του γάμου της Ανθής και του Νικολού. Και δεν συνέβη τούτο απλώς
και μόνον χάριν του Βρανά. Αν η Ανθή υπανδρεύετο άλλον, πάντοτε θα
κατεδικάζετο ως αρνηθείσα τον έρωτά της, θα εκρίνετο ως
ελαφρόμυαλος γυνή· αλλά δεν θα κατηγορείτο τόσον! Θα υπήρχον και
πρακτικοί άνθρωποι να την δικαιώσουν. Αλλά τόρα δεν ηδύναντο να
δικαιώσουν τον κυρ Παναγιώτην Στριμμένον, ένα των πλουσιοτέρων
εμπόρων της κωμοπόλεως, ο οποίος εθυσίασε την θυγατέρα του εις τον
Νικολόν.
Εις τας μικράς κοινωνίας, δεν αρκεί ο πατήρ να εκτιμήση τα
προσόντα ενός νέου διά να τον κάμη γαμβρόν του. Χρειάζεται να
ιδούν κ' εκτιμήσουν τα προσόντα αυτά και οι άλλοι συντοπίται· να
δώσουν σιωπηλώς κ' εκείνοι την συγκατάθεσίν των. Εδώ όμως οι
χωρικοί δεν έδοσαν την συγκατάθεσίν των. Η εμπορική δεινότης του
Διβριώτου, η οποία εμάγευε τόσον τον Στριμμένον, εξήγειρε τας
σφοδροτέρας αντιπαθείας αυτών. Ο καρρολόγος Στάμος δεν ήτο το
πρώτον, ούτε το τελευταίον θύμα, το οποίον κατεβόα εναντίον των
αρπακτικών διαθέσεων του γαμβρού. Έτσι δε ο Νικολός παρέσυρε μαζί
του εις το βάραθρον του αναθέματος και τον Στριμμένον και την
γυναίκα του και την Ανθήν. Και ο Βρανάς υψούτο αντιμέτωπος αυτών,
αναξιοπαθούσα θεότης, χαρακτήρ εξιδανικευμένος εις τα βλέμματα των
συμπατριωτών του.
Ο Βρανάς αφού έδωσε τοιούτον οικτρόν τέλος εις την συνάντησίν του
μετά της Ανθής, υπό την συκήν του Πλευρού, έφυγε με την πεποίθησιν
ότι η λυγερή ουδέποτε ησθάνθη έρωτα προς αυτόν. Μετά μικρόν όμως,
όταν η έξαψίς του κατέπεσεν, ήρχισε να κρίνη λογικώτερον την
διαγωγήν της. Βεβαία, η λυγερή δεν ήτο δυνατόν επί τόσα έτη να τον
απατά. Έκαμε τόσας θυσίας, ήκουσε τόσας κατηγορίας προς χάριν του!
Τόρα εύρισκεν αληθινά τα δάκρυά της· φυσικήν την απελπισίαν της.
Διατί τάχα δεν επροσποιείτο έτσι και άλλοτε; Ενθυμείτο ότι
πολλάκις την έβλεπε λυπημένην, δακρυσμένην και ωχράν από τας
κακολογίας του κόσμου και όταν την ηρώτα διά την κατάστασίν της,
εκείνη ήλλαζεν ευθύς όψιν, έκαμνε την γελαστήν, την χαρουμένην:
— Τίποτα, καϊμένε· το κεφάλι μου· με πονεί — το έρμο!
Κ' έλεγε τούτο διά να μη μεταδώση την λύπην της και εις εκείνον.
Τόσον τον αγάπα, ώστε ούτε δάκρυ δεν ήθελε να χύση προς χάριν
της! . .
Και ο νέος ήρχισε με ευσυνειδησίαν να εξετάζη και την ιδικήν του
προς την παρθένον διαγωγήν. Πώς αλλοιώς εφέρθη πάντοτε παρά ως
εγωιστής και απότομος και απαιτητικός. Νά, προ μικρού ακόμη, ήτο
διαγωγή αγαπώντος αυτή του η διαγωγή κάτω από την συκήν; Το
κακόμοιρο το κορίτσι έκλαιε την τύχην που το επερίμενε και είχε
και αυτόν, απ' επάνω να το υβρίζη, αντί να το παρηγορή. Κ' επί
τέλους έσπασε τας στάμνας, διά τας οποίας ο θεός ηξεύρει πόσα
ήκουσεν από την μητέρα της!
Ο Βρανάς τόρα ανελύθη εις δάκρυα, αληθινά δάκρυα ψυχής ευγενούς,
αισθανομένης όλους τους πόνους και τας συγκινήσεις του έρωτος.
Κατηγόρει τον εαυτόν του, ήλεγχε τον βίαιον χαρακτήρα του·
εδάγκανε τας σάρκας του και ήθελεν αν ήτο δυνατόν, να επιβάλη εις
τον εαυτόν του αυστηράν τιμωρίαν. Αλλ' ήτο αρκετή τιμωρία δι'
εκείνον, η αγρυπνία της νυκτός εκείνης και η ανησυχία του.
Επεθύμει μεγάλως να ηδύνατο, τόρ' αμέσως να πετάξη πλησίον της
Ανθής, διά να την παρηγορήση και κατενόει ότι τούτο ήτο αδύνατον.
Ανέμενε με αγωνίαν την ώραν της υδρεύσεως κ' ενωρίς την επαύριον
επήγεν εις το Καλό πηγάδι κ' εκρύβη εις την πλησίον τάφρον μέχρις
ου ίδη την λυγερήν. Αλλ' αν και την εκαρτέρησε μέχρι βαθείας
νυκτός, η Ανθή δεν εφάνη. Ο νεανίας μη γνωρίζων τα συμβαίνοντα εις
το σπίτι του Στριμμένου, υπέθετεν ότι η λυγερή δεν επήγεν εις το
πηγάδι επίτηδες, διά να μη τον συναντήση και κατελήφθη υπό
απελπισίας. Και εις την υποψίαν του αυτήν επροστέθη και άλλη
αίφνης, ότι η Ανθή ήτο ασθενής, ότι ίσως εδάρη παρά των γονέων
της· ίσως την είχον δεσμίαν εις κανέν σκοτεινόν δωμάτιον, διψώσαν
και νηστεύουσαν διά να την εμποδίσουν να βλέπη αυτόν . . . Ο
Βρανάς έγεινεν εκτός εαυτού. Ο ευερέθιστος χαρακτήρ του τον
παρέφερεν εις τα έσχατα. Καθ' όλην την νύκτα περιήρχετο μόνος, ως
φάντασμα το σπίτι του Στριμμένου· έρριψε χάλικας εις τα παράθυρα
και την στέγην, ελπίζων ν' ακουσθή παρά της νεάνιδος και την πείση
να εξέλθη, διά να την ίδη και μόνον να την ίδη! Αλλ' ουδείς
εφαίνετο. Τα παράθυρα έμενον κατάκλειστα, σιωπηλά· ολόκληρον το
σπίτι είχε την αδρανή όψιν νεκρού, μη συγκινουμένου εις τας φωνάς
των θρηνούντων. Και εις στιγμήν υψίστης παραφοράς εσκέφθη ν'
αναβή, να κτυπήση την θύραν διά να του ανοίξουν. Τι θα έκαμνε
τότε, τι θα έλεγε, δεν ήξευρε και αυτός. Ώρμησεν όμως και ανέβη
την σκάλα. Ο Μούργος όμως, ο σκύλος του Νικολού, κοιμώμενος εμπρός
εις την θύραν ώρμησεν επάνου του ωρυόμενος. Διά μίαν στιγμήν ο
Βρανάς επίστευσεν, ότι ο σκύλος ετέθη επίτηδες εκεί παρά του
Διβριώτου, άγρυπνος φύλαξ της Ανθής, εμπόδιον μέγα του έρωτός του.
Λύσσα τον κατέλαβεν εναντίον του εμπόρου, του άρπαγος και σύρας
την πιστόλαν, επυροβόλησε κατά του σκύλου με μίσος. Κ' ενώ το
ζώον, θανατηφόρως πληγωθέν ανετάρασσε την γειτονίαν με τας
παραπονετικάς κραυγάς του, ο Βρανάς έφευγε μακράν, εις τα σκότη
της νυκτός, δακρύων και κατησχυμένος.
Ο Βρανάς έμαθεν από τους πρώτους τον γάμον της Ανθής και του
Νικολού. Μέχρι της ώρας εκείνης ο νεανίας δεν ήθελε να παραδεχθή
ότι θα εγίνετο ποτέ τούτο. Εσυνείθησεν επί τόσον καιρόν να θεωρή
ιδικήν του την λυγερήν, κτήμα του αναφαίρετον, και με την
ελαφρότητα εκείνην της νεότητος, της πιστευούσης και εις τους
παραβολωτέρους πόθους, ήλπιζεν ότι αυτή δεν ηδύνατο να γίνη κτήμα
άλλου. Τόρα όμως, όταν επείσθη περί τούτου λύπη τον κατέλαβε.
Λύπη, όχι από εκείνας τας οποίας ησθάνετο άλλοτε, σφοδράς και
μεγάλας, κινούσας εις εξέγερσιν το σώμα και την ψυχήν. Αλλ'
αποκαρωτική λύπη, χαλαρώσασα αίφνης όλας τας λειτουργίας του νου
και της σαρκός. Η γη, ο ουρανός, ο κόσμος όλος πέριξ· τα πουλάκια
και τ' άνθη, τα χρώματα και το φως, δεν εκίνουν καθόλου το
ενδιαφέρον του. Οι άνθρωποι δεν του εφαίνοντο ως όντα συνδεδεμένα
μετ' αυτού εν κοινή ανάγκη. Άλλοτ' ενόμιζεν εαυτόν ως ιδιαίτερόν
τι, αιθέριον, ελαφρόν, ζων υπό άλλας συνθήκας εις την κονίστραν
του κόσμου· και άλλοτε ουδ' ενόμιζεν ουδ' εσκέπτετο τίποτε.
Εκινείτο μόνον, έζη, ανεστρέφετο εις την κοινωνίαν και εις το
σπίτι του, αλλ' όλως μηχανικώς, απροθύμως και αδιαφόρως.
Αίφνης όμως ελπίς έλαμψεν εις την συνείδησίν του. Ιδέα ήλθεν εις
το πνεύμα του, κολακεύσασα του λεβέντη το φιλότιμον και
προσεκολλήθη εις αυτήν ο νέος, ασυνειδήτως ζητών να επανέλθη εν τη
δράσει, όπως ο ετοιμοθάνατος ναυαγός αρπάζει το σωσίβιον, το
οποίον του ρίπτει η τύχη. Ναι, η αγάπη του υπανδρεύθη· αλλά πώς
υπανδρεύθη; Μετά πόσας, βέβαια, βασάνους και τυραννίας επείσθη να
ονομάση άνδρα της τον Νικολόν; Εις ποία τεχνάσματα και εις πόσα
σκληρά βάσανα κατέφυγον οι γονείς και συγγενείς της, διά να την
φέρουν εις τον βωμόν! . . . Τα εφαντάζετο και ανετριχία και
συνεκινείτο εις τα παθήματα, της μάρτυρος και ήθελε να τα μάθη με
λεπτομέρειαν όλα. Και ο νέος κατέφυγεν εις τας γυναίκας όσαι
επλησίαζον την Ανθήν.
— Κλαίει; δέρνεται; θα πνιγή, θα φαρμακωθή, θα βγάλη τα μάτια
της, θα ξερριζώση τα μαλλιά της; ερώτησε με θλιβεράν περιέργειαν.
— Μπα, χαρουμένη και καλόκαρδη σαν όλες οι νυφάδες· του απήντησαν
εκείναι αδιαφόρως.
Και τω όντι εφαίνετο χαρουμένη κατά τας ημέρας εκείνας η Ανθή.
Εδείκνυεν εις τον κόσμον το εύχαρι πρόσωπον νύμφης, ηναγκασμένης
να δέχετ' ευχάς και συγχαρητήρια. Δεν εδείκνυε το καταπληγωμένον
ον, το απατηθέν εις όλας του τας ελπίδας και τους πόθους.
Η λυγερή αφ' ης ώρας επέστρεψεν εις το σπίτι από το Καλό πηγάδι,
έμεινε κατάκλειστος, μόνη με τας μαύρας σκέψεις της. Απελπισία από
παντού! Ο Βρανάς την απηρνήθη· οι γονείς την άφησαν. Ο ένας δεν
την ήθελε πλέον κυρίαρχον επί της καρδίας του· οι άλλοι δεν την
ήθελον σύντροφον της ζωής των και την έδιδον εις τον τυχόντα. Αλλ'
η λυγερή έκλαιε περισσότερον διά την εγκατάλειψιν του εραστού,
παρά διά την εγκατάλειψιν των γονέων. Από τριών ετών εσυνείθισε να
θεωρή τον Βρανάν ως το μόνον αγαπητόν πρόσωπον, εις το οποίον
είχεν αποθέση όλην την καρδίαν και τας ελπίδας της. Ηγάπα βεβαίως
και τους γονείς της. Τους ηγάπα όμως με την ανάμιξιν εκείνην του
σεβασμού, του φόβου, της υπακοής, τα οποία αισθάνετ' εκ συνηθείας
καθήκοντος κάθε χωρική γυνή, η οποία δεν είνε εις θέσιν, ένεκεν
ατελούς αναπτύξεως του νου, να σκεφθή τ' άγια μυστήρια, τα οποία
συνδέουν τους γονείς προς το τέκνον. Ενώ η προς τον Γεώργιον αγάπη
της, ήτο η ελευθέρα έκφρασις της καρδίας της· η ροπή όλων της των
αισθήσεων. Και η τοιαύτη έκφρασις είνε περισσότερον χειροπιαστή
εις την νεότητα, περισσότερον φανερά εις την ψυχήν της και
προσκολλάται εις αυτήν ελπίζουσα, ως μόνην κατάλληλον να την φέρη
εις τους λαμπρούς κόσμους της φαντασίας της. Κ' εύρισκε λοιπόν εις
την φαντασίαν της η λυγερή τόρα, ότι οι γονείς της εδικαιούντο να
της κάμουν το τοιούτον αδίκημα. Γονείς ήσαν, σκληροί και
άσπλαγχνοι γονείς, μη πονούντες την θυγατέρα των! Αλλ' εις τον
Βρανάν όχι, δεν επετρέπετο.
— Αχ, Γιωργάκη! ωλόλυζε συχνά.
Και όταν ήλθεν η Κυριακή, ήλθεν η εσπέρα και ωδήγησαν αυτήν προ
του βωμού και ο παπάς ύψωσε διά των ευχών του το Σινικόν τείχος
μεταξύ εκείνης και του έρωτός της, έγυρε την κεφαλήν και παρεδέχθη
τα πάντα. Αλλ' έγυρε την κεφαλήν, με την συντετριμμένην εκείνην
έκφρασιν της παραδοχής των τετελεσμένων, την οποίαν είχεν ο
Χριστός επί του σταυρού του.
— Θέλεις, Ανθή, τον Νικολό; ηρώτησεν ο παπάς κατά τύπους.
— Ναι! . . .
Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί! . . .
Ο Βρανάς όμως δεν εγνώριζεν αυτά τα παθήματα της Ανθής. Και αν τα
εγνώριζεν, αν ευρίσκετο κανείς φίλος να του τα είπη, δεν θα τα
επίστευε. Δεν είχε πλέον την ψυχραιμίαν ούτε την οξυδέρκειαν, να
κρίνη τους λόγους των γυναικών και ν' ανεύρη την αλήθειαν. Το
άτομόν του ήτο προδιατεθειμένον διά να δεχθή κ' ενστερνισθή πάσαν
καταγγελίαν, όπως καλλιεργημένος αγρός τον σίτον του ζευγολάτου.
— Την άτιμη! έλεγε με λύσσαν, την άτιμη! . . .
Και απηλπισμένος, πληγωμένος από τον έρωτά του κατέφυγε τόρα εις
την φιλίαν. Κατενόει, ίσως εν αγνοία του ο νέος, ότι τα δύο αυτά
αισθήματα είν' επίσης μεγάλα και ιερά και ότι διά του ενός
κατορθώνει κανείς κάποτε να ιατρεύση το άλλο. Κ' έσμιγε τόρα με
τον Δημήτρην, του έλεγε τα παράπονά του, τον καταπατηθέντα έρωτά
του, κ' ετόξευεν ύβρεις και αναθέματα κατά της προδότιδος.
Ο αδελφός της Βασιλικής ήτο συνομήλικος του Γεωργίου, κοντός
ολίγον, αλλά με πλατείς ώμους, στιβαρός καθ' όλα και χειροδύναμος,
με πυκνήν κατσαρήν κόμην προς τ' άνω εστραμμένην, κατά των
νεωτερίζοντα συρμόν της εποχής. Είχεν αθώαν ψυχήν, τίμιον
χαρακτήρα και ειλικρινή αισθήματα. Μόνον θυμώδης ήτο και ολίγον
ελευθερόστομος, καθό γνήσιος υιός του Παντελή Καινούριου. Αλλά
τούτο δεν ημπόδιζε να ήνε λαμπρός καρρολόγος και αφωσιωμένος
φίλος. Ηγάπα τον Βρανάν ως αδελφόν· ήτο πάντοτε μαζί του εις τας
πανυγήρεις και τας διασκεδάσεις· εις την εργασίαν και τον έρωτα.
Έμενε πάντοτε μέχρι των τελευταίων ωρών της νυκτός κάτω του
παραθύρου της Ανθής, συντροφεύων διά της λυγηράς φωνής του τα
περιπαθή δίστιχα, όσα έστελλεν ο Βρανάς εις την αγάπην του· κ'
εδέχετο έπειτα μέχρι της αυγής αγογγύστως τας σφοδράς
εξομολογήσεις, όσας ούτος μη δυνάμενος να κάμη εις εκείνην, έλεγεν
εις αυτόν. Έκαμνεν όμως τούτο περισσότερον χάριν του φίλου του,
παρά διότι ησθάνετο ευχαρίστησιν εις τας διαπύρους εκείνας
αποστροφάς. Η καρδία του Δημήτρη δεν ήτο τόσον απαλή. Ο νέος
έκλινεν εις τον θετικισμόν· εσυμβιβάζετο περισσότερον με τας σκέψεις
της εποχής του. Όταν ο Βρανάς του ωμίλει περί του έρωτός του, ο
Δημήτρης τον ήκουε με υπομονήν και του έδιδε τας χρησίμους συμβουλάς·
αλλά δίχως να συγκινήται και να παθαίνεται. Και τόρα δεν ήτο εις
θέσιν να εννοήση καλώς τας ψυχικάς εκείνας βασάνους, εις τας οποίας
ευρίσκετο ο φίλος του. Ένα μόνον κατενόει ότι έπασχε και ότι ήτο
ανάγκη διά παντός μέσου να τον θεραπεύση. Εις τας τόσας
απελπιστικάς αποστροφάς του φίλου του ο Δημήτρης έλεγε συχνά:
— Ρε, τι κλαις σαν γυναίκα· θες να πάμε να την κλέψουμε! . . .
Ο Γεώργιος έπαυε τότε την αγανάκτησίν του· εστήλωνεν εις το κενόν
τα μάτια, ως να εσύναζεν ιδέας, κ' αίφνης απήντα με το αφηρημένον
ήθος ιδανιστού:
— Τόρα πια, τι να την κάμω! . . .
Δεν θ' απέστεργε την απαγωγήν αν η Ανθή ήτο ακόμη παρθένος. Αλλ'
υπανδρεμένη πλέον εγνώριζε, με όλην την ορμήν της αγάπης του, ότι
δεν θα του έφερε την ποθητήν ευτυχίαν.
Ο Βρανάς ανεκουφίζετο μεγάλως, ακούων τας κατηγορίας των
συναδέλφων του, εναντίον της οικογενείας Στριμμένου. Πολλάς εκ
τούτων εύρισκεν ανυπάρκτους, τινάς αδίκους, άλλας μωράς. Δεν είχεν
όμως ποτέ την υπερηφάνειαν να ελέγξη τους συκοφάντας, να
υπερασπισθή τους αδικουμένους. Όχι· άφινε τουναντίον να λέγουν
ό,τι θέλουν. Ηύχετο μάλιστα ενδομύχως να γίνωνται πιστευτά και
κάποτε συνέτεινε προς τούτο, περιβάλλων διά μειδιάματος ελαφρού ή
καγχασμού παραδόξου τας καταγγελίας, οιονεί επισημοποιών κ'
επικυρώνων αυτάς. Α! η δυσφημία του ονόματος της Ανθής ήτο
απόλαυσις γλυκεία διά την ψυχήν του νεανίου. Την επεζήτει
πανταχού, εις τα κρασοπωλεία και τα μαγειρεία, εις τας αυλείους
συναθροίσεις των γυναικών και εις των γραϊδίων τους φλυάρους
ομίλους . . .
Διά τούτο εσύχναζε περισσότερον τόρα και εις το σπίτι του Παντελή
Καινούριου. Ο Δημήτρης και πριν ακόμη, εκάλει συχνά τον φίλον του
εις το πατρικόν σπίτι εις γεύμα ή δείπνον· αλλά σπανίως ο Γεώργιος
υπεχώρει εις τας προσκλήσεις αυτάς του φίλου του. Αφ' ότου μάλιστα
παρεπονέθη εις αυτόν η Ανθή κ' εννόησεν ότι εκείνη εζηλοτύπει και
υπωπτεύετο την Βασιλικήν, έπαυσεν εντελώς να συχνάζη. Δεν ήθελεν
αυτός να λυπήση την αγάπην του . . . Έπειτα, να ειπή κανείς την
αλήθειαν, δεν είχε και άδικον η Ανθή. Η Βασιλική, μόλις φανή εις
την θύραν, τον κυττάζει κατάμματα, μ' εκείνα τα παιγνιδιάρικα και
καστανά μάτια της σαν να του λέγη: « Αγάπα με! αγάπα με! . . .»
Αλλά δεν ηξεύρει λοιπόν ότι ο νέος αγαπά άλλην! Και τάχα σου κάνει
και την εύμορφην — τ' άχυρα! . . .
Τόρα όμως όπου τα εμπόδια έλειψαν, ο Βρανάς εσκέπτετο ότι δεν είχε
λόγον να δυσαρεστή τον φίλον του. Έπειτα, αδελφέ, πού να πάγη να
σκοτώση τον καιρόν του κανείς; Να καθήση εις το σπιτάκι του' ε,
αυτή η αναθεματισμένη τον έκαμε να ευρίσκη ανυπόφορη την πτωχήν
του μητέρα, άνοστην την οικογενειακήν εστίαν! Να πάγη εις της
αδελφής του· — μικρομάννα η δόλια, το ένα παιδί κλαίει εδώ, τ'
άλλο φωνάζει εκεί, ώστε τον αναγκάζουν να φύγη ευθύς μόλις φθάση.
Η δουλειά είνε καλή, το κρασί καλήτερον και η συντροφιά του
Καινούριου ακόμη καλητέρα. Βλέπει τριγύρω του πρόσωπα γελαστά,
αφελή, τα οποία τον ατενίζουν ως αδελφόν. Ευρίσκει μητρικάς
φροντίδας εκ μέρους της σπιτονοικοκυράς· πατρικήν αγάπην παρά του
Παντελή, που νομίζει ότ' είνε μέσα εις την ιδικήν του
οικογένειαν . . .
Και ήτο αληθινά ο Βρανάς, εκεί μέσα εις την ιδικήν του
οικογένειαν. Δεν το κατενόει ακόμη καθαρά· αλλ' η καρδία του
υπεδείκνυεν ότι εκεί ήτο η πραγματική θέσις του και ότι πριν είχε
παρεκτραπή του δρόμου, ως οδοιπόρος βαδίζων εις ξένον και άγνωστον
τόπον. Μόλις εισήρχετο εις το σπίτι εκείνο ελησμόνει ευθύς το
πάθημά του. Ωμίλει ελευθέρως, εγέλα, αστειεύετο και μόλις
απόχρωσις κάποια μελαγχολίας εβάρυνεν ακόμη την ψυχήν του. Αλλά
δεν ήτο πραγματική μελαγχολία τούτο· ήτο η εντύπωσις αυτής
παρελθούσης. Ο αχθοφόρος και μετά την απόθεσιν του φορτίου, φέρει
ακόμη επί των ώμων την ιδέαν του βάρους. Αλλά δεν είνε πλέον αυτό
το βάρος. Αρκεί να τινάξη δύο-τρείς φοράς τους ώμους, ν'
ανακλαδισθή ολίγον και η κούρασις ευθύς λησμονείται. Τοιαύτη ήτο
και η επιμένουσα ακόμη κατάθλιψις του Βρανά. Αλλά και αυτήν την
παρέβλεπε μέσω της οικογενιακής εκείνης απλότητος του σπιτιού του
Καινούριου. Και όταν εμακρύνετο απ' εκεί, ήρχιζε δειλά δειλά να
συλλογίζεται, μετά τινος γλυκείας φρικιάσεως, ότι η Βασιλική ήτο
πολύ εύμορφη κόρη, και ότι τον έβλεπε συμπαθητικά με τα καστανά,
τα παιγνιδιάρικα μάτια της . . .
Η μεταβολή του Βρανά δεν εξέφυγε την προσοχήν της οικογενείας
Καινούριου. Ούτε των γειτόνων όμως, ούτε των άλλων χωρικών την
προσοχήν εξέφυγε, κατά τας ιδέας των οποίων δύο πράγματα δεν
κρύπτονται εις τον κόσμον — ο βήχας και ο έρως. Ήρχισε να
διαδίδεται εις την κωμόπολιν, — ψιθυριστά-ψιθυριστά πάντοτε,
διότι εδώ υπήρχε κάποιος, ο οποίος ηδύνατο ευθύς να επιβάλη σιωπήν
διά του γρόνθου του — ότι ήτο τελειωμένον γεγονός το συνοικέσιον
του νέου και της Βασιλικής. Δεν ηκούσθη τίποτε ακόμη επισήμως είνε
αληθές· αλλά . . . Και αυτό το «αλλά» έκλειεν όλας τας εικασίας
και όλα τ' άλματα της διαβολεμένης φαντασίας των κατοίκων.
Τούτο όμως κανένα από τους ενδιαφερομένους δεν εστενοχώρει. Ο
Γεώργιος ήτο απερροφημένος όλως υπό της νέας τροπής των ιδεών κ'
αισθημάτων του, ως ταξειδιώτης υπό τας θελκτικάς εναλλαγάς νέου
ορίζοντος. Ο Δημήτρης εσκέπτετο με αγνότητα αισθημάτων, ότι
ευχαρίστως θα εκάλει ένα τοιούτον φίλον με τ' όνομα του αδελφού.
Αι δύο γυναίκες, μήτηρ και θυγάτηρ, κατ' ιδίαν εκάστη εφρόντιζον
πώς να ρίπτουν λάδι εις την φωτιάν, ο δε Καινούριος κατά λέξιν
εθριάμβευεν.
Α, ο λαμπρός πατήρ! ανέμενε προ τόσου χρόνου αυτήν την στιγμήν! Ο
ελαφρός, ο ευτράπελος χαρακτήρ του εσταμάτα κάποτε σκεπτικός
ενώπιον του μέλλοντος της Βασιλικής του, ως χρεωφειλέτης ενώπιον
βαρέος συναλλάγματος. Είχε βεβαίως και άλλα συναλλάγματα ο
Παντελής, τας πέντε άλλας θυγατέρας του· αλλ' η Βασιλική ήτο το
μόνον ληξιπρόθεσμον επί του παρόντος. Δεκαφτά χρονών κορίτσι,
αδερφέ! . . Και ήτο σύμφωνος με την γυναίκα του, ότι ο Βρανάς ήτο
καταλληλότατος γαμβρός και ήτο πρόθυμος ο Παντελής να κάμη δι'
αυτόν και κάποιαν θυσίαν.
Ο Παντελής Καινούριος δεν ήτο πλούσιος βέβαια, ήτο όμως
ευκατάστατος. Πρώτος αυτός συνέλαβε την ιδέαν ν' ανοίξη μέγαν
φούρνον εις την κωμόπολιν, να βγάλη ψωμί διά τους εργάτας και να
ψήνη τους νταβάδες των κατοίκων· ενώ πριν κάθε οικογένεια είχε και
χωριστόν φούρνον μικρόν διά τας ανάγκας της. Τούτο εθεώρει
κατόρθωμα ηρωικόν ο χονδροκέφαλος χωρικός, εξανάπτον τον εγωισμόν
του, ώστ' έλεγε πολλάκις εις τους συντοπίτας του:
— Μωρέ, ήσαστε ζωντόβολα κ' εγώ σας επολίτεψα! . . .
Δι' αυτού όμως του εκπολιτιστικού μέσου ο Παντελής Καινούριος
έκαμε παγίαν και καλήν περιουσίαν. Τόρα αφήσας εις το πόδι του τον
δευτερότοκον υιόν του, τον δε Δημήτρην απασχολών με το κάρρον,
περιήρχετο αυτός τα κρασοπωλεία, όπου ετρόχιζε μετ' άλλων
συνομηλίκων την γλώσσαν και τον νουν εις διαφόρους αεροκάμωτες
διηγήσεις. «Αλφα-μαγκό βήτα-ξερό, καρακαξέλια, ντουλαμάδες,
χασοφεγγές . . . γιόμιστ' τα ποτήρια να τ' αδειάσω 'γώ!» Εις την
κρασόβρεκτον όμως αυτήν του χαριτολογίαν δεν ελησμόνει ο
Καινούριος να παρεμβάλλη επαίνους κ' εγκώμια διά τον Βρανάν:
«Δουλευτής μια φορά! . . . αγαθή ψυχή!» Και αν συνέπιπτε να
διέρχηται του κρασοπωλείου ούτος με άλλους καρρολόγους, ίδρωνε διά
να τους φέρη μέσα και τους κεράση:
— Γιωργάκη, έλα . . . απόλιγο! . . .
Αλλ' ό,τι εσκότιζε τας ελπίδας της πολύξερης αυτής αλπούς ήτο η
σχέσις του Βρανά με την Ανθήν. Τόρα όμως, μετά την απότομον λύσιν
του έρωτος εκείνου και της νέας τάσεως των διαθέσεων του Γεωργίου,
ο ορίζων πάλιν εξαστέρωσεν ενώπιον των σκέψεων του φούρναρη κ' αι
ελπίδες του ανέτειλαν παρά ποτε λαμπρότεραι. Δεν άφινε τόρα
στιγμήν να περάση, χωρίς να κολακεύση τον εγωισμόν του νεαρού
καρρολόγου, κατακρίνων τον Στριμμένον διά βαναύσων φράσεων ότι
παρεγνώρισε τοιούτον γαμβρόν, τον οποίον τόσοι και τόσοι άλλοι
πατέρες παρεκάλουν και διά των συνήθων του παροιμιών και μύθων,
κεντών την περιφρόνησίν του εναντίον του Νικολού:
— Σώγαμπρος! ακούς τέτοιος λεβέντης σαν κ' εσέ να πάη να γένη
σώγαμπρος! . . . Εγώ, τι να σου ειπώ· τρία βρώμικα πράμματα ξέρω
στον κόσμο: το βρωμόπουλο, το βρωμόξυλο και τον βρωμάνθρωπο.
Βρωμόπουλο είνε ο κούκος που ποτέ δεν πιάνει να φτιάση δική του
φωληά παρά πηγαίνει σε ξένη και γεννάει· βρωμόξυλο είνε ο κισσός
που δεν 'μπορεί μονάχος του να σταθή παρά θέλει μέρος ν' ακουμπήση
και βρωμάνθρωπος εκείνος που πάει και γένεται σώγαμπρος. Αυτός θα
ειπή πώς δεν είν' άξιος ν' ανοίξη δικό του σπίτι.
Εις τους λόγους αυτούς ο Βρανάς ησθάνετο κεντριζομένην όλην του
την παρθενικήν φιλοτιμίαν. Τι, μήπως τάχα θέλουν να ειπούν οι
φίλοι του, οι συγγενείς του, ο κόσμος έξω, μήπως θέλουν να ειπούν
ότι ο έρως του ήτο δόλιος· ότι δεν ηγάπα την κόρην του Στριμμένου
αλλά τα πλούτη της! Ε, τότε καλήτερα που δεν έγεινεν ο γάμος
αυτός. Και γρήγορα θ' αποδείξη εις όλους ο Βρανάς, ότι οι
καρρολόγοι δεν υπανδρεύονται για τους παράδες. Θα ζητήση τόρ'
αμέσως να εύρη μίαν καλήν κόρην και θα την πάρη έτσι, με το
πουκάμισο!
Ο Καινούριος τότε ενθουσιάζετο διά του νέου το φιλότιμον κ' εζήτει
διά πατρικών συμβουλών να καταπαύση την έξαψίν του:
— Όχι δα, έλεγε· δε λέγω πως πρέπει να παντρεύεται κανείς δίχως
τίποτα. Μα όχι πάλι να γυρεύη από τη γυναίκα να πλουτίση! . . .
Εν τω μεταξύ ήλθεν ο Αύγουστος. Ο μην ούτος θεωρείται ο καθ' αυτό
μην της εργασίας, ο τροφοδοτών τους άλλους ένδεκα μήνας του έτους.
Τον Αύγουστον γίνεται, η εφαρμογή της αλληγορικής παραστάσεως του
Ανταίου, απτομένου της πλουτοδότειρας μητρός και αντλούντος νέας
εξ αυτής δυνάμεις. Οι χωρικοί τω όντι αντλούν νέας δυνάμεις, διά
να συνεχίσουν και κατά την χειμερινήν περίοδον τον αγώνα του βίου,
τον πολύμοχθον. Άλλος εδώ θημωνιάζει τον σίτον και την κριθήν του·
άλλος εκεί συλλέγει τους καρπούς των δένδρων του· άλλος παρέκει
απλώνει την σταφίδα του. Ο έμπορος δεν κύπτει πλέον εις τα
κατάστιχά του, ούτε ο τοκιστής εις τας προσθαφαιρέσεις του. Όλοι
μικροί και μεγάλοι, πάσης τάξεως και παντός φύλου, σπεύδουν εις
την εξοχήν ν' απολαύσουν την αμοιβήν των κόπων των και να πάρουν
ελπίδας.
Και οι καρρολόγοι; Α! δι' αυτούς προ πάντων εσήμανεν η ώρα της
ενεργείας. Εις τας τάξεις των επέρχεται κατά τον Αύγουστον η αυτή
αταξία και σύγχυσις, η οποία παρατηρείται εις τα μυρμήγγια κατά τα
πρωτοβρόχια. Όλα τα κάρρα και αυτά τα σεσαθρωμμένα και απερριμμένα
ως άχρηστα πισσαλείφονται και τίθενται εις ενέργειαν. Όλα τ' άλογα
και αυτά τα γεροντικά τ' αδύνατα, τα μισότυφλα, τα διερχόμενα εν
άσθματι επωδύνω τας τελευταίας ημέρας της ζωής των, ζευγνύονται
και φορτώνονται και κινούνται κατά διαφόρους διευθύνσεις. Όλοι οι
καρρολόγοι και αυτοί ακόμη οι προ τριακονταετίας οδηγήσαντες
κάρρον, επανέρχονται εις τας τάξεις των και άλλοι νέοι
χειροτονούντ' εκ του προχείρου και πυκνώνουν την φάλαγγα. Και τότε
ημπορεί κανείς ν' αναμετρήση την δύναμιν αυτών, να καταλάβη την
παντοκρατορίαν των . . .
— Παιδιά, τα σακκιά σας και 'ς του Καζνέσι! . . .
— Παιδιά 'ς τη Μανωλάδα!
— Εσείς 'ς τα Λαστέικα!
— Εσείς 'ς του Μπουχιώτη! . . .
Οι σταφιδέμποροι τα έχουν χαμένα. Τα τηλεγραφήματα έρχονται
σωρηδόν: «Στείλατε σταφίδα! . . . Φορτώσατε! . . . Αγοράσατε! . . .»
βραχέα κ' επιτακτικά ως στρατιωτικά παραγγέλματα. Και αυτοί
σπεύδουν, ζυγίζουν, εκδίδουν σημειώσεις, κόπτουν τιμάς,
καβαλλικεύουν και τρέχουν, τρέχοντες επιθεωρούν, επιθεωρούντες
αγοράζουν και χαράσσουν διά μολυβδοκονδύλου εις τα φύλλα των
σημειωματαρίων των γιγαντιαίας στίβας αριθμών. Και οι καρρολόγοι
φωνάζουν, ιδρώνουν, φορτώνονται, κτυπούν τ' άλογά των κ'
εκσφενδονίζονται από τα ορεινότερα χωρία της επαρχίας μέχρι των
παραλίων αυτής. Μόνη τροφή των καθ' όλον τούτο το διάστημα είνε ο
ξηρός άρτος και το θρυμματώδες τυρί ή αι ανάρτιτοι ελαίαι του
ταγαρίου των. Μόνος των ύπνος ο διακεκομμένος και ανήσυχος, τον
οποίον υποκλέπτουν επί των σακκίων, ενώ το κάρρον φέρεται διά
πετρών και τριβόλων και μόνη των απόλαυσις όταν κόπτουν διά του
μαχαιρίου γραμμάς επί του ξύλου του μαστιγίου των.
Ο Βρανάς και ο Δημήτρης συμμετέσχον του εργώδους εκείνου πυρετού.
Ηνωμένοι με πέντε άλλους συναδέλφους των, ειργάζοντο ακούραστοι
ημέραν και νύκτα, σπανίως ερχόμενοι εις την κωμόπολιν. Ηδύνατό τις
να πιστεύση εκ τούτου, ότι μέσα εις την ζάλην και τον θόρυβον της
εργασίας ο Βρανάς ελησμόνει το νέον του πάθος· ότι εις την δίψαν
του κέρδους απεκοίμιζε της καρδίας του τα αισθήματα, όπως ο
Γαλαξειδιώτης εκείνος του ανεκδότου, ο οποίος εις την είδησιν ότι
ο λησταντάρτης Παπα-Κώστας ήρχετο να πατήση την πόλιν, έφευγεν εν
τρόμω, φωνάζων προς την μνηστήν του:
— Έχε' γεια, Χρυσούλα . . . δεν είν' καιρός γι' αγάπες! . . .
Δεν ήτο όμως τούτο αληθές. Διά τον Βρανάν παντού και πάντοτε ήτο
καιρός γι' αγάπες. Οσάκις επρόκειτο να φράξη τρύπαν τινα του
σακκίου, ή τυχόν κατά την φόρτωσιν εσχίζετο που το φόρεμά του και
ήτο ανάγκη να ραφθή, ενθυμείτο ευθύς την πρόθυμον εργατικότητα της
Βασιλικής. Ε, πώς θα το έρραφτε χαρουμένη, με τα μασουρωτά δάκτυλά
της η παρθένος! . . Συνέκρινε πολλάκις εις τους δρόμους τας
απαντωμένας νεάνιδας προς αυτήν και την εύρισκε πάντοτε
υπερέχουσαν. Κ' ενίοτε διά μέσου του σωρού των σακκίων και του
πυκνού συμπλέγματος των ακτίνων των τροχών, ενόμιζεν ότι διέκρινε
μίαν γελαστήν ξανθόμαλλον μορφήν η οποία τον έβλεπε πονηρά ως να
του έλεγεν: « Αγάπα με! . . . αγάπα με!» Και δεν εθύμωνε διά τούτο
καθόλου τόρα ο καρρολόγος!