έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της
ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν
ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του και του
νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της είχε μίαν φροντίδα, την
φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβη την
θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινοπαθήματα της ανεψιάς
της. Ήκουε τας θλίψεις της κ' έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα
πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της . . . Ναι τον εαυτόν της! . .
Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκια, ένα
βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της
έσυρε τα χίλια-δυο ο κόσμος διά να μη τον υπανδρευθή. Τον
υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και τόρα να — είνε
ένα χαριτωμένον ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι! . . .
Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατή τας μεμψιμοιρίας και τα
δάκρυα της ανεψιάς της. Αλλά δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η
κηδεμονία μιας υπάνδρου δεν είνε αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία.
Ήτο ανάγκη να κλείση και τ' απύλωτα στόματα του κόσμου· να
διαψεύση την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του
Νικολού και της Ανθής· κ' εν γένει να καλύψη διά ρόδων τας
συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είνε εύκολον και η
Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε
μάχας κρατεράς διά της γλώσσης της εις το Καλό πηγάδι και τ' άλλα
κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε
απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της.
Τόρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του
σώματος και η νωθρότης του 'ς της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά
την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του
βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είνε απαραίτητος ανάγκη διά τον
γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος μόνον δεικνύει
εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα
παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιορίζει αυτήν εις την
εύκτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν
κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών.
— Μωρ' εκείνη δεν περνάει καλά; κι' όπου καλό μου θέλει· μακάρι
κι' άλλαις να είχαν τέτοια τύχη! . . . δεν βλέπουν πώς επάχυνε σαν
θρεφτάρι! . . . Άφσε δα που είνε και 'ς το μήνα της! . . .
Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κ' εσύσταινε την προσοχήν των αντιπάλων
επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής . . . Βεβαία, μία γυνή η
οποία μετ' ολίγον θα γείνη μήτηρ δεν ημπορεί να τρώγεται με τον
άνδρα της! . . .
Αλλ' αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείση τας χωρικάς
περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου· ήτο όμως
σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύναμος, ειργάζετο να κατορθώση αυτήν
εις το μέλλον.
Ανέτελλε τόρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή
ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την
πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γείνη μήτηρ.
Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγη,
ούτως ειπείν αυτήν, διά λόγων κ' επιχειρημάτων εις τον μέλλοντα
βίον της· να της υποδεικνύη τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε
τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς· αλλά και
περισσού τρόμου. Ποίον άρα γε θα ήτο το άγνωστον το οποίον μετ'
ολίγον θ' απεκαλύπτετο ενώπιόν της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο
ευτυχές το αποτέλεσμά του; θ' απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ
αυτού; . . . Μόνον αι ιδέαι αυταί κατείχον τόρα τον νουν της κ'
εβασάνιζε δι' ερωτήσεων την Φρόσω.
— Α! μπα· δεν είνε τίποτε, καλότυχη· σαν να ειπής ένα λόγο·
έλεγεν η χωρική.
Αλλ' αυτόν τον λόγον πώς να τον είπη; αυτό ήθελε να μάθη η Ανθή. Η
Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και
συνηθισμένος τόσον που ν' αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η
Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνασθείς
διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσότερον των
σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν.
Διά τούτο μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις
εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά
πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι εκείνος ο Νικολός ήτο ο
καλήτερος φίλος, από τον οποίον ηδύνατο ν' αναμείνη την μεγίστην
συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την
οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την
κοφίναν του πλυσταρίου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον
Νικολόν να του είπη την κατάστασίν της.
— Τι με θέλει; . . . ας κάμη όπως κάμη . . . έχω δουλειά! . . .
Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Α! είχε
δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμοπόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι
αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του
Στρατσίνου του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα
δραμίων πεπέρεως, οκάδας ζάχαρη και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου
κ' ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήση ανεκτέλεστον ενώ ο
πελάτης εβιάζετο να φθάση ενωρίς εις το χωρίον του και να
μεταπωλήση τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα
εχρειάζοντο διά τας εορτάς; Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου·
ζημιώνεται και ο Νικολός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος
από το μαγαζί του. Κοιλοπονά η γυναίκα του· ας κάμη όπως κάμη! . . .
Η Ανθή όταν άκουσε την απάντησιν του ανδρός της έφθασεν εις
φοβεράν αγανάκτησιν.
— Να 'ς τα μάτια του! . . . εφώναξεν αγριωπή.
Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλισαν από το στόμα της ακράτητοι, ως
από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νάματα . . . Ω, ήτο πλέον
γυναίκα η λυγερή!
Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν εις την σκάλαν. Η Ανθή ως να
προεμάντευε κακόν τι έσπευσεν ευθύς γογγίζουσα έξω. Αλλ' εις το
αλγεινόν θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί
του πατώματος, ρήξασα φοβεράν κραυγήν.
— Τον άνδρα μου! . . .
Ναι τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον μετέφερον επί εδράνου,
ημιθανή κ' αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να
συμπληρώση τας παραγγελίας του εμπορίσκου κ' επί του πάγκου του
όρθιος επροσπάθει να κατεβάση βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού
ραφιού, παρεπάτησε κ' έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του
βαρέως σώματός του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα
πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τόρα ανέβασαν αυτόν εις το
σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγίζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός
επροσπάθει να του παράσχη τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός συνελθών
και κατανοήσας την κατάστασίν του ήρχισε ν' απελπίζεται.
— Ωχ, ο μαύρος! . . θα πεθάνω, θα πεθάνω! . .
Έστρεψε το βλέμμα· αλλ' επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του
κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίη. Τόρα κατενόει και
αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώση το θάρρος και την
ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ' άλλα πέριξ του φιλικά
πρόσωπα ήσαν ικανά ν' απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας
μαύρας σκέψεις του, ν' ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περιπετείας
παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ' ένα της
χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα. Κ' αίφνης συλλογισθείς την στιγμήν όπου
απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημά του και ήκουσεν
αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσεν ότι προς
τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τόρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά
το πάθημά του τον άφινε μόνον κ' έρημον, προς εκδίκησιν.
— Ανθή, γυναικούλα μου, πού ήσαι; . . . Μη μ' αφίνης έρμο τον
κακομοίρη! . . . ωλόλυζε.
Κ' επίστευεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον
ως σκύλος αγωνιών, κ' εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και
δεν ήθελε κανένα να γνωρίση από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά
μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του . . .
Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρακειμένου δωματίου.
Αλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου
ηύξησε κατά έν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως
από τόρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή
εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ' ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και
λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην αλλά περιπαθή
φωνήν:
— Ανθή . . . παιδί μου! . . .
Η Ανθή είχε γεννήση παιδίον εις τον Νικολόν. Η λιποθυμία εκείνη
επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατάστασιν, μετέφερεν
αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός.
Όταν συνήλθε παρετήρησεν ότι εκείτο επί της κλίνης της, εντός
θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι
είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμυρίζον βρέφος. Διά της
φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα,
κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το
ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά
λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι
ήτο παιδί της κ' εχύθη να το περιπτυχθή, ως να το εγνώριζεν από
μακρού χρόνου.
— Παιδί μου, γκόλφι μου! . .
— Ας το, μωρή! . . θα το σκάσης· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω
θριαμβεύουσα . . . Ε, δε σου 'λεγα πως είν' ένας λόγος! . .
Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τόρα
μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί
η Ανθή. Κ' αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν
της, κ' ηθέλησε να σηκωθή από την κλίνην να σπεύση έξω,
επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν.
— Τον άνδρα μου! . . . πού είνε ο άνδρας μου! . . .
Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν
της. Μόνον τον άνδρα και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του
ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τόρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την
προς τον Νικολόν αγάπην της ερριζωμένην από την πρώτην ημέραν του
γάμου, και πριν ακόμη εις την ψυχήν της, και τόρα ανέδιδε τους
υψιπετείς κ' ευρώστους κλώνους της. Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το
μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από
παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από
της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν.
Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν
ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την
ψυχήν της συνείθισεν από καιρού πλέον να βλέπη αυτά συνδεδεμέν'
αναποσπάστως· να μανθάνη ότι η ευπειθής υπακοή προς το έν ήτο και
υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους
της. Ματαίως τόρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθή από την
κλίνην της, διότι θα βλαφθή· να μη τρομάζη έτσι διότι θα
φαρμακεύση το γάλα της κ' έλεγεν ότι ο σύζυγός της είχε μόνον
στραγγαλίση τον πόδα κ' εκοίτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον.
— Όχι, θέλω να τον ιδώ! . . . επέμενεν η Ανθή.
Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθη του δωματίου, όταν
ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακαλούσαν αυτήν να μείνη ήσυχη
διά το πάθημά του. Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη
παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την
Ανθήν εις δάκρυα. Ο καϋμένος κι' αυτός να βγάλη το πόδι του! . .
Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι εκείνο. Ο
Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν διά την
πρόσφυσιν του κοκκάλου, παρεπονείτο διότι δεν ηδύνατο να είνε
πλησίον της γυναικός και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα χωρίς
να ερωτήση τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς, περί της
καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθη και τας ελαχίστας
λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη
πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κ' έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε
ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών
τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν.
— Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ, έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η
Φρόσω· σώπα και κοιμάται η Ανθή που παράδειρε απόψε! . . .
— Καλά . . . σωπαίνω! . . . έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς·
μα εκείνο το παιδί κάτι θα 'παθε . . .
— Δεν έπαθε τίποτα . . . παιδί είνε, θα κλάψη· μόν' σώπα!
— Σωπαίνω . . .
Κ' εσιώπα, πολλάκις καλυπτόμενος όλος διά του εφαπλώματος, κλείων
τα μάτια διά να κοιμηθή, θέλων να βουβαθή διά να μην ανησχήση την
γυναίκα του. Η καϋμένη η Ανθή τι υποφέρει! . . . Κ' εκείνο το
μικρό, τι κλαψιάρικο που είνε! . .
Κάποτε, μεταξύ των τοιούτων σκέψεών του, ανέκυπτεν αίφνης άλλη τις
σκέψις, οδυνηρά αυτή, η σκέψις περί του καταστήματός του, των
εμπορικών του επιχειρήσεων, αι οποίαι όλαι εσταμάτησαν από την
ημέραν του παθήματός του. Ο κυρ Παναγιώτης μόνον, δύο τρεις
ημέρας, και τότε με ανυποφόρους πόνους, κατώρθωσε να υπάγη εις το
μαγαζί· αλλά πάλιν επανέπεσεν επί των στρωμνών, μετρών προς τους
κτύπους του κομβολογίου του τα «ωχ-ωχ!» και τα «αχ-αχ!» του. Είνε
αληθές ότι το κατάστημα δεν έκλεισεν εντελώς. Ο μικρός υπηρέτης,
Διβριώτης και αυτός, έξυπνος και με εμπορικόν πνεύμα ανώτερον της
ηλικίας του, εξηκολούθει να πωλή τα είδη και να συνάζη χρήμα. Ο
Σπυροκόκκιας δε, ο στενώτερος συγγενής, ενεθρονίζετο σοβαρός και
αμίλητος καθ' εκάστην εσπέραν και τας Κυριακάς, όταν αυξάνη η
πελατεία, προ του πάγκου, βοηθών τον μικρόν κ' επιβλέπων τας
δοσοληψίας. Αλλ' ο ξένος πάντα ξένος είνε· αναπεύει αλλά δεν
θεραπεύει. Έπρεπεν ο Νικολός να ήτο εκεί· να εποπτεύη με το
εμπορικόν του βλέμμα την συναλλαγήν· να καταλάβη εκ πρώτης όψεως
τα ελλείποντα είδη, ν' ανακαλύψη και διαλύση ευθύς μ' ένα λόγον
τους εμπορικούς συνεταιρισμούς των αντιπάλων του . . . Κ'
εξανάπτων αίφνης υπό εμπορικού οίστρου, ελησμόνει το πάθημά του
και ανεκινείτο να σηκωθή, διά να σπεύση προς τ' απειλούμενα
συμφέροντά του. Αλλά πόνος δριμύς της κνήμης ηνάγκαζεν αυτόν να
μένη εις την θέσιν του οδυνηρώς γογγίζων.
— Αχ, ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! . . .
Αν όμως η κυρά Κανέλλα, η διάσημος μαμή της κωμοπόλεως, είτε η
Φρόσω ανεφαίνετο αίφνης εις την θύραν του δωματίου, κομίζουσα το
βρέφος, η πατρική καρδία του Νικολάου ευθύς εφαιδρύνετο· το
πρόσωπόν του εξιλαρύνετο και άπλωνε τας χείρας κ' ελάμβανε το εν
σπαργάνοις εκείνο μικρόν και το εχόρευε και το κατεφίλει. Και αν
το μικρόν ανεκραύγαζεν έκπληκτον κ' εμειδία, ελησμόνει ο Διβριώτης
ότι ήτο έμπορος κ' ενεθυμείτο μόνον με γλυκυτάτην απόλαυσιν ότι
ήτο πατήρ — πατήρ ευτυχισμένος . . .
Αλλά δεν συνέβαινε τούτο μόνον εις τον Νικολόν. Και η Ανθή εις την
όψιν του μικρού αυτού όντος, του μειδιώντος και πεταλουδίζοντος,
ελησμόνει ότι ήτο ατυχής ύπανδρος κ' ενεθυμείτο μόνον ότι ήτο
ευτυχής μήτηρ. Παραδόξως επί του μικρού εκείνου και απαγούς ακόμη
ατόμου, εύρισκον οι δύο σύζυγοι ως εις καθρέπτην τον εαυτόν τους,
την ανθρωπίνην και πραγματικήν των υπόστασιν. Η Ανθή μάλιστα, εκ
της λεπτής γυναικείας φύσεώς της, ανεύρισκε κάτι άλλο, το οποίον
ουδέ καν εφαντάζετο η παχύδερμος ατομικότης του εμπόρου· ανεύρισκε
τον άνδρα. Ναι· τόρα τον ανεγνώριζε και τον παρεδέχετο ως άνδρα
της τον Νικολόν. Δεν εσκέπτετο πλέον αν ήτο αυτός ο κατάλληλος να
καθέξη την θέσιν αυτήν εν τω βίω της. Δεν ήθελεν ο νους της ν'
απασχοληθή εις τα παρελθόντα. Εσκέπτετο μόνον ότι αυτός την
κατείχε τόρα, ότι ήτο πατήρ του τέκνου της, η δύναμις και η ψυχή
της νέας της οικογενείας.
Η Ανθή δεν ηδυνήθη να κρατηθή πλέον επί της κλίνης. Η ανησυχία, η
αβεβαιότης περί της καταστάσεως του Νικολού την κατέθλιβον.
Αδιακόπως έστρεφε το βλέμμα προς τον τοίχον, τον χωρίζοντα αυτήν
απ' εκείνου, ως να ήθελε να περάση δι' αυτού και να ίδη την
αληθινήν θέσιν του. Διά της φαντασίας έβλεπε το δωμάτιον εκείνο,
την κλίνην, τον Νικολόν με τυλιγμένον πόδα, οικτρώς γογγίζοντα. Η
ανυπομονησία της εκορυφώθη μικρόν κατά μικρόν και την τρίτην
ημέραν, εναντίον των συμβουλών της μαμής, εσηκώθη κ' επήγε προς
τον άνδρα της.
— Τι κάνεις; — καλά είσαι;
Ήτο η πρώτη φορά από του γάμου των, κατά την οποίαν ωμίλει με
τόσην γλυκύτητα και φροντίδα εις τον Νικολόν· και η φωνή της
έτρεμεν υπό δειλίας κ' εντροπής, ως να ωμίλει προς ξένον.
— Δεν έχω τίποτα . . . θα περάση . . . Και συ πώς είσαι;
Και του Νικολού η φωνή είχε τον αυτόν τόνον· ήτο παλμώδης κ'
έτρεμεν εις τα χείλη του, ως πρωτοπείρου νεανίσκου ερωτική
εξομολόγησις.
Η Ανθή ήτο ισχυράς κράσεως και ταχέως ανέλαβεν εκ του τοκετού.
Ήρχισε την παντοκρατορίαν της εις το σπίτι, μετά φιλεργίας και
υπομονής και αυταπαρνήσεως. Από της αυγής μέχρι της εσπέρας δεν
ανεπαύετο καθόλου· απησχολείτο ολονέν εις το πολυμέριμνον καθήκον
της σπιτονοικοκυράς. Αλλά δεν εστενοχωρείτο εκ τούτου ούτ'
εκουράζετο· τουναντίον έμενεν ευχαριστημένη κ' εύθυμος. Ήτο
υπερήφανος διότι τρεις ψυχαί είχον ανάγκην των φροντίδων της κ'
έσπευδεν εναλλάξ να γλυκάνη διά των περιποιήσεών της τα γηρατεία
του πατρός, να παύση τα κλάυματα του παιδίου, να διώξη διά της
ευθυμίας και της αβρότητος την απελπισίαν και στενοχωρίαν του
ανδρός της.
— Μην κουνιέσαι και θα γειάνη! . . .
Εγνώριζε πλέον ότι δεν ήτο εξάρθρημα, αλλά κάταγμα το πάθημά του
κ' εφρόντιζε κατά τας συμβουλάς του ιατρού, να τον κρατή εις
υπομονητικήν ανοχήν επί της κλίνης. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να
μετακινηθή ο τραυματίας κ' εστενοχωρείτο να μένη μόνος τας ημέρας,
ότε η Ανθή ειργάζετο, είτε τας νύκτας η γυνή εσκέφθη να εύρη μέσον
προς αγαλλίασιν του ανδρός της. Αφού δεν ηδύνατο ο Νικολός να
υπάγη προς αυτήν, επήγεν αυτή προς εκείνον. Μετέφερε την κλίνην
της εις το δωμάτιον του πάσχοντος, απέναντι την μίαν της άλλης.
Επήγαινε συχνά κ' εχαροποίει διά της παρουσίας της το δωμάτιον του
πατρός· αλλ' επήγαινε συχνότερον κ' έχυνε το ακτινοβόλημά της εις
το δωμάτιον του ανδρός και του τέκνου.
— Έτσι δεν χάνει κανείς· εσυλλογίσθη.
Κ' εκ του συλλογισμού της αυτού δεν ελησμόνει ούτε τον εαυτόν της.
Αι πηγαί της αισθητικότητος της Ανθής πάλιν ήνοιξαν. Είνε αληθές
ότι τόρα δεν ήσαν όπως κατά την παρθενίαν της διαυγείς και ήρεμοι.
Ήσαν όμως και αυταί πηγαί ζωής, πηγαί ανθρωπισμού και αναπλάσεως,
σύμφωνοι προς τον νέον της βίον.
Επλησίαζε τόρα να παρέλθη τεσσαρακονθήμερον από της πτώσεως του
Νικολού και του τοκετού της Ανθής. Ο ιατρός έδιδεν ελπίδας εις τον
Διβριώτην περί της ταχείας αναστάσεως· η κυρά Κανέλλα έλεγεν εις
την Ανθήν να ετοιμασθή διά να _σαραντίση._ Και η νεαρά γυνή
ητοιμάζετο προθύμως. Εντός του θαλάμου του πάσχοντος, πλησίον του
παραθύρου καθημένη, έκοπτε κ' έρραπτε νέον φόρεμα διά τον εαυτόν
της και κυανόχρυσον μποξάν διά το τέκνον της. Σήμερον έρραπτε
μικρόν εκ μουσελίνης σκουφάκι και η συγκίνησις, η χαρά, ο θρίαμβος
εζωγραφίζοντο λαμπροί επί του προσώπου της. Οι τρομώδεις παλμοί
της καρδίας της ανεφαίνοντο εις τους φρίσσοντας δακτύλους της,
τους κρατούντας την βελόνην. Η Ανθή έρραπτε το πρώτον σκουφάκι του
τέκνου της· δεν είνε μικρόν πράγμα! Μεθαύριον θα το έπερνεν εις
την αγκαλιάν και θα επήγαινεν εις την εκκλησίαν! . . . Κ'
εκάρφωνεν η μήτηρ χρυσούν θύσανον είς το κέντρον, χρυσά σειρίτια
κύκλω και πούλιες αστραπηβόλους εδώ κ' εκεί, πλησίον των πρασίνων
ανθέων της μουσελίνης. Βεβαία το χρυσούν πλησίον του πρασίνου
ταιριάζει πολύ καλά . . . . Η Ανθή έσκυπτε κάποτε έξω του
παραθύρου, βλέπουσα τους διαβάτας και τους πηγαινερχομένους εις το
απέναντι κρασοπωλείον, αλλ' έστρεφε συχνότερον εντός του θαλάμου,
κινούσα διά του ποδός το λίκνον του τέκνου της κ' επιδεικνύουσα
μετά μειδιάματος το σκουφάκι εις τον άνδρα της.
— Σ' αρέσει;
— Ναι, ωραίο· έλεγεν ο Νικολός από της κλίνης του. Ξέρεις, να
πέση σπειρί μέλι 'ς τη μούργα τέτοια δείξι κάνει· επρόσθετε μετά
μικρόν ο Διβριώτης, επιμένων εις του μπακαλικούς του συνδυασμούς.
Αλλά δεν εξηγείρετο πλέον διά την ταπεινήν αυτήν παρομοίασιν η
αγανάκτησις της Ανθής.
Αίφνης από του κρασοπωλείου ηκούσθη σιγαλόν τραγούδι,
συνοδευόμενον από λεπτούς μεταλλικούς ήχους ταμπουρά. Η νεαρά γυνή
έσκυψεν από το παράθυρον διά να ίδη. Κάτω το Σταυροπάζαρον ηπλούτο
πέρα και πέρα έρημον. Ήτο καθημερινή και ο κόσμος όλος έλειπεν εις
τας εργασίας του. Τα μαγαζιά ήσαν ορθανοικτα, με τα εμπορικά είδη
έξω προς επίδειξιν κ' εμπρός των νυσταλέοι εχασμώντο εκ της
απραξίας οι υπηρέται. Τα καφενεία κ' εκείνα εφαίνοντο έρημα, εκτός
ενός όπου δύο τρεις εγρονθοκόπουν ένα τραπέζι, παίζοντες σκαμπίλι.
Κάπου εφαίνετο κανείς διαβάτης μετά σπουδής ερχόμενος ν' αγοράση
τρόφιμα διά τους εργάτας του. Εμπρός εις την θύραν του
κρασοπωλείου όμιλος καρρολόγων, άλλων καθημένων εις τους πάγκους
και άλλων ορθίων, εκράτει τα ποτήρια κ' έπινε. Μεταξύ αυτών ο
Γεώργιος Βρανάς, στηριζόμενος επί ενός στύλου ράθυμος, έκρουε τον
ταμπουράν κ' ετραγούδει ευθύμως:
Η καρδιά μου σαν σφαλίση δεν ανοίγει με κλειδιά,
Παρ' ανοίγει με κρασάκι, με κορίτσα και βιολιά!
Ο Βρανάς επανηγύριζεν ακόμη τους έρωτάς του, την ευτυχίαν του. Ήτο
ροδινός όπως πάντοτε κ' εύθυμος ως να του προσεμειδία ο πλούτος
από παντού πέριξ, ως να μην ηυλάκωσε ποτέ το μέτωπόν του
συλλογισμός λύπης. Και η φωνή του η λυγηρά, και αυτοί οι στίχοι
του τραγουδίου ήσαν πιστοί διερμηνείς της ελαφράς κ' ευθύμου
κατασκευής όλων των καρρολόγων.
Αλλ' η Ανθή απεσύρθη αμέσως κ' έκλεισε το παράθυρον. Δεν της
ήρεσεν εκείνη η ζωή! Παραλυμένη· όλο τραγούδια και ταμπουράδες και
κρασί! . . Τι γούστο βρίσκουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοια ζωή! . . .
Δεν πηγαίνουν να δουλέψουν, να βγάλουν καμμιά πεντάρα να
οικονομήσουν το σπίτι τους, παρά τρέχουν από κρασοπουλειό σε
κρασοπουλειό! . .
— Ταμπουρά βαρείς — τι καλό θα ιδής! . .
Η γυνή διέκοψε την σκέψην της ακούσασα τον Νικολόν, εν κουραστική
χλεύη τονίζοντα το ρητόν και οικτείροντα δι' αυτού τους
ευθυμούντας. Οι σύζυγοι συνηντήθησαν εις τας σκέψεις των, όπως δύο
σώματα αντιθέτως ερχόμενα αλλά προωρισμένα υπό της φύσεως να
συναντηθούν κάπου εις έν σημείον. Η γυναίκα έστρεψε και ητένισε
τον άνδρα κατάμματα. Κ' αίφνης θορυβώδης και σπασμωδικός καγχασμός
εξέφρασε την χαράν της.
— Δος μου το παιδί, μωρή· είπεν ο Νικολός εις την γυναίκα του.
Εκείνη έλαβε το μικρόν από του λίκνου και το έδωκεν εις τον
Νικολόν.
— Σαν φάμε την προίκα, τότες λογαριαζόμαστε! . . εξηκολούθησε
μετ' ολίγον, ενώ εχόρευε το μικρόν.
Η Ανθή ανεκίνει την κεφαλήν προθύμως παραδεχομένη τους
συλλογισμούς του ανδρός της. Κ' αίφνης ησθάνθη έλξιν ακράτητον
προς αυτόν και τους λόγους του. Απεμακρύνθη του παραθύρου κ'
εκάθισεν επί της κλίνης του. Εβαρέθηκε πλέον ν' ακούη αυτούς τους
μεθύσους· εκείνοι οι ήχοι του ταμπουρά έμπαινον εις τα νεύρα της
και τα καταξέσχιζαν· εκείνα τα τραγούδια, την ετάρασσον! . . .
Καλήτερα εκεί, κοντά εις τον άνδρα και το παιδί της. Της
προσμειδιά ο ένας· της κάμνει λαμπρούς οικονομικούς συλλογισμούς ο
άλλος.
— Και αργότερα, που λες, έρχονται 'ς τον κυρ Νικολό σου και
βάνουν αμανάτι το κοντογούνι του γάμου! . . . επρόσθεσεν ο
Διβριώτης υπερηφάνως.
Η Ανθή ητένισε μεγάλως τον άνδρα της. Η δίψα του χρυσίου και ο
πόθος της εξουθενώσεως των άλλων, έπαιζον εναλλάξ εις τα μάτια και
των δύο. Η σκέψις ότι ο Βρανάς μίαν ημέραν, πτωχός και πεινασμένος
θα προσέφευγεν εις τον άνδρα της· ότι η Βασιλική θα ενεχυρίαζεν
εις αυτόν το πλούσιον κοντογούνι της, εκείνο το οποίον μετά τόσης
υπερηφανείας έφερεν όταν ήτο νύμφη, εχαροποίουν την νεαράν
γυναίκα. Ενόμιζεν ότι το έβλεπε τόρα το ανδρόγυνον εκείνο, το
οποίον εκ περιτροπής διήγειρε την αγάπην και τον φθόνον της,
ημίγυμνον και απλόνον επαίτιδα χείρα προς αυτήν, την
αρχόντισσαν! . . . Κ' αίφνης η υπερηφάνειά της κατήντησεν εις
χονδρόν εγωισμόν και κόμπον, διότι ήτο γυναίκα του Νικολού, ενός
πλουσίου εμπόρου της κωμοπόλεως, εις του οποίου το σπίτι
κατέφευγον οι πτωχοί και οι πεινασμένοι! . . . Και το βλέμμα της
γυναικός προσεκολλήθη διψαλέον και περιέλουσε με θαυμασμόν και
αφοσίωσιν και στοργήν τον Διβριώτην. Κ' αίφνης υπό ακρατήτου ορμής
και πόθου καταληφθείσα, έκλεισεν εις τας αγκάλας της το παιδίον και
τον πατέρα κ' εκόλλησε μακρόν και διάπυρον φίλημα επί της παρειάς
του Διβριώτου . . .
— Πουλάκι μου! εψιθύρισε με φρίσσοντα χείλη.
Η αφομοίωσις επήλθε πλήρης. Ό,τι δεν κατώρθωσαν αι θερμαί
συμβουλαί της κυράς Παναγιώταινας κ' αι αδιάκοποι προσπάθειαι της
Φρόσως, κατώρθωσε μόνη της η φύσις. Η Φύσις, η παντοδύναμος θεά, η
όποια μικρόν κατά μικρόν παρήλλαξε το σώμα και προδιέθεσε την
ψυχήν της Ανθής εις πλήρη συνεννόησιν μετά της ψυχής του
Διβριώτου. Έτσι και εις τα φυτά των τροπικών, τα οποία
μεταφυτεύουν εις τα ψύχη του Βορρά, χαρίζει νέας δυνάμεις,
στερεοποιεί τας ρίζας των, ανδρίζει τους χυμούς και μικρόν κατά
μικρόν μεταβάλλει και αυτό το είδος των, διά να δυνηθούν και
ζήσουν εις την νέαν πατρίδα των. Και όπως ο περιηγητής κάτω από το
ροδόδενδρον της Λαπωνίας μόλις αναγνωρίζει το ροδόδενδρον των
Άλπεων· έτσι και τόρα, κάτω από την σημερινήν γυναίκα μόλις
αναγνωρίζει ο παρατηρητής την άλλοτε λυγερήν.
Η Ανθή δεν είνε πλέον όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου
Βρανά· είνε η θετική σύζυγος, _η γυναίκα_ του Νικολού Πικοπούλου.
1890.
***
Διά το _«οι στρατηλατούμενοι»_ αντί _«οιστρηλατούμενοι»_ που είνε
εις την σελ. 67, όπως και τ' άλλα εις άλλες σελίδες _λάθη_,
παρακαλούμεν τους αναγνώστας να μην είνε αυστηροί.
Τιμάται δρ. 2.50
Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896-1333.