επρόβαλεν αίφνης άλλη σκέψις, η του παλαιού έρωτός του, άλλη
μορφή, η μορφή της Ανθής, κ' εβάρυνε την καρδίαν του όπως η σκιά
δράκου σκοτίζει αίφνης την όψιν λίμνης, όπου έπαιζε πριν χρυσός
ήλιος. Αλλ' ο νέος ήθελε να λησμονήση πλέον. Μετά ένα βαθύν
στεναγμόν έλεγεν εις τον εαυτόν του αμερίμνως δήθεν:
— Μπα, κουταμάρες! . . .
Και οσάκις οι καρρολόγοι ήρχοντο εις την κωμόπολιν, είτε διά να
μεταβούν εις άλλα χωρία είτε και όπως αναπαύσουν επί μικρόν τ'
άλογά των, ο Βρανάς πλέον δεν επήγαινεν εις το σπίτι του ν'
αποζέψη . . . Τι να κάμη τάχα, αφού αύριον πρωί-πρωί πάλιν θα
έφευγε με τον Δημήτρην. Ηκολούθει τον φίλον του εις το πατρικόν
σπίτι. Του ήρεσε πολύ ν' ακούη την αγαθήν Παντελή, ανακράζουσαν με
γελαστόν πρόσωπον μόλις έβλεπε τους νέους ερχομένους: «καλώς τα
παιδιά μου . . . καλώς τα! . . έχω κ' ένα καλό φαγί! . .» Του
ήρεσε να βλέπη τας θυγατέρας της να τρέχουν γελασταί και
χαρούμεναι διά να τους βοηθήσουν εις την απόζευξιν των αλόγων και
την Βασιλικήν να τρέχη πρόθυμη-πρόθυμη εις το άλογο του Βρανά και
να ψιθυρίζη ενώ λύει τα ζεύγματα. — Τι σφίξιμο που έχεις της
ίγγλας! . . . Καλά εσπάρναε το μάτι μου σήμερα όλη 'μέρα! . . .»
Κ' επί τέλους ήθελε να βλέπη αυτόν τον φούρναρη να προβάλλη από το
κατώγι κατακόκκινος, εύθυμος, με την κανάτα γεμάτην κρασί διά να
κεράση τα παιδιά! . . .
Α! η καρδία του καρρολόγου δεν ηδύνατο πλέον να είνε ήσυχος μακράν
του σπιτιού του Καινούριου. Ωμοίαζε προς τα μικρά εκείνα
θαυματουργά εικονίσματα, τα οποία ευρίσκουν οι χωρικοί μέσα εις τα
σπήλαια και τα μεταφέρουν εις τας εκκλησίας· αλλ' αυτά δραπετεύουν
ζητούντα πάλιν μετά πόθου το σπήλαιόν των. Και επί τέλους οι
χωρικοί τι κάμνουν; Κτίζουν εκεί τον βωμόν των. Τούτο έπραξεν
ολίγον κατ' ολίγον εν αγνοία του και ο Βρανάς· έκτισεν εις το
σπίτι του Καινούριου τον βωμόν της καρδίας του . . . Και το
ερευνητικόν βλέμμα των γειτόνων διέκρινεν εις το εξής μέσα εις την
αυλήν του φούρναρη δύο κάρρα αντί ενός· δύο σκευάς αλόγων από του
τοίχου κρεμασμένας και δύο άλογα φριμάζοντα εις τον στάβλον. Ε, μα
αυτά πλέον δεν ήσαν μυστικά· ο Βρανάς εκρέμασε για καλά την κάππαν
του εκεί! . . Μόνον ανυπομονούν οι αγαθοί, μέχρις ου ακούσουν
επισήμως εξαγγελόμενον το συνοικέσιον του Γεωργίου και της
Βασιλικής.
Αλλά διά τούτο δεν ανυπομόνουν μόνον οι γείτονες. Ανυπομόνει και ο
Παντελής και η αγαθή σύζυγός του. Έως πότε πλέον αυτή η
κατάστασις! Το χαριτωμένον ανδρόγυνον εσκέπτετο πως είχε και άλλας
θυγατέρας εκτός της Βασιλικής και δεν εύρισκε καθόλου αβλαβές αυτό
το μπαίνω-βγαίνω του νέου εις το σπίτι του. Όχι πως ο νέος ήτο
κακός και ηδύνατο να επιβουλευθή την φιλίαν. Α μπα· θεός
φυλάξοι! . . Ο Παντελής είχε τόσην εμπιστοσύνην, ώστε ηδύνατο
αφόβως να τον κλείση επί ημέραν όλην εις έν δωμάτιον μόνον με
τας θυγατέρας του. Αλλά ο κόσμος είναι πονηρός και πρόθυμος εις
την κακολογίαν . . . . . Το ανδρόγυνον εσκέπτετο ότι έπρεπε να
δοθή ένα τέλος εις αυτήν την υπόθεσιν· ότι ο Βρανάς έπρεπε να
δηλώση επί τέλους, αν έμπαινεν εις το σπίτι των απλώς και μόνον
ως φίλος ή και ως μέλλων γαμβρός. Ο Παντελής απετάθη διά τούτο εις
τον Δημήτρη.
— Για ρώτα τον τι σκοπό έχει, είπεν.
Αλλ' ο νέος απέκρουσεν εντόνως την πατρικήν εντολήν. Ναι μεν
εύρισκεν ορθόν τούτο και ηύχετο την ένωσιν του Γεωργίου μετά της
αδελφής του· αλλά δεν ήθελε ν' αναμιχθή καθόλου αυτός. Και τούτο
όχι διότι δεν εφρόντιζε διά το μέλλον της Βασιλικής. Τουναντίον
πολύ εφρόντιζεν. Ήτο μετά τον πατέρα ο πρώτος εις την οικογένειαν
κ' εγνώριζε τας βαρείας ευθύνας τας οποίας έφερεν επάνω του. Αλλ'
ο τίμιος χαρακτήρ του δεν ηνείχετο να φανή ως προαγωγός. Δεν
ήθελεν ούτε εις τον κόσμον, ούτε εις τον Γεώργιον, ούτε εις αυτόν
τον ίδιον να δειχθή ότι διεπραγματεύετο την φιλίαν· ότι έφερε τον
Βρανάν εις το σπίτι του διά να του φορτώση με τρόπον την αδελφήν
του.
— Κάμετε ό,τι θέλτε, δεν ανακατώνομαι· είπεν εις τον πατέρα του·
εγώ θα τον έχω πάντα φίλο!
Τότε απεφάσισαν να κάμουν επισήμως την πρότασίν των εις την μητέρα
του Βρανά. Η γρηά Αγαθή — όνομα και πράγμα αγαθή γυνή — εχάρη
ακούσασα την πρότασιν, ως να επρόσφεραν ολόκληρον βασίλειον εις
τον υιόν της. Ναι, δέχεται και παραδέχεται να κάμη νύμφην την
Βασιλικήν. Όχι της έλεγαν δι' εκείνην την υπερήφανη, την Ανθή! . . .
Δεν την ήθελεν αυτήν ως σύζυγον του υιού της. Και όχι πως ήτο
κακή. Ήτο καλή και προκομμένη κόρη. Η κυρά Παναγιώταινα την έκαμεν
εργατικήν και καλήν σπιτονοικοκυρά· χαρά εις το σπίτι που θα έμπη!
Αλλά δεν έκανε διά το ιδικόν της σπίτι . . . . Η Αγαθή ήτο γυνή
της παλαιάς εποχής και ηκολούθει τας ιδέας εκείνας. Εσκέπτετο ότι
η οικογένειά της ήτο πολύ πτωχή, παραβαλλομένη προς την
οικογένειαν του Στριμμένου και ότι η Ανθή αργά ή γρήγορα, θα
εννοήση την διαφοράν του συζυγικού από του πατρικού σπιτιού. Και
τότε όλ' αυτά θ' απέβαινον προς δυστυχίαν του υιού της. Ενώ διά
την Βασιλικήν ήτο σύμφωνη. Ήτο τόσον καλή κόρη· έκαμνε τόσας
ευκολίας εις την γραίαν. Άμα την έβλεπεν εις το Καλό πηγάδι,
αγωνιζομένην με άσθμα να γεμίση την στάμνα της έσπευδεν ευθύς,
άφινεν την ιδικήν της κατά μέρος και χοπ! . . . χοπ! . . μ'
επιδεξιότητα και ταχύτητα μεγάλην ήντλει κ' εγέμιζε την στάμναν κ'
έδιωχνε πρώτην εκείνην. Και όχι μόνον τούτο αλλά πολλάκις, όταν
της ήτο εύκολον, μετέφερεν η ιδία μέχρι του σπιτιού της την
στάμναν της γραίας. Και μήπως τόσας φοράς δεν έπλυνε αυτή την
φουστανέλλαν του Γεωργίου· δεν εσιδέρωσεν επιτηδείως τα εορτινά
υποκάμισά του· δεν εστρίφωσε τα μαντήλιά του, ζητούσα μάλιστα
επιμόνως παρ' αυτής να της στέλλη όταν έχη εργασίαν, διά να την
κάμνη εκείνη και να μη παιδεύεται τόρα, εις τα γηρατειά της.
— Δεν είσαι για ξέβγαλμα, θειακούλα μου . . . Να ζήσης να 'βρης
πρώτα μια καλή νύφη του Γιωργάκη! . .
Και το έλεγε με τόσο τρυφεράν, συμπαθή φωνήν τούτο, ώστε η αφελής
Αγαθή έδιδε χιλίας ευχάς κ' έλεγε καθ' εαυτήν ότι καλλιτέραν
νύμφην δεν ηδύνατο να εύρη από την νεάνιδα διά τον υιόν της. Τόρα
εκ του ενθουσιασμού της εσταυροκοπήθη κ' έταξεν εις την Παναγίαν
μίαν λαμπάδα μεγάλην, διά να δώση φώτισιν εις τον υιόν της και
δεχθή το προτεινόμενον συνοικέσιον.
Αλλά διά τον Βρανάν δεν εχρειάζετο η μεσιτεία της Παναγίας. Ο
μαγνήτης ο εκτοξευόμενος από τα καστανά εκείνα, τα παιχνιδιάρικα
μάτια της Βασιλικής, εμεσίτευσαν αρκούντως επί της καρδίας του
καρρολόγου. Α! τι αξίζουν αυτά τα μάτια όταν είνε εύμορφα, όταν
έχουν μακράς βλεφαρίδας, πιπτούσας εν απολαυστική εκλύσει ως διά
να ονειροπολήσουν παραδεισίους σκηνάς· όταν περιβάλλωνται υπό
λεπτού, μόλις διαφαινομένου, λευκομαύρου κύκλου, έτσι δήθεν αφελώς
ριφθέντος εκεί υπό της φύσεως, σαν πινελιά απαρατήρητος του
ζωγράφου η οποία μόνη συμπληρώνει την εντέλειαν της εικόνος· και
όταν έχουν το μαύρον, κατάμαυρον χρώμα, το μυστηριώδες και βαθύ, ή
το καστανόν εκείνο, το παιγνιώδες κ' εύθυμον με το μακαρίως
ελκυστικόν σπιθοβόλημα! . . . Δεν θέλεις να ίδης τίποτε άλλο, δεν
παρατηρείς ελλείψεις πλέον και αν τας παρατηρής δεν θέλεις να τας
αναγνωρίσης. Μόνον εις εκείνα προσέχεις τα μάτια, τα οποία
βρίσκονται ενώπιόν σου ως προστάται θεοί του λοιπού σώματος και σε
βλέπουν προκλητικά, ως να σου λέγουν: — Τι κυττάζεις εκεί· εμένα
ιδές! . . .
Τούτο εφώναζον από τοσούτου καιρού τα καστανά μάτια της Βασιλικής
εις τον Γεώργιον Βρανάν. Και παρέσυρον αυτόν μικρόν κατά μικρόν
εις λήθην του πρώτου του έρωτος· εις λήθην της λυγερής και της
καλλονής της. Και μετ' ολίγον ακόμη τον έπειθον ότι δεν υπήρχεν
άλλη ερασμιωτέρα εκείνης και ότι όλα τα είχεν εις την εντέλειαν. Η
Αφροδίτη έρριψε τον κεστόν της επί της παρθένου και η πριν
αξιοκατηγόρητος έγεινεν η επιθυμητή σύζυγος του Διός! Και όταν η
Αγαθή εύρεν ευκαιρίαν ν' αναγγείλη εις τον υιόν της την πρότασιν
του συνοικεσίου, μετ' εξάλλου χαράς ήκουσε παρ' αυτού:
— Τόρα! . . . τελειωμένα πράμματα 'μολογάς!
Εν τω μεταξύ ο πυρετός της εργασίας μεγάλως ηλαττώθη. Τα γεννήματα
αποθηκεύθησαν καταλλήλως· η σταφίς επωλήθη εις καλάς τιμάς και
παρεδόθη όλη εις τους αγοραστάς. Τα πρώτα ψύχη του χειμώνος
ηνάγκασαν και τας τελευταίας οικογενείας των εξωμάχων ν' αφήσουν
τας καλαμοπλέκτους καλύβας των και να έλθουν εις την κωμόπολιν. Οι
έμποροι και τοκισταί ανέλαβον τα κατάστιχά των, εξωφλούντες τας
παλαιάς και ανοίγοντες νέας περιόδους πιστώσεων. Οι επιχειρηματίαι
νέοι, συλλέξαντες τους μισθούς των και βοηθηθέντες υπό των
συγγενών ήνοιξαν το μικρόν παντοπωλείου των, ονειρευόμενοι τας
προόδους των παλαιών οικοκυραίων. Οι καρρολόγοι έβαλαν εις
ανάπαυσιν τ' άλογά των και ήρχισαν να μετατρέπουν εις χρήμα τας
επί του μαστιγίου γραμμάς. Οι κρασοπώλαι δεν έστεκαν πλέον με τας
χείρας σταυρωμένας εν νυσταλέα προσδοκία προ των πάγκων των, αλλ'
από της αυγής μέχρι του μεσονυκτίου έσπευδον εδώ κ' εκεί, με
στίβας ποτηριών εις τας χείρας, διά να προφθάσουν τους κρασοπότας.
Εις τα κρασοπωλεία έβραζον οι θαμώνες θορυβωδέστεροι από το κρασί
των βαρελίων. Τα καφενεία εβόγκων εκ του αλληλοδιαδόχου κτύπου των
χαρτοπαικτούντων επί των τραπεζών και όπισθεν των ρυπαρών υέλων
και των εκ κοκκίνου πανίου αυλαιών, διεκρίνετο πνιγηρά,
καπνοβριθής η ατμοσφαίρα. Τα καταστήματα αντήχουν εκ του
ζυγίσματος των εδωδίμων κ' εν γένει απ' όλα τα μέρη η αγορά
εβόιζεν από συμμιγή θόρυβον και αλλαλητόν.
Έχει πάντοτε τοιαύτας παρακρουστικάς διαθέσεις η αγορά της
κωμοπόλεως, όταν πωλείται με καλάς τιμάς η σταφίς. Μετά την
θανάσιμον σιωπήν, την οποίαν κρατεί κατά τους εργασίμους μήνας,
μεταπίπτει αίφνης εις θορυβώδη πανηγυρισμόν ως ένας και μόνος
άνθρωπος, εννοών να ερτάση την αμοιβήν των κόπων του. Τας κυριακάς
δε κατά λέξιν εορτάζει και λαμπροφορεί. Λαμπροφορεί με τους
λεβέντες, οι οποίοι φιλοτιμούνται να επιδείξουν τας νέας
πολυκεντήτους ενδυμασίας των· κ' εορτάζει με τας διασταυρουμένας
ανά τους δρόμους γαμηλίους πομπάς.
Η νεότης δεν κατελήφθη ακόμη εκεί υπό του σκεπτικισμού και της
αποθαρρύνσεως περί τ' αναγκαία του βίου. Ο αστήρ της ελπίδος
φεγγοβολεί ακόμη ενώπιόν της δοξασμένος, ως η φωτεινή στήλη προ
της πορείας των Ισραηλιτών. Το λαϊκόν απόφθεγμα: «ή μικρός-μικρός
παντρέψου ή τρανός καλογερέψου», διατηρεί ακόμη εκεί την
φιλοσοφικήν του υπόστασιν. Αλλά ποίος πηγαίνει τόρα να
καλογηρευθή, να κρύψη το λυγηρόν του κορμί μέσα εις καλογηρικόν
ράσον και με την αργυράν φωνήν του να ψάλλη αίνους εις άσαρκον
παρθένον; Προτιμούν καλήτερα μικροί-μικροί να συνδεθούν με το
συμπλήρωμά των· να ριφθούν αμέριμνοι εις το παρόν, αφίνοντες εις
τους γέροντας την έρευναν της αύριον. Και η κωμόπολις έτσι από του
Οκτωβρίου μέχρι του Μαΐου, δέχεται μετά διαχυτικής ευθυμίας τα νέα
ζεύγη, τα οποία κτίζουν εις τους κόλπους της την φωλεάν των.
Κ' εφέτος πολλοί γάμοι έγειναν εις την κωμόπολιν. Αλλ' ο
λαμπρότερος έμελλε να γείνη την ερχομένην Κυριακήν. Το συνοικέσιον
του Βρανά και της Βασιλικής εκηρύχθη προ πολλού. Τον Οκτώβριον
ετελέσθησαν επισήμως οι αρραβώνες και τόρα ο γάμος θα συνέδεε το
ταιριασμένον ανδρόγυνον.
Ναι, ήτο καθόλου ταιριασμένον το ανδρόγυνον αυτό. Οι χωρικοί το
επεκρότησαν· φίλοι κ' εχθροί συνεφώνουν ότι ο Βρανάς ήτο άξιος
σύζυγος της Βασιλικής και η Βασιλική αξία και άμεμπτος γυνή του
Βρανά. Κανείς δεν είχεν αντίρρησιν· όλοι ήσαν σύμφωνοι και
πρόθυμοι να συνεορτάσουν μετά του αγαπητού νεανίου και της αγαθής
παρθένου. Από της πρώτης ημέρας της εβδομάδος τα τύμπανα έπαιζον
αδιακόπως εις το σπίτι του γαμβρού, ο δε σίτος, ο προωρισμένος διά
το Κεσκέκι — το γλύκισμα το παρατιθέμενον εις τας τραπέζας των
γάμων — μετεφέρθη διά ν' αλεσθή εις τον χειρόμυλον μετά
μεγαλοπρεπούς συνοδείας. Και το σάββατον όταν έγεινε το επίσημον
ξύρισμα εις την αυλήν του σπιτιού ενώ ο γαμβρός εκάθητο επί
νεροβαρέλας, κ' ετραγουδούσαν κύκλω οι λυγερές και τα τύμπανα
εκτυπούσαν χαρμοσύνως, από το πλήθος των ριφθέντων εις το λεγένι
νομισμάτων, εφάνη η μεγάλη αγάπη που απήλαυεν εις την κωμόπολιν ο
Βρανάς.
— Ρίχνετε . . . ρίχνετε . . . . να ζήση να σας το πληρώση ο
Γιωργάκης μου! . . έλεγεν η Αγαθή, έξαλλος εκ της χαράς.
Αργυρό ξουράφι και μαλαματένιο,
Τράβα γάλι-γάλι σε γαμπρού κεφάλι,
Τρίχα μην αφήσης και τον ασκημίσης
και τον ασκημίσης στα πεθερικά του.
Ετραγουδούσαν αι γυναίκες στολίζουσαι με όλα τα χαρίσματα τον
γαμβρόν. Και όσον ήκουε αυτά, τόσον υπερηφανεύετο διά τον υιόν της
η γραία.
Α! έλα μωρέ Στριμμένε να ιδής! έβγα από τον τάφο σου κυράτσα
Παναγιώταινα να μάθης ποίον γαμβρόν επεριφρόνησες! . . . Η μητρική
καρδία εκόμπαζε κ' εξηγείρετο φιλέκδικος η προσβληθείσα φιλοτιμία
της Αγαθής. Ηύχετο ακόμη μεγαλοπρεπέστερα να ήσαν τα δώρα· ακόμη
επισημοτέρα να γείνη η πομπή, διά να κεντήση έτσι τον φθόνον και
την μετάνοιαν της οικογενείας Στριμμένου.
Και δεν κατείχετο μόνον η γραία από αυτήν την σκέψιν, αλλ' όλοι οι
συγγενείς και φίλοι του Βρανά. Αι γυναίκες έλυσαν την γλώσσαν των
εις υβριστικάς παραγγελίας προς την Ανθήν: — Ε την τέτοια, που
αλλάζει τούς άνδρες σαν το φίδι τα πουκάμισά του! . .» Και εις
εκπληκτικάς φράσεις περί πλουσίας προικός της νύμφης και της
αγάπης, την οποίαν τρέφει ο Γεώργιος προς αυτήν: — Δεν κάνει ώρα
χωρίς να την ιδή· θαρρείς και του έκαμε μάγια, αδερφούλα μου! . . .»
Και εις τα θαυμαστικά επιφωνήματα διά τα πλούσια δώρα, τα οποία
θα έκαμνεν η οικογένεια Παντελή εις τον γαμβρόν και τους συγγενείς
του: — «Τα έφερεν όλα τόπια από την Πάτρα ο Δημήτρης! . . .»
Χαιρέκακος διάθεσις ανεπτύχθη εις όλους και ηυφραίνοντο από τόρα
διά την λύπην και την εντροπήν, την οποίαν εφαντάζοντο ότι θα
έπερνεν εκ τούτου η λυγερή και η οικογένειά της . . .
Και οι καρρολόγοι δεν έμενον οπίσω. Εσκέπτοντο ότι καταλληλότερος
τρόπος διά να εκδικηθούν τους δύο συνεταίρους, ήτο να φροντίσουν
όπως γίνη λαμπρότερος ο γάμος του συναδέλφου των. Έτσι εδείκνυον
την αγάπην την οποίαν έτρεφον προς τον Βρανάν, κ' εκαυτηρίαζον τον
εγωισμόν των εμπόρων. Εσυμμαζευθησαν όλοι περί αυτόν ως στρατιώται
τολμηροί περί την απειλουμένην σημαίαν των. Κ' έστελλον
επιδεικτικώς διά της αγοράς εις το σπίτι του γαμβρού παχυτάτους
και βαρείς αμνούς, στολίζοντες τα κερατά των με κοκκίνας κορδέλας
και αργυρά νομίσματα· συνεζήτουν περί του καταλλήλου κρασίου·
εφρόντιζον διά το καλόν ψήσιμον των άρτων του γάμου, διά την
επιτυχίαν του Κεσκεκίου και παρεκίνουν τας γυναίκας των, να βάλουν
όλας των τας γνώσεις διά την λαμπρότητα της πομπής.
Τέλος ήλθεν η Κυριακή. Από την αυγήν ο Βρανάς, παρακινούμενος από
φίλους και συγγενείς, επήγε να φιλήση το χέρι και να πάρη την
ευχήν της Κυράς Παγώνας και να την προσκαλέση εις τον γάμον. Τούτο
δεν είχεν άλλον σκοπόν παρά να εξουδετερώση την τυχούσαν
κακοβουλίαν της οικογενείας Στριμμένου. Διότι η γόησσα, όπως τόσα
και τόσα κατείχε και την δύναμιν του αμποδέματος. Επειδή δε ήτο
γνωστόν το ενδιαφέρον το οποίον έλαβε διά το συνοικέσιον της Ανθής
και του Νικολού και συνεπώς εθεωρείτο σχεδόν ως μέλος του σπιτιού
εκείνου, τι θα έχανε τάχα η Ανθή από φθόνον να ωθήση της μαγίσσης
την χείρα εις το αμπόδεμα των δύο νυμφίων. Ήθελαν λοιπόν δι' αυτού
του τρόπου να κολακεύσουν της γραίας το φιλότιμον κ' εν ταυτώ να
της εμποδίσουν την ενέργειαν, αν είχε τοιούτον τι εις τον νουν
της, κρατούντες αυτήν εις το σπίτι κατά την ώραν του στεφανώματος
κ' επιβλέποντές την έπειτα αγρύπνως όταν θα τους πλησιάζη. Εκείνη
όμως έδειξε μεγάλην προθυμίαν εις την πρόσκλησιν κ' έδωκε με όλην
την καρδίαν την ευχήν της. Και μάλιστα όταν επήγεν εις το σπίτι,
μόνη της εσυμβούλευσε την Αγαθήν, να δώση εις τον υιόν της να
κρατή επάνω του το Τετραβάγγελον, διά ν' αποφύγη την κακοβουλίαν
άλλης καμμιάς αμποδέστρας και μόνη της παρήγγειλεν εις την
Καινούριου, να ζώση με την Ζώνην κανενός παπά την θυγατέρα της,
πριν την βγάλη από το σπίτι. Βρίσκονται δα τόσοι και τόσοι εις τον
κόσμον, που έχουν χαρά τους να κάνουν το κακό! . . .
Τέλος κατά το απομεσήμερον, το συμπεθεριό εκίνησεν από το σπίτι
του γαμβρού, με την μίαν ζυγιά των τυμπάνων κ' επήγε και παρέλαβε
τον κουμπάρον από το σπίτι του και μαζί όλοι μετέβησαν έπειτα εις
το σπίτι της νύμφης. Η Βασιλική ήτο στολισμένη με την συνήθη
επιμέλειαν και ακριβολογίαν των νυμφοστόλων γυναικών, με τα
τραγούδια τα επαινετικά, κατά τα οποία είνε αξιοζήλευτον και το
κτένι ακόμα που κτενίζει τέτοιες χρυσότριχες και το γκόλφι που
στολίζει τέτοιον λαιμόν κρυσταλλένιον και τα χρυσοκέντητα φορέματα
όλα, που τα φορεί τέτοιο κυπαρισσένιο κορμί.
Ενώ όμως ετελείτο η στέψις κ' εχόρευον εις την αυλήν οι συμπεθέροι
κ' έβλεπεν έκπληκτος κ' ενθουσιασμένος ο κόσμος, σφοδρά συζήτησις
εγίνετο εις το μαγειρείον. Η μήτηρ της νύμφης μετά των συγγενών
της γυναικών, ηγωνίζοντο να πείσουν τον Δημήτρην και τους φίλους
του Βρανά, να μην περάσουν από την αγοράν. Ήτο εκεί το σπίτι του
Στριμμένου και κατ' ανάγκην από τα παράθυρα του θα επερνούσεν η
νύμφη. Αλλά θα εκρατείτο η αγανάκτησις και ο φθόνος της Ανθής όταν
έβλεπε τέτοιο συμπεθεριό; Δεν θα την εκέντα άραγε ο διάβολος να
ρίψη μάγια, διά να καταστρέψη την ευτυχίαν των νυμφίων; Το
εφοβείτο πολύ η γραία Παντελή. Και τρέμουσα παρεκάλει τους
καρρολόγους ν' αποφύγουν την ολεθρίαν συνάντησιν.
— Για όνομα Θεού, παιδιά μου· φευγάτε από το Σατανά.
Αλλ' οι καρρολόγοι επέμενον. Ίσα-ίσα δι' αυτό έπρεπε να περάσουν
από εκεί. Να δείξουν πώς κάμνουν τις χαρές των αυτοί· να ιδή η
Ανθή πώς είνε οι γαμβροί· να καταλάβουν οι έμποροι τι θα ειπή
γάμος. Όχι όπως τους κάνουν εκείνοι, με κλεισμένα παράθυρα και
σιγανά ως να εντρέπωνται! . . . Υπέσχοντο δε εις τας γυναίκας ότι
θα έχουν τέσσαρα τα μάτια των εις τα παράθυρα της λυγερής.
— Μη φοβάσαι, μάννα, κ' εγώ είμαι 'δώ! είπεν ο Δημήτρης εν
πεποιθήσει.
Ο πυροβολισμός ανήγγελλε τόρα το τέλος της στέψεως. Οι χοροί
διελύθησαν ευθύς και το λαμπρόν και υπερήφανον άλογον του
Χατζηγιάννη, επί του οποίου εφιλοδόξουν να καβαλικεύσουν νύμφαι
όλαι αι νεάνιδες της κωμοπόλεως κατά την εποχήν εκείνην, πλουσίως
σελοχαλινωμένον εκομίσθη εμπρός εις την σκάλαν του σπιτιού:
Έχετε 'γεια πατέρα μου και συ γλυκειά μου μάννα·
έχετε 'γεια 'δερφάκιά μου και σεις δικοί μου φίλοι.
Εγώ πάω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου·
πάω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου.
Έχετε 'γεια γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες
κ' εγώ πηγαίνω σπίτι μου και στο πεθερικό μου.
Αι νεάνιδες ετραγούδησαν το συγκινητικόν τραγούδι του
αποχαιρετισμού της νύμφης· δάκρυα πύρινα και λυγμοί ανεμίχθησαν
εις το θριαμβευτικόν παίξιμο των τυμπάνων και η γαμήλιος πομπή
εξεκίνησεν.
ΣΤ'
ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ
— Τι άνοστο φαγί! . . .
— Ναι . . . άνοστο!
Σιωπηλόν εγίνετο το δείπνον της εσπέρας εκείνης εις το σπίτι του
Στριμμένου. Το υψηλόν κανδηλιέρι με τους δύο λύχνους αναμμένους,
εφώτιζε διά κοκκινωπού και παλμώδους φωτός το δωμάτιον, επιρρίπτον
πένθιμόν τινα κατήφειαν ως να εφώτιζε δωμάτιον νεκρού. Ψυχροί και
κατασκονισμένοι οι τοίχοι του κτιρίου, εφαίνοντο αλγεινώς
μορφάζοντες κάτω από τα τριμμένα κ' εφθαρμένα μυστρίσματά των· τα
στέφανα με το εικονοστάσιον και το πενιχρόν κανδήλι, είχον
θλιμμένην έκφρασιν ως ν' απεσύρθησαν εκεί υψηλά διά να κλαύσουν
την μοίραν των κυρίων των· η κοκκινωπή ψάθα η αντικαθιστώσα την
οροφήν, με τους όγκους και τα κοιλώματά της, αδιακόπως
τριζοβολούσα ένεκα του εισχορούντος από την στέγην ανέμου,
εδείκνυε διαθέσεις πτώσεως, συναφής ει δυνατόν μετά του σαθρού
πατώματος, διά να κρύψη την καταθλιπτικήν εκείνην εικόνα.
Αλλά δεν παρουσιάζετο μόνον απόψε η τοιαύτη καταθλιπτική εικών.
Από πολλού τόρα χρόνου έτσι εδείπνει το νεαρόν ανδρόγυνον
Πικοπούλου. Ο Νικολός εκάθητο εις το έν άκρον της τραπέζης, η Ανθή
εις το άλλο και κύπτων έκαστος προ του πινακίου του έτρωγε με
σπουδήν, ωσεί βιαζόμενος να τελειώση οχληράν ενασχόλησιν. Κάποτε
βραχείαι λέξεις, αι μάλλον πεζαί του λεξιλογίου ενός ανδρογύνου,
αι απαραίτητοι διά την οικιακήν συνεννόησιν, ετάρασσον διά μίαν
στιγμήν την πένθιμον εκείνην σιγήν, η οποία επέστρεφεν αμέσως
περισσότερον αγρία και καταθλιπτική. Λόγος εύχαρις δεν ηκούετο
ποτέ, ούτε εγκάρδιος δεξίωσις· αστεϊσμός ή χαριτολόγημα. Σπανίως
γέλως τις μόνον αντήχει, αλλ' από τον νευρικόν τόνον του
εφανερώνετο ότι και αυτός ήτο βεβιασμένος.
Εφ' όσον οι γέροντες γονείς μετείχον της ζωής των δύο νεονύμφων,
εγίνοντο και ούτοι υποφερτοί κάπως μεταξύ των. Κάτω από τας
γεροντικάς αυτών όψεις, τας οποίας ο χρόνος, αι μέριμναι του βίου
και η πείρα των εγκοσμίων περιέλουον με του σεβασμού και της
αγάπης το ακτινοβόλημα. Κάτω από την ήρεμον ζωήν του ανδρογύνου
εκείνου, εύρισκον ούτοι μαθήματα αληθούς οικογενειακού βίου κ'
έκαμνον την ιδικήν των ενότητα. Η κυρά Παναγιώταινα δεν άργησε να
γνωρίση το όλως ανόμοιον των νεαρών συζύγων και θέλουσα να
εξαγνισθή ενώπιόν των, επροσπάθει διά μαλακών λόγων και συμβουλών
να υποδεικνύη εις την θυγατέρα της, την ανεκτικότητα και τας άλλας
χριστιανικάς αρετάς, αι οποίαι αποτελούν το ευαγγέλιον του
συζυγικού βίου μιας χωρικής. Μόλις ο Νικολός εφαίνετο εις το
σπίτι, ευθύς η γραία απεσύρετο ίν' αφήση μόνους τους δύο
νεονύμφους και πολλάκις παρεκίνει την Ανθήν να σπεύση εις
συνάντησιν του ανδρός της.
— Πήγαινε μη σε θέλη τίποτα, θυγατέρα.
— Τι να κάμω; . . τι θα με θέλη; έλεγεν η λυγερή βαρύθυμος.
— Πήγαινε και μην κάνης έτσι, κόρη μου, 'ς τον άνδρα σου . . . Μ'
εκείνον θα ζήσης — δεν θα ζήσης μ' εμάς!.
Ο γέρων έμπορος δεν είχεν αυτήν την διορατικότητα ούτε αυτήν την
φροντίδα. Το μεγάλον εμπορικόν του τερτίπι επέτυχε· δεν είχε
τίποτε άλλο να φροντίση πλέον. Ενδίδων όμως εις τας συχνάς
παρακινήσεις της γρηάς του, ηναγκάζετο πολλάκις μεταξύ των
εμπορικών κατηχήσεων, τας οποίας έκαμνεν εις τον γαμβρόν του, να
παρεμβάλλη και μερικάς περί της κόρης του συστάσεις:
— Έτσι, γαμπρέ μου! . . . Το καϋμένο το κορίτσι είνε
καλομαθημένο . . . δίνε του κάποτε και καμμιά σβερκιά! . . .
Ο κυρ Παναγιώτης έτσι συνείθιζε να εκδηλώνη πάντοτε τας συζυγικάς
του τρυφερότητας . . . Επειδή όμως εγνώριζεν ότι του Διβριώτου η
ευαισθησία δι' άλλων μέσων παρά διά ξηρών συμβουλών εκεντάτο, εις
στιγμήν εξάψεως των πατρικών του φίλτρων, εκάλεσε τον
συμβολαιογράφον και μετεβίβασε «θεληματικώς και αβιάστως»
ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον Νικολόν. Και δεν ηπατήθη εις
τούτο ο ευφυής έμπορος. Η χονδρά παλάμη του Διβριώτου έλαβεν από
τότε μεγαλειτέραν γνωριμίαν με τον εύτορνον τράχηλον της Ανθής.
Τόρα όμως οι γέροντες έπαυσαν να δίδουν τας συμβουλάς των. Η κυρά
Παναγιώταινα επλήρωσε το κοινόν χρέος, προσβληθείσα σφοδρότερον
υπό του καρδιακού νοσήματος· ο δε τερτιπιλής έμπορος, ένεκα του
ψύχους και των γηρατείων, διήρχετο τας ημέρας του κατάκοιτος υπό
των ρευματισμών. Κ' έτσι το νεαρόν ανδρόγυνον έμεινε μόνον,
ελεύθερον εις τας διαθέσεις του.
Ο Νικολός μέσα εις το εμπόριον ανατραφείς, έχασε μικρόν κατά
μικρόν όλην την αισθηματικότητα της ψυχής του. Το εμπόριον είνε
πάντοτε βλαβερόν διά τας νεαράς υπάρξεις. Μεταξύ των εμπορικών
θεμάτων, του θορύβου της συναλλαγής, των καταπολεμουμένων
κεφαλαίων, της συνηχήσεως του χρήματος και της λυσσώδους
επιδιώξεως του κέρδους, η παιδική ψυχή αφίνει μικρόν κατά μικρόν
τας αγαθάς διαθέσεις της, απεκδύεται τας υψηλάς της τάσεις και
προσκολλάται εις μίαν μόνην ιδέαν, την ιδέαν του κέρδους. Αυτήν
έχει πλέον ως σκοπόν του βίου της. Αυξάνει μαζί της, ανδρίζεται
αλλά δεν την εγκαταλείπει. Ή μάλλον η ιδέα δεν εγκαταλείπει αυτήν·
φωλεύει ακοίμητος, κ' ενώ καταφθείρει το σώμα συγκεντρούται ως
φλοξ εις τα μάτια. Και ο μικρός εμπορίσκος προσκολλάται πλέον εις
αυτήν αναπόσπαστος, ως ο Αριστομένης εις την ουράν της αλπούς η
οποία θα τον έφερεν έξω του Καιάδα.