— Εάν λοιπόν εύρωμεν κανένα πράγμα, το οποίον να έχη μεν το

ιδιαίτερόν του νόσημα, που το καθιστά χειρότερον απ' ό,τι είναι,

που δεν ημπορεί όμως και να το διαλύση εξ ολοκλήρου και να το

καταστρέψη, δεν πρέπει να συμπεράνωμεν τότε ότι αυτό το πράγμα εκ

φύσεως δεν υπόκειται εις καταστροφήν; — Δεν υπάρχει αμφιβολία

περί του πράγματος. — Ε, λοιπόν! δεν υπάρχει κάτι που κάμνει την

ψυχήν κακήν; — Και βέβαια· όλα εκείνα, που ανεφέραμεν ήδη ημείς,

η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια. — Και μήπως

τάχα είναι κανένα από αυτά που να διαλύη και καταστρέφη την

ψυχήν; πρόσεχε όμως μήπως εξαπατηθώμεν και νομίσωμεν ότι ο άδικος

και άφρων άνθρωπος, όταν καταδικασθή διά μίαν αδικίαν την οποίαν

διέπραξεν, η απώλειά του είναι αποτέλεσμα της αδικίας, της

ασθενείας δηλαδή της ψυχής του· αλλά ιδού πως πρέπει να θεωρήσης

το πράγμα· όπως η ασθένεια, η οποία είναι η διαλυτική αρχή του

σώματος, το υποσκάπτει μικρόν κατά μικρόν και το αφανίζει και το

φέρει εις κατάστασιν ώστε ούτε σώμα να είναι πλέον· όπως ακόμη

και όλα τα άλλα πράγματα, που είπαμεν πριν, έχουν την ιδιαιτέραν

αυτών νόσον, η οποία προσκολλωμένη και διατρίβουσα εις αυτά τα

φθείρει και τα κάμνει να μην είναι πλέον ό,τι ήσαν· δεν είναι

έτσι; — Μάλιστα. — Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον ας εξετάσωμεν και

περί της ψυχής, εάν η αδικία και τα άλλα πάθη, όταν εισβάλουν και

εγκατασταθούν εις αυτήν, την φθείρουν και την εξαφανίζουν, έως

ότου την οδηγήσουν εις τον θάνατον, χωρίζοντα αυτήν από του

σώματος. — Κατ' ουδένα τρόπον δεν ημπορεί να συμβαίνη αυτό διά

την ψυχήν. — Αφ' ετέρου όμως θα ήτο άλογον να είπωμεν, ότι ένα

πράγμα καταστρέφεται από ένα ξένον νόσημα, αφού δεν καταστρέφεται

από το ιδικόν του. — Βεβαίως άλογον — Συλλογίσου πράγματι,

αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και όσον αφορά το σώμα, δεν παραδεχόμεθα

ότι η καταστροφή του ημπορεί να είναι το άμεσον αποτέλεσμα της

κακής ποιότητος των τροφών, είτε ένεκα της πολυκαιρίας των, είτε

της αποσυνθέσεώς των, είτε οιασδήποτε άλλης αφορμής· αλλ' εάν η

κακή ποιότης των τροφών γεννήση εις το σώμα την ασθένειαν, η

οποία προσιδιάζει εις αυτό, θα είπωμεν, ότι εξ οποίας εκείνων

κατεστράφη το σώμα υπό της ασθενείας, η οποία είναι το ιδικόν του

κακόν· ουδέποτε δε θα ισχυρισθώμεν ότι αι τροφαί, που είναι ένα

πράγμα όλως διόλου διαφορετικόν από το σώμα, ημπορούν διά της

κακής των ποιότητος να επιφέρουν την καταστροφήν αυτού, εκτός εάν

το ξένον τούτο κακόν δεν γεννήση το κακόν, που προσιδιάζει εις το

σώμα. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον,

εάν η ασθένεια του σώματος δεν γεννήση την ασθένειαν της ψυχής,

ας μην ισχυρισθώμεν ποτέ ότι αύτη είναι δυνατόν να καταστραφή υπό

ξένου κακού, χωρίς να μεσολαβήση το ιδικόν της το νόσημα. — Το

πράγμα είναι λογικώτατον.

— Ή λοιπόν πρέπει να εξελέγξωμεν αυτά μας τα επιχειρήματα ως μη

λογικά, ή εφ' όσον μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσωμεν να

είπωμεν, ότι είτε υπό του πυρετού, είτε υπό οιασδήποτε άλλης

νόσου, είτε και υπό του σιδήρου, έστω και αν κατακόψωμεν

ολόκληρον το σώμα εις ελάχιστα τεμάχια, είναι ποτέ δυνατόν και

δι' όλων αυτών των μέσων να καταστραφή η ψυχή· εκτός εάν κανείς

μας αποδείξη, ότι από αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και

αυτή η ιδία ψυχή αδικωτέρα και ανοσιωτέρα· και ας μην επιτρέψωμεν

να μας ειπούν, ότι είτε η ψυχή, είτε οιονδήποτε άλλο πράγμα,

αφανίζεται υπό ξένου κακού, χωρίς να επέλθη το κακόν το οποίον εκ

φύσεως του προσιδιάζει. — Αλλ' αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα

ημπορέση να το αποδείξη, ότι αι ψυχαί των αποθνησκόντων γίνονται

αδικώτεραι ένεκα του θανάτου — Εάν κανείς μολαταύτα έχη την

τόλμην να προσβάλη αυτήν την αλήθειαν και ισχυρισθή ότι ο θάνατος

καθιστά τον άνθρωπον χειρότερον και αδικώτερον, διά να μην

αναγκασθή κατά συνέπειαν τούτου να ομολογήση ότι αι ψυχαί είναι

αθάνατοι, θα τον υποχρεώσωμεν να παραδεχθή, ότι, εάν είναι

αλήθεια αυτό που λέγει, η αδικία οδηγεί φυσικώς εις τον θάνατον,

όπως η νόσος, και ότι αυτή είναι που θανατώνει με την δύναμιν,

που έχει εκ φύσεως, τους κατεχομένους υπ' αυτής, άλλους μεν

αμέσως, άλλους δε αργότερον, αναλόγως του βαθμού της αδικίας, και

όχι όπως αποδεικνύει η καθημερινή πείρα, ότι αιτία του θανάτου

των αδίκων είναι η τιμωρία που τους επιβάλλουν άλλοι. — Και μα

την αλήθειαν, εάν η αδικία ήτο εκείνη που δίδει τον θάνατον εις

τους πονηρούς, δεν θα ήτο τότε τόσον πολύ φοβερόν πράγμα· διότι

τότε θα ήτο απαλλαγή από όλα τα κακά· αλλά φρονώ απεναντίας ότι

μάλλον τους άλλους φονεύει, όσον της είναι δυνατόν, καθιστά δε

εκείνον, που την έχει, και πάρα πολύ μάλιστα ζωτικόν, προσέτι δε

και άγρυπνον· τόσον πολύ απέχει, φαίνεται, του να είναι

θανάσιμος. — Πολύ σωστά τα λέγεις· διότι, εάν η διαφθορά της

ψυχής, εάν το ιδιαίτερον αυτής κακόν, δεν ημπορή να την θανατώση

και να την καταστρέψη, πώς είναι ποτέ δυνατόν να επιφέρη αυτό το

αποτέλεσμα επί της ψυχής, ή επί οιουδήποτε άλλου πράγματος ένα

άλλο κακόν που είναι εκ φύσεως τεταγμένον να προξενή την

καταστροφήν άλλου ωρισμένου πράγματος; — Αδύνατον βέβαια και

εναντίον πάσης λογικής. — Επομένως αφού ένα πράγμα δεν

καταστρέφεται από κανένα κακόν, ούτε ιδικόν του ούτε ξένον, είναι

φανερόν ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχη πάντοτε, και αφού θα υπάρχη

πάντοτε, είναι αθάνατον. — Κατ' ανάγκην.

— Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν αυτό ως αναμφισβήτητον αλήθειαν και

κατά συνέπειαν τούτου εννοείς, ότι αι ψυχαί θα είναι πάντοτε αι

αυταί· διότι, αφού καμμία δεν χάνεται, δεν ημπορεί ούτε

ολιγώτεραι να γίνουν, ούτε περισσότεραι· και πράγματι, εάν ο

αριθμός των αθανάτων πραγμάτων ηύξανε, τα νέα αυτά όντα θα

εγίνοντο από κάτι θνητόν, και τοιουτοτρόπως όλα τα πάντα εις το

τέλος θα εγίνοντο αθάνατα. — Έχεις δίκαιον. — Αλλά ούτε τούτο θα

μας επιτρέψη ο ορθός λόγος να το πιστεύσωμεν, ούτε προσέτι και να

παραδεχθώμεν, ότι η ψυχή, θεωρουμένη κατά την αληθεστάτην αυτής

φύσιν, ημπορεί να είναι πράγμα ποικιλόμορφον, γεμάτον από

ανομοιότητα και διαφοράν. — Πώς λέγεις; — Δεν είναι εύκολον,

πράγμα αποτελούμενον εκ της συνθέσεως πολλών μερών, να είναι

αιώνιον, εκτός αν η σύνθεσις δεν είναι τόσον τελεία, όπως

κατεδείξαμεν ήδη ότι είναι η της ψυχής. — Δεν είναι πράγματι

πιθανόν, — Οι λόγοι λοιπόν που ανεφέραμεν προ μικρού και οι άλλοι

μας αναγκάζουν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή είναι αθάνατος· αλλά

διά να γνωρίσωμεν την αληθινήν αυτής φύσιν, δεν πρέπει να την

ίδωμεν όπως την βλέπομεν ημείς σήμερον εις την κατάστασιν της

διαφθοράς, που ευρίσκεται ένεκα της ενώσεώς της μετά του σώματος,

και των άλλων κακών, αλλά πρέπει να την παρατηρήσωμεν προσεκτικά

διά του λογισμού, οποία τις είναι κάθ' εαυτήν και απηλλαγμένη

παντός ξένου στοιχείου, και τότε θα εννοήσωμεν πόσον απείρως

ωραιοτέρα είναι και τότε προσέτι θα γνωρίσωμεν ακριβέστερον και

την φύσιν της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων,

περί των οποίων ήδη εκάμαμεν λόγον· όσα δε είπαμεν τώρα περί

αυτής είναι μεν αληθή, αλλ' εν σχέσει πάντοτε προς την παρούσαν

αυτής κατάστασιν όπως πράγματι την είδαμεν, είναι καθώς εκείνοι

που βλέπουν τον θαλάσσιον Γλαύκον και δεν ημπορούν να

αναγνωρίσουν την πρώτην αυτού μορφήν, επειδή τα παλαιά μέρη του

σώματος του είναι αλλά μεν σπασμένα, άλλα δε φαγωμένα και τελείως

παραμορφωμένα υπό των κυμάτων, έχουν δε προσκολληθή επάνω του

άλλα, κογχύλια και φύκη και πέτραι, εις τρόπον ώστε με κάθε άλλον

θηρίον να ομοιάζη μάλλον, παρά όπως ήτο η αρχική αυτού φύσις·

τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται εις ημάς και η ψυχή, παραμορφωμένη

από μύρια κακά· αλλά πρέπει, ω Γλαύκων, εκεί να αποβλέπωμεν. —

Πού; — Εις τον έρωτα αυτής προς την αλήθειαν, και να λάβωμεν υπ'

όψιν μας τα πράγματα προς τα οποία φέρεται και των οποίων την

επικοινωνίαν επιζητεί, και την συγγένειαν την οποίαν έχει με παν

ό,τι είναι αθάνατον και θείον και αιώνιον, διά να εννοήσωμεν

οποία τις θα εγίνετο, όταν, παραδοθείσα εξ ολοκλήρου εις την

επιδίωξιν παντός τοιούτου, και εκπηδήσασα με αυτήν την ορμήν έξω

από τα βάθη της θαλάσσης, όπου τώρα ευρίσκεται, ήθελεν αποτινάξη

πέτρας και κογχύλια, τα οποία τώρα είναι προσκολλημένα επάνω της

επειδή τρέφεται από την γην με πράγματα γαιώδη και πετρώδη και

άγρια εις τα μακαριστά υπό των πολλών θεωρούμενα γεύματά της· και

τότε θα ιδής την αληθινήν αυτής φύσιν, είτε είναι πολυμερής είτε

μονομερής, είτε ποία είναι η ουσία της και η υπόστασίς της· επί

του παρόντος έχομεν, μου φαίνεται, αρκετά καλά εκθέση τα πάθη και

τας μεταβολάς εις τας οποίας υπόκειται κατά τον ανθρώπινον αυτής

βίον. — Πολύ λαμπρά. — Δεν απηλλάξαμεν λοιπόν εις αυτήν μας την

έρευναν την δικαιοσύνην από παν το επουσιώδες και δεν εθέσαμεν

κατά μέρος τιμάς και ανταμοιβάς και φήμας, που ανεφέρετε εσείς

ακολουθούντες τον Όμηρον και τον Ησίοδον; δεν απεδείξαμεν, ότι η

δικαιοσύνη καθ' εαυτήν είναι το μεγαλύτερον αγαθόν της ψυχής και

ότι αύτη πρέπει να πράττη το δίκαιον, είτε κατέχει τον δακτύλιον

του Γύγου, είτε όχι, ή και προσέτι εκτός αυτού και την

περικεφαλαίαν του Άδου; — Αληθέστατα.

— Θα ημπορούσε τάχα να μας κατηγορήση κανείς, φίλε Γλαύκων, εάν

ηθέλαμεν αποδώση τώρα εις την δικαιοσύνην και τας λοιπάς αρετάς,

εκτός των πλεονεκτημάτων τα οποία καθ' εαυτάς έχουν, και τας

ανταμοιβάς, που εξασφαλίζουν εις την ψυχήν εκ μέρους και των

ανθρώπων και των θεών και εν τη ζωή και μετά θάνατον; — Καθόλου,

νομίζω. — Θέλετε λοιπόν να μου επιστρέψετε εκείνα που σας

εδάνεισα εις την αρχήν της συζητήσεώς μας; — Τι πράγμα; —

Συγκατετέθην να σας παραχωρήσω ότι ημπορεί να θεωρήται ο δίκαιος

άνθρωπος άδικος, και ο άδικος δίκαιος· διότι σεις εζητήσετε, αν

και εις τούτο δεν είναι δυνατόν να εξαπατήση τις θεούς και

ανθρώπους, να κάμωμεν μολαταύτα αυτήν την υπόθεσιν χάριν του

λόγου, διά να κριθή αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη προς αυτήν την

αδικίαν· ή δεν το ενθυμείσαι; — Θα είχα άδικον να μην το

ενθυμούμαι. — Αφού λοιπόν ήδη πλέον έχουν κριθή καθ' εαυτάς,

απαιτώ τώρα υπέρ της δικαιοσύνης, να της αποδώσωμεν τας τιμάς που

έχει και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων και να την

αποκαταστήσωμεν εις τα δικαιώματά της, και αφού απεδείξαμεν τα

πλεονεκτήματα που δίδει εις τους αληθινούς οπαδούς της και ότι

ουδέποτε εξαπατά εκείνους που την εγκολπούνται πραγματικώς, να

ομολογήσωμεν ότι και ως προς τα αγαθά που παρέχει εις τους

έχοντας απλώς την φήμην δικαίου ανθρώπου υπερτερεί την αδικίαν

και της αξίζει να λάβη τον νικητήριον στέφανον. — Είναι πολύ

δικαία η απαίτησίς σου.

Πρώτον μεν λοιπόν δεν θα μου παραχωρήσετε τούτο, ότι είναι

αδύνατον να εξαπατηθούν οι θεοί, ποίος είναι δίκαιος άνθρωπος και

ποίος άδικος; — Σου το παραχωρούμεν. — Και αφού το πράγμα έχει

κατ' αυτόν τον τρόπον, ο μεν πρώτος δεν θα είναι αγαπητός εις

τους θεούς ο δε άλλος μισητός, όπως και το παρεδέχθημεν εκ μιας

αρχής; — Έτσι είναι. — Δεν θα ομολογήσωμεν δε, ότι ο άνθρωπος που

αγαπούν οι θεοί, θα έχη να περιμένη τα μεγαλύτερα αγαθά, που εκ

μέρους των παραχωρούνται, εκτός πλέον αν δεν έχη να πληρώση

καμμίαν προγενεστέραν αμαρτίαν; — Αναμφιβόλως. — Πρέπει λοιπόν να

έχωμεν την βεβαιότητα περί του δικαίου ανθρώπου, είτε πενία τον

βασανίζει είτε ασθένεια είτε κανέν από τα άλλα θεωρούμενα κακά,

ότι εις το τέλος όλα αυτά θα του έβγουν εις καλόν ενόσω ακόμη ζη

ή και μετά τον θάνατον του· διότι ποτέ δεν εγκαταλείπει ο θεός

εκείνον, ο οποίος προθυμοποιείται να γίνεται τέλειος και εξασκών

την αρετήν να εξομοιούται, όσον είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον,

προς τον θεόν. — Βεβαίως δεν είναι φυσικόν ο τοιούτος να

παραμελήται υπό του ομοίου του. — Όσον δε αφορά τον άδικον δεν

πρέπει κατ' ανάγκην να έχωμεν όλως διόλου την εναντίαν ιδέαν; —

Εννοείται βέβαια. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εκ μέρους των θεών, ο

στέφανος της νίκης θα είναι διά τον δίκαιον. — Αυτό τουλάχιστον

είναι η γνώμη μου.

— Και εκ μέρους δε των ανθρώπων τα ίδια δεν συμβαίνουν, αφού επί

τέλους πρέπει να βάλωμεν τα πράγματα εις την θέσιν των; δεν

παθαίνουν το ίδιον οι δόλιοι και οι άδικοι ό,τι και οι δρομείς

εκείνοι, οι οποίοι τρέχουν μεν καλά κατά την αρχήν του δρόμου,

όχι όμως και κατά την επιστροφήν; και κατά πρώτον μεν χύνονται με

μεγάλην ορμήν, εις το τέλος όμως γίνονται καταγέλαστοι, όταν με

κρεμασμένα τα αυτιά εις τους ώμους αποσύρωνται αστεφάνωτοι· ενώ

οι αληθινοί δρομείς φθάνουν εις το τέρμα, λαμβάνουν τα άθλα και

στεφανώνονται· δεν συμβαίνει δε το ίδιον ως επί το πλείστον και

με τους δικαίους; εις το τέλος εκάστης επιχειρήσεώς των, εις το

τέλος της σταδιοδρομίας των και του βίου των, δεν λαμβάνουν παρά

των ανθρώπων τα έπαθλα της ευδοκιμήσεως και τας ανταμοιβάς, που

τους ανήκουν; — Έχεις δίκαιον.

— Θα δεχθής λοιπόν να εφαρμόσω εις τους δικαίους εκείνα τα οποία

έλεγες εσύ περί των αδίκων; θα είπω δηλαδή ότι οι μεν δίκαιοι,

όταν φθάσουν εις την ώριμον ηλικίαν, λαμβάνουν εις την πόλιν των

όλα τα αξιώματα που ήθελον επιθυμήση, παίρνουν γυναίκα κατ'

εκλογήν των απ' όπου θέλουν, νυμφεύουν επίσης τα τέκνα των εκεί

που θελήσουν, και όλα όσα εσύ έλεγες τότε διά τους αδίκους, τα

λέγω τώρα εγώ δι' αυτούς· απεναντίας δε οι άδικοι, και αν κατ'

αρχάς πολλοί εξ αυτών κατορθώσουν να μην τους πάρουν είδησιν οι

άνθρωποι, ξεσκεπάζονται όμως εις το τέλος του δρόμου των και

γίνονται καταγέλαστοι, προπηλακίζονται εις τα γηρατειά των υπό

των πολιτών και των ξένων, και, διά να μεταχειρισθώ τας εκφράσεις

τας οποίας εύρισκες πολύ χονδράς — και είχες δίκαιον — όταν τας

έλεγες περί του δικαίου, θα υποστούν και μαστιγώσεις και

στρεβλώσεις και καυτηριασμούς και μ' ένα λόγον φαντάσου πως

ακούεις από το στόμα μου όλα τα είδη των βασάνων, που ανέφερες

τότε· αλλ' όπως σου είπα, κύτταξε αν θα τα παραδεχθής όλα αυτά. —

Και πολύ προθύμως· διότι αναγνωρίζω πως έχεις δίκαιον.

— Τοιαύτα λοιπόν είναι τα πλεονεκτήματα, δώρα, μισθοί και

ανταμοιβαί, που έχει ο δίκαιος κατά την διάρκειαν της ζωής του εκ

μέρους των θεών και των ανθρώπων, εκτός εκείνων, τα οποία,

είπομεν, του παρέχει αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη. — Πολύ ωραία

και ασφαλή. — Και όμως τίποτε δεν είναι αυτά ούτε κατά ποιόν ούτε

κατά ποσόν εμπρός εις εκείνα που περιμένουν και τον ένα και τον

άλλον μετά θάνατον· πρέπει δε να λεχθούν και αυτά, διά να

αποδώσωμεν τελείως και εις τον δίκαιον και εις τον άδικον ό,τι

έχει δικαίωμα να ακούση ο καθένας των από αυτήν μας την

συζήτησιν. — Λέγε λοιπόν, διότι ολίγα πράγματα υπάρχουν που θα

ήκουα με περισσοτέραν ευχαρίστησιν.

— Θα ακούσης λοιπόν τώρα την διήγησιν όχι του Αλκίνου αλλ'

ανδρός ελλογίμου, του Ηρός του Αρμενίου, εκ Παμφυλίας το γένος

έλκοντος. Αυτός εφονεύθη εις τον πόλεμον και όταν μετά δέκα

ημέρας ήλθαν να παραλάβουν τα σώματα των νεκρών, που ευρίσκοντο

πλέον εν τελεία αποσυνθέσει, το ιδικόν του ήτο ακόμη σώον και

ακέραιον· τον μετέφεραν λοιπόν εις την πατρίδα προς ταφήν και ενώ

την δωδεκάτην από του θανάτου του ημέραν έκειτο ήδη επί της

πυράς, επανήλθεν εις την ζωήν και διηγήθη εις τους παρισταμένους

όσα είχεν ιδή εις τον άλλον κόσμον· ευθύς, τους έλεγεν, που

εβγήκεν η ψυχή του, εξεκίνησε με πολλούς άλλους και έφθασαν εις

ένα θαυμάσιον τόπον, όπουν είδαν δύο χάσματα εις την γην, κοντά

το ένα εις το άλλο, και δύο άλλα επάνω εις τον ουρανόν,

κατάντικρυ εις τα πρώτα· μεταξύ δε αυτών εκάθηντο δικασταί, οι

οποίοι εξέδιδον την απόφασίν των, και διέτασσον τους μεν δικαίους

να ακολουθήσουν την προς τα δεξιά και άνω διά του ουρανού οδόν,

αφού προηγουμένως τους εκρεμνούσαν απ' εμπρός μίαν πινακίδα, όπου

εσημείωναν την απόφασίν των· τους δε αδίκους την προς τα κάτω και

αριστερά, αφού και εις αυτούς εκρεμνούσαν ομοίαν πινακίδα, αλλ'

από πίσω, περιέχουσαν την σημείωσιν όλων των πράξεών των· όταν

παρουσιάσθη και ο ίδιος, του είπαν ότι οφείλει να έλθη και να

φέρη εις τους ανθρώπους την είδησιν όλων που συμβαίνουν εκεί, και

τον διέταξαν να περιμείνη διά να παρατηρήση και ακούση τα πάντα.

Είδε λοιπόν εκεί πρώτον μεν τας ψυχάς, που εδικάσθησαν τότε, να

αναχωρούν από τα δύο αντικρυνά χάσματα του ουρανού και της γης,

και από τα δύο άλλα πάλιν, από το ένα της γης να αναβαίνουν ψυχαί

γεμάται από σκόνην και ακαθαρσίαν, από το άλλο δε του ουρανού να

κατεβαίνουν άλλαι ωραίαι και καθαραί· όλαι δε εφαίνοντο ως να

έφθαναν από μακρυνόν δρόμον και με ευχαρίστησιν ήρχοντο να

κατασκηνώσουν εις τον λειμώνα, ως εις τόπον συγκεντρώσεως· όσαι

εξ αυτών εγνωρίζοντο, αντήλλασον εγκάρδιον χαιρετισμόν και

εζήτουν πληροφορίας μεταξύ των, εκείναι από τον ουρανόν, αι άλλαι

από την γην και διηγούντο πλέον αι μεν πρώται με δάκρυα και με

κοπετούς όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορείαν των κάτω από την

γην — ήτο δε η διάρκεια της πορείας χιλίων ετών — όσαι δε έφθαναν

από τον ουρανόν, τας μοναδικάς ηδονάς που απήλαυσαν, και το

άφραστον κάλλος των θεαμάτων που είδαν.

Πολύς καιρός θα εχρειάζετο, φίλε μου Γλαύκων, να καθήσω να σου τα

διηγηθώ τώρα όλα· το συμπέρασμα της διηγήσεώς του ήτο το εξής·

δι' όλας τας αδικίας, που διέπραξεν έκαστος εν τη ζωή, ετιμωρείτο

η ψυχή του δεκαπλασίως δι' εκάστην χωριστά, η δε διάρκεια εκάστης

τιμωρίας ήτο εκατόν ετών, όση είναι και η φυσική διάρκεια της

ανθρωπίνης ζωής, διά να πληρώνουν δεκάκις την πληρωμήν εκάστου

αδικήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπον, εκείνοι που έγιναν αίτιοι

πολλών θανάτων, που είτε επρόδωσαν πόλεις και στρατόπεδα και

υπήρξαν αφορμή να περιπέσουν εις δουλείαν, είτε έγιναν ένοχοι

άλλων τοιούτων κακουργημάτων, δι' όλα αυτά υπεβάλλοντο εις

δεκαπλάσια δι' έκαστον βασανιστήρια, ενώ εκείνοι απ' εναντίας που

προσέφεραν μεγάλας ευεργεσίας εις τους ανθρώπους και διετέλεσαν

καθ' όλην την ζωήν των ενάρετοι και δίκαιοι ελάμβανον κατά την

αυτήν αναλογίαν την ανταμοιβήν των καλών των πράξεων· όσον δε

αφορά εκείνους που απέθνησκον ολίγον χρόνον μετά την γέννησιν

των, έλεγεν άλλα που δεν αξίζει τον κόπον να αναφέρω· υπήρχον δε

ακόμη ανταμοιβαί πολύ μεγαλύτεραι δι' εκείνους που εσέβοντο τους

θεούς και ετίμων τους γονείς των εις την ζωήν, καθώς και

εξαιρετικά βασανιστήρια διά τους ασεβείς, τους πατροκτόνους και

δι' όσους ιδία χειρί διέπραξαν φόνους.

Μεταξύ άλλων έλεγεν ότι ήτο παρών εκεί, όταν κάποιος ηρώτησεν

έναν άλλον, πού ευρίσκετο ο μέγας Αρδιαίος· αυτός δε ο Αρδιαίος

είχε χρηματίση τύραννος εις μίαν πόλιν της Παμφυλίας, χίλια έτη

πριν, είχε δε φονεύση τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερον

αδελφόν του και άλλα δε πολλά, καθώς ελέγετο, εγκλήματα διέπραξε.

«Δεν έφθασεν, απεκρίθη ο ερωτηθείς, και ούτε θα φθάση ποτέ εδώ».

Είδαμεν όμως ένα από τα φοβερώτερα εκεί θεάματα. Ότε ήμεθα πλέον

κοντά να εξέλθωμεν από το υπόγειον χάσμα, αφού συνεπληρώσαμεν

όλας τας ποινάς μας, βλέπομεν αίφνης τον Αρδιαίον εκείνον και

άλλους πολλούς, των οποίων οι περισσότεροι σχεδόν επίσης υπήρξαν

τύραννοι· ήσαν όμως και μερικοί ιδιώται, οι οποίοι διέπραξαν εις

την ζωήν των μεγάλα κακουργήματα· καθ' ήν στιγμήν ούτοι ενόμιζαν

πλέον ότι θα εξέλθουν, το στόμιον του χάσματος δεν τους επέτρεπε

την διάβασιν, αλλ' ήρχισε να μυκάται, όπως έκαμνε και κάθε φορά

που ένας από εκείνους τους αθλίους, των οποίων τα αμαρτήματα ήσαν

ανίατα, ή που δεν είχεν υποστή πλήρη την ποινήν του, εδοκίμαζε να

εξέλθη· μόλις δε ηκούσθη εκείνος ο μυκηθμός, προσέτρεξαν αμέσως

κάτι αγριάνθρωποι, που να τους έβλεπες ήσαν κατακόκκινοι σαν

φλόγα, και τους μεν άλλους τους άρπαξαν και τους επήραν από εκεί,

τον δε Αρδιαίον και μερικούς ακόμη τους έδεσαν χέρια, πόδια και

κεφαλήν, τους έρριξαν καταγής και τους εξέγδαραν και ήρχισαν να

τους σύρουν έξω από τον δρόμον επάνω εις ασπαλάθρους και αγκάθια,

όπου εξεσχίζοντο σκληρά αι σάρκες των· εις όσους δε συνήντων

έκαμνον γνωστούς τους λόγους, διά τους οποίους τους

μετεχειρίζοντο κατ' αυτόν τον τρόπον, και τους έλεγαν πού θα

επήγαιναν να τους πετάξουν· απ' όλους λοιπόν, λέγει, τους τόσους

και παντοειδείς φόβους, που κατέχουν εκεί τας ψυχάς, κανείς δεν

ημπορούσε να συγκριθή με αυτόν, μήπως, κατά την ώραν που

επρόκειτο πλέον να περάσουν το στόμιον, ακουσθή εκείνος ο

μυκηθμός, και ότι απερίγραπτος ήτο η χαρά των να ανεβή κανείς,

χωρίς να αντηχήση.

Αύται λοιπόν ήσαν περίπου αι κρίσεις και αι τιμωρίαι και αι

αντίστοιχοι αμοιβαί, τας οποίας διηγείτο· αφού δε παρέμενον επτά

ημέρας εις τον λειμώνα εκείνον, έπρεπε να αναχωρήσουν εκείθεν την

ογδόην και μετά τεσσάρων ημερών πορείαν έφθανον εις ένα τόπον,

από τον οποίον έβλεπαν ένα φως το οποίον διέσχιζεν ολόκληρον τον

ουρανόν και την γην, ευθύ ως στήλη, και όμοιον με την ίριδα, αλλά

λαμπρότερον και καθαρώτερον· έφθασαν δε εις το φως τούτο μετά

πορείαν άλλης μιας ημέρας· εκεί δε είδον ότι τα άκρα του ουρανού

επερατούντο εις το μέσον του φωτός εκείνου, το οποίον εχρησίμευεν

ως σύνδεσμος αυτού και περιέβαλλεν όλην αυτού την περιφέρειαν,

απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των τριήρων· από δε τα άκρα του

εκρέμετο ο άτρακτος της Ανάγκης, που έδιδε την κίνησιν εις όλας

τας ουρανίους περιστροφάς· και η μεν ηλακάτη και το άγκιστρον

αυτού ήσαν από χάλυβα, ο δε σφόνδυλος από μίγμα χάλυβος και άλλων

μετάλλων.

Ως προς το σχήμα ο σφόνδυλος ωμοίαζεν με τους ιδικούς μας εδώ·

διά να λάβης δε ακριβεστέραν ιδέαν, εξ όσων έλεγε, πρέπει να

φαντασθής ένα μεγάλον σφόνδυλον κοίλον και σκαλισμένον εις όλην

του την εσωτερικήν περιφέρειαν, εντός του οποίου προσηρμόζετο

ένας άλλος μικρότερος, όπως οι κάδοι που εισέρχονται ο ένας μέσα

εις τον άλλον· εντός του δευτέρου άλλος τρίτος, και πάλιν ένας

τέταρτος και ακόμη άλλοι τέσσαρες· διότι εν συνόλω ήσαν οκτώ,

κείμενοι ο είς εντός του άλλου συγκεντρικώς· άνωθεν εφαίνοντο τα

χείλη εκάστου ως κύκλοι, έξωθεν δε παρουσίαζον συνεχή επιφάνειαν

ως ενός μόνου σφονδύλου πέριξ της ηλακάτης, της οποίας ο άξων

διήρχετο καταμεσίς από το κέντρον του ογδόου. Και ο μεν πρώτος

προς τα έξω σφόνδυλος είχε τον κύκλον του χείλους πλατύτερον απ'

όλους, κατά δεύτερον δε λόγον ο έκτος, έπειτα ο τέταρτος,

ακολούθως ο όγδοος, πέμπτον ο έβδομος, έκτον ο πέμπτος, και

τελευταίον ο δεύτερος. Και ο μεν κύκλος ο σχηματιζόμενος υπό των

χειλέων του μεγίστου σφονδύλου ήτο ποικίλων χρωμάτων, του δε

εβδόμου λαμπρότατος, ο όγδοος ελάμβανεν από τον έβδομον το χρώμα

του και την λάμψιν του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχον τα αυτά

χρώματα, αλλ' αποκλίνοντα μάλλον προς το ξανθόν, του τρίτου το

χρώμα ήτο το λευκότερον απ' όλων, του τετάρτου υπέρυθρον,

δεύτερον δε κατά την λευκότητα του έκτου. Ολόκληρος ο άτρακτος

εστρέφετο περί τον άξονά του κατά την αυτήν φοράν, ενώ εσωτερικώς

οι επτά συγκεντρικοί κύκλοι περιεστρέφοντο ηρέμα κατ' εναντίαν

διεύθυνσιν· εξ αυτών πάλιν τάχιστα μεν εκινείτο ο όγδοος κατά

δεύτερον δε λόγον και ισοχρόνως σχεδόν προς αλλήλους ο έβδομος,

έκτος και πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους εφαίνετο, ήτο τρίτος

κατά την ταχύτητα, και ο τρίτος τέταρτος, πέμπτος δε και

τελευταίος ο δεύτερος· αυτός δε ο άτρακτος εστρέφετο επάνω εις τα

γόνατα της Ανάγκης. Επάνω εις έκαστον εκ των κύκλων αυτού

επέβαινεν από μία Σειρήν, η οποία περιεστρέφετο και αυτή, και

έψαλλε με φωνήν επί ενός και του αυτού τόνου πάντοτε· ούτως ώστε

από τας οκτώ που ήσαν απετελείτο μία πλήρης συμφωνία.

Πέριξ δε του ατράκτου και εις ίσας αποστάσεις εκάθηντο επί θρόνων

αι τρεις Μοίραι, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η

Άτροπος με φορέματα λευκά και με στέμματα εις την κεφαλήν·

συνώδευον δε με το άσμα των την αρμονίαν των Σειρήνων και έψαλλον

η μεν Λάχεσις τα παρελθόντα, η Κλωθώ τα παρόντα και η Άτροπος τα

μέλλοντα· και η μεν Κλωθώ μετέδιδεν, εγγίζουσα κατά διαλείμματα

με την δεξιάν της χείρα τον άτρακτον, την εξωτερικήν περιστροφήν

εις αυτόν, η Άτροπος πάλιν με την αριστεράν χείρα εις τους

εσωτερικούς σφονδύλους, η δε Λάχεσις πότε με την μίαν πότε με την

άλλην χείρα ήγγιζε και τον άτρακτον και τους σφονδύλους.

Ευθύς λοιπόν που έφθασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιασθούν εμπρός εις

την Λάχεσιν· και πρώτον μεν ένας προφήτης υπέδειξεν εις έκαστον

την θέσιν του και την σειράν του, και αφού έλαβεν από τα γόνατα

της Λαχέσεως κλήρους και παραδείγματα ανθρωπίνων βίων, ανέβηκεν

επάνω εις ένα υψηλόν βήμα και είπε, «Τάδε λέγει Λάχεσις η

παρθένος, της Ανάγκης θυγάτηρ. Ψυχαί εφήμεροι, μέλλετε να

αρχίσετε άλλην περίοδον ζωής, εντός σώματος θνητού· δεν θα σας

εκλέξη η τύχη, αλλά σεις θα εκλέξετε την τύχην σας· ο πρώτος που

θα υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος τον βίον του, τον οποίον

αμετακλήτως θα είναι αναγκασμένος να ακολουθήση. Η αρετή είναι

κτήμα αδέσποτον και αναλόγως που την τιμά ή την περιφρονεί

έκαστος, θα λάβη και την σχετικήν του μερίδα, μεγαλυτέραν ή

μικροτέραν, από αυτήν· έκαστος είναι υπεύθυνος διά την εκλογήν

του· ο θεός είναι αναίτιος». Αφού είπεν αυτά, έρριψεν επάνω εις

όλους τους κλήρους, και ο καθένας επήρεν εκείνον που έπεσεν

εμπρός του, εκτός του Ηρός, εις τον οποίον απηγορεύθη, καθώς

έλεγε, να πάρη· έκαστος λοιπόν εγνώριζεν από τον κλήρον του, ποία

ήτο η σειρά του διά να εκλέξη· ακολούθως λοιπόν ο προφήτης έβαλεν

εμπρός των καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα από

τον αριθμόν των παρόντων, που έμελλον να εκλέξουν, και κάθε

είδους και λογής· διότι υπήρχον και των ζώων όλων και των

ανθρώπων όλων ανεξαιρέτως· υπήρχον λοιπόν μεταξύ αυτών

τυραννίδες, άλλαι μεν ισόβιοι, άλλαι δε καταλυόμεναι εν τω μεταξύ

και καταντώσαι εις πενίαν και εξορίαν και επαιτείαν· υπήρχον

επίσης και βίοι ανδρών επιφανών, άλλων μεν διά την καλλονήν της

μορφής και τα ωραία των σώματα, άλλων διά την καταγωγήν των και

τας αρετάς των προγόνων· ωσαύτως δε και ασήμων ανθρώπων υπό πάσαν

τοιαύτην έποψιν και γυναικών δε ομοίως· τάξις όμως ωρισμένη διά

τας ψυχάς δεν υπήρχε καμμία, διότι έπρεπε κατ' ανάγκην εκάστη να

μεταβάλη την φύσιν της αναλόγως της εκλογής που θα έκαμνε· άλλως

τε τα πλούτη και η πενία, αι νόσοι και η υγεία ήσαν κατανεμημένα

εις όλους τους βίους, εις άλλους μεν χωρίς καμμίαν διάκρισιν, εις

άλλους δε κατά δικαίαν αναλογίαν.

Πολιτεία, Τόμος 4 · 第 7 / 8 段