με την Ανθήν. Αλλ' η διαβολευμένη αυτή αλπού του κέρδους είνε
τόσον ελκυστική, ώστε δεν την παραιτεί κανείς μόλις εξέλθη του
βαράθρου του. Εξακολουθεί να την κρατή σφιγκτά, και φέρεται
κατόπιν της ολοταχώς, περιφρονών τους κόπους και τας κακουχίας,
αδιαφορών διά την ανάπαυσιν του σώματος και την γαλήνην της ψυχής.
Ένα μόνον πόθον έχει, να φθάση εις τον τόπον όπου το χρυσίον
συλλέγεται με την παλάμην. Και αυτόν τον πόθον είχε τόρα ο
Νικολός. Ο Διβριώτης τον γάμον του με την λυγερήν δεν έλαβεν ως
σταθμόν, αλλ' ως αφετηρίαν του σκοπού του. Ήτο καθ' όλα σύμφωνος
εις 'τούτο με τον πενθερόν του, ότι ο γάμος δεν ήτο παρά έν
επικερδέστατον εμπορικόν τερτίπι, διά του οποίου θα ετελείωναν και
τόσα άλλα! Εφ' όσον ο Στριμμένος ηδύνατο να συχνάζη εις το
κατάστημα, ο Πικόπουλος δεν έμενεν αργός εις την εκπλήρωσιν των
ευεργετικών συμβουλών του πενθερού επί του τραχήλου της γυναικός
του. Αφ' ης όμως ημέρας ο γέρων κατήντησεν ανίκανος εις τούτο,
έπαυσε και ο Διβριώτης αυτάς του τας συζυγικάς τρυφερότητας.
Τακτικά με το γλυκοχάραγμα, άφινε την νεοπαγή κλίνην της λυγερής,
σπεύδων ν' ανοίξη το κατάστημά του και να επιδοθή εις τας
εμπορικάς του επιχειρήσεις. Μόνον εις την όψιν των εμπορευμάτων,
εις την οσμήν των μπακαλικών ειδών, εύρισκε την ζωήν και την
ανάπαυσιν. Εις το ψαύσιμον των γλοιωδών και μουχλιασμένων
χαλκονομισμάτων, τα οποία εσύναζεν από τους πελάτας του,
ανεκάλυπτε θελκτικάς, μέχρις ιδανικής τρυφερότητος απολαύσεις και
εις την ονειροπόλησιν αμυθήτου πλούτου η καρδία του συνεκινείτο
μακαρίως, μέχρις εκλύσεως. Και όταν ήρχετο η ώρα του γεύματος, δεν
ήθελε καθόλου να υπάγη εις το σπίτι του ο Διβριώτης. Τι να κάμη
τάχα; Καλήτερα εκεί προ του πάγκου του· θα δύναται ακόπως ενώ
τρώγει να ρίπτη και από ένα βλέμμα εις τα κατάστιχά του, όπου
αναγράφονται οι τόσοι οφειλέται και οι τόσοι συνδεδεμένοι αριθμοί.
Του ανοίγουν πολύ την όρεξιν αυτά τα θεάματα! . . . . Έστελλε τον
υπηρέτην κ' έφερεν εκεί την τροφήν του. Και μόλις αργά την νύκτα,
κλείων το κατάστημα του ενεθυμείτο το σπίτι και την γυναίκα του.
Αλλά κ' εκεί ακόμη δεν ελησμόνει τα εμπορικά του είδη. Εκείνη η
αβρά επιμέλεια, η καλλιτεχνική διασκευή, η λεπτή καθαριότης του
σπιτιού, η εκφράζουσα πιστώς την εργατικότητα και προκοπήν πάσης
χωρικής σπιτονοικοκυράς και σαγηνεύουσα την ψυχήν του συζύγου,
έμενεν άγονος διά τον Νικολόν. Τι τα ήθελεν ο μπακάλης αυτά; Δεν
έφερον τον πλούτον· τουναντίον μάλιστα τον εδίωκον, τον
εσπατάλουν. Ο Διβριώτης κατεστενοχωρείτο μέσα εκεί, ως η γρηούλα
του μύθου η οποία ενώ εκατοίκει εις το παλάτι, συχνά ενεθυμείτο το
καλύβι της κ' έκραζε με πόνον: — Σπίτι μου, σπιτάκι μου· —
πορδοκαλυβάκι μου. Δυσηρεστείτο διότι δεν εύρισκεν εις το σπίτι
του ούτε την άτακτον διακόσμησιν, ούτε την οσμήν του μαγαζίου του
και μόνον παρηγορείτο όταν εδίδετο αφορμή να είπη εις την γυναίκα
του, ότι τα μαύρα μάτια της ωμοίαζον καθόλου με τας ελαίας των
Σαλώνων τας οποίας επώλει.
— Και ξέρεις, δεν έχει κανένας άλλος εληές· θα βγάλουμε το ένα-
άλλο, επρόσθετεν εμπιστευτικώς.
Επειδή όμως έβλεπεν ότι η γυναίκα του δεν εκολακεύετο και πολύ διά
την παρομοίωσιν εκείνην, ούτε ήτο πρόθυμος να θαυμάση το εμπορικόν
του πνεύμα, απεσύρετο δύσθυμος εις τον κοιτώνα του κ' ερροχάλιζε
μέχρι της αυγής.
Η Ανθή παρεδέχετο αυτήν την ζωήν μετά χριστιανικής πραότητος. Και
τούτο όχι διότι ήθελε να κολακεύση τον Νικολόν. Ω! δεν εφρόντιζε
καθόλου. Αλλ' ήξευρεν ότι δεν ήτο παρθένος πλέον και δεν είχε
δικαίωμα να φέρεται όπως θέλει. Ήτο γυναίκα, ανήκεν εις άνδρα και
διά πάσαν πράξιν, διά κάθε σκέψιν της, είχε να δώση λόγον εις
αυτόν και εις τον Θεόν μίαν ημέραν. Έτσι μικρόν κατά μικρόν η
λυγερή μετέπεσεν εις την πολύτροπον ζωήν της χωρικής.
Είνε τω όντι πολύτροπος η ζωή της χωρικής. Διότι εκεί προ πάντων ο
πατρικός εγωισμός δεσπόζει παντοδύναμος ακόμη, επί των αξέστων
πλασμάτων και η υική υπακοή φέρει μέχρις αυτοθυσίας τας τρυφεράς
παρθένους. Πολλάκις η καρδία μιας χωρικής φέρει τα ίχνη τόσων
κλονισμών η ψυχή τα λείψανα τόσων ελπίδων· το πρόσωπον φαίνεται
εκτραχυνθέν υπό τόσων φροντίδων, τας οποίας ουδέ να φαντασθή
δύναται μία σουσουράδα των πόλεων. Διότι αυτή όπως έλαβε λείαν την
κατασκευήν, μαλακήν την επιδερμίδα υπό την ευμάρειαν του βίου,
έτσι δέχεται μαλακά και τα αισθήματα της καρδίας, ατόνους τας
εντυπώσεις του νου. Αλλ' εκείνη η αγροδίαιτος, μέσα εις τον βαρύν
κ' εκτραχυνθέντα όγκον της, έχει μεγάλας και ρωμαλέας τας
εντυπώσεις και τας περιπετείας, όπως η ελάτη του βουνού δέχεται
τους κεραυνούς και τας καταιγίδας, ενώ το χαμοκέρασον μόνον την
δροσεράν πνοήν της κοιλάδος απολαμβάνει. Διά τούτο μόνον η
παρθενική ζωή της, η διαρρέουσα εν αφροντισία και αγνότητι,
δύναται να εκληφθή ως αληθινή ζωή. Άμα όμως υπανδρευθή, δεν είνε
πλέον η πέρδικα η πλουμιστή, η από της αυγής μέχρι της εσπέρας
επιμελουμένη προ του ήλιου το πτίλωμά της· αλλά κουρούνα κλαίουσα
τον περασμένον βίον της. Αλοίμονον λοιπόν αν αναγκασθή να κλαύση
και την παρθενίαν της. Αν υπό την θέλησιν τραχέων γονέων,
αναγκασθή να συνδέση τον βίον της μεθ' ενός βερεμιάρη. Η γυνή
έχασε πλέον όλον αυτής το μεγαλείον. Βλέπουσα τας νεανικάς της
ελπίδας διαψευδομένας, το μέλλον της μαρανθέν, την καλλονήν της,
διά την οποίαν υπερηφανεύετο, δοσμένην εις αδιάφορον εξουσιαστήν,
όλον της τον βίον διερχόμενον άνευ στοργής, άνευ χαράς και
απολαύσεως, μικρόν κατά μικρόν χάνει πάσαν ιδέαν ανθρωπισμού,
αποσκληρύνεται και καταλήγει εις χονδροειδή αναισθησίαν.
Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τόρα η Ανθή. Το
χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κ' εχύθη το πεντοβολούν
ροδόσταγμα. Αι άφθονοι πηγαί της αισθητικότητος της λυγερής
εξηράνθησαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον
εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην
εννοουμένη, και αδρανής η φυσιογνωμία της γυναικός.
— Τι άνοστο φαγί! . . .
Έπρεπε ν' απαντήση και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθή και
παρεδέχετο τους λόγους του ανδρός της.
Φαίνεται όμως ότι ο Νικολός Πικόπουλος δεν ήτο εις καλήν
ψυχολογικήν κατάστασιν απόψε. Α, ναι! Πώς ήτο δυνατόν να είνε
ήσυχος η εμπορική εξωχότης, αφού κατώρθωσαν άλλοι να την
υποσκελίσουν! Προ πολλού εγνώρισε την επικειμένην έλλειψιν της
σαρδέλλας εν τη αγορά κ' έγραψε ρητώς εις Πάτρας να του στείλουν
όσον τάχιστα, δέκα βαρέλια. Ακόμη όμως τα επερίμενεν. Ενώ ο
Θωμόπουλος, αυτό το χθεσινό μπακαλόπαιδο, διά να έχη συγγενείς
εκεί, έγραψε και του ήλθαν και τας επώλει τόρα προς έξ κ' εξήμισυ
λεπτά την μίαν. Ακούς εξήμισυ λεπτά η σαρδέλλα! . . . Αυτό είνε
φανερή κλεψιά! . . .
Και ο Πικόπουλος δεν ηδύνατο ν' ανεχθή αυτήν την ασυνειδησίαν.
Είνε αληθές ότι αυτός άλλοτε εις έλλειψιν ελαίου, επώλησε το
ιδικόν του προς εξήντα λεπτά τα εκατόν. Αλλ' αυτό διαφέρει. Ήτο
λάδι και το λάδι καίεται εις το κανδήλι, προ των αγίων εικόνων . . .
Όχι μίαν σαρδέλλαν εκεί τόσην δα, από την οποίαν θα πετάξη
κανείς την μισήν εις ουράν και κεφάλι. Και όλα του έπταιον γύρω, η
γάτα που έπαιζεν εις τους πόδας του· το κάθισμά του που
εταλαντεύετο κάποτε· το κανδηλιέρι που δεν εφώτιζε καλά και αυτό
το φαγητόν που ήτο τόσον άνοστον! . . .
Αλλ' όταν διετύπωσε την τελευταίαν του κατηγορίαν κ' εύρε την
γυναίκα του πρόθυμον να την παραδεχθή, εθύμωσεν ο Νικολός. Τι
τάχα, όλο ναι θα λέγη αυτή; Τόρα δεν της αρέσει και το φαγί.
— Σαν δε σ' αρέσει, μην το τρως· είπεν αίφνης τραχέως.
— Δεν είπα εγώ πώς δε μ' αρέσει· εγώ το τρώγω· απήντησε δειλά η
Ανθή.
— Το 'τρωγες και 'ς του πατέρα σου, βλέπεις.
— Αν δεν το 'τρωγα 'ς του πατέρα μου, το τρώγω 'ς του ανδρός μου.
Εφρίμαξεν ο Νικολός. Τι αντιλογία, ο διάβολος! . . .
Κατέφερε βαρύ λάκτισμα επί της γάτας· ετόξευσε φοβερόν βλέμμα εις
την γυναίκα του και απλώσας την χείρα εσάρωσεν όλ' από της
τραπέζης, πινάκια και κανδηλιέρι και μαχαιροπήρουνα και τα
εποδοπάτει κατά γης ως μαινόμενος.
Η Ανθή έντρομος κατέφυγεν εις το δωμάτιον του πατρός της. Ήτο
σκότος εκεί και μόνον από τας ραγάδας των σαθρών παραθυροφύλλων
εισώρμα ο άνεμος και η νυξ. Διότι ο Νικολός, μεταξύ των εμπορικών
συλλογισμών του, ανεύρεν, αίφνης την ημέραν ακριβώς κατά την
οποίαν έγεινε κύριος όλης της περιουσίας του πενθερού του, ότι το
καιόμενον έλαιον κατά πάσαν νύκτα εις το δωμάτιον του γέροντος,
εις χρόνου διάστημα θ' ανεβίβαζεν εις αρκετόν ποσόν τα έξοδα της
οικογενείας. Αλλά τούτο ήτο όλως περιττόν. Ούτε θα έρραπτεν, ούτε
θα εκέντα ο κυρ Παναγιώτης. Διάβολε, δεν χρειάζεται δα και φως διά
να λέγη κανείς κάθε λεπτόν της ώρας τα «ωχ! ωχ!» και τα «αχ!
αχ! . . .» του.
Ο γέρων έμπορος κατ' αρχάς δεν εδέχθη με προθυμίαν τους
νεωτερισμούς αυτούς του γαμβρού του. Δεν επεδοκίμαζε βεβαίως την
σπατάλην αλλ' ως γνήσιον τέκνον της κωμοπόλεως, δεν ηννόει την
κατάργησιν και των απλουστέρων όρων της καλοζωής. Διεμαρτυρήθη
ενώπιον της θυγατρός του· εβλασφήμησεν, ύβρισε τον Νικολόν τον
είπε τσιφούτην και αγνώμονα. Αλλά γρήγορα κατέπεσεν ο θυμός του. Η
λυπηρά σκέψις ότι οι όροι δεν ήσαν πλέον οι αυτοί εν τη
οικογενεία· ότι ο Νικολός εκράτει το σκήπτρον τόρα και αυτός ήτο
μόνον υπήκοος, τον έκαμε να καταπίη την πικρίαν του και να δεχθή
την νέαν του τύχην.
Και δεν εδέχθη μόνον τούτο ο κυρ Παναγιώτης· αλλ' ηναγκάσθη μικρόν
κατά μικρόν να παρίσταται συχνά βωβόν πρόσωπον εις τας θλιβεράς
σκηνάς του νεαρού ανδρογύνου. Κατ' αρχάς και αυτό δεν ηθέλησε να
το δεχθή κ' επροσπάθησε να κάμη παρατηρήσεις εις τον γαμβρόν του.
Αλλ' ο Νικολός τον ητένισεν άγριος.
— Κάτσε, γέροντα 'ς το στρώμα σου, είπε· γυναίκα μου είνε· θα την
κάμω όπως θέλω!
Ο γέρων τόρα, ακοίμητος, εγνώρισεν από το ελαφρόν βάδισμα την
Ανθήν και την εκάλεσε πλησίον του.
— Τι είνε, τι πάθατε πάλι; την ηρώτησεν ανήσυχος.
— Τίποτα, πατέρα· απήντησεν εκείνη, μετατρέπουσα επί το
ευθυμότερον την φωνήν της· η γάτα έρριξε το τραπέζι. — Θέλεις
τίποτα;
— Όχι, δεν θέλω . . . Ωχ, γεράματα! γεράματα! γεράματα! . . .
Η Ανθή μέσα εις τους λυγμούς της δεν ηδύνατο να εξακριβώση αν από
τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις τας αρθώσεις ή από τους
πόνους της καρδίας ανεθεμάτιζε τα γεράματα ο κυρ Παναγιώτης
Στριμμένος.
Η γεροντική κάρωσις κατέλαβεν αυτόν αίφνης· ερροχάλισε μικρόν.
Έπειτα ηρώτησε χωρίς ν' ανοίξη τα μάτια:
— Να σου πω· πού βαρούν τα ταβούλια;
— Εκεί που χαίρονται . . . 'ς του Βρανά! . . .
Η φωνή της λυγερής ήλλαξε τόνον ευθύς· έτρεμε κ' εφαίνετο
κατηγανακτησμένη, ως να έλεγεν: «εδώ θέλεις να βαρούν;» Ναι, εκεί
που χαίρονται, εις του Βρανά έπαιζον τα τύμπανα. Και ήρχοντο οι
ήχοι των διάτοροι και παλμώδεις, ως εύχαρι πτερύγισμα περιστεράς
εις το δωμάτιον εκείνο της θλίψεως. Και ηνάγκαζον την λυγερήν ν'
αναπαριστά ενώπιόν της την χαροποιάν εικόνα, η οποία εξετυλίσσετο
εις το σπίτι εκείνο της χαράς και της ευθυμίας. Ολόκληρον αντηχεί
από φωνάς και γέλωτας. Αι γυναίκες πηγαινοέρχονται περιποιούμεναι
τους καλεσμένους. Φώτα εδώ, φώτα εκεί, παντού φώτα! Εις την μίαν
σάλαν καθισμένοι γύρω επί παχέων προσκεφάλων οι άνδρες, οι φίλοι
και συγγενείς του Βρανά, και αυτός εις την ανωτάτην θέσιν με τον
κουμπάρον εις το πλάγι, τρώγουν και πίνουν εις υγείαν των
νεονύμφων. Και εις την απέναντι σάλαν αι γυναίκες με την νύμφην
κάμνουν το αυτό και διασταυρούνται αι ευχαί και αι προπόσεις:
Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα·
να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα! . . .
Πόσες φορές το ήκουσε ψαλλόμενον η Ανθή· και πόσες φορές
επίστευσεν ότι μίαν ημέραν θα το ετραγουδούσαν δι' αυτήν και τον
Γεώργιον! . . . Όμως τόρα δεν ετραγουδούσαν δι' αυτήν.
Ετραγουδούσαν δι' άλλην νύμφην, τω όντι καλομοίραν νύμφην, αφού
κατώρθωσεν επί τέλους να γίνη σύζυγος του ιδικού της
σταυραετού! . . . Και τα δάκρυα της Ανθής έτρεχαν περισσότερον και
αυλάκωναν δίκην καυτηρίου τας παρειάς της.
Πριν, μέσα εις τα βάσανα και τας ατυχίας της, έχασε μικρόν κατά
μικρόν τας γλυκύτητας του παλαιού έρωτός της. Μόνον ως φωτεινόν
μετέωρον, λαμπρύναν αίφνης τον βίον της και σβεσθέν, ενεθυμείτο
τον Γεώργιον. Ήκουσεν ότι ούτος εσύχναζεν εις το σπίτι του
Καινούριου· μετ' ολίγον έμαθε τους αρραβώνας του με την Βασιλικήν·
αλλ' ολίγον, πολύ ολίγον εκεντήθη η αισθητικότης της. Σήμερον όμως
όταν επείσθη ότι το αγαπητότερόν της ον, εκείνος τον οποίον αυτή
επί έτη ωνειροπόλησεν ως άνδρα της, εγίνετο άνδρας άλλης γυναικός,
η καρδία της λυγερής ανένηψεν αίφνης. Τα κοιμώμενα υπό βαρύν,
καταναγκαστικόν λήθαργον αισθήματά της εξηγέρθησαν όλα και την
κατέθλιβον. Η Ανθή έτρεφε τόρα διά τον Βρανάν όλην την αγάπην των
παλαιών ημερών της· όλον τον φθόνον της διά την Βασιλικήν.
Ελησμόνησεν ότι ανήκεν εις άλλον, και ότι πάσα γυνή εδικαιούτο να
διαφιλονεικήση τον Γεώργιον εκτός αυτής· και μόνης αυτής! Δεν
εσκέπτετο τίποτε άλλο παρά ότι ο νεανίας προ πολλού ήτο ιδικός της
και ότι η Βασιλική τον ήρπαζε διά της βίας από τας αγκάλας της.
Και τόσον παρεφέρθη υπό του πάθους, τόσον ελησμόνησε τα καθήκοντά
της, ώστ' έκλεισεν αίφνης τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της και
λύσασα τας πλεξίδας, εκάθησεν εις την μέσην της σάλας και ήρχισε
να μοιρολογή:
Ευτού που πας, μαννούλα μου, καιρό να μην αργήσης!
Μην κάμης μάννα μ' ξάμηνο, μην κάμης μάννα μ' χρόνο.
Το ξάμηνο είνε πολύ ο χρόνος είν' μεγάλος! . .
Δι' αποτόμου συνδυασμού συλλογισμών απετείνετο προς την μητέρα της
η λυγερή· ανέφερε τον θάνατόν της ως μέγα δεινόν, την μόνωσίν της
εν τω τάφω, την κατάλυσίν της, ενώ εσυλλογίζετο κ' έκλαιε μόνον
τον απολεσθέντα έρωτά της.
Αίφνης ήχησαν δούποι βαρείς και μετ' ολίγον διεκρίθη έντονον και
χαρωπόν τυμπάνισμα, το σύνηθες εις τας γαμηλίους πομπάς. Η Ανθή
συνήλθεν έστρεψε θολόν πέριξ το βλέμμα και διά μιας, ωσεί
ενθυμηθείσα, επήδησεν ορθία κ' έτρεξεν εις το παράθυρον,
διανοίξασα τα φύλλα. Εκ του αντιθέτου μέρους της αγοράς, μεταξύ
των αμαυρών στεγών των καταστημάτων και της βαναύσου εικόνος της
αποτελουμένης εκ ξυλίνων στύλων, εφθαρμένων σκιάδων, ρυπαρών
τοίχων, αγροίκων προμετωπίδων και της ποικιλομόρφου σωρείας των
αγοραίων ειδών, είδε διαχυνομένην την πομπήν μεγαλοπρεπή και
πλουσίαν. Τα κόκκινα φέσια, αι λευκαί φουστανέλλαι, τα πολύχρωμα
σειρίτια επί των κυανών και βυσσίνων βελούδων, συνεμίγνυντο με
θαυμαστήν αρμονίαν προς τ' αργυρά σελάχια, τα μεταξωτά φορέματα,
και τα εκφραστικά πρόσωπα των συμπεθέρων. Κ' έπαιζον εδώ κ' εκεί
ίριδος χρώματα, γοητεύοντα την ψυχήν και θαμβούντα το βλέμμα ως
εις τα νερά ρυακίου,τα οποία επιψαύει λαμπρός ήλιος. Μία ζυγιά
γύφτων επροπορεύετο κτυπώσα το τύμπανον και φυσώσα τις καραμούζες
εν σπασμωδική βία, προθυμουμένη να σκορπίση την χαράν. Ήρχετο
έπειτα εν τω μέσω σμήνους παιδιών θορυβούντων είς έφηβος, φέρων
επί μεγάλου δίσκου εις την κεφαλήν τα στέφανα, των οποίων αι
γαλάζιαι και λευκαί κορδέλαι εκυμάτιζον υπό του ανέμου προς τ'
άνω, ως αγναί ελπίδες των νεονύμφων τείνουσαι προς τον ουρανόν. Οι
εγκέδες, αι προσκεκλημέναι διά την πομπήν γυναίκες, δροσεραί όλαι,
νεαραί σύζυγοι φίλων του Βρανά, ηκολούθουν κατόπιν εις πυκνόν
όμιλον με καινουργείς και πολυχρόμους στολάς, μετρημένα και με
ντροπαλόν ήθος βαδίζουσαι, διά την ανάμιξίν των εκεί μέσα εις
τόσους άνδρας, τόσα βλέμματα, τα οποία εκολλώντο εις τα κάλλη των
διστακτικά ναι αλλά πάντοτε περίεργα και βουλιμιώντα.
Αλλά δεν ενδιέφερον αυτά την λυγερήν. Το βλέμμα της εφέρετο
συνεσταλμένον και αδιάφορον επί της σωρείας του πλήθους άλλα
αναζητούν.
Αίφνης όμως υπεγόγγισεν άκουσα η λυγερή κ' ελύγισεν εις τα εμπρός
το σώμα της. Το αίμα έφυγεν από του προσώπου και συνεσωρεύθη εις
την καρδίαν και τα μάτια. Εις την καρδίαν διά να έχη δυνάμεις να
πάλλη φρικωδώς υπό τρομώδους θλίψεως· και εις τα μάτια διά να
βλέπουν εναγωνίως την χρυσοστόλιστον νύμφην και τον ευτυχή
γαμβρόν. Α! ήτο φρικτόν αυτό που έβλεπεν· ήτο ανυπόφορον! Μία
φουρναροπούλα να κάμη τέτοιον γάμον!
Να την συνοδεύουν τόσοι και να την θαυμάζουν! να την ραίνουν όλοι
με ρύζι και μ' ευχάς, με κουφέτα και βλέμματα, ως καμμίαν
βασίλισσαν! Να της κρατούν το άλογον από του χαλινού οι καρρολόγοι
κατενθουσιασμένοι, περιχαρείς, ποδοπατούντες την λάσπην του δρόμου
αδιαφόρως, ως να την περιφρονούν αυτήν και την καθαριότητα χάριν
της νύμφης, από της οποίας την πολυάσχολον φροντίδα δεν εύρον
καιρόν ούτε να στολισθούν. Και αυτή η Βασιλική, την οποίαν χθες
ακόμη δεν ήθελεν εκείνη ούτε για δούλαν της, να κάθητ' επάνω, με
το λαμπρόν κυανομέταξον φουστάνι της, το χρυσοστόλιστον κοντογούνι
με τας πλατείας και βαρυτίμους χειρίδας του, το αραχνοΰφαντον
περιστήθιον με τας χρυσάς περιστεράς, ανταλλασούσας φιλήματα εν
συμβολική παραστάσει· το μέγα γκόλφι λαμποκοπούν εκεί, επί
γαλακτώδους τραχήλου ως αυγερινός ανατέλλων από λευκού συννέφου·
το καινουργές φέσι με τον περίχρυσον θύσανόν του, περιθεόμενον υπό
αφθόνων πλεξίδων καστανής κόμης! . . . Τι είνε αυτή; Η κόρη του
Καινούριου είνε ή καμμιά Νεράιδα των παραμυθιών από εκείνες που
έχουν τα παγώνια και τις πάπιες να φροντίζουν διά τα δροσερά των
κάλλη· κ' έχουν τις Λάμιες ράπτριες των φορεμάτων κ' έχουν τους
Δράκους ακοιμήτους προστάτας της ευμορφιάς και της τύχης των! Και
τι τάχα καμώνεται πως δεν την μέλει, κ' έχει τόσην σεμνότητα επί
του προσώπου κ' έχει τα βλέφαρα χαμηλωμένα, σαν να εντρέπεται και
κινεί εδώ κ' εκεί την κεφαλήν εις προσκυνησμόν του πλήθους, το
οποίον της εύχεται να ζήση και να γεράση; Μη θαρρεί πως γίνονται
αυτά όλα προς χάριν της, για την ωμορφιάν της· μάτια μου! . . . Ας
ήτο αυτή νύμφη η Ανθή κ' έβλεπες πόσον λαμπροτέρα θα ήτο η πομπή·
πόσον περισσοτέρους θα είχε θαυμαστάς! . . .
Αλλ' εις την σκέψιν αυτήν βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν της
λυγερής. Απετυπώθη ευθύς εις τον νουν της η πένθιμος εσπέρα του
ιδικού της γάμου· η καταθλιπτική βαρύτης της ιδικής της χαράς! . . .
Και η Ανθή απέσπασε βιαίως το βλέμμα από της Βασιλικής διά να
εξαλείψη και την εικόνα, την αφόρητον από τον νουν της. Κ' αίφνης
αντίκρυσε τον Γεώργιον μεταξύ των φίλων του βαδίζοντα, έκλαμπρον
υπό την χρυσοστόλιστον εδυμασίαν και την αθηράν μορφήν του.
Πρώτην φοράν τον έβλεπε με τόσην πολυτέλειαν στολισμένον. Όλας τας
εισπράξεις του καλοκαιριού εκείνου τας εδαπάνησεν εις την
γαμβριάτικην εδυμασίαν του ο νεαρός καρρολόγος. Τα μεϊτανογέλεκά
του όλα από κυανούν βελούδον, κεντημένον με πυκνά κεντήματα διά
λευκού μεταξωτού μπερσιμίου με τα μεγάλα κουμπιά και της
κουμποθηλιές εις το στήθος, επάνω από το κολλαρισμένον και
πιετόφορτον υποκάμισον, εκάθηντο στρωτά επί του κορμού κ' εχώριζον
ως πλουμιστά όστρακα. Εις την μέσην το ζωνάρι πλατύ, μεταξωτόν με
γραμμάς κυανάς και λευκάς εναλλάξ, φύλακας των χρωμάτων της
εθνικής σημαίας, της οποίας το ιδανικόν δεν είχε σβεσθή ακόμη,
έρριπτεν εμπρός αριστερά επί της φουστανέλλας τους πλουσίους
θυσσάνους του. Απ' εκεί κατέβαινεν η φουστανέλλα μέχρι γόνατος
πολύλοξη, κώθρος σωστός, κολλαρισμένη και σιδερωμένη επίτηδες εις
Πάτρας, από τον διάσημον ελληνορράπτην της Επάνω Χώρας. Και κάτω,
ενώ μεταξύ άφιναν να φαίνεται ολίγον το εκ δυμίττου εσώβρακον,
άρχιζαν οι κάλτσες μωραΐτικες, με το αυτί επάνω προς το γόνα και
κάτω προς τον άκρον πόδα καλύπτουσαι όλον το λουστρινένιον
παπούτσι, πολυκέντητες διά του λευκού μεταξωτού σηριτίου περίγυρα
και με τις ολόχρυσες καλτσοδέτες άνω της γαστροκνημίας.
Εμπρός το σελάχι λουστρινένιον όλον, κεντημένο με πούλιες και
τιρτίρια και χρυσογάιτανα, έδειχνεν εις μίαν του πτυχήν την
αργυράν λαβήν μικρού μαχαιρίου και από μέσα μεταξωτόν μανδύλι
κεραμόχρουν, μετριοφρόνως εσκέπαζε δίκανον πιστόλι του οποίου ο
αστραπτερός χάλυψ επροδίδετο κάτω μιας πτυχής. Κ' επάνω το φέσι
κατακαίνουργον, τσακισμένον αριστερά έρριπτε την φούνταν του
μαύρην, γυαλιστήν σαν το πτερόν του κόρακος επί του ώμου και της
καλοξυρισμένης παρειάς. Η λυγερή επερίμενε να έλθη ο Βρανάς
υπερήφανος, αντικρύζων τα παράθυρά της, αυτήν την ιδίαν
περιφρονητικώς, διά να δείξη την αγανάκτησίν του. Τον έβλεπεν όμως
γαλήνιον, συνομιλούντα μετά των φίλων του, εύθυμον, αδιαφορούντα
αν διέβαινε κάτω της παλαιάς ερωμένης του και προσηλούντα μετά
γλυκύτητος το βλέμμα επί της νύμφης, ως άνθρωπος λησμονήσας πλέον
το παρελθόν και τείνων προς το μέλλον, από το οποίον περιμένει
ευτυχίαν και αφοσίωσιν. Η λυγερή εξουδενώθη. Τον ήθελεν ωργισμένον
τον Βρανάν αλλά δεν τον υπέφερεν αδιάφορον. Μία ελαφρότης κατέλαβε
το σώμα της· μαλακή θερμότης επέψαυσε την καρδίαν της, ως να
ολιγόστευον αι δυνάμεις, ως να την παρήτει η ζωή. Τα μάτια της
έκαιον κ' εσπαρτάριζον έτοιμα να χύσουν πύρινα δάκρυα. Αλλ' η
λυγερή επέμενε καθηλωμένη εκεί, να βλέπη την πομπήν, η οποία
έλαμπε κ' εθορύβει υπό τους πόδας της, προς πείσμα αυτής και
μόνης. Και είδεν αίφνης τον Δημήτρην Καινούριον ο οποίος έκλειε
την πομπήν με την άλλην ζυγιάν των τυμπάνων, να προσηλώση επί των
παραθύρων της σαρκαστικόν το βλέμμα. Και ήκουσεν ευθύς το
τυμπάνισμα ν' αλλάξη τόνον.
Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θαν τα κάνω φορεσιά,
Να περνώ απ' τη γειτονιά σου να σου καίγω την καρδιά.
Δεν ήτο γοργόν κ' εύχαρι πλέον. Ήτο τραχύ και σαρκαστικόν· ενείχε
φιλέκδικον διάθεσιν και ανακραυγήν θριάμβου· κατάραν και γέλωτα·
φοβερόν μίσος και ζήτησιν απολαυστικής γαλήνης. Όλα εκείνα τα
οργίλα αισθήματα, όσα γεννώνται και συγκρούονται εις τα στήθη
περιφρονηθέντος εραστού, ζητούντος διά της χαράς να λυπήση, διά
της αβρότητας να καυτηριάση την ερωμένην, διετυπούντο εναργώς μέσα
εκεί. Η λυγερή το ενόησε, το αντελήφθη όλον, παρετήρησε τα
βλέμματα του πλήθους, τα οποία εκολλήθησαν μετά καταθλιπτικής
περιεργείας εις τα παράθυρά της· τα τόσα πρόσωπα, τα οποία
εξέφραζον την χλεύην και την χαιρεκάκιαν. Μαργαρίται ιδρώτος
ανέβλυσαν επί του ωχρού μετώπου της και παράφορος ήρπασε διά των
οδόντων τον βραχίονά της, δακγώνουσα μέχρις αίματος τας σάρκας διά
να μην εκφράση το λυσαλέον άλγος της ψυχής της. Ω, όχι· δεν ήτο
ανάγκη να στολισθή με της τριανταφυλλιάς τα φύλλα ο Βρανάς διά να
κάψη την καρδίαν της ατυχούς γυναικός. Αρκετά την εμάρανεν έτσι!
Η Ανθή ήκουεν ακόμη τόρα, μεταξύ των λυγμών της τους ήχους των
τυμπάνων και διετήρει ζωηράν ενώπιόν της την γαμήλιον εκείνην
πομπήν. Κ' αίφνης η ψυχή της προδιατεθειμένη εις την αυταπάτην,
ενόμισεν ότι αυτή κατείχε την θέσιν της Βασιλικής επί του αλόγου
και ωδηγείτο νύμφη εις το σπίτι του Βρανά. Έκλαιε ναι· αλλ'
έκλαιεν από την χαράν, την μεγάλην ότι κατωρθώθη τέλος, εκείνο το
οποίον επί τόσα έτη ωνειρεύετο η ψυχή της. Εφαντάζετο την γραίαν
Αγαθήν ότι έστεκεν εκεί εμπρός εις την θύραν του σπιτιού της, διά
να την δεχθή μετά χαράς νύμφην της· ότι της έδιδε καρπόν ροδιάς να
τον θραύση εις τον τοίχον και να σκορπίση εκεί την ευτυχίαν όπως
θα εσκορπίζοντο οι κόκκοι· ότι την ηνάγκαζε να περάση από το
μαυρορμάνικον μαχαίρι που ήτο καρφωμένον ανάποδα εις το υπέρθυρον,
διά να καθαρισθή από την βασκανίαν του πλήθους· να πατήση το
σίδηρον που είχεν εις το κατώφλι διά να εισέλθη ισχυρά και
άκαμπτος από τας επιβουλάς της τύχης εις την νέαν της
οικογένειαν . . . Έβλεπε τον εαυτόν της όρθιον παραπλεύρως του
Βρανά, με τα στέφανα ακόμη επί κεφαλής, να δέχεται τας ευχάς των
φίλων· επανεύρισκε τον εαυτόν της εις τους φωτοβολούντας θαλάμους,
μεταξύ ανδρών και γυναικών ευθύμων και ήκουεν επαναλαμβανόμενον το
δίστιχον:
Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα·
να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα.
Και δεν ήτο πλέον ψεύμα· δεν ήτο ονειροπόλημα! Η ευχή ετραγουδείτο
δι' αυτήν — αυτήν και τον Βρανάν . . . Κ' αίφνης οι δακρύβρεκτοι
οφθαλμοί της εθαμβώθησαν υπό τινος ερχομένου φωτός. Βεβαία, ήτο
ώρα! Η γραία πενθερά κρατούσα λύχνον, ήρχετο πονηρώς γελώσα να την
οδηγήση εις τον νυμφικόν θάλαμον . . . Έρχεται, έφθασε, καλή
γρηούλα!
— Πού ήσαι, μωρή; έλα μέσα να κοιμηθής! . .
Ποία τρομερά εξέγερσις! . . Ο Νικολός, ο χονδρός και βάναυσος
Νικολός, κρατών λύχνον, απαίσιος υπό τον κεφαλόδεσμον και την
νυκτικήν ενδυμασίαν του, ήτο εις την θύραν κ' εκάλει διά της
τραχείας φωνής του εις ύπνον την λυγερήν. Και πώς ωμοίαζεν η φωνή
του με το χλιμίντρισμα αλόγου θηλυμανούς! . . Δεν είχε τον
τρυφερόν τόνον και την γλυκύτητα εκείνην, η οποία μεταφέρει τας
γυναικείας ψυχάς εις ονειροπόλησιν του αγνώστου συζυγικού κόσμου,
του περικαλύπτοντος το πραγματικώτερον των επιγείων με τον πέπλον
σαπφειρίζοντος ιδανικού. Η Ανθή ήκουεν αυτόν από της εποχής της
παρθενίας της ακόμη, με μίαν βάναυσον διέγερσιν όλου της του
νευρικού συστήματος . . .
Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής
και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπησμένα
βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι των δεν είχε την ευέλπιδα όψιν
φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος
τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κ'
ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς
εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος
συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά κ' επί
του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και
ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την
γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν
της πεταλούδας. Νωθρός και βαρύς ανεκινείτο μόλις εις τον
περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού ο
οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την
ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλαστικότητα. Αι παρειαί έγειναν
πλαδαραί· τα χείλη παχέα και πλήρη ραγάδων έχασαν την αγνήν των
φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κ' εχάθη η λυγηρά οσφύς· το κατά τι
ανδρικόν παράστημα το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κ'
έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης των δασών, τόρα την μετέβαλεν εις
ωργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθίου. Μόνον τα μάτια της, τα
μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και
μυστηριώδη έλξιν των — δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος.