— Διά ποίον λόγον, σε παρακαλώ, κατεδικάσθη πάντοτε και ανέκαθεν

ο ακόλαστος βίος, παρά διότι η ακολασία αφίνει αχαλίνωτον το

φοβερόν εκείνο και μεγάλον και πολυκέφαλον τέρας πέραν του

δέοντος; — Δι' αυτόν βέβαια τον λόγον. — Διατί δε καταδικάζουν

την αυθαιρεσίαν και το ασυμβίβαστον του χαρακτήρος, παρά διότι

αναπτύσσουν και επιτείνουν παρά το αρμόζον μέτρον την φύσιν του

λέοντος και του όφεως εν τω ανθρώπω; — Αναμφιβόλως. — Εάν δε

ψέγουν τον τρυφηλόν και μαλθακόν βίον, δεν είναι διότι εκνευρίζει

και εκφυλίζει την ιδίαν αυτήν φύσιν, όταν την μεταβάλλη εις

ανανδρίαν; — Πώς όχι; — Διατί ακόμη ψέγουν την κολακείαν και την

ανελευθερίαν, παρά διότι υποδουλώνει αυτό το ίδιον, το θυμοειδές,

εις το ταραχώδες εκείνο θηρίον και διότι εξευτελιζόμενον χάριν

χρημάτων και ένεκα της απληστίας εκείνου το συνηθίζει εκ νεαράς

ηλικίας να γίνεται αντί λέοντος πίθηκος; — Έτσι είναι. — Διά τίνα

δε λόγον τα βάναυσα επαγγέλματα και τας χειρωνακτικάς εργασίας

δεν τας έχουν εις καμμίαν υπόληψιν; όχι διότι εκείνοι που τας

εξασκούν έχουν τόσον αδύνατον εκ φύσεως το άριστον μέρος της

ψυχής, το λογικόν, ώστε μη δυνάμενοι να χαλιναγωγήσουν και να

κυβερνήσουν τα θηρία εκείνα, που είναι μέσα των, αναγκάζονται να

τα περιποιούνται, και δεν είναι εις θέσιν τίποτε άλλο να μάθουν,

παρά τα μέσα με τα οποία να κολακεύουν τας αδυναμίας των; — Έτσι

φαίνεται.

— Λοιπόν, διά να λάβουν και οι τοιούτοι ένα άρχοντα όμοιον με

εκείνον, υπό του οποίου κυβερνάται ο τέλειος άνθρωπος, δεν πρέπει

να γίνωνται υπήκοοι και δούλοι εκείνου του τελείου, ο οποίος και

αυτός κυβερνάται εσωτερικώς υπό του θείου, χωρίς βέβαια να

νομίζωμεν ότι η υποταγή αύτη θα είναι επί βλάβη του υπηκόου,

καθώς διισχυρίζετο ο Θρασύμαχος εν γένει περί των υπηκόων, αλλ'

επειδή είναι διά πάντα άνθρωπον συμφερώτερον να κυβερνάται υπό

άρχοντος σοφού και θείου, είτε τον έχει εντός του και είναι

ιδικός του (το οποίον θα ήτο και το καλύτερον) είτε και του

επιβάλλεται έξωθεν, ίνα κατά το δυνατόν γίνωμεν όλοι όμοιοι προς

αλλήλους και φίλοι κυβερνώμενοι υπό της αυτής αρχής: — Και πολύ

σωστά. — Είναι δε φανερόν, ότι τον ίδιον σκοπόν προτίθεται και ο

νόμος, όταν παρέχη την βοήθειάν του ανεξαιρέτως εις όλα τα μέλη

της πολιτείας· και η εξάρτησις δε, υπό την οποίαν κρατούμεν τους

παίδας, επί της αυτής αρχής στηρίζεται· διότι δεν τους αφήνωμεν

ελευθέρους να κάμνουν ό,τι θέλουν, εφ' όσον προηγουμένως δεν

εγκαθιδρύσωμεν εντός αυτών, όπως εις μίαν πόλιν, ένα πολίτευμα

σταθερόν, και εφ' όσον δεν καλλιεργήσωμεν το λογικόν των διά του

ιδικού μας, ώστε να είναι εις θέσιν να επαγρυπνή επ' αυτών και να

ρυθμίζη την διαγωγήν των· τότε δε μόνον τους χειραφετούμεν. —

Πράγματι επ' αυτής της αρχής στηρίζεται ο νόμος. — Πώς λοιπόν,

αγαπητέ Γλαύκων, και επί τίνος λόγου στηριζόμενοι θα ημπορούσαμεν

να είπωμεν ότι ωφελεί να αδική τις ή να ακολασταίνη ή να κάμνη

καμμίαν αισχράν πράξιν, έστω και αν, χειρότερος γινόμενος,

επρόκειτο να κερδίση χρήματα πολλά ή άλλην τινά δύναμιν; — Κατ'

ουδένα τρόπον. — Ή τι θα ωφελούσε ακόμη, και αν η αδικία έμενε

κρυμμένη και ατιμώρητος; μήπως η ατιμωρησία δεν καθιστά τον κακόν

ακόμη χειρότερον; ενώ απεναντίας, όταν το έγκλημα ανακαλύπτεται

και τιμωρήται, το μεν θηριώδες μέρος της ψυχής καταπραΰνεται και

εξημερούται, το δε ήμερον επανακτά όλα του τα δικαιώματα,

ολόκληρος δε η ψυχή αποκαθισταμένη εις την αρίστην αυτής φύσιν

ανυψούται, διά της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης και της

φρονήσεως, εις κατάστασιν τόσον πολύ ανωτέραν από το σώμα, το

οποίον ήθελεν αποκτήση δύναμιν και καλλονήν και υγείαν, όσον η

ψυχή είναι καθ' εαυτήν ανωτέρα του σώματος. — Αυτό είναι βέβαιον.

— Ώστε ένας άνθρωπος με νουν θα βάλη βέβαια όλα του τα δυνατά διά

να επιτύχη αυτό το τέλειον είδος της ζωής· και εν πρώτοις θα

εκτιμά παρά παν άλλο τα μαθήματα, που συντείνουν εις την

τελειοποίησιν της ψυχής, περιφρονών όλα τα άλλα. — Αναντιρρήτως.

— Έπειτα, ως προς την σωματικήν δίαιταν, δεν θα παραδώση τον

εαυτόν του εις την κτηνώδη και άλογον ηδονήν διά να ζη μόνον με

την απόλαυσιν αυτής, αλλ' ουδέ πάλιν θα επιδοθή εις την

αποκλειστικήν επιμέλειαν της υγείας του, διά να γίνη δυνατός και

υγιής και ωραίος, εάν δεν πρόκειται να αποκτήση δι' αυτών

συγχρόνως και την εγκράτειαν, αλλά θα επιζητή πάντοτε την εν τω

σώματι αρμονίαν, χάριν μόνον της εν τη ψυχή συμφωνίας. —

Βεβαιότατα, εάν τουλάχιστον πρόκειται να είναι αληθινός μουσικός.

— Και επομένως και εις την απόκτησιν των χρημάτων θα τηρήση το

αυτό μέτρον και την αυτήν βεβαίως αρμονίαν, χωρίς να τον θαμβώνη

ο όγκος του πλούτου, που τον μακαρίζουν συνήθως οι πολλοί, διά να

ζητή και αυτός να τον αυξήση επ' άπειρον, αυξάνων όμως συγχρόνως

επ' άπειρον και τα κακά που τον συνοδεύουν. — Και εγώ δεν πιστεύω

να το κάμη αυτό. — Αλλ' αποβλέπων πάντοτε εις το εσωτερικόν του

πολίτευμα και προσέχων μήπως επιφέρη καμμίαν εις αυτό διατάραξιν

είτε η περίσσεια του πλούτου είτε η ανεπάρκεια αυτού, θα φροντίση

επ' αυτής της βάσεως να κανονίση τα έσοδα και τα έξοδά του

συμφώνως προς τας δυνάμεις του. — Αναμφιβόλως. — Επί της αυτής

ακόμη αρχής στηριζόμενος και ως προς τας τιμάς και τα αξιώματα,

θα επιζητή μεν και ευχαρίστως μάλιστα θα δοκιμάζη εκείνα, που

έχει την ιδέαν ότι θα τον κάμουν καλύτερον, θα αποφεύγη όμως,

είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον του, όσα θα

ημπορούσαν να διαταράξουν την αρμονίαν, που βασιλεύει εις την

ψυχήν του. — Τότε λοιπόν δεν θα θελήση να αναμιχθή εις τα

πολιτικά, εάν, καθώς λέγεις, τόσον φροντίζη δι' αυτό. — Θα

θελήση, μα τον κύνα, και παρά πολύ μάλιστα, τουλάχιστον εις την

ιδικήν του πόλιν, όχι όμως ίσως και εις την πατρίδα του, εκτός

τουλάχιστον αν γίνη κανένα θαύμα . . . — Α, εκατάλαβα· εννοείς

την πόλιν, την οποίαν ιδρύσαμεν ημείς, και η οποία μόνον κατά

φαντασίαν υφίσταται, διότι δεν πιστεύω να υπάρχη εις κανένα μέρος

της γης. — Αλλ' ίσως να ευρίσκεται εις τον ουρανόν το πρότυπον

αυτής, τουλάχιστον δι' εκείνον που θέλει να το βλέπη· και να

ρυθμίζη επί τη βάσει αυτού το πολίτευμα της ψυχής του· άλλως τε

δεν σημαίνει τίποτε αν υπάρχη, ή αν θα υπάρξη κάποτε· διότι ο

σοφός και τέλειος άνθρωπός μας μόνον εις της τοιαύτης πόλεως τα

πολιτικά θα αναμιχθή και καμμιάς άλλης. — Και είναι πολύ φυσικόν.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.

— Και πραγματικώς πολλούς και άλλους λόγους έχω να κρίνω, ότι η

πολιτεία που ιδρύσαμεν ημείς είναι η τελειοτέρα από κάθε άλλην,

όχι δε ολιγώτερον το λέγω αυτό και όταν αναλογισθώ εκείνο που

είπαμεν διά την ποίησιν. — Το ποίον; — Το ότι κατ' ουδένα τρόπον

παραδεχόμεθα το καθαρώς μιμητικόν αυτής μέρος· τώρα μάλιστα,

καθώς νομίζω, φαίνεται απαραίτητος η ανάγκη να το αποκλείσωμεν

ολότελα, αφού έχομεν πλέον σαφώς διακρίνη τα μέρη εις τα οποία

διαιρείται η ψυχή. — Πώς τούτο; — Διά να το είπωμεν μεταξύ μας,

διότι δεν θα με προδώσετε βέβαια εις τους τραγικούς ποιητάς και

εις όλους τους άλλους τους μιμητικούς, όλα αυτά τα είδη της

ποιήσεως δεν είναι δι' άλλο παρά να διαφθείρουν τον νουν των

ακροατών, όσοι τουλάχιστον δεν έχουν αντιφάρμακον την ακριβή

εκτίμησιν των πραγμάτων αυτών. — Πώς σκέπτεσαι διά να φθάσης εις

αυτό το συμπέρασμα; — Θα σου το ειπώ, αν και μου κρατεί την

γλώσσαν μου μια κάποια αγάπη και σεβασμός, που τρέφω εκ παιδικής

ηλικίας διά τον Όμηρον· διότι φαίνεται ότι αυτός είναι ο πρώτος

διδάσκαλος και ο αρχηγός όλων αυτών των καλών μας τραγικών

ποιητών^ αλλ' επειδή όμως ο άνθρωπος οφείλει να υποχωρήση εμπρός

εις την αλήθειαν, πρέπει να το ειπώ αυτό που λέγω. — Πολύ σωστά

βέβαια.

— Άκουε λοιπόν, ή καλύτερα απάντησέ μου. — Ερώτα με. — Ημπορείς

να μου ειπής μίμησις γενικώς τι είναι; διότι εγώ δεν κατορθώνω

πολύ καλά να εννοήσω τι θέλει να ειπή. — Πολύ ωραία λοιπόν τότε

θα το εννοήσω εγώ! — Δεν θα ήτο και παράδοξον το πράγμα, διότι

πολλάκις άνθρωποι με αμβλείαν την όρασιν βλέπουν κάτι τι

πρωτύτερα από τους οξυδερκείς. — Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ποτέ

εγώ εμπρός σου δεν θα ήμουν ικανός να τολμήσω να ειπώ την ιδέαν

μου δι' οτιδήποτε· ώστε βλέπε συ ο ίδιος.

— Θέλεις λοιπόν να αρχίσωμεν και αυτήν την εξέτασιν από την

συνηθισμένην μας μέθοδον; συνηθίζομεν, ηξεύρεις, να

περιλαμβάνωμεν υπό μίαν ιδέαν γενικήν εκάστην χωριστήν πληθύν των

όντων, εις τα οποία αποδίδομεν το αυτό όνομα· ή δεν εννοείς; —

Εννοώ. — Ας λάβωμεν λοιπόν και τώρα ό,τι θέλεις από αυτά τα

πολλά· υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πολλαί κλίναι και τράπεζαι.

— Πώς όχι; — Αλλά αυτά τα δύο είδη των επίπλων περιλαμβάνονται το

ένα υπό την ιδέαν της κλίνης, το άλλο υπό την ιδέαν της τραπέζης.

— Ναι. — Δεν συνηθίζομεν δε ακόμη να λέγωμεν, ότι ο τεχνίτης που

κατασκευάζει το ένα ή το άλλο από αυτά τα δύο είδη των επίπλων,

έχει υπ' όψιν του την ιδέαν και τοιουτοτρόπως κατασκευάζει ο ένας

τας κλίνας και ο άλλος τας τραπέζας, τας οποίας μεταχειριζόμεθα

ημείς, και όλα τα άλλα κατ' αυτόν τον τρόπον; διότι βέβαια αυτήν

την ιδέαν κανείς τεχνίτης δεν την κατασκευάζει· είναι δυνατόν; —

Όχι βέβαια.

— Κοίταξε λοιπόν τώρα τι όνομα θα δώσης και εις αυτόν τον

τεχνίτην που θα σου ειπώ. — Τον ποίον; — Εκείνος που κάμνει όλα

όσα κάμνουν χωριστά καθένας από τους χειροτέχνας. — Φοβερός και

θαυμαστός θα είναι αυτός που μας λέγεις. — Περίμενε να ιδής ακόμη

και τότε πολύ περισσότερον θα τον θαυμάσης· διότι ο ίδιος αυτός ο

τεχνίτης είναι άξιος να κάμη όχι μόνον όλα τα έπιπλα και σκεύη,

αλλά και όλα τα δημιουργήματα της φύσεως, και ζώα και φυτά και

όλα τα άλλα πράγματα και τον εαυτόν του ακόμη, και εκτός τούτων

και την γην και τον ουρανόν και τον Άδην κάτω από την γην. — Πάρα

πολύ αξιοθαύμαστον σοφόν μας λέγεις. — Δεν το πιστεύεις; Αλλά

ειπέ μου, σε παρακαλώ· σου φαίνεται απολύτως αδύνατον να υπάρξη,

ένας τέτοιος τεχνίτης, ή υπό μίαν μεν έποψιν ημπορεί ένας να

κάμνη όλα αυτά, υπό άλλην δε έποψιν όχι; ή μήπως δεν γνωρίζεις

ότι και συ ο ίδιος θα ήσουν ικανός με ένα κάποιον τρόπον να τα

κάμης όλα αυτά; — Και ποίος είναι αυτός ο τρόπος; — Το πράγμα δεν

είναι δύσκολον, αλλά γίνεται συχνάκις και γρήγορα· και εις την

στιγμήν μάλιστα, αν θέλης να κάμης την δοκιμήν, πάρε ένα

καθρέπτην και γύρισέ τον απ' όλα τα μέρη· αμέσως θα κάμης τον

ήλιον και όσα υπάρχουν εις τον ουρανόν, αμέσως θα κάμης την γην,

και τον εαυτόν σου και τα άλλα ζώα και τα σκεύη και τα φυτά και

όλα που ελέγαμεν προ ολίγου.

Ναι, φαινόμενα, όχι όμως και αληθώς υπάρχοντα. — Πολύ καλά το

είπες, και έρχεσαι ακριβώς εκεί που ζητεί ο λόγος· και ο

ζωγράφος, νομίζω, είναι τεχνίτης αυτού του είδους, ή όχι; —

Βεβαιότατα. — Αλλά, υποθέτω, δεν θα ειπής ότι είναι αληθινά και

πραγματικά εκείνα που κάμνει· αν και υπό μίαν τινά έποψιν και ο

ζωγράφος κάμνει κλίνην ή όχι; — Ναι, αλλά φαινομενικήν κλίνην. —

Τι δε ο κλινοποιός; δεν έλεγες προ μικρού ότι δεν κατασκευάζει

την ιδέαν, η οποία ακριβώς δεχόμεθα ότι είναι εκείνο που κατ'

ουσίαν είναι η κλίνη, αλλ' απλώς μίαν κλίνην; — Ναι, το έλεγα. —

Αφού λοιπόν δεν κάμνει εκείνο που κατ' ουσίαν υπάρχει, δεν κάμνει

επομένως τίποτε πραγματικόν, αλλά κάτι τι που ομοιάζει με το

πραγματικόν, χωρίς όμως να είναι αυτό· εάν δε τις ήθελεν είπη,

ότι είναι πραγματικώς ον το έργον του κλινοποιού ή άλλου τινός

τεχνίτου, δεν φαίνεται ότι απατάται προφανώς; — Αυτό τουλάχιστον

θα παραδεχθούν όσοι διατρίβουν με αυτά τα ζητήματα. — Ας μη μας

φαίνεται λοιπόν παράδοξον εάν και αυτό είναι κάτι τι πολύ αμυδρόν

παραβαλλόμενον προς την αλήθειαν. — Μάλιστα.

— Θέλεις λοιπόν επ' αυτών τα οποία είπαμεν να εξετάσωμεν τι

πράγμα είναι ο μιμητής ούτος; — Εάν το θέλης. — Υπάρχουν λοιπόν

τριών ειδών κλίναι· μία, η οποία υπάρχει, εν τη φύσει, και την

οποίαν, καθώς νομίζω, ημπορούμεν να είπωμεν ότι την κατεσκεύασεν

ο θεός· διότι εις ποίον άλλον δυνάμεθα να την αποδώσωμεν; — Εις

κανένα άλλον, νομίζω. — Δευτέρα, την οποίαν κατασκευάζει ο

ξυλουργός. — Μάλιστα. — Και μία τρίτη, την οποίαν κάμνει ο

ζωγράφος· δεν είναι έτσι; — Έτσι είναι. — Ζωγράφος λοιπόν,

κλινοποιός, θεός, είναι τρεις τεχνίται εις τους οποίους ανήκουν

τρία διάφορα είδη κλινών. — Μάλιστα τρεις. — Και ο μεν θεός, είτε

δεν ήθελεν, είτε υπήρχεν ανάγκη τις να μη κατασκευάαη παρά μίαν

μόνον κλίνην εν τη φύσει, κατεσκεύασε πραγματικώς μίαν μόνην,

εκείνην ακριβώς που είναι η καθ' αυτό κλίνη· δύο δε τοιαύται ή

περισσότεραι ούτε εδημιουργήθησαν, ούτε είναι δυνατόν να

δημιουργηθώσι. — Διά ποίον λόγον; — Διότι αν ήθελε κατασκευάση

δύο μόνον, αμέσως θα παρουσιάζετο και μία τρίτη, της οποίας η

ιδέα θα ήτο κοινή και εις τας δύο εκείνας, και τότε αυτή θα ήτο η

καθ' αυτό κλίνη, και όχι αι δύο άλλαι. — Πολύ σωστά. — Αυτά

λοιπόν, υποθέτω, τα εγνώριζεν ο θεός, και επειδή ήθελε να είναι

πράγματι ποιητής κλίνης πραγματικώς και καθ' εαυτήν υπαρχούσης,

και όχι όπως ο κλινοποιός κατασκευαστής αυτής ή εκείνης της

κλίνης, δι' αυτό εδημιούργησε την κλίνην η οποία εκ φύσεως είναι

μία. — Έτσι πρέπει να είναι το πράγμα. — Θέλεις λοιπόν αυτόν μεν

να τον ονομάσωμεν δημιουργόν της κλίνης, ή κάπως έτσι αλλέως; —

Θα είναι δίκαιον, διότι αφ' εαυτού εδημιούργησε και της κλίνης

την ουσίαν και όλων των άλλων πραγμάτων. — Τον δε κλινοποιόν; δεν

θα τον ονομάσωμεν κατασκευαστήν κλίνης; — Ναι. — Τον δε ζωγράφον

θα ονομάσωμεν επίσης κατασκευαστήν και δημιουργόν αυτής; —

Καθόλου. — Αλλά τι λοιπόν θα τον ονομάσης της κλίνης; — Μα,

υποθέτω, το καλύτερον που Θα εταίριαζε είναι να τον ονομάσωμεν

μιμητήν εκείνου, του οποίου οι άλλοι είναι κατασκευασταί. — Πολύ

καλά· μιμητήν λοιπόν ονομάζεις τον ποιητήν ενός έργου, που απέχει

τρεις βαθμίδας από την φύσιν; — Ακριβώς. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν

και ο τραγωδιοποιός, αφού είναι μιμητής, απέχει τρεις βαθμούς από

τον βασιλέα και από την αλήθειαν, καθώς και όλοι οι άλλοι οι

μιμηταί. — Έτσι φαίνεται.

— Περί μεν λοιπόν του μιμητού εμείναμεν σύμφωνοι· ειπέ μου δε

τώρα περί του ζωγράφου· φρονείς τάχα ότι έργον έχει να μιμήται

εκείνο που είναι εν τη φύσει καθ' εαυτό έν, ή τα έργα των

τεχνιτών; — Τα έργα των τεχνιτών. — Και άραγε όπως είναι ή όπως

φαίνονται; αυτό ακόμη να μου καθορίσης. — Πώς εννοείς; — Ως εξής·

μία κλίνη, είτε εκ του πλαγίου την παρατηρείς, είτε κατ' ενώπιον,

είτε απ' όπου αλλού, μεταβάλλεται καθόλου, ή απλώς μόνον φαίνεται

διαφορετική; το ίδιον δε και δι' όλα τα άλλα πράγματα; — Φαίνεται

μόνον διαφορετική, χωρίς να μεταβάλλεται καθόλου. — Εδώ λοιπόν

τώρα πρόσεξε· ποίος είναι ο σκοπός της ζωγραφικής; έργον έχει να

μιμήται το αντικείμενον, όπως πραγματικώς υπάρχει, ή το

φαινόμενον όπως φαίνεται; είναι με άλλους λόγους μίμησις του

φαινομενικού ή της πραγματικότητος; — Του φαινομενικού. Απέχει

λοιπόν πολύ της αληθείας η μίμησις και, καθώς φαίνεται, δι' αυτό

κάμνει τόσα πράγματα, διότι παίρνει πάρα πολύ μικρόν μέρος από το

κάθε τι, και αυτό ακόμη δεν είναι παρά φαινομενικόν μόνον·

παραδείγματος χάριν ο ζωγράφος, λέγομεν, θα μας ζωγραφήση ένα

υποδηματοποιόν, τον ξυλουργόν, τους άλλους τεχνίτας, χωρίς να

γνωρίζη τίποτε από την τέχνην κανενός· μ' όλα ταύτα, εάν είναι

καλός ο ζωγράφος, ημπορεί να εξαπατήση τα παιδιά και τους αμαθείς

ανθρώπους, επιδεικνύων από μακράν εις αυτούς ένα ξυλουργόν, που

έχει ζωγραφίση, εις τρόπον ώστε να πιστεύουν ότι είναι αληθινός

ξυλουργός. — Πώς όχι; — Αλλ' όμως, φίλε μου, αυτήν την ιδέαν

πρέπει να σχηματίσωμεν περί όλων αυτών όταν έλθη κανείς να μας

είπη, ότι συνήντησε κάποιον άνθρωπον, που γνωρίζει όλας τας

τέχνας, και ότι όλα τα άλλα πράγματα, τα οποία γνωρίζουν οι άλλοι

χωριστά ο καθένας, αυτός τα γνωρίζει πολύ καλύτερα από αυτούς,

πρέπει να του απαντήσωμεν ότι χωρίς άλλο είναι πολύ απλοϊκός να

το πιστεύη, και, καθώς φαίνεται, ευρήκε κανένα μάγον ή μιμητήν,

από τον οποίον εξηπατήθη ώστε να τον νομίση πάνσοφον, επειδή ο

ίδιος δεν είναι εις θέσιν να ξεχωρίση την επιστήμην και την

ανεπιστημοσύνην και την μίμησιν. — Αυτό είναι αληθέστατον.

— Μας μένει τώρα ύστερ' απ' αυτά να εξετάσωμεν την τραγωδίαν,

και τον Όμηρον τον αρχηγόν αυτής, διότι ακούομεν μερικούς να

λέγουν ότι οι ποιηταί αυτοί γνωρίζουν όλας τας τέχνας, και όλας

τας ανθρωπίνας επιστήμας, που έχουν αντικείμενον την αρετήν και

την κακίαν, προσέτι δε και όσα αποβλέπουν τους θεούς· επειδή ένας

καλός ποιητής είναι ανάγκη να γνωρίζη καλά όλα εκείνα, τα οποία

πραγματεύεται, εάν θέλη να έχη το έργον του πραγματικήν αξίαν,

άλλως δεν είναι δυνατόν να κάμη τίποτε· πρέπει λοιπόν να

εξετάσωμεν ημείς, αυτοί που ομιλούν κατ' αυτόν τον τρόπον μήπως

τάχα έχουν απατηθή από τους μιμητάς τούτους, και βλέποντες τα

έργα των, δεν είναι εις θέσιν να εννοήσουν, ότι απέχουν τρεις

βαθμούς από την πραγματικότητα και ότι τοιαύτα έργα είναι εύκολον

να γίνουν και από άνθρωπον μη γνωρίζοντα την αλήθειαν, διότι

είναι φαντάσματα και δεν έχουν τίποτε το αληθινόν· ή μήπως τάχα

έχουν δίκαιον και πράγματι οι καλοί ποιηταί κατέχουν κατά βάθος

τα πράγματα, τα οποία, κατά την κρίσιν των πολλών, τόσον εύμορφα

παριστάνουν. — Πραγματικώς πρέπει να το εξετάσωμεν. — Πιστεύεις

λοιπόν ότι, εάν ένας ήτο εξ ίσου ικανός να κάμη και το είδωλον

ενός πράγματος, και αυτό το ίδιον πράγμα καθ' εαυτό, θα επροτίμα

να αφοσιωθή με όλας τας δυνάμεις του εις την δημιουργίαν κενών

ειδώλων και αυτό να λάβη ως σκοπόν της ζωής του, ως να μην είχε

τίποτε άλλο καλύτερον να κάμη; — Δεν το πιστεύω εγώ. — Αλλ' εάν

ήτο αληθώς επιστήμων των πραγμάτων αυτών που μιμείται, νομίζω ότι

πολύ περισσότερον θα επροθυμοποιείτο διά τα ίδια τα έργα παρά διά

την μίμησιν αυτών, και θα επροσπαθούσε να αφήση οπίσω του την

μνήμην πολλών και καλών κατορθωμάτων, προτιμών, φυσικώ τω λόγω,

να είναι μάλλον ο εγκωμιαζόμενος, παρά ο εγκωμιαστής άλλων. — Και

εγώ αυτό φρονώ, διότι δεν είναι ίση και εις τας δύο περιστάσεις η

τιμή και η ωφέλεια. — Και διά μεν τα άλλα πράγματα ας μη ζητώμεν

λόγον από τον Όμηρον ή από όποιον άλλον ποιητήν· ας μην

ερωτήσωμεν αν κανείς από αυτούς ήτο επιστήμων ιατρός, και όχι

απλώς μιμητής ιατρικών λόγων, εάν κανείς από τους παλαιούς ή

νέους ποιητάς εθεράπευσεν ασθενείς, όπως ο Ασκληπιός, αν άφησε

μαθητάς της ιατρικής, όπως εκείνος τους ιδίους του απογόνους· ας

μην τους ερωτήσωμεν και διά τας άλλας τέχνας και ας τα αφήσωμεν

όλα αυτά κατά μέρος· αφού, όμως ο Όμηρος τολμά να κάμνη λόγον

περί των μεγίστων και καλλίστων πραγμάτων, περί πολέμων και

στρατηγιών και διοικήσεων πόλεων και περί της εκπαιδεύσεως των

ανθρώπων, είναι ίσως δίκαιον να τον ερωτήσωμεν και να του

είπωμεν: Ω φίλε Όμηρε, εάν δεν απέχης τρεις βαθμούς από την

αλήθειαν όσον αφορά την αρετήν και δεν είσαι απλώς δημιουργός

ειδώλων, μιμητής δηλαδή κατά τον ορισμόν μας, αλλά απέχης, έστω,

δύο βαθμούς και ήσουν ικανός να γνωρίζης ποία είναι εκείνα που

κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους ή χειροτέρους είτε εις τον

ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον, λέγε μας, ποία πόλις

χρεωστεί εις εσένα την βελτίωσιν της διοικήσεώς της, όπως η

Λακεδαίμων εις τον Λυκούργον και αι άλλαι πόλεις μικραί και

μεγάλαι εις άλλους πολλούς; εσένα ποία πόλις σε μνημονεύει ότι

υπήρξες νομοθέτης άριστος και ότι την ωφέλησες; η Ιταλία και η

Σικελία έχουν τον Χαρώνδαν, ημείς οι Αθηναίοι τον Σόλωνα· εσένα

όμως ποίος τόπος; θα έχη να μας απαντήση κανένα; — Δεν πιστεύω·

τουλάχιστον ούτε αυτοί οι Ομηρίδαι αναφέρουν τοιούτον τι. — Αλλά

μήπως τάχα μνημονεύεται κανένας πόλεμος επί της εποχής του

Ομήρου, ο οποίος να διεξήχθη επιτυχώς ή υπό την αρχηγίαν εκείνου

ή σύμφωνα με τας συμβουλάς του; — Κανείς. — Αλλά μήπως λοιπόν

αναφέρονται πολλαί εφευρέσεις ως σοφού ανθρώπου εις τας τέχνας

και άλλαι ευκολίαι ωφέλιμοι εις τας διαφόρους εργασίας και τα

επαγγέλματα, όπως λέγεται περί του Θαλού του Μιλησίου και του

Αναχάρσιδος του Σκύθου; — Τίποτε απολύτως τοιούτον δεν λέγεται. —

Αλλ' εάν δεν προσέφερεν ο Όμηρος καμμίαν τοιαύτην υπηρεσίαν εις

την κοινωνίαν, μήπως λέγεται ότι διηύθυνεν, ότε έζη, την

ανατροφήν ιδιωτών τινων, οι οποίοι ηρέσκοντο εις την

συναναστροφήν του και παρέδοσαν εις τους μεταγενεστέρους ένα

τρόπον βίου ομηρικόν, όπως ο Πυθαγόρας παραδείγματος χάριν

ηγαπήθη ιδιαζόντως διά τον λόγον τούτον και οι οπαδοί του ακόμη

και σήμερον διακρίνονται μεταξύ όλων των ανθρώπων δια τον

ιδιαίτερον τρόπον του βίου των, τον οποίον αυτοί οι ίδιοι

ονομάζουν Πυθαγόρειον; — Ούτε τίποτε τοιούτον αναφέρεται· διότι ο

Κρεώφυλος τουλάχιστον, ο φίλος του Ομήρου, θα εφαίνετο ίσως ως

προς την ανατροφήν του γελοιότερος και από αυτό το όνομά του, αν

αληθεύουν όσα αναφέρουν σχετικώς με την διαγωγήν του προς τον

Όμηρον· διότι λέγουν ότι επέδειξε μίαν αχαρακτήριστον αμέλειαν

προς αυτόν, ενόσω έζη.

— Πραγματικώς αναφέρεται τοιούτον τι· αλλά φρονείς, Γλαύκων, ότι

εάν πράγματι ο Όμηρος ήτο ικανός να εκπαιδεύη τους ανθρώπους και

να τους κάμνη καλυτέρους, επειδή ημπορούσε να γνωρίζη κατά βάθος

αυτά τα πράγματα και όχι απλώς να τα μιμήται, δεν θα αποκτούσε

πολλούς φίλους, οι οποίοι θα τον περιέβαλλον με όλην την αγάπην

των; αλλ' ο μεν Πρωταγόρας έξαφνα ο Αβδηρίτης και ο Πρόδικος ο

Κείος και πλείστοι άλλοι έχουν αρκετήν επιρροήν επί του πνεύματος

των συγχρόνων των, ώστε να τους πείθουν, εις τας ιδιαιτέρας των

ομιλίας, ότι ούτε τον οίκον ούτε την πατρίδα των θα ημπορέσουν να

διοικήσουν, εάν δεν αναλάβουν αυτοί την διεύθυνσιν της

εκπαιδεύσεώς των· και δι' αυτήν των την σοφίαν τόσον πολύ τους

αγαπούν και τους τιμούν, ώστε μόνον που δεν τους σηκώνουν να τους

γυρνούν επάνω εις τα κεφάλια των οι οπαδοί των. Τον δε Όμηρον και

τον Ησίοδον οι σύγχρονοί των θα τους άφηναν να περιέρχωνται ως

αλήται τον κόσμον να απαγγέλλουν τας ραψωδίας των, εάν ημπορούσαν

να ωφελήσουν τους ανθρώπους με αληθινά διδάγματα αρετής; δεν θα

προσεκολλώντο μάλλον εις αυτούς περισσότερον απ' ό,τι

προσκολλώντο εις τον χρυσόν, και δεν θα έκαμναν τα δυνατά των διά

να τους κρατήσουν πλησίον των, ή, εάν δεν το κατώρθωναν, δεν θα

τους παρηκολούθουν οι ίδιοι όπου και αν επήγαιναν ως πιστοί

μαθηταί, έως ότου τελειοποιήσουν επαρκώς την εκπαίδευσίν των; —

Μου φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον, Σωκράτη.

— Να είπωμεν λοιπόν περί όλων των ποιητών εν γένει, αρχίζοντες

από τον Όμηρον, ότι είναι απλώς μιμηταί των ειδώλων της αρετής

και όλων των άλλων, τα οποία πραγματεύονται εις τα ποιήματά των,

την αλήθειαν όμως ούτε καν προσεγγίζουν; αλλ' όπως ελέγαμεν προ

ολίγου, ο ζωγράφος ημπορεί να κάμη ένα υποδηματοποιόν που να

ομοιάζη πράγματι τόσον πολύ, αν και αυτός ο ίδιος δεν έχει

καμμίαν γνώσιν από αυτό το επάγγελμα, ώστε εκείνοι που τον

βλέπουν, απατώμενοι από το σχέδιον και από το χρώμα, να νομίζουν

ότι βλέπουν αληθινόν υποδηματοποιόν. — Αναμφιβόλως. —

Τοιουτοτρόπως, νομίζω, και ο ποιητής, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε

άλλο παρά να μιμήται, έχει την ικανότητα να επιχρωματίζη με

τοιαύτά τινα χρώματα, με τας λέξεις δηλαδή και τας εικονικάς

εκφράσεις, εκάστην τέχνην, ώστε, είτε περί υποδηματοποιίας

ομιλεί, είτε πραγματεύεται περί πολέμου, είτε περί οιουδήποτε

άλλου πράγματος εν μέτρω και ρυθμώ και αρμονία, οι ακροαταί,

κρίνοντες όπως τα ακούουν κατ' αυτόν τον τρόπον, να πιστεύουν,

ότι τα γνωρίζει περίφημα και κατά βάθος αυτά όλα που λέγει· τόσην

μεγάλην γοητείαν έχει εκ φύσεως η ποίησις! διότι γνωρίζεις,

υποθέτω, οποία τις ήθελε φανή αυτή καθ' εαυτήν η ποίησις, εάν

απογυμνωθή από τον μουσικόν αυτόν χρωματισμόν της· βέβαια θα το

έχης και συ παρατηρήση. — Μάλιστα. — Δεν ομοιάζει με τα πρόσωπα

των ευρισκομένων εις το άνθος της νεότητός των, χωρίς όμως και να

είναι ωραίοι, τα οποία γνωρίζεις δα πώς φαίνονται όταν χάσουν

αυτό το άνθος; — Ακριβώς.

Πολιτεία, Τόμος 4 · 第 5 / 8 段