του ηύξανε· σπασμωδικοί τόνοι εφαίνοντο επί του προσώπου του· το
αίμα έβραζε μέσα του ως υπό υψηλώτατον βαθμόν θερμαντικού. Ο
δαίμων της δυσπιστίας ανέθορε πάνοπλος εις την καρδίαν του με το
ειρωνικόν μειδίαμα, με το χλευαστικόν του βλέμμα· με την απαισίαν
έκφρασιν του προσώπου εκείνην η οποία παραφέρει μέχρις αυτοθυσίας
τον άνθρωπον· με το ποικιλόχρουν ιμάτιόν του, το θαμπόνον τα μάτια
ώστε να μη βλέπη και αυτά τα χειροπιαστά ακόμη γεγονότα· με την εξ
ερυθροκόκκων ζώνην, εις της οποίας τους θορυβώδεις ήχους χάνοντ'
αι λέξεις ειλικρινούς εξομολογήσεως, εγκαρδίων όρκων, βασίμων
πληροφοριών· με την θρούσαν λοφιάν της φοβέρας περικεφαλαίας του,
την εξεγείρουσαν το μένος και την απόγνωσιν. Έβραζε κ' εφούσκωνε
μέσα του η υποψία και διεκλαδίζετο ως ρευστόν καθ' όλον του το
σώμα. Ορίστε! το έρριψεν εις τα δάκρυα, η ψευτοπαναγιά! . . . Και
νομίζει ότι μ' αυτά θ' απατήση τον Βρανάν. Άμ' τα ξεύρει δα αυτά
σου τα δάκρυα των γυναικών! Ποιος εξεύρει, τόρα, μέσα εις τους
αναστεναγμούς της τι να συλλογίζεται η Ανθή; Ίσως τον γάμον της·
τον Νικολόν ίσως! . . . Ω βέβαια, αυτόν πρώτ' απ' όλα! . . Κ'
έπρεπε αυτός, αν είχε νουν, να το σκεφθή προτήτερα. Υπηρέτης του
πατρός της, αδερφέ! Έζησαν μαζί· ανετράφησαν, έφαγαν ψωμί κι'
αλάτι μαζί. Ημπορούν να μην έχουν κάποιαν συμπάθειαν μεταξύ των;
Τ' άχυρα και η φωτιά μαζί ημπορούν να μην ανάψουν; Καλά του το
έλεγε προ καιρού ο Δημήτρης ο φίλος του: — Αυτά τα συχνομπάσματα
του Νικολού δε μ' αρέσουν, Γιωργάκη! Και αυτός απήντα: — Σώπα,
καϋμένε· μην ήσαι κουτός! Ποίος τόρα ήτο κουτός, ε;
Αίφνης παράδοξος ιδέα εγεννήθη εις το πνεύμα του.
— Ορέ, μ' αγαπάς; ηρώτησε την νέαν αποτόμως.
Αύτη εχύθη και τον έκλεισεν εις τας αγκάλας της εν αφοσιώσει
εξάλλω.
— Μώρ' τα ξέρω 'γώ αυτά, τα γυναικοκαμώματα. Μ' αγαπάς; — πες
μου· επανέλαβεν εκείνος προσπαθών ν' απαλλαγή.
— Αν σ' αγαπώ το ξέρεις . . .
— Και δεν τον θες τον Νικολό;
— Όχι! . . . όχι! . . . .
— Το λοιπόν πάμε να φύγουμε. Σε κρατώ δύο-τρεις ημέρας 'ς το
σπίτι κ' έπειτα: γεια σας κ' ήρθαμε! — Τι θα κάμουν τότε οι
γερόντοι;
Ο Βρανάς ωμίλει αποφασιστικώς. Έλεγε περί απαγωγής εις την
νεάνιδα, ως να έλεγε περί του απλουστέρου πράγματος. Και τω όντι
εις αυτόν εφαίνετο απλούστατον τούτο. Εις τα χωρία ο Πάρις και η
Ελένη έχουν αρκετούς μιμητάς. Όχι σπανίως οι ατυχείς γονείς
εξυπνούν και δεν ευρίσκουν την θυγατέρα των εις το σπίτι.
Τρομάζουν, την αναζητούν παντού, ερευνούν τα πηγάδια μήπως έπεσε
την νύκτα κ' επνίγη· ερωτούν τας συγγενικάς οικογενείας μήπως την
είδον πουθενά, υποπτεύονται πολλά, μέχρις ου μάθουν ότι το μόνον
που έπρεπε να υποπτευθούν εξ αρχής ήτο ότι η κόρη των εκλάπη, όπως
μία κάλεσσα του ποιμνίου των, από τον δείνα λεβέντην του χωρίου.
Είνε αληθές ότι γίνονται και βιαίαι κλοπαί· απαγωγαί εναντίον της
θελήσεως των παρθένων και ακολουθούν τότε αντεκδικήσεις και
διωγμοί και φόνοι μεταξύ των ενδιαφερομένων συγγενών. Συχνότερον
όμως αι απαγωγαί είνε θεληματικαί. Τρυφερόν όσον και συγκινητικόν
ειδύλλιον συνδέει τους αλληλοκλαπέντας και τότε μετά δύο-τρείς
ημέρας ούτοι φανερόνονται μόνοι των εις το σπίτι των γονέων και
ζητούν τας ευλογίας των. Οι συγγενείς φροντίζουν πώς να συμβιβασθή
το γεγονός. Ο πατήρ, αφού υβρίση και ξυλοκοπήση πρώτον την κόρην
του, σκέπτεται πρακτικώτερον έπειτα και την ερωτά αν δέχεται να
λάβη άνδρα της τον απαγωγέα. Κ' εκείνη, μη τολμώσα ν' ατενίση τον
γεννήτορα εκ της εντροπής, χαμηλώνει την κεφαλήν και με δάκρυα εις
τα μάτια υποψιθυρίζει, δήθεν διστάζουσα: — «Ξέρω κ' εγώ . . .
τόρα . . . καθώς μ' έκαμε . . .» Και τελειώνουν όλα μ' ένα «Ησαΐα
χόρευε . . . » Έτσι εσκέπτετο τόρα ο Βρανάς ότι έπρεπε να
τελειώσουν και τα ιδικά των βάσανα.
— Έλα, σε κλέφτω! είπεν δράττων την χείρα της Ανθής.
Αλλ' η λυγερή την έσυρε βιαίως και ωπισθοδρόμησεν ολίγα βήματα,
ατενίζουσα αυτόν κατάμματα μετά τινος πικρού έλεγχου. Έως εκεί
λοιπόν επέμενε να την παρασύρη; Δεν ήξευρε ότι υπήρχον και άλλα
ιερώτερα του έρωτος καθήκοντα εις αυτήν; Την επήρε τάχα διά
καμμίαν του δρόμου, κ' ήθελε ν' ακολουθήση ένα άνδρα εις τους
αγρούς, χωρίς να συλλογισθή τους γονείς της, τ' όνομά της! Εζήτει
να προκαλέση επί της κεφαλής της τας φοβεράς κατάρας των
λευκομάλλων γερόντων, των οποίων ήτο η μόνη χαρά και τους
εμπαιγμούς των χωρικών. Δεν εσυλλογίζετο ότι αύριον πρωί-πρωί θα
εγίνετο το παίγνιον της αγοράς και μετ' ολίγον τ' όνομά της θα
εσύρετο ανά τα χωρία και τας πόλεις, εις πειρακτικούς και τραχείς
στίχους, σατυρίζοντας την πράξιν της, όπως της διασήμου Ελένης:
Μας την 'πήραν την Ελένη,
τη ζαχαροζυμωμένη! . . .
Μας την πήρανε και πάη
στης Καρύταινας το πλάι.
Ω, όχι! ανατριχιάζει και τόρα μόλις το συλλογισθή η Ανθή. Είνε η
Στριμμενοπούλα με τ' όνομα αυτή και δεν εννοεί να ντροπιασθή η
γενεά της, έστω και χάριν αυτού του Βρανά. Αν είνε με το θέλημα
των γονέων της, μ' έντιμον γάμον, με τας ευχάς και τας ευλογίας
των συγγενών της ναι, μακάρι . . . Επιμένουν οι γονείς της να τον
πάρη τον Νικολόν; Δεν τον παίρνει — φαρμακίζεται, νά! Δεν αρκεί
αυτή η θυσία εις εκείνον, εις τον έρωτά της; Αλλά την ατιμίαν, το
όνειδος του κόσμου α, όχι, δεν τα υποφέρει!.
— Όχι . . . είπε· μη, Γιωργάκη μου! . .
Και ανελύθη εις λυγμούς και δάκρυα.
Ο Βρανάς εφρίαττεν· ουδέποτ' επερίμενε τόσην αντίστασιν. Το αίμα
συνέρρευσεν όλον εις την καρδίαν του η οποία ηπείλει να διαρραγή,
ως πρόχωμα ποταμού πλημμυρήσαντος αίφνης· περί την στεφάνην της
κόμης λευκή, λευκοτάτη γραμμή εχαράχθη· καθ' όλον το πρόσωπόν του
επεχύθη νεκρική πελιδνότης. Τα μάτια, κατακίτρινα ως να ήτο
ικτερικός, έρριψαν αίφνης εναντίον της βλέμμα μίσους και
βλασφημίας. Τα χείλη του κατάλευκα, ανεκινούντο σπασμωδικώς. Η
δεξιά χειρ του συνεσφίγχθη εις πυγμήν και ανέβη απειλητική μέχρι
του προσώπου της λυγερής. Διά μίαν στιγμήν ο Βρανάς εσκέφθη να
καταστρέψη διά της πυγμής το είδωλον, το οποίον επίστευεν ότι επί
τόσα έτι αδίκως επροσκύνει κ' εδοξολόγει. Αλλά προ του
σπαρταρίζοντος εκείνου και κατατρομαγμένου πλάσματος, η χειρ του
νέου κατέπεσεν αδρανής. Επειδή όμως έπρεπε κάπου να ξεσπάση ο
τόσος του θυμός, έστρεψε κύκλω το βλέμμα και ιδών κατά γης τας
στάμνας, έδωκεν εις αυτάς βαρύ λάκτισμα και τας κατεσύντριψεν.
Η λυγερή συνήλθεν εξαφνισμένη από τον κρότον.
— Ω, κακό που μούκαμες! ωλόλυζε, συμπλέκουσα τας χείρας
απελπιστικώς· τόρα τι θα ειπώ της μάννας μου;
— Να χαθής εσύ κ' εκείνη! . . .
Και ανοίξας τους κλάδους της συκής έφυγεν.
Η λυγερή ελησμονήθη εκεί, με τας χείρας συμπεπλεγμένας ακόμη, την
κεφαλήν χαμηλωμένην, βλέπουσα περιλύπως πότε τα συντρίμματα των
σταμνών και πότε το μέρος από το οποίον έφυγεν ο καλός της.
Κρωγμός γλαυκός, αντιλαλήσας αίφνης άνω της συκής, έφερε την
λυγερήν εις τον εαυτόν της. Ρίγος διέδραμε το σώμα της εις την
φωνήν, την απαισίαν και την όψιν του τόπου, όπου ευρίσκετο κ'
εχύθη προς τα έξω, μέσω της επελθούσης νυκτός.
— Έλα, περπάσα! εφώναξεν η κυρά Παναγιώταινα από την ταράτσαν,
μόλις είδε την θυγατέρα της· αγκαλά που σ' αφίνουν οι
κουβέντες . . .
Η Ανθή παρετήρησε την εξημμένην όψιν της μητρός της και με την
διορατικότητα εκείνην του ενόχου, ενόησεν ότι επίκειται θύελλα.
Εσυμμαζεύθη λοιπόν και προσεπάθησε να υπεκφύγη αυτήν, διά να μη
προδοθή ότι δεν είχε τας στάμνας. Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα φυσώσα
όλη:
— Πού είν' οι στάμνες, μωρή; εφώναξε βραχνή από τον θυμόν.
— Μώσπασαν οι έρμες.
Και ήρχισε να δικαιολογείται με φανεράν ταραχήν, υποψιθυρίζουσα
ότι τα μανδρόσκυλα του Στραβολαίμη, είχον κόψη την αλυσίδα των και
ώρμησαν επάνω της καθώς διέβαινε, την ανέτρεψαν κ' έσπασε τας
στάμνας επί του καλδηριμίου. Η κυρά Παναγιώταινα, γυμνάς τας
ωλένας επί των ισχίων στηρίζουσα, εν απειλητική στάσει, ηκροάτο
την θυγατέρα της, κινούσα δυσπίστως άνω και κάτω την κεφαλήν.
— Να ερμάξη το κεφάλι σου! διέκοψεν αίφνης· τα σκυλιά τάχα ή ο
Γιώργης του Βρανά;
— Δεν ξέρω κανένα Γιώργη . . .
— Δεν ξέρεις; να μωρή ο μάρτυρας!
Η λυγερή έμεινεν αναπολόγητος. Εμπρός της ήτο η Γκόλφω, η παιδίσκη
την οποίαν είχε μαζί της εις το Καλό πηγάδι και εις την οποίαν
παρήγγειλε να βαδίση εμπρός, όταν είδε τον Γεώργιον. Η παιδίσκη
όσον αργά και αν εβάδιζεν έφθασε τέλος εις το σπίτι κ' ερωτηθείσα
παρά της κυρίας της, απονήρευτη είπε την καθαράν αλήθειαν. Και
τόρα ήτο εκεί, αψευδής μάρτυς των κατηγοριών της κυράς
Παναγιώτενας, εις τας οποίας η Ανθή μη έχουσα τι ν' αντιτάξη,
εμπήκεν ωργισμένη και μισοκλαίουσα εις το μαγειρείον. Αλλ' η γραία
σφόδρα ταραγμένη, εξηκολούθει διά χειρονομιών εκπληκτικών άλλοτε
και άλλοτε απειλητικών, να εκτοξεύη ύβρεις και κατάρας όπισθεν του
τοίχου, προς την θυγατέρα της:
— Πουτανίτσα, πομπιομένη, δημόσια! . . . . Γιαυτό μωρή σ' έκρυβα
κι' από του ήλιου τα μάτι; γιαυτό σ' εφύλαγα σαν τη φαρφουρένια
κούπα 'ς το αρμάρι; Με τι μούτρα, μωρή, θα βγούμε πια 'ς τον
κόσμο, με τη φωτιά που άναψες 'ς το σπίτι μας, αχρόνιαγη! . . .
Έγνοια σου και την κυριακή σε στεφανώνω! . .
Εκείνην την ώρα εφάνη αναβαίνων την σκάλα ο κυρ Παναγιώτης
Στριμμένος. Ο γέρων έμπορος εξηκολούθει την αυτήν ήσυχην ζωήν, με
αμεριμνομέριμνον μάλιστα έκφρασιν τόρα επί της μορφής, εγωιστικώς
αναπαυόμενος ως έμπορος και ως πατήρ. Ο γάμος του Νικολού και της
Ανθής ήτο τετελεσμένον πλέον γεγονός δι' αυτόν. Επήγαινεν από την
αυγήν εις το κατάστημα, διά να παρακολουθή με την ηδονήν εκείνην
των απολαμβανόντων εκ της ευτυχίας των άλλων, την συρροήν των
δεκαρών εις την κάσσαν του γαμβρού του· κ' επέστρεφε κατά την
δύσιν του ηλίου εις το σπίτι γαλήνιος, κατηυχαριστημένος κ'
έτοιμος να διαχύση την ευθυμίαν του εις λαμπρούς δυθυράμβους, περί
της εμπορικής επιχειρηματικότητος του Διβριώτη.
Σήμερον μάλιστα ήτο καταμαγευμένος ο γέρων. Προ πολλού καιρού ο
καρρολόγος Στάμος, έλαβεν επί πιστώσει από το κατάστημα Στριμμένου
και Πικοπούλου ένα πιτούρι, μισοτριμμένον εκ του σκώρου και της
πολυκαιρίας, κτήμα άλλοτ' ενός χωρικού, ο οποίος ενεχειρίασεν αυτό
εκεί και το αφήκε, μη έχων να πληρώση το χρέος. Αλλά και ο
καρρολόγος τόρα δεν είχε να πληρώση το αντίτιμον, εις δεκαπέντε
δραχμάς ανερχόμενον αρχικώς και περιωρίζετο να μεταφέρη εκ Πατρών
τας πραγματείας του καταστήματος, διά να εξοφλήση έτσι το χρέος
του. Μίαν όμως ημέραν ο Νικολός εκάλεσεν αυτόν διά να ξεκαθαρίσουν
τους λογαριασμούς των και παρουσίασε στήλην όλην δοσοληψιών. Οι
τόκοι είχον παχύνει αρκετά το κεφάλαιον και η εργασία του
καρρολόγου εξηφανίζετο εν αυτώ, όπως το νερόν εις τον πίθον των
Δαναΐδων. Ο καρρολόγος διεμαρτυρήθη, εφώναξε και ηρνήθη να
πληρώση, με την συνήθη αφροντισίαν των χωρικών. Ο Νικολός ειργάσθη
ησύχως, παρέταξε τας προσθαφαιρέσεις του ενώπιον του ειρηνοδίκου
και σήμερον η δημοπρασία του κάρρου και του αλόγου του Στάμου,
απέφερον αρκετόν κέρδος εις το κατάστημα. Ο γέρων ανεγνώριζεν ότι
και τούτο το κατόρθωμα ωφείλετο εις το πανούργον πνεύμα του
Νικολού, εις την αμίμητον δεξιότητα την οποίαν είχεν ο Διβριώτης
ν' αντιστρέφη από το _Δούναι_ εις το _Λαβείν_ τους αριθμούς, χωρίς
ν' ανακαλύπτεται. Και ήτο τόρα ανίκανος να συγκρατήση την χαράν
και ητοιμάζετο από την σκάλαν να επαναλάβη, τρίβων τας χείρας, την
συνήθη φράσιν του:
— Τι παιδί! . . . τι έξυπνο παιδί! . . .
Κατεταράχθη όμως ακούσας τας φωνάς κ' εζήτει να μάθη την αιτίαν
του ασυνήθους αυτού θορύβου. Αλλά πριν ακόμη διατυπώση την απορίαν
του, η κυρά Παναγιώταινα έλαβεν αυτόν κ' έφερεν έτσι
χειραγωγούμενον μέσα εις το σπίτι. Εκεί δε του διηγήθη διά
χειρονομιών και ασθματικών περιόδων την πράξιν της Ανθής.
Ο αγαθός γέρων εις τους λόγους της γυναικός του, ελησμόνησεν ευθύς
τα τερτίπια του εμπορίου και την πονηράν ευφυίαν του Νικολού,
αναλογισθείς μόνον ότι ήτο πατήρ· πατήρ προσβαλλόμενος εις τα
καίρια υπό της θυγατρός του. Κ' ευθύς η λευκοπώγων μορφή του
επορφυρώθη υπό του αίσχους και της οργής· εφρύμαξεν ως γέρων
λύκος· τ' αλαμπή υπό του γήρατος μάτια του έρριψαν αστραπάς,
ήρπασε την οζώδη μαγκούραν του και ώρμησε να κατασυντρίψη την
λυγερήν. Τι τα θέλεις τέτοια παιδιά! Κάλλιο έρημος και άκληρος,
παρά νάχης ένα παιδί κ' εκείνο ντροπιασμένο.
Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα κατεσίγασεν ευθύς τας φωνάς του.
— Σώπα, γέροντα, σώπα, είπε, φρόνιμος ήσαι και φρόνιμα δεν
κάνεις, θέλεις, μαθές, να μάθη κι' ο κόσμος τις πομπές μας; . . .
— Τι να κάνουμε τόρα, ε! τι να κάνουμε; ηρώτησεν εν απελπιστική
εξάψει ο γέρων, βλέπων εδώ κ' εκεί ως να εζήτει διέξοδον.
— Την Κυριακή τη δίνουμε και τελειώνει . . . Λέμε 'ς το παιδί πως
έρχεται Μάις.
Ο κυρ Παναγιώτης ησύχασε κάπως. Τω όντι δεν ήτο άστοχος η σκέψις
της γυναικός του. Η ερχομένη Κυριακή ήτο και η τελευταία ημέρα του
Απριλίου. Μετ' αυτήν ήρχιζεν ο Μάιος, κατά το διάστημα του οποίου
οι γάμοι αυστηρώς απαγορεύονται εις τα χωρία. Αν θ' ανέβαλλον την
τέλεσιν αυτού, έπρεπε να περιμείνουν μέχρι του Ιουνίου. Αλλά τότε
ήρχιζε το καλοκαίρι κ' αι εργασίαι, ώστε κατ' ανάγκην η αναβολή θα
διεδέχετο την αναβολήν μέχρι του Οκτωβρίου. Ποίος όμως έμπαινεν
εγγυητής εις τους ατυχείς γονείς, ότι καθ' όλον αυτό το διάστημα
τα πράγματα θα έμενον έως εκεί; αν δεν θα εκοινολογούντο εις την
κωμόπολιν οι έρωτες της Ανθής και του Γεωργίου ή αν ούτοι δεν θα
επρόβαινον εις κανέν απερίσκεπτον κίνημα; Έπειτα ήτο ενδεχόμενον,
η κακολογία να ήνοιγε τα τυφλόττοντα μέχρι τούδε μάτια του Νικολού
εις τας αφροσύνας της Ανθής.
Οι γέροντες καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθησαν να κοιμηθούν υπό
τας σκέψεις αυτάς. Α! ο γέρων Στριμμένος εύρισκε τόρα πολύ
επικίνδυνον, να έχη κανείς επάνω του ένα ελαφρόμυαλον κορίτσι,
παρά τους συναγωνισμούς όλων μαζί των εμπόρων της κωμοπόλεως! . . .
Τέλος εσυμφώνησε μετά της γυναικός του να προτείνουν εις τον
Νικολόν την επίσπευσιν του γάμου. Τω όντι δε πρωί-πρωί έστειλαν
και ήλθεν ούτος εις το σπίτι.
— Ε, ε, ξέρεις παιδί μου· ήρχισεν ο κυρ Παναγιώτης ξηροβήχων και
μισοτρώγων τους λόγους του· ξέρεις τι λέει εδώ η γερόντισσά μου·
πως έρχεται Μάις . . . ξέρω κ' εγώ . . . Και μπας και ντρέπεσαι να
το ειπής . . .
— Ναι, παιδί μου· να τον κάνουμ' ετούτη την Κυριακή το γάμο!
ετελείωσεν αποτόμως την πρότασιν η γραία.
Ο Νικολός εταράχθη· δεν επερίμενε τόσον πλησίον του αυτήν την
ευτυχίαν. Ο Διβριώτης με το μισό τσαρούχι, και του είχον υποσχεθή
το συνοικέσιον, έβλεπεν εις απώτατον σημείον, ως μετέωρον εις την
λάμψιν του οποίου δεν είχαν συνειθίση ακόμη τα μάτια του, την
κόρην του αφέντη του. Είνε αληθές ότι οι άνθρωποι του είδους του,
πιστεύουν πως διά του χρήματος τα πάντα δύνανται να καθυποτάξουν
και να κατορθώσουν· και πραγματοποιούν τω όντι την πίστιν των
αυτήν πολλάκις. Αλλ' ο Νικολός δεν έφθασεν ακόμη εις τον κολοφώνα
αυτόν· έτεινε μόνον . . . Και οσάκις δεν παρεφέρετο υπό του
εγωισμού, ανωμολόγει καθ' εαυτόν ότι δεν κατήντησεν ακόμη ο
επίζηλος γαμβρός της κωμοπόλεως και ότι τα προταθέντα εις αυτόν
μέχρι τούδε συνοικέσια, δεν ήσαν εκ των καλλιτέρων, αλλ' εκ των
μάλλον ευτελών οικογενειών. Ητένιζε λοιπόν μόνον εις τον αφέντην
του κ' εσκέπτετο δουλεύων μετ' αυταπαρνήσεως το σπίτι το οποίον
πρώτον τον εφιλοξένησε, ν' αναμένη μέχρις ου ευδοκήσουν να του
προσφέρουν την αμοιβήν. Και μόλις τόρα ήκουσεν αυτήν
προσφερομένην, εδέχθη ευχαρίστως, ευγνωμόνως και ωμολόγει διά
μισοκομμένων φράσεων, ότι όχι την Κυριακήν αλλά τόρ' αμέσως αν
ήθελον, εδέχετο να γίνη ο γάμος.
— Ξέρω κ' εγώ . . . σαν έχετε την καλωσύνη . . .
όπως θέλετε! . . .
Η κυρά Παναγιώταινα εδόθη πλέον εις τας ετοιμασίας του γάμου. Είνε
αληθές ότι η αγαθή γραία αφ' ης ημέρας εγέννησε την Ανθήν,
εσκέπτετο να κάμη πομπώδη τον γάμον της. Τον ιδικόν της γάμον είχε
κάμει κατά τα έτη της επαναστάσεως, νύκτα κ' εντός ορεινού
ερημοκκλησίου, όπου έτυχε να ευρεθή η οικογένειά της μετ' άλλων
φυγάδων. Επειδή δε εις το αφελές πνεύμα της, οι πομπώδεις γάμοι
εξήσκουν επέραστον γόητρον κ' επειδή είνε σύνηθες εις τον
άνθρωπον, να ικανοποιή την ιδικήν του ατυχίαν διά της ευτυχίας του
τέκνου του, ανέμενε να παρηγορηθεί διά του γάμου της κόρης
της . . . Α! θα τον κάμη που ναφίση εποχήν· να λέγουν σαν της
Στριμμενοπούλας τον γάμον! . . . Διά τούτο τόρα ελυπείτο η γραία
που ηναγκάζετο να τον επισπεύση, να τον κάμη νύκτα, δίχως
προσκλήσεις, δίχως πομπήν, ως να υπάνδρευε καμμίαν χήραν. Αλλά τι
να γείνη· ηδύνατο να κάμη αλλέως; Μάννα και θυγάτηρ είχον την
αυτήν τύχην! . . . Κ' εδάκρυζαν τα μαραμμένα μάτια της ενώ
ητοίμαζε τα στέφανα και τας λαμπάδας, ως να ητοίμαζε τα χρειώδη
μιας κηδείας.
Ο κυρ Παναγιώτης όμως δεν εζαλίζετο από τοιαύτας ιδέας. Χθες
ανακύψας αίφνης από των εμπορικών του καταστίχων, έβλεπεν ότι
είχεν επί των νώτων βαρύ φορτίον, το οποίον ήθελε να φορτώση επί
των ώμων άλλου, όσον ήτο δυνατόν γρηγορώτερα. Δεν εφρόντιζεν αν θ'
απηλάσσετο αυτού μετ' επιδείξεως ή μη· ήρκει ότι θ' απηλάσσετο. Κ'
εγέλα μακαρίως διά τας αδυναμίας της γυναικός του κ' έλεγε δια να
την παρηγορήση:
— Ε, σώπα, καϋμένη γρηά! να ζήσουν τα παιδιά μας και κάνουμε
καθώς θέλεις των εγγονιών μας . . .
— Αν ζήσουμε· απήντα εκείνη μελαγχολικώς.
Φευ! έβλεπε τόσον μακρυνήν αυτήν την προσδοκίαν! . . .
Την Κυριακήν το εσπέρας ο γάμος της Ανθής και του Νικολού ετελέσθη
εις το σπίτι του Στριμμένου. Αλλ' ήτο τελετή από εκείνας τας
πενθίμους και οχληράς, όπου η χαρά διστάζει να φανή διά να μη
κινήση την χλεύην· όπου αι ευχαί εκφράζονται δειλώς εκ φόβου μη
συναντήσουν ψυχρότητα· όπου κάθε λόγος και κάθε βλέμμα
παρεξηγείται. Ήτο τελετή από εκείνας αι οποίαι βραδέως, απροθύμως
αρχίζουν, κ' εν σπουδή τελειώνουν· εις τας οποίας οι
προσκαλεσμένοι κουράζονται και βλέπουν προς την θύραν, προς τον
δρόμον, έτοιμοι να πεταχθούν έξω, ν' αποτινάξουν την ασφυξίαν.
Τελετή τέλος η οποία γίνεται διά να κρύψη αθορύβως έν αίσχος, να
το περικαλύψη διά της αίγλης της, να το εξαγνίση διά του κύρους
της! . . . Αργά ανέβησαν την σκάλα οι συγγενείς· αργώτερον ακόμη,
ασθμαίνων και μισογογγύζων ο γέρων εφημέριος μετά μικρού παιδίου,
φέροντος υπό την μασχάλην το πετραχήλι και τον Απόστολον.
Ψιθυρισμοί ηκούσθησαν· σάλος τις ελαφρός και μετ' ολίγον βαρύς
πυροβολισμός, ριφθείς εξ ενός παραθύρου, ανήγγειλεν εις τους
κατοίκους της κωμοπόλεως ότι ο Νικολός Πικόπουλος και η Ανθή
Στριμμένου, είχον ενωθή αρρύκτως ενώπιον του βωμού.
Ε'
ΟΙ ΚΑΡΡΟΛΟΓΟΙ
Η τάξις των καρρολόγων ήτο τότε πυκνή, πυκνοτάτη ως φάλαγξ
πολεμική. Σχεδόν δεν ευρίσκετο άνθρωπος καθ' όλην την κωμόπολιν, ο
οποίος μίαν φοράν τουλάχιστον εις την ζωήν του δεν μετήλθε το βαρύ
τούτο επάγγελμα, δεν έζευξε κάρρον ή δεν ωδήγησεν άλογον. Εις τα
μέρη αυτά, όπου η συγκοινωνία δεν είνε πολύ ανεπτυγμένη· όπου δεν
συνέρχεται ατόμων σωρεία και συνεπώς δεν παράγεται ποικιλία
αναγκών, οι άνθρωποι περιορίζονται ως επί το πολύ εις έν
επάγγελμα, το οποίον ευρίσκουν πατροπαράδοτον. Εις αυτόν δε τον
κανόνα εμμένουν όλοι πιστοί ως εις θρήσκευμα. Το πατροπαράδοτον
είνε δι' αυτούς ιερά παρακαταθήκη, την οποίαν δεν επιτρέπεται να
μετακινήσουν ή να μεταβάλουν καθόλου. Κ' επειδή εις κάθε αυλήν της
κωμοπόλεως υπήρχε κ' ένα κάρρον· εις κάθε αχυρώνα έν άλογον και
εις κάθε σπίτι κρεμασμένον από του τοίχου το μαστίγιον του πατρός,
ο υιός μόλις ηλικιούμενος, ώφειλε ν' αναλάβη το μαστίγιον, να
ζεύξη το κάρρον και να τρέξη εις ζήτησιν εργασίας. Πόσην δ'
επιρροήν εξήσκει το επάγγελμα τούτο εις τον τόπον, δύναται κανείς
να φαντασθή όταν ακούση, ότι και σήμερον όλα τα παιδιά,
ανεξαιρέτως κοινωνικής τάξεως, ευρίσκουν μεγίστην ευτυχίαν όταν
έχουν ένα καλόν μαστίγιον, το οποίον να κροταλίζουν απειλητικώς,
οδηγούντα τους συνομήλικάς των ως άλογα δήθεν από του χαλινού και
φωνάζουν, μετατρέποντα επί το ανδρικώτερον την φωνήν των:
— Βάρδα' μπρός! . . . ε, 'μπρός μη σε κόψ' η ρόδα! . . .
Α! έχει τω όντι γόητρον το αναθεματισμένον αυτό επάγγελμα! Όσον
βαρύ και κουραστικόν είνε, τόσον διασκεδαστικήν και αφρόντιδα
κάμνει την ζωών. Ο καρρολόγος έχει την λεβεντιάν του, την ρώμην
του σώματος και την έπαρσιν της ψυχής, τα οποία προσλαμβάνει εξ
αυτής της βαρείας εργασίας του. Έπειτα έχει την ζωήν ελευθέραν δεν
κλείεται εντός πνιγηρών τοίχων, ούτε κάθηται ως πεδικλωμένον
άλογον επί ώρας ακίνητος, αλλά κινείται, κοπιάζει και αναπνέει
ελεύθερον αέρα· ζη μέσω της φύσεως· δέχεται τας διαφόρους επηρείας
της και τραγουδεί πάντοτε όπως το πουλί. Κ' ενώ κάμνει όλ' αυτά,
συγχρόνως γεμίζει και το κεμέρι του, οικονομεί την οικογένειάν
του, συνάζει την προίκα της αδελφής του και φροντίζει διά τας
διασκεδάσεις του.
Προ μικρού μόλις, ο καρρολόγος ήτο η μετοχευτική μηχανή, η
μεταφέρουσα από Πατρών καθ' όλην την επαρχίαν, τας προμηθείας της
εμπορικής μεγαλοπόλεως. Από του λινοσπόρου και της ορύζης μέχρι
του κατηφέ και των χρυσών καρφίδων· από των σάκκων της άχνης μέχρι
των χαρτοδεμάτων της πούδρας· από του ριζαρίου μέχρι του
υδραργύρου, παρελάμβανεν όλ' ανάκατα εις χονδροειδή και
αλληλένδετον όγκον εντός της βαρείας μηχανής του, της κυλιομένης
επί δύο μεγάλων τροχών και συρομένης υπό ρωμαλέου αλόγου και
απέθετεν αυτά ανά τας κωμοπόλεις και τα χωρία, μέχρι της καλύβης
των αγροτών και της στάνης των ποιμένων. Απ' εκεί πάλιν, διά του
ιδίου μέσου, μετέφερεν εις την μεγαλόπολιν τα προϊόντα του αγρού
και της κτηνοτροφίας, παν το περιττόν εις τον χωρικόν και
ποιμενικόν βίον. Έτσι ο καρρολόγος, εν αγνοία του εγίνετο ο
εκπολιτιστής των μεσογείων μερών, το μέσον διά του οποίου έφθανεν
εν πολυποικίλω και θαμβωτική παραστάσει, η πρόοδος και η ευμάρεια
μέχρις αυτών.
Και δεν έκαμνε μόνον τούτο. Ήτο συγχρόνως ο επιτήδειος σκαπανεύς,
ο διανοίγων δρόμους μεταξύ των τελμάτων και των στενών και
διευκολύνων την συγκοινωνίαν. Έπρεπε να προηγηθή αυτός με το
κάρρον του, διά ν' ακολουθήση ο αμαξηλάτης με την εύθραυστον
άμαξάν του. Κατέβαλεν όλην του την οξυδέρκειαν εις την εξακρίβωσιν
στερεού εδάφους· έκαμνε τους βάλτους βατούς διά της συσσωρεύσεως
κλημάτων ανεύρισκε τους καταλλήλους πόρους των ποταμών και
ρευμάτων κ' επλάτυνε τα στενά, μεταχειριζόμενος ως αξίνην τους
τροχούς της μηχανής του και ως οδηγόν την θυμοσοφίαν του αλόγου
του. Διά τούτο, αν υπάρχουν δρόμοι εις την Ηλείαν σήμερον,
οφείλονται όλοι εις τους καρρολόγους.
Είνε αληθές ότι διά να κατορθωθή τούτο, εχρειάζοντο κόποι και
υπομονή μεγάλη και δυνάμεις πολλαί. Τούτων όμως καθόλου δεν
εστερούντο οι καρρολόγοι. Καθ' ομίλους εκτελούντες τα ταξείδιά
των, ελάμβανεν έκαστος τας προφυλάξεις και τ' αναγκαία βοηθήματα,
ώστε εις κάθε εμπόδιον όλοι έσπευδον και συνειργάζοντο προθύμως
διά την κοινήν ευκολίαν. Διότι τα εμπόδια όλους τους καρρολόγους
ενδιέφερον. Αν εκοπίαζον σήμερον εδώ οι μεν, εκοπίαζον αύριον
παρέκει οι άλλοι, ώστε υπήρχε μεταξύ των, σιωπηλώς ωμολογημένος
κάποιος συνασπισμός και αλληλεγγύη καθηκόντων.
Εις την τάξιν αυτήν, την εργατικήν και ωφέλιμον ανήκε και ο
Γεώργιος Βρανάς. Και ούτος διεδέχθη εις το στάδιον του καρρολόγου
τον πατέρα του, ο οποίος προ δεκαετίας μετά του Σαμπίκη, έφερε το
πρώτον κάρρον εις την κωμόπολιν κ' εχάραξε τον πρώτον αμαξιτόν
δρόμον. Ο νεανίας κατείχε πάν ό,τι θεωρείται μεταξύ των καρρολόγων
ως ιδανική τελειότης. Ήτο ρωμαλέος κ' εργατικός· είχεν ελαφρόν
κάρρον κ' εύψυχον άλογον. Και το κάλλιστον, δεν υπερηφανεύετο
καθόλου δι' αυτά του τα προσόντα. Κατά τα ταξείδιά του, εις την
Μαυρόλασπην λόγου χάριν είτε εις του Μάνου, μέρη επικίνδυνα και
φοβερά διά τους καρρολόγους, όσον ο Μαλέας και ο Καφηρεύς διά τους
ναυτιλλομένους, επειδή το χώμα με την πρώτην βροχήν λαμβάνει
φοβεράν απορροφητικήν δύναμιν, συνέβαινε συχνά να κολλούν τα κάρρα
και τ' αδύνατ' αλογάκια των συντρόφων του. Ο Βρανάς δεν εκτύπα το
ζώον του να φύγη και ν' αφήση τους άλλους να παιδεύωνται μέχρις ου
ξεκολλήσουν· αλλ' έμενε κ' εξεύγνυε προθύμως το ιδικόν του εις τα
κάρρα εκείνα κ' εχώνετο μέχρι της κοιλίας εις τους βάλτους, διά να
σπρώξη τους τροχούς ή να μεταφέρη επί των ώμων το φορτίον.
Αυτή του η κατασκευή συνοδευομένη και υπό ευψυχίας, διά της οποίας
πολλάκις εγίνετο σεβαστός εις τους κατηγόρους του, έκαμνον τον
νέον αγαπητόν πολύ και ζηλευτόν μεταξύ των καρρολόγων. Ώστε το
ατύχημά του το ησθάνθησαν όλοι τόρα, ως να ενδιέφερεν αυτούς
ατομικώς. Ηγανάκτησαν, διότι επεριφρονήθη ο σύντροφός των και
ήρχισαν την λεπτομερή ανατομήν της οικογενείας Στριμμένου καθ'
όλου και κατά μέρος. Κόκκος σίτου μεταξύ των οδόντων του μύλου δεν
συνεκυλίσθη, δεν συνεθλίβη, ούτε συνετρίβη τόσον ποτέ, όσον η
ατυχής αυτή οικογένεια μεταξύ των αγροίκων εκείνων γλωσσών. Κ'
έχουν φοβεράν γλώσσαν οι καρρολόγοι· διαβολικόν νουν εις το να
εφευρίσκουν κακολογίας! Παντού εις τα κρασοπωλεία, τα καφενεία,
εις τα ταξείδιά των άφινον, εδώ κ' εκεί πυρίνους περιόδους
καταγγελιών. Η μοχθηρία έφθασε μέχρι της κλίνης των δύο γερόντων.
Η ασέλγεια εσύρθη επί του παρθενικού και αγνού άτομου της Ανθής.
Σφραγίς αισχράς αχαριστίας ετέθη επί του ευήθους μετώπου του
Νικολού. Εις τούτο δε συνειργάζετο προθύμως και η σατανική γλώσσα
των γυναικών, περιβάλλουσα επινοήματα και συνδυασμούς εποχών μετ'
εκτάκτου πειστικότητος, οποίαν δεν θα είχεν ούτε η Εύα, ενώ
παρέσυρε τον Αδάμ εις το αμάρτημα.