Τω όντι η λυγερή υπέφερε πάρα πολύ. Εκτός του κλονισμού τον οποίον

ησθάνθη από τα λόγια της Κυράς Παγώνας και των φανερών πλέον

διαθέσεων των γονέων της περί συνοικεσίου, η χθεσινή εμπρός εις το

σπίτι του Καινούριου διαδραματισθείσα σκηνή, πολύ την ελύπησε. Δύο

κακά επήλθον διά του συμβάντος εκείνου εις την παρθένον. Πρώτον

ότι κατεντροπιάσθη εμπρός τόσου πλήθους, φανερωθέντος πλέον του

προς τον Γεώργιον έρωτός της· και δεύτερον δυσηρέστησεν αυτόν,

αρνηθείσα να λάβη το προσφερόμενον κομμάτι της κουλούρας. Κ' ενώ

αποσυρθείσα της ταράτσας ανελύετο εις δάκρυα και λυγμούς, δεν

ηδύνατο κανείς να είπη ασφαλώς, αν έκλαιεν από τον θυμόν, διότι

εδόθη τ' όνομά της έρμαιον της κακολογίας των χωρικών ή από

έλεγχον εναντίον της, διότι δεν έλαβε του νέου το δώρον.

Αλλ' εκ της συχνοτέρας προσηλώσεως του νου της λυγερής εις έν και

μόνον σημείον της σκηνής εκείνης, εις την πικραμένην όψιν και τ'

οργίλον ήθος, το οποίον έλαβεν αίφνης ο Βρανάς, μόλις είδε την

εντελή άρνησίν της, έκαμνε καθένα να πιστεύση ότι περισσότερον

εστενοχωρείτο διά το δεύτερον. Ναι, εκάκιζε τόρα τον εαυτόν της η

Ανθή, διότι εδείχθη τόσον υπερήφανος και ασυγκίνητος εις τον έρωτά

της. Τι ηθέλησε τάχα να κάμη με αυτό; Να φράξη τα κακά στόματα;

Εις εκείνα αρκεί ότι είδον κάτι τι· δεν είχον ανάγκην να ιδούν

περισσότερα. Αι κακαί γλώσσαι έχουν την καλοσύνην να συμπληρώνουν

μόναι των τα κενά. Αν ευχαρίστει τουλάχιστον τον Γεώργιον· αν

εδέχετο την προσφοράν του, θα είχε καν αυτόν· δεν θα τον ηνάγκαζε

να φύγη ευθύς μακράν, μακρύτερον όσον το δυνατόν, καταπληγώνων με

τα σπιρούνια το άλογόν του, μη θέλων ν' ακούση ουδέ τους

συντρόφους του.

— Έπρεπε να το πάρω κ' ας χανόταν ο κόσμος· έλεγεν αποφασιστικώς.

Αλλ' ευθύς ήρχετο δριμύς έλεγχος της αποφάσεώς της αυτής, το

παρθενικόν κοκκινάδι επί του προσώπου και σχεδόν την απέπνιγε. Τι

να κάμη; Να το δεχθή εκεί, εμπρός τοσούτου κόσμου· να προδώση μόνη

το αίσχος της· να λησμονήση τους γονείς, τ' όνομά της! Όχι ποτέ!

ας εχάνετο καλλίτερα η αγάπη . . .

Αλλά και πάλιν δεν το εύρισκε καλόν τούτο. Πώς να χάση την αγάπην

της, διά την οποίαν έπαθε τόσα πολλά; Πώς ν' αφήση να της φύγη

δυσηρεστημένος ο Γεώργιος, διά τον οποίον καθ' ημέραν τόσας

επιπλήξεις εδέχετο παρά των οικείων της; Πώς να τον υποφέρη ξένον

και αδιάφορον, αφού συνείθισε να τον θεωρή αφωσιωμένον πλέον

σύντροφον; Ω, όχι! θα κάμη τ' αδύνατα δυνατά να τον συναντήση· να

του είπη την αιτίαν διά την οποίαν δεν έλαβε την προσφοράν του:

«μη μου χολιάς, Γιωργάκη μου, γι' αυτό . . . δεν με θες να είμαι

φρόνιμη;» και να του διηγηθή την νέαν, την μεγάλην συμφοράν η

οποία τους ηπείλει. Έτσι η λυγερή σκεπτομένη έφθασεν εις το σπίτι

της.

— Αμ έλα, περπέσα· συμμαζέψου πια! είπεν η κυρά Παναγιώταινα,

μόλις είδε την θυγατέρα της με μαλακήν, δήθεν επιπλήττουσαν φωνήν.

— Δεν ήμουν πουθενά· 'ς τη Βασιλική ήμουν· είπε δειλώς η Ανθή,

φοβουμένη μήπως έμαθε τίποτε η μήτηρ της.

— Εσύ γυρίζεις κ' η μοίρα σου δουλεύει, καλότυχη; Έλα, πιάσε μου

γιατί θάχωμε το γαμπρό απόψε.

— Ποιο γαμπρό;

— Έλα δα, καλομοίρα· και τον ξέρεις και τον ξέρω σώπα! . .

Η Ανθή ανετριχίασεν όλη. Δεν ήξευρε διατί, δεν ηδύνατο να φαντασθή

πώς, αλλά πάντοτε οσάκις επρόκειτο περί σπουδαίου τινός γεγονότος

της ζωής της, το πρώτον πράγμα που έβανεν ευθύς κατά νουν ήτο ο

Νικολός Πικόπουλος. Από της ημέρας του αγίου Ιωάννου, ότε μετά το

βγάλσιμο των ριζικαρίων εξήρχετο με γεμάτον αμιλήτου νερού το

στόμα εις τους δρόμους, διά ν' ακούση τ' όνομα εκείνου τον οποίον

έμελλε να κάμη σύζυγον, μέχρι της μεταμεσημβρινής ώρας του

Τριημέρου, ότε υπό την επιρροήν της αλμυροκουλούρας ωνειρεύετο, ο

Νικολός επρωτοστάτει κ' εν τω ύπνω κ' εν τη εγρηγόρσει της

παρθένου. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν εφανερώνετο έτσι ενώπιόν της, όχι.

Έπρεπε ν' αγωνισθή η ίδια, να τον κράξη σχεδόν διά του νου και

τότε να προσέλθη. Ενώ ο Νικολός ήρχετο ευθύς και αυτόκλητος. Η

λυγερή ελυπείτο, κατεστενοχωρείτο διά τούτο και τον απέπεμπε

πεισμόνως από την μνήμην της, τον παρείσακτον τούτον επισκέπτην,

όπως αποδιώκει κανείς σκύλον από το σπίτι του. Αλλά και αυτός

πεισμόνως επανήρχετο. Έτσι και τόρα εις τους πρώτους λόγους της

μητρός της, ο Νικολός εφάνη, με όλην του την συχαμερήν παράστασιν

εις τον νουν της λυγερής.

— Σαν το διάτανο φανερώνεται 'μπροστά μου! εσκέφθη. Και είχε την

έκφρασιν αδίκως ταλανιζομένης υπάρξεως ενώ εσυλλογίζετο τούτο.

Όχι, δεν τον ήθελε τον Νικολόν. Εκείνα τα μικρά και πονηρά μάτια

του, τα προσηλούμενα άπληστα και αρπακτικά παντού όπου ητένιζον·

εκείνη η βάναυσος συμπεριφορά του· η σπουδή του εις οποίον δήποτε

μέρος και αν ήτο, και εις την εκκλησίαν ακόμη, να ομιλή περί

χρημάτων και συμφέροντος, η απάθειά του η μαρμαρίνη εις ό, τι

καλόν και ωραίον, δεν ήσαν ικανά προσόντα διά να κινήσουν εις

συμπάθειαν την νεαράν ψυχήν της παρθένου.

— Γρήγορα, γρήγορα! το φαγί στο τραπέζι! ηκούσθη αίφνης κ' εφάνη

εις την θύραν ο κυρ Παναγιώτης.

Και οπίσω του ήρχετο ο βαρύς όγκος του Νικολού Πικοπούλου. Οι

συνέταιροι εφαίνοντο εύθυμοι πολύ, ως να ετελείωσαν καμμίαν

επικερδή υπόθεσιν. Τούτο εμάντευσε με το πρώτον βλέμμα η κυρά

Παναγιώταινα και πλήρης χαράς ήλθε κ' εφίλησε τον Νικολόν. Ήτο

τούτο ομολογία φανερά, απόδειξις του τρυφερού συνδέσμου, ο οποίος

έσμιγε τόρα και τας τέσσαρας εκείνας υπάρξεις εις έν· ότι ο

Νικολός Πικόπουλος, ο παμπόνηρος Διβριώτης, απετέλει πλέον

αναπόσπαστον μέλος της οικογενείας του αφέντη του. Τα φιλήματα δεν

δίδονται εύκολα εις τα χωρία. Καθένα έχει την σοβαράν έννοιάν του,

την αληθινήν έννοιάν του, ως πιστή έκφρασις των αισθημάτων της

καρδίας. Η Ανθή το εγνώριζεν· απελπισία την κατέλαβεν ευθύς και

ήτο ετοίμη ν' αποσυρθή εις το μαγειρείον διά να κλαύση. Αλλά πριν

προφθάση να κάμη βήμα, δύο χείρες την ενηγκαλίσθησαν και φίλημα

ετέθη επί του παρθενικού μετώπου της.

— Νύφη που θα σου γένη, έ! . . .

Ο γέρων έμπορος, κρατών εις τας χείρας την θυγατέρα του,

επεδείκνυεν αυτήν εις τον Νικολόν μετά τινος υπερηφανίας κ'

εγωισμού, όπως έκαμνεν όταν εδείκνυε το εμπόρευμά του εις κανέν'

αγοραστήν. Ο παλαιός υπηρέτης έστεκε χάσκων, με τα μικρά μάτια του

προσηλωμένα μετ' ορέξεως επί της παρθένου ως επί θηράματος. Δεν

ήξευρε τι να κάμη, πώς να φερθή εις την περίστασιν αυτήν της νέας

θέσεως του, ως γαμβρός ανεγνωρισμένος του αφέντη του. Εσκέπτετο αν

δεν ήρμοζε να υπάγη και αυτός ν' αποθέση φίλημα επί της μελλούσης

γυναικός του. Βέβαια έπρεπε· πώς την φιλεί τάχα ο αφέντης του;

Αυτός ήτο ο γαμβρός και αυτή ήτο η γυναίκα του! . . . Και

αποφασίσας εβάδισε προς την παρθένον με την φρικίασιν εκείνην της

προσδοκίας του φιλήματος, με την ταραχήν των πρωτοπείρων εραστών.

Αλλά το φίλημα έμεινεν εις τα χείλη του Νικολού. Η κόρη

ελευθερωθείσα της πατρικής αγκάλης, έρριψεν αστραπηβόλον βλέμμα

εις τον ατυχή νυμφίον κ' έφυγε μακράν.

Την επομένην η κεντητή ανδρομίδα εκινείτο αμελώς επί του

ανατολικού παραθύρου του σπιτιού του Στριμμένου. Και ηδύνατο να

κάμη τον σκοπόν, διά τον οποίον εβάλθη παρά της Ανθής εκεί και

κάθε άλλο, μία σινδόνη λόγου χάριν μ' ένα κόμβον εις την μέσην·

ένα χρωματιστόν μαντήλι δεμένον επί του θριγκού· αλλ' οι διαβάται

κ' αι γειτόνισσαι έμπαιναν εις πειρασμόν διά τούτο και θα

εβασανίζοντο μέχρις ου ανακαλύψουν την αιτίαν. Ένας κόμβος τόσος

δα εις το σεντόνι! α, κάτι τρέχει αφεύκτως . . . Διά την ανδρομίδα

όμως εγνώριζον όλοι, ότι ήτο το αγαπητόν κατόρθωμα της παρθένου.

Ότι επί εξάμηνον ειργάσθη επ' αυτής χωρίς να σηκώση κεφάλι, μετά

φιλοπονίας και ζήλου, κ' εκέντησε διά πολυχρώμων νημάτων πουλιά

και ψάρια επί κατακοκκίνου ουρανού, μετά λεπτοτέχνου αβρότητος,

ώστε να είνε αυτή το καλλίτερον από τα προικιά της. Δεν θα είχον

λοιπόν άλλο να την κατηγορήσουν παρά πώς είνε επιδεικτική.

— Κάθε τρεις και λίγο, μας την κρεμά τάχα να ιδούμε την προκοπή

της! . . .

Αλλ' απ' αυτά ας λέγουν όσα θέλουν. Την αλήθειαν να μη λέγουν

ήθελεν η λυγερή. Να μην ηξεύρουν δηλαδή ότι η ανδρομίδα εκείνη,

της οποίας το πολύχρωμον ζωηρόν μαλλί εσπινθηροβόλει μέχρις

αποτυφλώσεως υπό τον ήλιον, επληροφόρει τον Γεώργιον Βρανάν διά

την αγωνίαν της, την σπουδήν την οποίαν είχε διά να ίδη αυτόν και

του ομιλήση.

Αι λυγεραί των χωρίων δεν ήξευρον ακόμη την γλώσσαν των ανθέων. Αι

συνενοήσεις των, σπάνιαι άλλως τε, διότι η αυστηρά ηθική εθεώρει

ως καταισχύνην τον έρωτα, εγίνοντο εις τας κοινάς συναθροίσεις διά

των βλεμμάτων, ικανών από κάθε άλλο μέσον, να εκφράσουν τα αγνά

αισθήματα της ψυχής, από τα οποία εζωογονούντο. Εκτός αυτών όμως,

αν υπήρχεν άμεσος ανάγκη συνεννοήσεως, αν απειλουμένη καταστροφή

έρωτος πολυετούς ηνάγκαζε τας παρθένους να εξέλθουν της αυστηράς

επιφυλακτικότητος, δεν έλειπον κ' αι μαντατοφόροι, αι γραίαι αι

παμπόνηροι ή τα μικρά παιδία, τα οποία πολλάκις δι' αφελών

ψελλισμάτων, μετέφερον τα φλογερά αισθήματά των εις τους λεβέντες.

Αλλά και το βεργολύγισμα, ο ακκισμός, το μισόκλειστον μάτι εις τον

δρόμον, ήσαν αρκετά μέσα συνενοήσεως διά τους ενδιαφερομένους.

Η κεντητή ανδρομίδα της Ανθής, προ αρκετού καιρού εχρησίμευεν ως ο

ευγλωττότερος μαντατοφόρος των αισθημάτων της εις τον Γεώργιον

Βρανάν. Αι θλίψεις είτ' αι χαραί της λυγερής· οι φόβοι είτ' αι

επείγουσαι αποφάσεις της, εκρύπτοντο αφανείς εις τας πτυχάς της κ'

έφθανον μέχρι του νεανίου, ο οποίος την ημέραν δι' ενός βλέμματος,

είτε την νύκτα δι' ενός διστίχου, αφελώς δήθεν εις τραγούδι

ψαλλομένου, και κάποτε ναι, υπό τον ζόφον της νυκτός, υπό την

βαρείαν της σκάλας σκιάν, εν αγγελική εκστάσει και αθώω

ενθουσιασμώ τα εδιόρθωνεν όλα . . .

Αλλ' αυτό, πώς να διορθωθή αυτό· πώς ν' αποσοβηθή ο κίνδυνος ο

μέγας, ο οποίος ηπείλει τόρα τους δύο εραστάς; Η Ανθή όλην εκείνην

την ημέραν ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν. Οποιανδήποτ' εργασίαν και αν

ήρχιζεν ήτο ανίκανη να την τελειώση. Δύο τρεις βελονιές εις το

κέντημά της· δύο τρεις σαρωματιές εις το σπίτι και πάλιν έτρεχεν

εις το παράθυρον κ' επεσκόπει μη που φανή ο αγαπημένος της. Και

πάλιν η ανησυχία και πάλιν ο δισταγμός κατέτρωγε την ψυχήν της

λυγερής. Θα περάση — δεν θα περάση! . . . Ναι, δεν θα περάση να

την ίδη σήμερον ο Γεώργιος από πείσμα, διότι χθες δεν εδέχθη το

δώρον του. Ω, τον είδεν αυτή πώς ωργίσθη! ενθυμείται ποίαν φοβεράν

έκφρασιν έλαβεν η όψις του και ποίαν οδύνην το βλέμμα του ενώ

έφευγε. Σπανίως τον είδε, κατά το πολυχρόνιον διάστημα του έρωτός

των, ωργισμένον· αλλ' οσάκις τον είδεν, ενεθυμείτο μετά ρίγους ότι

έχυσε πολλά, πάρα πολλά δάκρυα μετανοίας η ατυχής λυγερή. Όχι, δεν

θα περάση! . . .

Αλλ' επέρασε ναι. Κατά το απομεσήμερον ο Βρανάς επέρασε κάτω από

το σπίτι αργά βηματίζων, κατηφής, με κεφαλήν σκυμμένην ως να

εμέτρει το μήκος των παπουτσιών του. Η λυγερή περιχαρής ώρμησεν

εις το παράθυρον, εκρεμάσθη σχεδόν όλη έξω κ' εφώναξεν

αποτεινομένη δήθεν εις την απούσαν παιδίσκην:

— Μωρή Γκόλφω! . . . κάμε, μωρή, γλήγορα κ' έχουμε να πάμε 'ς το

Πηγάδι! . . .

Ο Βρανάς δεν εκινήθη, δεν εσήκωσε μάτια ν' ατενίση το αγγελικόν

πρόσωπον, το οποίον μετά φόβου και αφοσιώσεως τον προσέβλεπε· δεν

έκαμε κανέν κίνημα παραδοχής ή αρνήσεως εις τους λόγους της

λυγερής αλλά παρήλθεν, εξακολουθών να μετρά το μήκος των

παπουτσιών του πάντοτε . . . Ω, ήτο φοβερά ωργισμένος!

Και τόρα, εις την τοιαύτην του Βρανά εικόνα, ωφείλετο κατά μέγα

μέρος η κατήφεια και η ταραχή της λυγερής. Ηύχετο όταν φθάση εις

το Καλό πηγάδι, να εύρη ολίγας γυναίκας, να μείνη τελευταία και

μόνη εκεί, διά να μη ενοχληθή εις την μετά του Γεωργίου συνάντησίν

της. Αφού όμως είδε τόσον πλήθος συμμαζευμένον ακόμη, κατελήφθη

υπό αθυμίας. Όλα στραβά λοιπόν πηγαίνουν! . . . Επλησίασεν αργά

εις το πηγάδι, απίθωσεν εις μίαν άκραν τας στάμνας και αδιάφορος

εις τον θόρυβον και τας φωνάς των υδρευομένων, ανέμενε το βλέμμα

πλανώσα ρεμβώδες εν τη σκιαυγεία της αμπελοφύτου πεδιάδος.

Ποία μελαγχολία εις την φύσιν πέριξ! Υπέθετε κανείς ότι ήτο πιστή

εικών των θλιβερών συναισθημάτων της παρθένου. Κάτω προς την

θάλασσαν, ύπωχρος ουρανός με ανταυγείας κοκκινωπάς εδώ κ' εκεί ως

τζανφές· επάνω προς τα βουνά της ανατολής, ουρανός βαθυγάλανος με

ολίγους αστέρας και προς την δύσιν, μίγμα λευκοπρασίνου και

αργυρού αιθέρος φωτεινού, στίλβοντος, μέσω του οποίου ελούετο

μέγας, λαμποκοπών ο Αποσπερίτης. Η γαλήνη αύτη του αιθέρος

εκούραζε την λυγερήν· αι σκιαί των πουλιών πετώντων εις τας φωλεάς

των αντενακλώντο μαύραι, ως πένθιμοι στοχασμοί εις το βλέμμα της.

Αι αγριάμπελοι καταβαίνουσαι εις ξανθάς περιπλοκάδας από των

ελαιών εις τας βάτους· αι βάτοι αυταί ανθισμέναι και

μεγαλοπρεπείς, αι οποίαι περιέφρασσον ως κατάχλωρον φωλεάν το Καλό

πηγάδι· τα επί του αύλακος νανοφυή χόρτα, τα κάρδαμα και οι

ερυθροί κώνοι αγρίου αραβοσίτου πλέοντος εις τα θολά νερά· το

χόρτον το σμαραγδούν κατά δισκάρια γύρω εις το αλώνι και τα

βελούδινα φύλλα της κυκλαμιάς, μόλις προέχοντα εις τας σχισμάδας

των πετρών ναι, όλα δεν έκαμνον άλλο παρά να κλαίουν την θλιβεράν

τύχην του έρωτός της, αυτήν την Μοίραν της . . . Η καϋμένη η

λυγερή, άδικα που θα χαθή! . . . Και εις την ιδέαν αυτήν της

συμπαθείας των αψύχων κ' ευτελών πραγμάτων η Ανθή περισσότερον

συνεκινείτο, ησθάνετο την καρδίαν της συντριβομένην, είχε διάθεσιν

να κλαύση! . .

— Έλα· γιόμισε τόρα να πάμε και θα μας μαλώσ' η κυρά! . .

Η Ανθή συνήλθεν. Ήτο μόνη με την παιδίσκην, η οποία την εβίαζε να

πάρουν νερό και να φύγουν. Η λυγερή έσπευσεν, ανέβη εις τα χείλη

του πηγαδιού και μετά ταχύτητος ανεβάζουσα και κατεβάζουσα τον

σίκλον, εγέμισε τις στάμνες. Ήρχισε τόρα ν' αδημονή διότι ο

Γιώργιος δεν εφαίνετο. Εσυλλογίζετο μετά τρόμου μήπως ο Βρανάς

κρατήση την οργήν του και δεν έλθη να την συναντήση. Τόρα ότε

είχον όλην την ανάγκην της σύμπνοιας και αγάπης των, διά να

σκεφθούν και απομακρύνουν την συμφοράν, τόρα ευρέθη και αυτός να

είνε χολιασμένος. Αχ, καλά την λέγουν την αγάπην

ψυχοβγάλτραν! . . .

Η λυγερή παρέβαλλε μετά θλίψεως την γαλήνην της ψυχής της, την

οποίαν είχε πριν αγαπήση, με το καθημερινόν τόρα βάσανον. Τι καλά

που ήτο τότε! αφελής, απονήρευτη και αγνή, δίχως φόβους, δίχως

σκέψεις, χωρίς όνειρα την νύκτα, χωρίς φροντίδας την ημέραν! Η

αγάπη της ηπλούτο κ' εμοιράζετο εις τους γονείς και τους συγγενείς

της· εις τ' άνθη και τας φίλας της· εις τους χορούς και τα

τραγούδια. Τόρα όλα τα ελησμόνησεν· απ' όλα αυτά εσήκωσε την

αγάπην της και την έρριξεν όλην εις ένα και μόνον άνθρωπον. Τότε η

αγάπη της ήτο ελαφρά κ' εύθυμος, ως δρόσος μαργαριτώδης, που

κάθηται εις όλα τα φύλλα της τριανταφυλλιάς· ενώ τόρα εκάθητο

βαρεία επί της καρδίας της ως μολύβι και την κατέθλιβε, και την

ελυποψύχει . . . Και μήπως τουλάχιστον είχε την βεβαιότητα ότι θα

εκέρδιζεν επί τέλους την αγάπην της. Όλα τα περί αυτήν από τινων

ημερών, εφαίνοντο ότι συνεμάχησαν εναντίον του πόθου της. Και ο

Βρανάς αυτός ακόμη συνεμάχει εναντίον της. Νά που δεν ήρχετο, παρά

την άφινε μόνην ν' αντιμετωπίση τον κίνδυνον . . .

Έτσι, μεμψιμοιρούσα και μισοκλαίουσα, έλαβε τας στάμνας κ'

εγύριζεν εις το σπίτι απηλπισμένη. Αίφνης εις την καμπήν των βάτων

διέκρινε μακρόθεν τον Βρανάν, ερχόμενον μετά του αλόγου του από

την εξοχήν. Δόξα σοι ο θεός!

— Τράβα 'μπροστά κ' έφθασα· είπεν εις την παιδίσκην.

Και στρέψασα γύρω ερευνητικόν βλέμμα, εκρύβη σπεύδουσα υπό την

συκήν του Πλευρού. Η συκή αυτή εφυτεύθη προ αμνημονεύτων ετών.

Είνε γιγαντιαία με κλάδους πίπτοντας κάτω μέχρι του εδάφους και

σχηματίζοντας πυκνόν θόλον, κάτω του οποίου δύναται ασφαλώς να

κρυβή δεκάς ανδρών. Αντιθέτως όμως προς τον όγκον αυτής κάμνει

καρπούς μικροτάτους, σχεδόν ως λεπτοκάρυα, μετατρέποντας το

βαθυπράσινον χρώμα των εις κεχριμπαρένιον και ζηλευτόν κατά τον

Νοέμβριον και Δεκέμβριον. Αλλ' ούτε ο σπάνιος καρπός, ούτε η

βαθεία σκιά της είνε ικανά να σηκώσουν τον δεισιδαίμονα φόβον των

χωρικών. Διότι η συκή αυτή είνε στοιχειωμένη. Προ πολλών ετών, επί

τουρκοκρατίας ακόμη, γραία τις έρριψεν εις την ρίζαν της μικρόν

αβάπτιστον παιδίον, καρπόν αθεμίτου έρωτος. Το παιδίον απέθανε

μετ' ολίγον εκεί, υπό του ψύχους και της πείνης· οι σκύλοι δε και

οι χοίροι της γειτονιάς ενήργησαν καταλλήλως την ταφήν του. Έκτοτε

όμως μέχρι σήμερον ακούονται εκεί κατά τας νύκτας και τας

μεσημβρινάς ώρας των καλοκαιρίων, κλαψίματ' αδιάκοπα. Οι

ελαφροΐσκιωτοι, οι οποίοι έχουν το προνόμιον να βλέπουν τα

φαντάσματα, λέγουν ότι συναντώσι συχνάκις εκεί το Στοιχειό του

παιδίου, μικρόν βρέφος εν σπαργάνοις, είτε μικρόν τουρκόπουλον

γυμνόν, μ' ένα φεσάκι μόνον εις την κεφαλήν ή σπιθαμιαίον αράπην

με φωσφορίζοντα μάτια και λευκούς οδόντας μεταξύ εβενόχρου μορφής.

Διά τούτο οι χωρικοί αποφεύγουν την σκιάν και αφίνουν τους καρπούς

της, ως φθοροποιούς.

Και η Ανθή δεν θα επήγαινε ποτέ εκεί δι' όλον τον κόσμον. Η ανάγκη

όμως διά να ίδη και ομιλήση εις τον Γεώργιον και ο φόβος μήπως

φωραθή εις τούτο υπό τίνος, έσπρωξαν αυτήν υπό τους σκοτεινούς

κλάδους, όπου ανέμενε τρέμουσα μέχρις ότου έλθη ο εραστής της.

— Να μη σ' είδε κανείς; ηρώτησεν ευθύς μόλις τον είδε κατάχλωμη.

— Όχι· ποιος θες να με ιδή;

Ο Βρανάς απήντησε συνωφρυωμένος, μη θέλων να την ατενίση εις τα

μάτια. Τω όντι έφερε βαρείαν την προσβολήν της προτεραίας ο νέος.

Η ευγενής ψυχή του, όπως εις τον κοινωνικόν βίον, ήτο και εις τον

έρωτα απροσποίητος, άκαμπτος, ευθύ βαίνουσα προς τον σκοπόν. Εις

ελεύθερον ορίζοντα ζήσας και ανατραφείς, μη κυκλωθείς από

μεμψιμοιρίας γραϊδίων και κουτοπονηρίας γερόντων, μόνος μετά της

μητρός του, της οποίας ουδέποτ' ήκουε τας φλυαρίας, ήξευρεν

ελεύθερα και τα αισθήματα. Η αλήθεια είνε ότι εγνώριζε τον έλεγχον

εις τον οποίον υπόκεινται όλοι εις τας μικράς κοινωνίας, γυναίκες

και άνδρες· αλλ' εθεώρει ότι διά κάθε άλλον ήτο ούτος παρά διά τον

εαυτόν του. Το αλογάκι και το κάρρον του τα είχε· την μαννούλα του

την είχεν· είχεν ένα σπιτάκι πατρικόν διά να μένη, στιβαρούς

βραχίονας να δουλεύη και δεν είχε χρέος ουδέ πεντάραν. Τίμιος ήτο·

ειλικρινής ήτο, ώστε να βασίζωνται όλοι εις τον λόγον του και όχι

εις τας κακολογίας των άλλων. Είχεν ακόμη και την αγάπην του,

αγνήν, αληθινήν αγάπην, περί της ειλικρινείας της οποίας δεν

αμφέβαλλεν αυτός και δεν έδιδε το δικαίωμα ν' αμφιβάλλη και κανείς

άλλος. Είχε την πεποίθησιν ότι μίαν ημέραν, με τον κατάλληλον

καιρόν, ο κυρ Παναγιώτης Στριμμένος θα τον έκραζε να τον κάμη

γαμβρόν του. Ναι· διατί τάχα; Ποίος θα ετόλμα να είπη ότι δεν ήτο

κατάλληλος διά τούτο; Ποίος θα ήτο τόσον αναιδής ψεύστης; Τάχα πώς

δεν ήτο πλούσιος; Μπα· η Ανθή τον ηγάπα τόσον και αυτός ηγάπα

τόσον την Ανθήν! . . .

Ο Βρανάς έτσι έμενεν αδιάφορος εις τον κόσμον, ήσυχος εις τον

έρωτά του και τίποτε άλλο. Οι καρρολόγοι δεν ζητούν και πολλά

πράγματα. Αρκετήν εργασίαν, ολίγον κρασί, κάμποσα τραγούδια και

πολύν έρωτα. Θελκτικά στοιχεία του βίου απαρτίζοντα την ανάπαυσιν

της ψυχής.

Ο Βρανάς δεν ανεπαύετο μόνον οσάκις ήκουε κακολογίαν τινά περί της

Ανθής. Τότε εξεγείρετο ωργισμένος και απεστόμωνεν όλους. Α! η Ανθή

ήτο γυνή, αδύνατον πλάσμα και είχε καθήκον αυτός να προφυλάξη τ'

όνομά της. Και το έκαμνε πάντοτε. Αν όμως καμμίαν φοράν παρέβλεπε

τον έλεγχον του κόσμου· αν επεριφρόνει τα κακά στόματα, είχε την

απαίτησιν η απόφασίς του να μην αντικρούεται υπό της παρθένου.

Ενόμιζε τότε ότι εύρισκεν εις αυτήν έρωτα αγνόν και αφοσιωμένον,

μη οπισθοδρομούντα προ των κοινωνικών εμποδίων. Πολλάκις εδοκίμασε

τούτο και πολλάκις η λυγερή ηκολούθησεν αυτόν τυφλή, αμέριμνος διά

τον κόσμον, τον οποίον εγνώριζεν έτοιμον να την λιθοβολήση,

οδηγουμένη από την σκέψιν ότι δεν ηδύνατο να κάμη δίχως εκείνον. Ο

νέος τότε βλέπων την άμετρον αυτής αγάπην, μετενόει διότι απήτει

πολλάς θυσίας, κ' έκλαιε διά την τόσην αφοσίωσιν.

— Είνε αγγελούδι . . . αγγελουδάκι! . . . έλεγεν ενθουσιασμένος.

Ήρκει όμως εις την ευκολοσάλευτον καρδίαν του Βρανά μία και μόνη

άρνησις της παρθένου, να μεταβάλη όλας τας πεποιθήσεις του. «Δεν

μ' αγαπά, όχι δεν μ' αγαπά! . . . Γιατί τάχα δεν κάνει αυτό που

της είπα! . . .» Κ' ευθύς ο έρως του μετέπιπτεν εις μανίαν· η Ανθή

ήτο προδότις και αυτός ήτο επί πολύν καιρόν το παίγνιον! . . .

Εις τοιαύτην σύγχυσιν σκέψεων κ' αισθημάτων ευρίσκετο ο νέος από

χθες, αφ' ης ώρας η νεάνις ηρνήθη να δεχθή το δώρον του. Κάποτε

είχε διαλείψεις σωφροσύνης το πνεύμα του· και τότε μόνος του

ωμολόγει ότι η απαίτησίς του εκείνη ήτο παράλογος και ότι η Ανθή,

καλά έκαμε διά μίαν στιγμήν να παραβλέψη τον έρωτα χάριν του

ονόματός της. Αλλ' αι διαλείψεις αυταί ήσαν βραχείαι. Ο πυρετός

πάλιν επανήρχετο, τα νεύρα του εταράσσοντο κ' εσκέπτετο άρρητ'

αθέμιτα περί έρωτος και αφοσιώσεως. Ναι, δι' αυτόν, τον Γιώργην

Βρανάν, όλα έπρεπε να τα παραβλέψη η λυγερή! Είχε τάχα άλλον

καλήτερον; . . . Και ωρκίζετο να μη την ίδη πλέον, να μη της

ομιλήση.

Επέμεινεν εις τον όρκον του ο Βρανάς μέχρι της μεσημβρίας της

επομένης. Αίφνης όμως, θαυμάσας και αυτός διά την σταθερότητά του,

μεταμελόμενος διά την τόσην σκληρότητα, η οποία εφαντάζετο ριγών,

ότι ήτο ικανή και να θανατώση την Ανθήν, απεφάσισε να περάση από

το σπίτι της. Ήκουσε τότε την πρόσκλησιν της παρθένου· εγνώρισε

τον παλμώδη και παρακλητικόν τόνον της φωνής της και απεφάσισε να

υπάγη προς συνάντησίν της. Αλλά να υπάγη σοβαρός, συνοφρυωμένος,

ως δικαστής διά να ζητήση λόγον των πράξεών της. Κ' έμενε τόρα

όρθιος, άκαμπτος, το σώμα στηρίζων επί του κορμού της συκής,

ολίγον προσεστραμμένην κρατών την κεφαλήν αντιθέτως της λυγερής,

και διά του βλέμματος ακολουθών τας κινήσεις ενός φυλλαρίου, το

οποίον παρέφερεν ο άνεμος.

Η Ανθή έμενε και αυτή σιωπηλή, με αμφίβολον έκφρασιν επί της

μορφής και παρηκολούθει τας κινήσεις του φυλλαρίου, ματαίως

προσπαθούσα να συνάντηση το βλέμμα του φίλου της.

— Γιατί με κάνεις έτσι; εψιθύρισεν αίφνης, γιατί με κάνεις έτσι;

τι σώκαμα; . . .

Κ' εξερράγη εις λυγμούς και δάκρυα. Ο Γεώργιος την ητένισε μικρόν·

συνεκινήθη, εμαλάχθη . . . Α! τον αγαπά ναι, τον αγαπά ακόμη!

Ημπορεί να πιστεύση ότι δεν τον αγαπά, η μαυρομμάτα του;

— Σώπα, καϋμένη κ' εσύ . . . μην κάνης έτσι!

Την ενηγκαλίσθη και την εφίλησεν εις τα μάτια. Η λυγερή εγέλα

μεταξύ των δακρύων και των παραπόνων της: Αστεία τάχα είνε αυτά;

να φορτώνης την καρδιά κανενός χολή! Κ' εκείνος εγέλα, ευτυχής

διότι εχαροποιήθη εκείνη, διότι εξαστέρωσε πάλιν ο λαμπρός

ουρανός, ο οποίος έχυνε πριν όμβρους! Ου, κλαψιάρα! . . . Η λυγερή

εν τη ευδαιμονία της, ελησμόνει πλέον την αιτίαν της συναντήσεώς

των, τον απειλούντα αυτούς κίνδυνον. Ποίος συλλογίζεται τέτοιαν

ώρα Νικολόν και γονείς! . . .

Επί τέλους η λυγερή εξεστόμισε το φοβερόν μυστικόν. Εις τας αρχάς

επεριφρόνει τους λόγους της Κυράς Παγώνας.

Αλλά χθες οι γονείς της ώρισαν ορθά-κοφτά, ότι θα την έδιδαν του

Νικολού. Μάλιστα κάπως ήρχισαν κ' έξω να το διαδίδουν . . .

Εφ' όσον η λυγερή ωμίλει, ο Γεώργιος ήκουε και μικρόν κατά μικρόν

εχαλάρωνε τους βραχίονας απ' επάνω της κ' αίφνης τους αφήκε να

πέσουν αδρανείς. Όταν ήκουσε τ' όνομα του γαμβρού, μειδίαμα χλεύης

εφάνη επί των χειλέων του. Επέμενεν όμως να την βλέπη κατάμματα,

με ύπωχρα τα χείλη, με τον πόνον αυξάνοντα εις την καρδίαν,

ξηροκαταπίνων από καιρού εις καιρόν ως να επνίγετο.

— Και συ τι λες; την ηρώτησεν αίφνης.

Η λυγερή τον ητένισε καλά εις τα μάτια· έπειτα δ' έκλινε την

κεφαλήν προς τα κάτω.

— Τι να ειπώ, εγώ; εψιθύρισε, διπλώνουσα τ' άκρα της ποδιάς της

από αδημονίαν.

— Θα τον πάρης αυτόν που σου δίνουν;

Η λυγερή έκρυψε το πρόσωπον εις την ποδιάν της και ήρχισε να κλαίη

ησύχως. Ο Βρανάς ήρχισε ν' αφαρπάζεται υπό του συνήθους πυρετού

του. Αι πεποιθήσεις του εκλονίζοντο. Η δυσπιστία ήρχισε πάλιν ν'

αναφαίνεται και να τον δαγκώνη, απαλά είνε αληθές ακόμη, πονετικά

όμως . . .

— Ε, θα τον πάρης; επανέλαβε με αυστηρόν τόνον πες, ναι ή όχι;

— Τι θες να κάμω; ηρώτησεν απελπισμένη εκείνη.

— Τι να κάμης; να μην αφήσης να σε δώσουν 'ς όποιον θέλουν! . . .

δεν είσαι μαρτίνι — είσαι άνθρωπος.

Η Ανθή επανέλαβε το κλάψιμόν της δυνατώτερον. Άνθρωπος ναι, ήτο

άνθρωπος, αλλά παρθένος. Είχε γονείς και οι γονείς δίδουν εις

όποιον θέλουν την θυγατέρα των. Δεν την ερωτούν ποίον θέλει και

ποίον δεν θέλει. Είνε ικανοί να κρίνουν καλλίτερον εκείνης, ποίον

είνε το αληθινόν καλόν της και μίαν ημέραν της παρουσιάζουν ένα

άνδρα και της λέγουν: — Νά, αυτόν θα πάρης. Και η κόρη τον παίρνει

χωρίς αντιλογίαν· πείθεται εις την προσταγήν των, ακολουθεί την

νέαν της τύχην και όπου την φέρει, όπως το χαμένον βασιλόπουλον

του μύθου ακολουθεί μοιραίως ένα δρόμον, οποίον δήποτε. Πώς θ'

αντέλεγε λοιπόν τόρα η Ανθή;

— Τι 'μπορώ να 'πω 'ς τους γονέους μου; ωλόλυξεν.

Η Λυγερή · 第 5 / 10 段