Αλλά και οι ακροαταί αυτής δεν ήσαν ολιγώτερον ενθουσιασμένοι. Η

νίκη ενός αλόγου δεν θεωρείται μικρόν κατόρθωμα μεταξύ των

χωρικών. Ο νικητής τιμά όχι μόνον τον εαυτόν του, αλλά και τον

κύριόν του και το χωρίον ακόμη από το οποίον κατάγεται. Η νίκη

του, διά των μυρίων στομάτων των παρατυχόντων πανηγυριστών,

διαθρυλείται εις τα πέριξ χωρία ως μέγα γεγονός. Οι από Πατρών

μέχρι Πύργου συναντώμενοι καρρολόγοι, μεταδίδουν το όνομα, το

χρώμα κ' εν γένει τα χαρακτηριστικά του, αυξάνει δε την τιμήν του

εις ενδεχομένην πώλησιν, ως έν από τα καλλίτερα προσόντα του. Οι

χωρικοί εις τα χωρία των, διά την έλλειψιν καθημερινών νέων, επί

εβδομάδας, επί μήνα όλον, συζητούν μετ' ενδιαφέροντος τα προσόντα,

αυτού και τας αφορμάς διά τας οποίας οι άλλοι υστέρησαν, ως

ιστοριογράφοι την ήτταν μεγάλων στρατηγών. Διά τούτο τόρα αι

νεανίδες κ' αι άλλαι γυναίκες, ετράπησαν εις θορυβώδη διαδήλωσιν

υπέρ του Γεωργίου και του αλόγου του.

Μόνον η Ανθή δεν ωμίλει, δεν εθορύβει, δεν ενθουσιάζετο. Τι αν

ησθάνετο μικράν χαράν εις τα στήθη της διά τον θρίαμβον του

Γεωργίου; Η λύπη της ήτο μεγάλη τόρα, διότι δεν ήτο εκεί και αυτή

να τον απολαύση εις την έξαλλον αποθέωσίν του και μεγαλητέρα η

αγανάκτησίς της εναντίον του Νικολού, ο οποίος έγεινεν η αιτία

τούτου κ' εναντίον της Βασιλικής που τον απήλαυσεν. Και τι τάχα

καμαρώνεται αυτή, η «άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το βερζί,

μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ρίξε μου τα μαλλάκια σου ν' ανέβω

απάνου», έ; Τι καμαρώνεται και χοροπηδά και ομιλεί τόσον ελευθέρως

περί του Γεωργίου!. Ή μήπως της επόνεσε και αυτής το δόντι; — μωρέ

μούτρα! . . . Η λυγερή ζηλότυπος εις την αγάπην της· περίφοβος διά

το είδωλόν της, εσκέπτετο ότι καλλίτερον θα έκαμνεν αν δεν ήρχετο

εκεί και ωργίζετο εναντίον της Ζαχάρως, η οποία την έφερε διά ν'

ακούση αυτούς τους λόγους, να μαυρίση περισσότερον την καρδίαν

της, και ήθελε να φύγη. Αλλ' οι έπαινοι περί του Γεωργίου και του

αλόγου του εξηκολούθουν μεταξύ των γυναικών και η λυγερή ανέβαλλεν

από ώρας εις ώραν, αρεσκομένη ν' ακούη καλολογίσματα διά τον καλόν

της.

— Δεν 'ξέρω, έλεγε τόρα η γρηά Μήτραινα· ο μαύρος είνε φαλάγγι!

— Και τι ώμορφο νοητάκι! εγώ αν ήθελεν ο Γιώργης θα του έκανα ένα

χαϊμαλί· επρόσθεσεν η Βασιλική ενθουσιωδώς.

Η λυγερή δεν εκρατήθη πλέον. — Ξετσίπωτη! εψιθύρισε με πείσμα και

διηυθύνθη προς την θύραν διά να εξέλθη. Αλλά δυνατός πυροβολισμός

αντηχήσας έξω, ηνάγκασεν αυτήν να ορμήση μετά των άλλων γυναικών,

με βοήν και πάταγον εις την σάλαν.

— Παγκυριώτες, κορίτσα, παγκυριώτες! . . .

Ευθύς άδειασεν η σάλα. Αι γραίαι, αι μεσόκοποι, αι νεάνιδες

συνωστίζοντο τόρα επί της ξυλίνης ταράτσας, προβάλλουσαι τας

κεφαλάς και διαφιλονεικούσαι τας θέσεις εν ανταλλαγή φωνών και

γελώτων, μεταξύ των οποίων ηκούοντο και κλαψίματα στενοχωρηθέντος

είτε πατηθέντος παιδίου.

— Την κουλούρα! έχουν την κουλούρα! . . . εφώναζε μικρά κορασίς,

κτυπώσα τας παλάμας εξ υπερμέτρου χαράς.

Τω όντι ο όμιλος του Βρανά και των φίλων του ήρχετο φέρων

θριαμβευτικώς την κουλούραν. Μετά τον ιππικόν αγώνα οι νέοι επήγαν

εις την στάνην του γέρω Γκόρα, όπου ο πλούσιος ούτος πατριάρχης,

με τα κοπέλια και τους υιούς του, υπηρέτει εν αδόλω χαρά τους

πολυαρίθμους ξένους του. Έφαγον με όρεξιν το σουβλιστόν αρνί, το

πουγανιστόν κατσίκι και την γευστικήν τυρόπητταν του γέρω Γκόρα κ'

ερρόφησαν αφθόνως το κρασί του. Μετά τας διαχύσεις της χαράς και

της ευθυμίας των, αποχαιρετίσαντες τους βλαχοποιμένας εκίνησαν διά

την κωμόπολιν. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν ήτο ολιγώτερον συγκεκινημένος

του Κοροίβου, του αρχαίου Ολυμπιονίκου, εισερχομένου εις την

γενέτειραν πόλιν. Το άλογόν του ήτο νικητής· άρα ήτο και αυτός

νικητής. Και όχι μόνον αυτός αλλά και όλοι οι σύντροφοί του! Και

ήρχοντο τόρα εξημμένον έχοντες τον νουν υπό του κρασιού οι νέοι,

ορθόν το σώμα υπό του θριάμβου, ανά τέσσαρες, με τας χείρας

ενωμένας επί των ώμων αλλήλων, εις ένα σώμα πολυσύνθετον εξ αλόγων

και ανδρών. Εις το μέσον του πρώτου στοίχου διεκρίνετο, διά το

πλούσιον της στολής και το υψηλόν ανάστημά του ο Βρανάς, κρατών

εις την μύτην του μαχαιριού του ανθοστολισμένην την κουλούραν, της

νίκης του άθλον, και το άλογόν του, μεγαλοπρεπώς βαδίζον,

ανακινούν εδώ κ' εκεί στεφανηφόρον κεφαλήν, ως να ηνόει τον

θρίαμβον τον οποίον κατήγαγε. Και τ' άλλα τ' άλογα μετ' ευρύθμου

βαδίσματος, έφερον τους υπερηφάνους καβαλλάρους των, τραγουδούντας

εναλλάξ, το τραγούδι του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου, διά του οποίου

ο ποιητής του λαού παρέστησε συγκινητικώτερον και θελκτικώτερον

υμνογράφου το θαύμα:

Άγιε μ' άι Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,

'σαν άγιος 'μοιάζεις 'ς τη θωριά, 'σαν ήλιος 'ς τη λαμπρότη·

παρακαλώ σ' αφέντη μου και τίμιέ μου Στρατιώτη! . . .

Οι πανηγυρισταί έτσι επλησίασαν εμπρός εις το σπίτι του

Καινούριου. Απέναντι υπήρχεν ευρύς σπιτότοπος, κατεστραμμένος

κήπος, μ' ερείπια εις το βάθος και αρκετάς πέριξ συκομωρέας. Επί

μιας τούτων εκυμάτιζεν υψηλά κόκκινη σημαία κ' εκρέματο φιάλη

γεμάτη κρασίου, κάτω δε εις την σκιάν των άλλων δένδρων,

διεσπαρμένα ξύλινα καθίσματα εμαρτύρουν ότι εκεί ήτο πρόσκαιρον

κρασοπωλείον. Τα πρόσκαιρα αυτά κρασοπωλεία είνε συνήθη εις τα

χωρία κατά τας επισήμους ημέρας και χρησιμεύουν ως κέντρα ευθύμου

συναθροίσεως, αφού τα καφενεία και τα καταστήματα της αγοράς

μένουν κλειστά. Πτωχοί χωρικοί, από του Σεπτεμβρίου αποθηκεύοντες

προς ιδίαν χρήσιν κρασί εις τα σπίτια των, πωλούν εξ αυτού ολίγον

κατά τας τοιαύτας ημέρας, ποριζόμενοι δι' ελαχίστου εμπορεύματος

αρκετά κέρδη. Τούτο λοιπόν έκαμεν εκεί ο Αριστείδης, μεσόκοπος

χωρικός, έχων λευκόν σκουφάκι από μανδαπολάμι εις την κεφαλήν,

σηκωμένας τας χειρίδας του υποκαμίσου μέχρι των ώμων, τας δε του

μεϊντανίου καρφωμένας χιαστί όπισθεν διά καρφίδος, ποδιάν

βρεγμένην επί της φουστανέλλας κ' ελευθέρους καλτσών τους πόδας. Ο

τραυλός ούτος χωρικός εφαίνετο ότι εγεννήθη διά το επάγγελμα του

κρασοπώλου· οι δε συμπατριώται του έλεγον ακόμη ότι κρασί επώλει

και εις την κοιλιάν της μάνας του. Αδιακόπως έφερεν επί του

προσώπου το χρώμα του κρασιού, επί δε των φορεμάτων, και όταν

ακόμη ήτο αργός, την βαθείαν οσμήν του. Ήτο πολύλογος, ακούραστος

εις την εξάσκησιν του επαγγέλματός του, μουσκευμένος μέσα κ' έξω,

καθ' όλα τύπος Διονύσου των νεωτέρων χρόνων. Τόρα ησχολείτο εις

την εξόφλησιν παλαιών λογαριασμών, τους οποίους είχε με τον

Κουτσαναστάσην, αγαθόν κρασοπατέρα, σκεφθέντα αυτήν την στιγμήν

κατά την μέθην του, να πληρώση τα χρέη. Αλλά του εφαίνοντο

εξωγκωμένα, κ' εζήτει από τον Αριστείδην να κατεβάση τας

απαιτήσεις του. Ο κρασοπώλης, ανυπομονών κ' εξωργισμένος

επροσπάθει να τον πείση ότι ήσαν αλάθητα τα κατάστιχά του και του

επανέλεγε με την τραυλήν φωνήν του:

— Τον καιρό που το πίνεις! . . . τον καιρό που το πίνεις! . . .

τον καιρό που το πίνεις! . . .

Μόλις όμως είδε τους πανηγυριστάς πλησιάζοντας, ο Αριστείδης

παρήτησε τον Κουτσαναστάσην να λύνη, με τρόμον χειρών και

ψιθυρισμόν αδιάκοπον, την χρηματοσακκούλαν του και αρπάσας την

κρασοκανάταν και ποτήρια ήλθε προς αυτούς. Οι νέοι παρετήρησαν

ευθύς, μόλις πλησιάσαντες, τ' ωραίον και πλούσιον σύμπλεγμα των

γυναικών επί της ταράτσας και ο ενθουσιασμός των έγεινεν

ακράτητος.

— Χρόνια πολλά, θεια! . . . χρόνια πολλά! . . . εφώναζον,

χαιρετώντες με το ποτήρι τας γραίας.

Αλλ' αν διά της φωνής απετείνοντο προς τας μαραμμένας εκείνας

μορφάς, ο λογισμός αυτών και το βλέμμα επέτα κ' έθιγε διψαλέον τ'

ανθηρά κάλλη, των οποίων τα πονηρά μάτια ελαμπίριζον μεταξύ του

πρασίνου κισσού, ως αδάμαντες επί στρώματος σμαράγδου. Κ' έκφρονες

πλέον, εκέντων τ' άλογά των εις διάφορα γυμνάσματα· διεσκέλιζον

μαζί τα καθίσματα και τους πάγκους, έκοπτον διά μιας φεύγοντες

τους κλάδους των δένδρων ή στρεφόμενοι περί την κοιλίαν των ζώων,

ήρπαζον τα χαμαί ξυλάρια κ' επανέστρεφον επί της σέλας ακλόνητοι.

Κ' αι τόσαι εκεί λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν πληγωμένην υπό της

λεβεντιάς εκείνης· συνελάμβανον ιδέας παραδόξους, πόθους

γλυκερούς, οι οποίοι κατά την εξέλιξίν των ήτο δυνατόν, ήτο

εύκολον ναι, ν' απολήξουν εις την ευτυχίαν της ζωής των.

Υπάρχει εις την ζωήν της νεάνιδος κάποια στιγμή, κατά την οποίαν

αίφνης και απροσδοκήτως, από το παραμικρόν γεγονός αφυπνίζεται το

λανθάνον ένστικτον κ' εξετάζουσα ευρίσκει ότι έχει και αυτή

δικαιώματα επί της ανθρωπίνης ευτυχίας. Τότε το πατρικόν σπίτι

φαίνεται εις αυτήν στενόν, φυλακή αυτόχρημα· αι σοβαραί όψεις των

γερόντων ανυπόφοροι· η οικογενειακή εκείνη ζωή, από την οποίαν

έφυγαν πλέον αι ονειροπολήσεις, αι πλάναι, αι αδιάκοποι περί

μεταβολής ελπίδες, πολύ μονότονη. Την γαλήνην του πατρικού ασύλου,

την οποίαν ο νεάνιας πάντοτ' επιζητεί, η νεάνις αποστέργει μετά

βαρυθυμίας, όπως αποστέργει το πουλί τον κλωβόν του. Βιάζεται να

φύγη το τρυφερόν πουλάκι, να καθίση επί άλλου κλαδίσκου, τον

οποίον φαντάζεται χλοερώτερον, σκιερώτερον, ευτυχέστερον πάντοτε

του πατρικού. Και ονειροπολεί αδιακόπως τον άγνωστον σταυραετόν,

εκείνον που θ' ανοίξη μίαν ημέραν τας ισχυράς πτέρυγάς του και θα

την συνεπάρη μακράν εις άλλον βίον, εις άλλην φωλεάν. Τούτο

συνέβαινε τόρα και εις τας ψυχάς των παρθένων. Εύρισκον πολύ

αρμοδιώτερα τα σπιτάκια των νέων εκείνων, διά να περάσουν την ζωήν

των, πολύ ευτυχέστερον τον εαυτόν τους, αν τους επερίμεναν εμπρός

εις την θύραν διά να τους δεχθούν μόλις πεζεύσαντας και να τεθούν

αφρόντιδες υπό τας περιποιήσεις και τας διαταγάς των.

Η Ανθή δεν εσκέπτετο τούτο ολιγώτερον των άλλων. Τουναντίον ήτο

εκεί εμπρός της ο αγαπημένος και ήσαν ζωηρώτεροι οι πόθοι και τα

όνειρά της. Αν αι άλλαι δεν ήξευρον τον λυτρωτήν σταυραετόν, αυτή

τον εγνώριζε κ' εύρισκε μάλιστα ότι εβράδυνε να έλθη. Αχ, κινήσου

καϋμένε σταυραητέ! άνοιξε τα φτερά σου κ' έλα πάρε την· φέρε την

εις άλλους τόπους, όπου αφθονεί ο κισσός και ο μόσχος, και μη την

αφίνης εις αυτόν τον μπούφον Νικολόν, ο οποίος θα την μαράνη με το

πρώτον φίλημά του! . . Και η λυγερή με σπαρταρίζον μάτι ως να

ητένιζε σημείον φωτεινόν, ητένιζε τον Γεώργιον Βρανάν, ανηρεύνα

μετ' αυξούσης φροντίδος τα μεσσήνια — τας Μεσσηνιακάς εκείνας

δερματίνας περικνημίδας, τας οποίας συνειθίζουν οι καβαλλικεύοντες

φουστανελλοφόροι διά την προφύλαξιν των καλτσών — την φουστανέλλαν

χυνομένην κατάλευκην επί της σέλας, τον λυγηρόν κ' ευρύν κορμόν,

τον οποίον περιέβαλλον επιχαρίτως τα Μερεντίτικα μεϊντανογέλεκα

και σχεδόν εψηλάφει ευφροσύνως την χαριτωμένην του νέου κεφαλήν,

με το υπόξανθον μουστάκι και τα γαλανά μάτια. Εσύρετο δε υπό του

πόθου κ' εθεώρει μεγίστην ευτυχίαν να της ήτο εύκολον να πλησιάση

εκεί, ν' αρμόση μίαν φεύγουσαν λωρίδα του μεσσηνίου, να ταξιθετήση

τας ανεστραμμένας πτυχάς της φουστανέλλας, να στρώση επιμελέστερον

το κεντητόν μαντήλι του σελαχίου, να ρίψη επί του ώμου την

σκορπισμένην φούνταν του φεσίου του. Όχι, δεν ήθελε να τον βλέπουν

ξένα μάτια έτσι άτακτον τον καλόν της! Και εις την λέξιν αυτήν,

την ανέκφραστον μαγείαν εξασκούσαν επί των παρθένων, φρικίασις

εκυρίευε την σάρκα της Ανθής, ευτυχία επλημμύρει την καρδίαν της.

Εφαντάζετο διά μίαν στιγμήν τον εαυτόν της. πλησίον εκείνου· ότι

τον εψηλάφει γλυκύτατα· ότι ηκροάτο τους λόγους του, κ' εθεώρει

μάγον μόνον όνειρον το τοιούτον. Αν κ' εγνώριζε τον προς αυτήν

έρωτα του Βρανά, δισταγμός κάποιος εισέδυεν εις την ψυχήν της. Διά

της αγάπης της εμεγάλυνε τον νεανίαν· εταπείνωνε δι' αυταπαρνήσεως

τον εαυτόν της κ' εύρισκεν ότι τοιούτος λεβέντης όχι, δεν ηδύνατο

να ζευγαρωθή με αυτήν, την σταχτοπούταν! . . . . Και η χαρά της

λυγερής μετετρέπετο εις μελαγχολικήν χαράν, ευδαιμονίαν

τεθλιμμένην η οποία ενάρκονε το σώμα παρέλυε το πνεύμα κ' έφερε

σχεδόν δάκρυα εις τα μάτια της.

Αίφνης η λυγερή εσκίρτησεν ως να ήλθεν εις την πραγματικότητα. Ο

Βρανάς την έβλεπε κατάματα, μ' έκφρασιν μεγάλης ευτυχίας. Έπειτα

έσυρεν από του σελαχίου αργυρόλαβον μαχαιράκι, έκοψεν ένα κομμάτι

από την κουλούραν κ' έφερε το άλογόν του κάτω από την ταράτσαν.

— Χαιρέτα, Μαύρε!

Το άλογον χαιρετά τω όντι, ανακινούν επάνω-κάτω την νοήμονα

κεφαλήν του και ο νεάνιας όρθιος εις τις σκάλες της σέλας,

προσφέρει το κομμάτι εις την λυγερήν. Εις αυτήν ναι, την Ανθήν και

όχι άλλην· διότι τ' αποσύρει ευθύς, μόλις απλώνει την χείρα να το

πάρη αυτή, η ξετσίπωτη Βασιλική. Αλλ' η Ανθή μένει ακίνητος. Όχι,

Γιώργο μου όχι· δεν είνε καλόν αυτό που κάνεις· δεν είνε φρόνιμον

ό,τι ζητείς να κάμη η αγάπη σου! Να μην ήτο κόσμος ναι, έπερνεν

ευχαρίστως όχι την κουλούραν μόνον αλλά σε τον ίδιον, όλον εις την

αγκαλιά της· αλλ' εκεί, ενώπιον τόσων βλεμμάτων, λαιμάργων

βλεμμάτων, όχι! Τι θα ειπούν έπειτα οι γονείς; τι θα πλάση ο

κόσμος; τι θα γείνη τ' όνομά της; Καλή είνε η αγάπη, αλλά και το

τιμημένον όνομα πολύ καλήτερον! . . . Και η λυγερή παραλυμένη,

ηύχετο να σχισθή η γη κάτω από τους πόδας της, διά να κρύψη αυτήν

μετά της εντροπής της· να μεταβληθούν εις λίθους τα βλέμματα των

τόσων εκεί θεατών, να την θάψουν ολοζώντανην και διά παντός.

— Πάρ' το! πάρ' το! εφώναζον οι νέοι από κάτω.

— Πάρ' το! έλεγον κ' αι γυναίκες.

Αλλ' η Ανθή ένα μόνον ησθάνετο να της λέγη «παρ' το!» τον Βρανάν,

ο οποίος εξηκολούθει να κρατή υψηλά το κομμάτι της κουλούρας, με

τρέμουσαν εκ του κόπου χείρα και να την ατενίζη υπομειδιών, με

μάτια κάπως παραπονούμενα, διότι ηρνείτο να πάρη εκείνο, μέρος του

θριάμβου τον οποίον δι' αυτήν κατέβαλε. Κ' ελυπείτο να λυπήση

αρνουμένη τον νεανίαν η λυγερή· κ' εσύρετο εις το βλέμμα του, ως

εις μαγνήτην.

Αλλά τα τόσα βλέμματα την επίεζον. Υπέθετεν ότι αι περίεργοι πέριξ

μορφαί εσάρκαζον την πράξιν της· ότι τα μειδιώντα εκείνα χείλη

εκινούντο, προητοιμάζοντο εις δυσφημίαν του ονόματός της. Κ'

αίφνης εις την ιδέαν αυτήν ανδριευθείσα, διά σπασμωδικής δυνάμεως

ετινάχθη προς τα οπίσω, παρεμέρισε το πλήθος των γυναικών και

εισήλθε κλαίουσα εις την σάλαν.

Δ'

ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΗΓΑΔΙ

Τόρα κείται παρημελημένον, με σκορπισμένα χείλη, κατεστραμμένα

σκαλοπάτια, γεμάτον από ξύλα και πέτρες ως πηγή κατηραμένη. Αι

βρύσεις, χύνουσαι κατά συνοικίας άφθονον και υγιεινόν νερόν,

εστέρησαν αυτό και του τίτλου, τον οποίον ευγνωμόνως του απέδιδον

οι κάτοικοι· ο δ' επαρχιακός δρόμος διελθών από πλησίον, εγύμνωσεν

αυτό του μυστηρίου, εφυγάδευσε τον προστάτην Θεόν του και το

εξέθεσεν εις τας κακοβούλους διαθέσεις των διαβατών. Τα παλληκάρια

του τόπου δεν συγκινούνται πλέον εις την όψιν του κ' αι λυγεραί

ουδ' ενθυμούνται καν την ύπαρξίν του. Ερωτήσατε όμως τους προ

είκοσι, προ εικοσιπέντε ετών νέους, οποίας στιγμάς του βίου των

οφείλουν εις αυτό· ίδετε τας μαραμένας όψεις των γραιών, πώς

ζωηρεύονται όταν προφέρουν τ' όνομά του. Ο απογυμνωμένος εκείνος

χώρος ανακαλεί εις αυτούς, εν λεπτομερεί παραστάσει εποχήν

ολόκληρον, όπως η όψις τάφου επαναφέρει εις την μνήμην, με όλας

τας συνηθείας της ζωής του, προσφιλή νεκρόν. Επανευρίσκουν

μυστικάς χαράς εκεί κατασπαρείσας· εκφραστικά βλέμματα εκεί

αφεθέντα· λόγους αγάπης, κρύφια εναγκαλίσματα, διακοπέντα αίφνης

με τρόμον από το βήμα διαβάτου και μη επαναληφθέντα ποτέ πλέον·

πόθους εκεί αναφανέντας κ' εκεί μείναντας ως φυτόν μαρανθέν εν τη

γενέσει του. Όλος εκείνος ο βίος της νεότητος ο μυστικός, ο

αφανής, ο κρύφιος, ο διαρρέων λάθρα διά της καρδίας και της ψυχής,

πλανάται ακόμη δι' αυτούς εκεί, τους ψηλαφά γλυκύτατα, τους

προσμειδιά κ' ευρίσκουν, οι απόμαχοι ούτοι της νεότητος, την

δρόσον, την ευεργετικήν δύναμιν του απομάχου πλέον εκείνου

ποτισώνος.

Διότι το Καλό πηγάδι ήτο ο μόνος ποτισών της κωμοπόλεως τότε.

Ακόμη από των χρόνων της τουρκοκρατίας το νερόν εσπάνιζεν εκεί.

Και όχι διότι εστερείτο ο τόπος πηγαδίων. Αλλ' όλα ήσαν άτυχα,

είχον γλυκύ είτε υφάλμυρον νερόν, όλως ακατάλληλον προς πόσιν.

Πρώτος ο Χασάν Αλής κ' έπειτα ο Σιμάν αγάς, πλούσιοι και

φιλοπόλιδες τούρκοι, ήνοιξαν δύο μεγάλα πηγάδια, μετά τον

Τζαφέρην, τον γεφυρώσαντα τον Στρεμμένον, ευεργετήσαντες κατά πολύ

τους κατοίκους. Αλλ' ο Σιμάν αγάς υπήρξεν ευτυχέστερος εις την

εκλογήν του εδάφους. Αι Νεράιδες, αι έφοροι των πηγών, επλούτισαν

το πηγάδι του με όλα τα δώρα των. Έκαμαν το νερόν του διαυγές,

ψυχρόν, ευκολοχώνευτον και νόστιμον, ώστε όλοι οι κάτοικοι από

αυτό να υδρεύωνται. Κ' επήγαιναν καθ' ημέραν, από τας πρώτας

μεταμεσημβρινάς ώρας μέχρι βαθείας νυκτός, αι γυναίκες και

παρθένοι να γεμίσουν τας στάμνας των, έφερον οι ενδιαφερόμενοι

νέοι να ποτίσουν τ' άλογά των, ήρχετο και ο γέρων νεροκουβαλητής

με το γαϊδουράκι, να γεμίση τα μικρά του βαρέλια. Έτσι συνηντάτο

εκεί ποικιλία χαρακτήρων και παρήγετο ποικιλία γεγονότων. Η

γυναικεία φλυαρία επετείνετο εις το ακρότατον σημείον· τα νέα της

ημέρας συνεζητούντο και ανελύοντο μετ' ακριβολογίας περισσής· η

κακολογία, η οποία εις τας μικράς κοινωνίας εμπλέκει, όπως η

αράχνη τα ζωύφια εις ασφυκτικόν ιστόν, ονόματα τινά επίφθονα και

οικογενείας, εύρισκεν εκεί ελεύθερον στάδιον ενεργείας. Αλλ'

εύρισκεν ελεύθερον στάδιον ενεργείας εκεί και ο έρως, από

παρθένους απλοϊκάς και αφελείς όπως η Ρεβέκκα, την οποίαν

συνήντησεν ο ταμίας του Αβραάμ εις την πηγήν του Ναχώρ· η συζυγική

πίστις από γυναίκας όπως η Πηνελόπη του δημοτικού τραγουδιού, η

ποτίζουσα τον μαύρον του ξένου χωρίς να τον ατενίζη εις τα μάτια·

η φιλία από νέους γεμάτους με ρωμαλέα και ανδροπρεπή αισθήματα.

Και αυτήν την εσπέραν η ιδία εικών εφαίνετο εις το Καλό πηγάδι.

Όλος ο πέριξ τόπος κατείχετο υπό συμμιγούς και αδιακόπου θορύβου.

Όμιλοι γυναικών ήρχοντο και όμιλοι απήρχοντο, με τας στάμνας

γεμάτας εις την κεφαλήν, ή τας χείρας ή επί των ώμων· χαιρετισμοί

αντηλλάσσοντο κατά διαφόρους εκφράσεις· γέλωτες κ' επικλήσεις και

φωναί ανεκατεύοντο και συνήχουν με τους κωφούς κτύπους των

χωματίνων αγγείων και τους οξείς ήχους των μεταλλίνων σίκλων·

βλέμματα πονηρά διεσταυρούντο και ανακραυγαί εκπλήξεως μετά

μορφασμών και μειδιαμάτων υπόπτων εκυκλοφόρουν.

Επί των υψηλών χειλέων του πηγαδιού και κάτω επί του πετρίνου

αλωνίου, σμήνος ολόκληρον εχειρονόμει κ' εφλυάρει και υδρεύετο

εναλλάξ. Πέντε-δέκα σίκλοι ανέβαινον διά μίαν στιγμήν από τα

έγκατά του· δέκα-είκοσι χείρες τους ήρπαζον ευθύς και κατά

διαφόρους διευθύνσεις τους εκένουν εντός των χασκόντων αγγείων. Εκ

της σπουδής της υδρεύσεως κ' εκ της αμίλλης όπως μη υστερήση η μία

της άλλης, παρήγετο σύγχυσις περισσοτέρα. Τα σχοινία των σίκλων

περιεπλέκοντο· αι γεμάται στάμναι εκενούντο κρυφίως εις άλλας υπό

τινος πονηράς βιαζομένης, είτ' εχύνοντο κατά γης υπό άλλης ευφυούς

σκανδαλιάρας, είτ' εξηφανίζοντο καθόλου, είτ' εθραύοντο πολλάκις

εξ αλληλοσυγκρούσεως. Τότε ήρχιζον οι διαπληκτισμοί, αι κατάραι,

αι χονδροειδείς βλασφημίαι, αι διαμαρτυρήσεις, εις τας οποίας

εγέλων κ' εφώναζον εμπαικτικώς αι κάτω αναμένουσαι την σειράν των

γυναίκες.

— Να τι σου κάνει η Κεβή· — την βλέπεις!

— Και δεν ακούς γλώσσα που σώβγαλε!

— Σαν δεν παίρνεις να της σπάσης τη βίκα 'ς το κεφάλι! . .

Είχον κουρασθή να περιμένουν τόσην ώραν με τας στάμνας προ των

ποδών και τας χείρας σταυρωμένας και προσεπάθουν να διασκεδάσουν

ολίγον, εξανάπτουσαι την έριν διά των λόγων. Παρέκει δύο γραίαι,

αφού διά συναξαρίου ευχών έπεισαν μίαν παιδίσκην να γεμίση τους

σίκλους των, προσεστραμμέναι πλησίον εβλέποντο και «ψι . . .

ψι . . .» συνωμίλουν στόμα με στόμα, περί σπουδαίας δήθεν

υποθέσεως. Πλησίον δ' εκεί δύσμορφος και αστείος νεανίας, έφερεν

υπερήφανον άλογον να ποτίση κ' εζήτει ένα σίκλον. Αλλ' αι

γυναίκες όλαι ηρνούντο να του δώσουν και ο νέος εστενοχωρείτο και

παρεκάλει χαριτολογών:

— Μωρ' δόστε μου, να με ιδήτε καλό γαμπρό! . . .

Αι γυναίκες εγέλων διά τούτο κ' αι παρθένοι εξεκαρδίζοντο. Μα τι

νόστιμα που τα λέει ο Φωτάκης! . . . Αλλ' ο νέος εβιάζετο·

εβαρύνθη μόνον να λέγη κ' αίφνης ήρπασεν ένα σίκλον, ανασυρθέντα

εκείνην την στιγμήν από το πηγάδι και παρά τας φωνάς της αντλούσης

κοντούλας γεροντοκόρης, έφερεν αυτόν εις το στόμα του ζώου του:

— Έτσι να δροσίσω κ' εγώ εσένα, κυρά μου! είπε με ιλαρότητα ο

νέος.

Γέλως θορυβώδης εξερράγη από τους λόγους αυτούς. Αλλ' η μία των

συνομιλουσών γραιών εμόρφασε δυσαρέστως.

— Τι ξετσιποσιές, αδερφή! είπε.

— Αμ δεν άκουσες τα χθεσινά; μπα, που δεν ξέρει πια πώς να μας

βαστάξη ο Θεός! . . επρόσθεσεν η άλλη.

Και ήρχισαν τόρα τα δύο λαδικά να σχολιάζουν διά λόγων κλαυθμηρών,

μετά ψευδευλαβείας περισσής, την χθες εμπρός εις το σπίτι του

Καινούριου συμβάσαν σκηνήν. Η καθαρά αλήθεια είνε, ότι ούτε η μία

ούτε η άλλη των γραιών ήτο εκεί. Ήκουσαν το γεγονός λεγόμενον εις

τας μακρυνάς γειτονίας των καθεμία και τόρα, αφού συνηντήθησαν,

έκριναν αναγκαίον ν' ασχοληθούν ολίγον και περί αυτού . . . Ακούς,

καλέ να μένη αυτή καρφωμένη εις την ταράτσαν κ' εκείνος από κάτω

να της δίδη την κουλούραν εμπρός σε τόσον κόσμον! πού ηκούσθη

άλλοτε τέτοιο πράγμα . . . Ε, τι να ειπή! δεν το επερίμενε ποτέ

αυτό από την Ανθήν η γρηά Κωνσταντινιά· την είξευρε τόσον

φρόνιμη! . . Αλλ' η γρηά Βαγγελιώ εβεβαίωνεν, ότι δεν είνε πλέον

καιρός να πιστεύη κανείς ούτε τα ίδια του τα μάτια. Από το σιγαλό

ποτάμι να φοβάσαι. Α! εκείνη πάντα το έλεγε, πως χρήματα ειμπορεί

ν' απόκτησεν ο Στριμμένος, μα φρόνιμο κορίτσι δεν απόκτησε! Μπα,

Παναγία μου· δεν πάνε να κάμουν τουλάχιστον κρυφά ό,τι κάνουν,

παρά φανερά εβγήκαν εις τους δρόμους σαν τα σκυλιά!

Κ' εξήφθησαν μικρόν κατά μικρόν αι στρεβλαί ψυχαί των λαδικών κ'

έγειναν οι λόγοι των ακουστοί πέριξ, ώστε να προσελκύσουν και

άλλας γυναίκας. Κύκλος ευρύς εσχηματίσθη περίγυρά των από

μεσοκόπους, από παρθένους και παιδίσκας ακόμη. Και όλαι ήσαν κατά

πάντα σύμφωνοι με τας γραίας. Ούτε η ηλικία, ούτε το νεάζον

πνεύμα, ουδ' αυτή η ψυχή η ακμάζουσα, ούτε τα ίδια των ακροατών

συναισθήματα ήρχοντο να υπερασπίσουν τους δύο εραστάς. Τουναντίον

καθεμία εκ του ομίλου εφρόντιζε πώς να επισωρεύση περισσοτέρας

κατηγορίας εναντίον των, πώς να φανή πρόθυμος ότι αποδοκιμάζει

μετά μίσους τοιαύτα διαβήματα. Εκοκκίνιζον τα πρόσωπα των

μεσοκόπων, σκανδαλιζομένων υπό του πειρασμού· εφοβούντο αι καλαί

μητέρες μήπως αι τοιαύται σκηναί προσβάλουν την ηθικήν των

θυγατέρων των, του χωρίου ολοκλήρου, κ' εκόπτοντο τόρα και

ανεθεμάτιζον σχεδόν την κυρά Παναγιώταινα, διότι δέχεται τας

τοιαύτας παρεκτροπάς της θυγατρός της.

— Εγώ, αν μώκανε τέτοια το κορίτσι μου, το σφαζα εμπρός 'ς το

κατώφλι της πόρτας μου· είπε τραγικώς χειρονομούσα εύσωμος γυνή.

— Κακομοίρα μάννα, θεός σχωρέσ' την! τώλεγε πάντα· «ο κόσμος,

μωρέ παιδιά μου, εχάλασε· έτσι που πάμε θα μας έρθη κι' άλλη

νεροποντή!» επρόσθεσεν η γρηά Βαγγελιώ με τόνον θρηνώδη,

ενθυμουμένη τας περί νέου κατακλυσμού προφητείας της μητρός της.

— Αμ σώπα, καλότυχη! 'ς τον καιρό τον δικό μας, πού να γένουν

τέτοια πράμματα! . . . αντέκρουσε μωρόσοφον γραΐδιον.

— Εγώ να, εγώ μωρές, με βλέπετ' εμένα; έκραξεν αράθυμη η γρηά

Κωνσταντινιά. Ως την ημέρα που τον πήρα τον συχωρεμένον Κωσταντή,

δεν τον είδα 'ς τα μάτια . . . Αμ' από μακρυά εκαταλάβαινα πως

ερχόταν να με ιδή, φραστ! εγώ κ' έφευγα 'ς τους γειτόνους να

κρυφθώ ως που να φύγη . . .

— Όχι, σαν τόρα κάνε, που μ' οποίον 'βρεθούν στέκουν και 'μιλούν

'ς τους δρόμους! . . .

Η συνομιλία των γυναικών ελάμβανε διαφόρους φάσεις κ' εζωηρεύετο.

Αι νέαι απεκήρυσσον και ανεθεμάτιζον την εποχήν των, την ελευθέραν

και προοδευτικήν κ' έλεγον ότι επόθουν τους περασμένους καιρούς·

ενώ αι γραίαι εφιλοτιμούντο να παριστάνουν αυτούς τόσον αγνούς και

αμώμους! Εν τούτοις επί του πηγαδιού διεξήγετο ακόμη θορυβώδης ο

περί της υδρεύσεως αγών κ' εξηκολούθουν ακόμη να πηγαινοέρχονται

αι χωρικαί από τα μονοπάτια.

— Για ιδέστε, ιδέστε πώς έρχεται, η σιγαλοπαπαδιά! είπεν αίφνης

μία γυνή, δεικνύουσα προς την είσοδον του χλοερού δρομίσκου, του

φέροντος από της κωμοπόλεως εις το πηγάδι.

Αι γυναίκες διέκοψαν την συνομιλίαν των και ητένισαν όλαι με

μειδίαμα χλευαστικόν την Ανθήν. Ήρχετο η λυγερή κρατούσα την

στάμναν επί του αριστερού ώμου και άλλην διά της χειρός και

ακολουθουμένη υπό μικράς ανυποδήτου παιδίσκης, φερούσης τον

σίκλον. Δεν είχε τίποτε το προσποιητόν επάνω της, όπως ήθελον να

φανερώσουν διά του επωνύμου σιγαλοπαπαδιάς αι κακολογούσαι

γυναίκες. Επί του προσώπου, επί του βαδίσματος κ' εφ' όλου αυτής

του ατόμου υπήρχε θλίψις τις, η ισχυρά εκείνη θλίψις και κόπωσις,

η απαντωμένη μόνον εις τους γνωρίσαντας την αληθινήν δυστυχίαν. Τα

μάτια της παρθένου διετήρουν βεβαίως την γλυκείαν αυτών και

μαγικήν διαύγειαν· αλλ' υπόμαυροι στεφάναι διαγραφόμεναι κύκλω και

τριανταφυλλένια ερυθρότης επί των ακροβλεφάρων, επρόδιδον ότι

πολλά έχυσαν δάκρυα· σπασμώδης δε τις τρόμος του κάτω χείλους,

υπόχρως πελιδνού και η νωθρότης του σώματος, εμαρτύρουν αρκετά την

δοκιμασίαν της ψυχής της.

Η Λυγερή · 第 4 / 10 段