόλου αντίθετον, να
δεικνύωμεν δηλαδή ησυχίαν και υπομονήν, αν ημπορούμεν, διότι αυτή
είναι η διαγωγή που αρμόζει εις άνδρα, ενώ εκείνο, που
επαινούσαμεν τότε, μόνον εις γυναίκας ταιριάζει. — Το γνωρίζω και
αυτό. — Είναι λοιπόν ορθός αυτός ο έπαινος, να βλέπωμεν τοιούτον
άνδρα, που δεν θα κατεδέχετο κανείς αλλά και θα εντρέπετο να
είναι εις την θέσιν του, χωρίς να αισθανώμεθα βδελυγμίαν, αλλ'
απεναντίας να χαίρωμεν και να επαινούμεν; — Πραγματικώς δεν
φαίνεται καθόλου εύλογον το πράγμα. — Αναμφιβόλως, αν μάλιστα το
θεωρήσης υπ' αυτήν την έποψιν. — Την ποίαν; — Εάν σκεφθής ότι το
μέρος εκείνο της ψυχής μας, το οποίον διά της βίας συγκρατούμεν
εις τας συμφοράς μας, και χάνεται διά δάκρυα και οδυρμούς και
ποτέ του δεν τα χορταίνει αρκετά, επειδή αυτή είναι η φύσις του
να επιθυμή τα τοιαύτα, αυτό, λέγω, το μέρος είναι εκείνο που
κολακεύουν οι ποιηταί και σπουδάζουν να το ευχαριστούν· το δε
άλλο μέρος της ψυχής, που είναι εκ φύσεως το καλύτερον, επειδή
ακόμη δεν είναι αρκετά ενδυναμωμένον υπό του λόγου και της
συνηθείας, αφήνει ελεύθερον τον χαλινόν του θρηνητικού εκείνου,
με την δικαιολογίαν ότι είναι απλώς θεατής ξένων δυστυχιών και
δεν είναι καθόλου εντροπή δι' αυτό να επαινή και να ελεή έναν
άλλον, που μολονότι έχει να καυχάται διά την ανδρείαν του και την
υπεροχήν του, παραδίδεται εις ακαίρους θρήνους· και τοιουτοτρόπως
θεωρεί τουλάχιστον κέρδος την ευχαρίστησιν που δοκιμάζει, και δεν
θα εδέχετο κατ' ουδένα λόγον να την στερηθή καταδικάζων ολόκληρον
το ποίημα· διότι παρά πολύ ολίγοι είναι εις θέσιν να σκεφθούν,
πόσον τα ξένα αισθήματα επιδρώσιν ασυναισθήτως επί των ιδικών
μας· ούτως ώστε, όταν κανείς αναθρέψη και δυναμώση την
ευαισθησίαν αυτού με την θέαν των δυστυχιών του άλλου, είναι
δύσκολον να την συγκρατή εις τας ιδικάς του. — Αυτό είναι
βέβαιον.
— Δεν ισχύει δε το αυτό και περί του γελοίου; όσον και αν
εντρέπεσαι ο ίδιος να κάμνης τον γελωτοποιόν, όταν ευρίσκης
ευχαρίστησιν εις την μίμησιν του γελοίου, είτε εις το θέατρον που
παριστάνουν κωμωδίας, είτε εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς, και
δεν το αποστρέφεσαι ως πρόστυχον πράγμα, θα σου συμβή το ίδιον
ό,τι και με τας τραγικάς συγκινήσεις· την τάσιν δηλαδή την οποίαν
ησθάνεσο μέσα σου να κάμης τον γελωτοποιόν και την οποίαν
προηγουμένως συνεκράτεις διά του ορθού λόγου, από τον φόβον που
είχες μήπως χαρακτηρισθής ως εξ επαγγέλματος τοιούτος, την
αφήνεις πλέον ελευθέραν και αφού την θρέψης αρκετά εις τα κωμικά
θεάματα, χωρίς να το εννοής και ο ίδιος, παρασύρεσαι εις τας
ιδιαιτέρας σου συναναστροφάς, ώστε να καταντήσης σωστός
γελωτοποιός. — Έχεις δίκαιον. — Το ίδιον αποτέλεσμα δεν γεννά εις
την ψυχήν μας η μιμητική ποίησις και όσον αφορά τον έρωτα και τον
θυμόν και όλας τας επιθυμίας και τα λυπηρά ή ηδονικά συναισθήματα
τα οποία λέγομεν ότι μας παρακολουθούν εις πάσαν μας πράξιν;
διότι τα ποτίζει αυτά και τα αναπτύσσει, αντί να τα αφήνη να
ξηρανθούν και τους παραδίδει πάσαν εφ' ημών εξουσίαν, ενώ το
ορθόν είναι να τα εξουσιάζωμεν ημείς διά να γινώμεθα καλύτεροι
και ευτυχέστεροι από χειρότεροι και αθλιώτεροι. — Δεν ημπορώ παρά
να συμφωνήσω πληρέστατα μαζί σου.
— Λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, όταν τύχη να ακούσης τους θαυμαστάς
του Ομήρου να λέγουν ότι ο ποιητής ούτος εξεπαίδευσε την Ελλάδα,
και ότι είναι άξιον να τον πάρης διά να σου μάθη πώς να κυβερνάς
και να διευθύνης τα ανθρώπινα πράγματα, και να συμμορφώσης όλον
σου τον βίον σύμφωνα με τα υποδείγματα αυτού του ποιητού, πρέπει
να τους συμπαθής μεν και να τους εκτιμάς δι' όλην την αξίαν που
ημπορεί να έχουν και να παραδεχθής μαζί των ότι ο Όμηρος είναι ο
μεγαλύτερος των ποιητών και ο πρώτος των τραγικών· να γνωρίζης
όμως συγχρόνως ότι δεν πρέπει να παραδεχθώμεν εις την πολιτείαν
μας καμμίαν άλλην ποίησιν, εκτός μόνον ύμνους προς τιμήν των θεών
και εγκώμια των μεγάλων ανδρών· εάν δε παραδεχθής την προς τέρψιν
Μούσαν, είτε επικήν είτε λυρικήν, η ηδονή και η λύπη θα
βασιλεύσουν εις την πόλιν σου αντί του νόμου και αντί του ορθού
εκείνου λόγου, του οποίου την υπεροχήν πάντοτε κοινώς
παρεδέχθησαν οι άνθρωποι. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Αφού λοιπόν η περίστασις το έφερε να κάμωμεν πάλιν λόγον διά
την ποίησιν, αυτά είναι που είχαμεν να είπωμεν προς απολογίαν
μας, διότι την απεπέμψαμεν από την πρώτην φοράν εκ της πολιτείας
μας, τέτοια που είναι· ο ορθός λόγος μας υποχρέωσε προς τούτο.
Μολαταύτα, διά να μην έχη να μας κατηγορήση ως σκληρούς και
αγροίκους, ας της είπωμεν ότι από παλαιού χρονολογείται η διαφορά
αυτή μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας· διότι και &η αλύχτρα& εκείνη
&σκύλλα που γαυγίζει τον κύριόν της&, και ο &μεγάλος ανάμεσα ατά
κούφια λόγια των μωρών&, και & ο τ ω ν δ ι α σ ό φ ω ν ό χ λ ο
ς κ ρ α τ ώ ν&, και &εκείνοι των οποίων η πενία οξύνει το
πνεύμα& και άλλα μύρια τοιαύτα, είναι σημεία της παλαιάς αυτών
αντιθέσεως. Και πάλιν όμως διακηρύττομεν ότι, εάν η προς τέρψιν
ποίησις και η μίμησις ημπορή να μας παρουσιάση κανένα επαρκή
λόγον πως έχει την θέσιν της εις μίαν ευνομουμένην πόλιν, είμεθα
πρόθυμοι να της επιτρέψωμεν την επάνοδόν της, επειδή δεν
ημπορούμεν να αρνηθούμεν την γοητείαν τουλάχιστον που εξασκεί και
εις ημάς τους ιδίους· δεν είναι όμως επιτετραμμένον να προδώσωμεν
εκείνο που πιστεύομεν ως αληθινόν· και πραγματικώς και συ ο
ίδιος, καλέ μου φίλε, δεν γοητεύεσαι υπ' αυτής, και μάλιστα όταν
σου την παρουσιάζη ο Όμηρος; — Και πολύ μάλιστα. — Είναι λοιπόν
δίκαιον να της δώσωμεν το δικαίωμα να εμφανισθή ενώπιόν μας, διά
να απολογηθή είτε με κανένα λυρικόν είτε με οιονδήποτε άλλο
ποίημα θέλει; — Πώς όχι; — Ημπορούμεν δε βέβαια να δώσωμεν την
άδειαν και εις τους συνηγόρους της, οι οποίοι δεν είναι μεν οι
ίδιοι ποιηταί, αγαπούν όμως την ποίησιν, να αναλάβουν την
υπεράσπισίν της όχι εμμέτρως αλλά εις πεζόν λόγον, διά να μας
αποδείξουν ότι, όχι μόνον ευχάριστος είναι, αλλά και ωφέλιμος εις
τας πολιτείας και εν γένει εις τον ανθρώπινον βίον· και θα τους
ακούσωμεν με ευμένειαν· διότι θα κερδίσωμεν και ημείς αν
αποδειχθή ότι όχι μόνον τερπνή, αλλά και ωφέλιμος είναι. — Και
βέβαια θα κερδίσωμεν και ημείς. — Ει δε μη, αγαπητέ μου φίλε, θα
κάμωμεν και ημείς όπως οι ερασταί, οι οποίοι, με πολλήν μεν
δυσκολίαν, όμως επί τέλους κατορθώνουν ν' αποσπάσουν τον έρωτα
από την καρδίαν των, εάν βεβαιωθούν ότι τους είναι επιβλαβής· και
ημείς λοιπόν προς χάριν μεν του παλαιού μας προς την ποίησιν
έρωτος, που τον οφείλομεν εις την ανατροφήν που ελάβαμεν από τα
λαμπρά μας πολιτεύματα, θα ευχώμεθα βέβαια να αποδειχθή καλλίστη
και αληθεστάτη, εφ' όσον όμως δεν θα κατορθώση να απολογηθή καθώς
πρέπει, θα την ακούωμεν, ενώ μέσα μας θα λέγωμεν, ως εξορκισμόν
κατά των μαγγανειών της, τους λόγους και τα επιχειρήματα, που
εξεθέσαμεν, από φόβον μήπως εμπέσωμεν πάλιν εις τον νεανικόν μας
έρωτα, που οι πολλοί εξακολουθούν ακόμη να τρέφουν δι' αυτήν·
εννοούμεν λοιπόν ότι δεν πρέπει να προσέχωμεν εις την τοιαύτην
ποίησιν, ως να είχε καμμίαν αξίαν ή καμμίαν σχέσιν με την
αλήθειαν, και ότι κάθε άνθρωπος, που φοβείται διά το εν τη ψυχή
του πολίτευμα, πρέπει να την ακούη λαμβάνων όλας τας προφυλάξεις
του και να πιστεύη ότι όσα είπαμεν περί της ποιήσεως είναι όλα
αληθινά. — Και εγώ είμαι καθ' ολοκληρίαν σύμφωνος. — Διότι είναι
μέγας ο αγών, φίλε μου Γλαύκων, πολύ περισσότερον μέγας απ' ό,τι
φαντάζονται, να γίνη κανείς καλός ή κακός· και ούτε δόξα, ούτε
πλούτη, ούτε αξιώματα, ούτε αυτή η ποίησις αξίζουν διά να μας
κάμουν να παραμελήσωμεν την δικαιοσύνην και την αρετήν. — Δεν
ημπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου ύστερα απ' όσα είπαμεν και ούτε
άλλος κανείς πιστεύω να κρίνη διαφορετικά.
— Και όμως δεν εκάμαμεν ακόμη λόγον διά τας μεγαλυτέρας
ανταμοιβάς και τα έπαθλα, που επιφυλάσσονται διά την αρετήν. —
Πρέπει να είναι αφαντάστως μεγάλαι, αν θα είναι μεγαλύτεραι από
όσας ανεφέραμεν ήδη. — Και τι μεγάλον ημπορεί να είναι ένα
πράγμα, που βαστά ολίγον χρονικόν διάστημα; διότι πράγματι όλος
αυτός ο χρόνος από την παιδικήν έως την γεροντικήν ηλικίαν είναι
ελάχιστος εν συγκρίσει προς την αιωνιότητα. — Τίποτε μάλιστα,
ημπορούμεν να ειπούμεν. — Πώς λοιπόν; φρονείς ότι ένα αθάνατον
πράγμα οφείλει να περιορίση τας προσπαθείας του και τας βλέψεις
του διά τόσον βραχύν χρόνον και όχι δι' όλην την αιωνιότητα; —
Δεν το φρονώ εγώ· αλλά προς τι αυτά που λέγεις; — Δεν γνωρίζεις
λοιπόν ότι είναι αθάνατος η ψυχή μας και ουδέποτε χάνεται; Εις
αυτούς τους λόγους με εκύτταξεν ο Γλαύκων με έκπληξιν και μου
είπε: — Όχι, μα την αλήθειαν, δεν γνωρίζω· μήπως εσύ ημπορείς να
μου το αποδείξης; — Και βέβαια, εάν τουλάχιστον δεν σφάλλωμαι·
νομίζω δε ότι και συ ο ίδιος ημπορείς να το κάμης· διότι δεν
είναι καθόλου δύσκολον. — Δι' εμένα τουλάχιστον είναι· και θα μου
έκανες μεγάλην ευχαρίστησιν να μου αποδείξης αυτό το όχι
δύσκολον. — Άκουε λοιπόν. — Λέγε — Παραδέχεσαι ότι υπάρχει καλόν
και κακόν; — Μάλιστα. — Και άραγε τα αντιλαμβάνεσαι αυτά όπως
εγώ; — Πώς; — Ότι κακόν μεν είναι παν ό,τι επιφέρει φθοράν και
αφανισμόν, καλόν δε παν ό,τι σώζει και ωφελεί. — Μάλιστα. —
Έκαστον δε πράγμα δεν παραδέχεσαι ότι έχει το καλόν του και το
κακόν του; παραδείγματος χάριν οι οφθαλμοί έχουν την οφθαλμίαν
και εν γένει το σώμα τας νόσους, ο σίτος την ερυσίβην, τα ξύλα
την σήψιν, ο χαλκός και ο σίδηρος την σκωρίαν· και μ' ένα λόγον
τίποτε δεν υπάρχει εις την φύσιν που να μην έχη το κακόν του και
την ιδιαιτέραν του ασθένειαν. — Έτσι είναι. — Όταν λοιπόν αυτό το
κακόν προσβάλη ένα πράγμα, δεν το βλάπτει και εις το τέλος το
διαλύει και το καταστρέφει εξ ολοκλήρου; — Πώς όχι; — Ώστε αυτό
το ιδιαίτερον διά την φύσιν εκάστου πράγματος κακόν και νόσημα
είναι που το καταστρέφει, και αν δεν το καταστρέψη αυτό, δεν
υπάρχει τίποτε άλλο που να επιφέρη την καταστροφήν του· διότι
βέβαια το καλόν δεν είναι ποτέ δυνατόν να προξενήση αυτό το
αποτέλεσμα, ούτε επίσης εκείνο που δεν είναι ούτε καλόν ούτε
κακόν. — Πώς βέβαια θα ημπορούσε;