εχαροποιήθη ως να συνέλαβε καλήν ελπίδα. Βέβαια, καλά το ενθυμήθη.
Αν υπάγη εις το σπίτι του Παντελή του φούρναρη, κάποια από τας
θυγατέρας του θα την ακολουθήση. Μάλιστα η Βασιλική, η
μεγαλειτέρα, τον σταυρόν της κάνει διά πανηγύρεις και σεργιάνια. Η
Φρόσω ετάχυνε το βήμα και ανέβη τέσσαρα-τέσσαρα τα σκαλοπάτια του
Παντελή. Ευθύς δ' έβαλεν εις ενέργειαν όλην την ευγλωττίαν της,
φοβουμένη άρνησιν εκ μέρους της μητρός, διότι δεν έκαμεν από πριν
την πρόσκλησίν της αλλ' ήρχετο τόσον αποτόμος. Μόλις αντίκρυσε την
Παντελιού, ήρχισε τας παρακλήσεις μισοκλαίουσα σχεδόν, διότι ο
διάβολος έβαλεν εμπόδια εις τον ιερόν σκοπόν της. Έλεγεν ότι αν
της αφίση μίαν των θυγατέρων της να την συνοδεύση, θα έκαμνε πολύ,
μα πολύ θεάρεστον έργον και θα έσυρε τας ευλογίας του αγίου εις το
σπίτι της. Άμα δ' ενόησε κάπος κλονιζομένην την μητέρα εις τας
αντιρρήσεις της, εστράφη προς τας παρθένους και διά ζοηρού λόγου,
ήρχισε την περιγραφήν της πανηγύρεος θέλουσα να κεντήση άμετρον
την περιέργειάν των. Ω, θα περάσουν ωραία εκεί! θα ιδούν τόσον
κόσμον! Τους βλάχους, τις βλαχοπούλες με τ' αργυρά γιορντάνια και
τα χαϊμαλιά· τα βλαχόπουλα με τα γαντζούδια και τους τοκάδες
καταφορτομένα, που να λέγης πως τρέμει ο τόπος όταν περιπατούν.
Και το εκκλησιδάκι, το συνήθως τόσον σοβαρόν, με τους μαύρους
μουχλιασμένους τοίχους του και τον άξεστον ρυθμόν του και αυτό θ'
αφίση την σοβαρότητα και θα φανή στολισμένον, με άνθη περί την
θύραν και τα παράθυρα και στεφάνια και κηρίνους ζώνας. Και πέριξ
αυτού αληθινή μυρμηκιά ανθρώπων· και φωναί του κρασοπούλου, που
έχει στήση το πρόχειρον κρασοπουλειό του κάτω παχυσκίου
αγριελαίας· του μικρεμπόρου που πλανάται εδώ κ' εκεί με το
εμπόρευμά του· του ζαχαροπώλου που ακολουθεί παρά πόδας τα παιδία
και φωνάζει ελκυστικά «κοκκοράκια γλυκά! . . μελένια
παστέλια! . .» ενώ άλλος εκεί φωνάζει δυνατά «ασπρόμαυρο!
άσπρο-μαύρο!» Και τι είνε αυτό το άσπρο-μαύρο; Ένας κύκλος με άσπρας
και μαύρας ταινίας κ' ένας ρόμβος με τα ίδια χρώματα, ο οποίος
γυρίζει σαν ροδάνι εις τ' αυλάκι και τέλος πίπτει εις μίαν πλευράν,
άσπρην ή μαύρην και χάνεται ο παράς . . .
Και τα παιδιά; Α τα παιδιά είνε αλλού. Συνάζονται τα πονηρά εκεί
που υποθέτουν ευκολώτερον το κέρδος, εις την _Κρησάραν_ και
ρίπτουν εκεί τας πεντάρας των. Αλλ' εκείναι έχουν, θαρρείς,
συνεννόησιν με τον ξένον και πηδούν έξω, σαν ακρίδες και χάνουν τα
καϋμένα τα μικρά. Και κάτι παλληκάρια, ωχ κάτι λεβέντες! που να
τους πιη κανείς στο ποτήρι, οπίσω από το εκκλησιδάκι δοκιμάζουν
την ευστοχίαν των όπλων των, βάνοντες σημάδι τον σταυρόν εκεί
κανενός τάφου· — ακούς τον σταυρόν! . .
Δεν ήτο ανάγκη να είπη περισσότερα η πονηρά χωρική. Όλαι αι
θυγατέρες του Καινούριου, καταμαγευμέναι από τα λόγια της, ήσαν
πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Ματαίως η μήτηρ προσεπάθει να τας
εμποδίση, ισχυριζομένη με γέλοια και με χάχανα ότι ο Δημήτρης, ο
πρωτότοκος υιός της, θα τας έδερνεν όλας, και αυτήν την ιδίαν άμα
εμάνθανε τούτο.
— Α, μπα, καλότυχη! ο Δημήτρης δεν είνε τέτοιος, τον ξέρω· έχει
αγαθή ψυχή· είπεν η Φρόσω διά να κολακεύση την μητέρα κ' επιτύχη
τον σκοπόν της.
Η γραία τω όντι εις τον έπαινον εκείνον του υιού της εσίγησε και
δεν έφερεν αντίρρησιν. Εφρόντισε μόνον πώς να συγκρατήση την
προθυμίαν των άλλων θυγατέρων της, δώσασα μόνον εις την Βασιλικήν
την άδειαν ν' ακολουθήση την χωρικήν εις την πανήγυριν.
Γ'
ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΤΑΙ
Το σπίτι του Παντελή Καινούριου ήτο πλιθόκτιστον, μετρίου ύψους
και δυσαναλόγου πλάτους, με αυλήν απεριποίητον κ' ένα αχυρώνα
όπισθεν, με ξυλίνην ταράτσα προς τον δρόμον εις την οποίαν έφερε
σκάλα χονδροειδής, έχουσα σκαλοπάτια κέδρινα, παλαιωμένα και
ανώμαλα. Τα μυστρίσματα των τοίχων ήσαν αλλού κρημνισμένα και
αλλού προισμένα υπό των βροχών, ως εμβαλώματα λευκά και γαιώδη
εναλλάξ· αι γωνίαι καταφαγωμέναι· οι στύλοι της ταράτσας και τα
διαζώματα και το πάτωμα σαρακοφαγωμένα, μισοσπασμένα κ' επικλινή.
Κατ' αντίθεσιν όμως τα παράθυρα κ' αι θύραι ήσαν γαλαζοβαμμέναι,
το εσωτερικόν επιμελημένον, το πάτωμα καθαρόν, παντού δε
παρετάσσοντο εντός δοχείων πετρελαίου, μισοσπασμένων σταμνών,
σκωριασμένων τυροβολίων και ξυλίνων χονδροειδών κιβωτίων, άνθη
παντοδαπά πλούσια εις το χρώμα και την χάριν. Εδώ εδέσποζεν ο
βασιλικός με όλας του τας τάξεις, από του αγαπημένου σγουρού μέχρι
του πλατυφύλλου, του εκπλήττοντος περισσότερον διά του μεγαλείου
παρά διά της ευωδίας του· εκεί τα γαρύφαλα εις στοίβας κοκκίνας ή
χιονώδεις· αλλού η αρμπαρόριζα, ο δυόσμος και η μαντζουράνα εις
σμαραγδούντα κ' ευωδιάζοντα στρώματα. Κάτω των παραθύρων εκρέμαντο
εις αφθόνους και μακράς πλεξίδας χαλκοπρασίνους ο αμάραντος και
παραπλεύρως το μεταξάκι, αντετίθετο καλλιτεχνικώτατα με την
θριαμβευτικήν κατακόκκινην όψιν του· εις τας γωνίας της ταράτσας
το κρούσταλλον, περιτριγυρίζον ναννοφυείς κλώνους με την λευκαυγή
μάζαν του μόλις εφαίνετο, καθώς και το γεράνι το βρωμόχορτον,
επεδείκνυε τα χνοώδη φύλλα του μεταξύ των πλοκάμων του κισσού, ο
οποίος ανέβαινεν επί του τοίχου κάτωθεν, περιέβαλλε το περίστυλον
κ' εσκάλωνεν ανδρειομένος επί της στέγης. Η γεροντική όψις του
σπιτιού εφαιδρύνετο έτσι· εμετριάζετο η σοβαρά και θλιμμένη εκείνη
έκφρασις, η απαντωμένη εις τα παλαιωμένα κτίρια κ' ενόμιζε κανείς
ότι επίτηδες εγκατελείφθη απεριποίητον υπό καλλιτέχνου κατοίκου.
Επειδή δε κατά τας ιδέας των χωρικών η φιλόκαλος ή μη διακόσμησις
ενός σπιτιού, φανερώνει τα μέλη και τας διαθέσεις των κατοίκων,
καθώς και ο κατά την ώραν του γεύματος θόρυβος την οικονομικήν των
κατάστασιν, ο Παντελής Καινούριος εφανερώνετο εκ τούτου ότι είχε
πολλάς θυγατέρας.
Όχι και πολλάς, θεέ μου! Πέντε μόνον θυγατέρας είχεν ο παλαιός
τροφοδότης της κωμοπόλεως εκτός της Βασιλικής, η οποία νεμομένη τα
πρωτοτόκια, έλειπε τόρα εις την πανήγυριν μετά της Φρόσως. Αλλά κ'
αι πέντε αυταί, κληρονομίσασαι τα κάλλιστα και μόνα σχεδόν
προτερήματα του ανδρογύνου Καινούριου, την ακράτητον δηλαδή
φλυαρίαν της μητρός και την ελαφρότητα και αφροντησίαν του πατρός,
ήσαν ικαναί ν' αναστατώσουν το σπίτι και όλην την γειτονίαν. Και
το ανεστάτωνον καθ' ημέραν με τους γέλωτας και τα τραγούδια των,
τας συναναστροφάς και τους χορούς των μετά των άλλων ομηλίκων.
Σήμερον όμως εγίνετο ο μεγαλήτερος και πανηγυρικώτερος θόρυβος εις
το γεροντικόν σπίτι. Ήτο εορτή μεγάλη, πανηγυρική εορτή του
τροπαιοφόρου Στρατηλάτου και εις τα χωρία αι τοιαύται ημέραι δεν
παρέρχονται απαρατήρητοι. Οι χωρικοί, κύπτοντες καθημέραν εις τας
βαρείας εργασίας των, θεωρούν τας επισήμους εορτάς ως οάσεις
επιθυμητάς μεταξύ του καταθλιπτικού διαστήματος του έτους, κατά
τας οποίας πρέπει να ενθυμηθούν επ' ολίγον την ανθρωπίνην των
υπόστασιν και τον ζωώδη, αλλ' αληθή προορισμόν των! Ενώ λοιπόν οι
άνδρες ρίπτονται εις την μέθην και την ευφροσύνην, αι γυναίκες και
προ πάντων αι νεανίδες, συναντώμεναι καθ' ομίλους εις τα σπίτια,
δίδονται εις τους χορούς και τα τραγούδια, υμνούσαι τον έρωτα και
τον οικογενειακόν βίον. Αι θυγατέρες του Καινούριου, από την
παραμονήν καλέσασαι τας φίλας και τας γειτονίσσας, συνεκρότουν
τόρα πολυθόρυβον συναγωγήν εις την σάλαν.
Κατείχεν αυτή ολόκληρον σχεδόν το επάνω πάτωμα του κτιρίου. Μόλις
καλάμινον διάφραγμα ενός μέτρου, από του οποίου εξείχον όρθιοι
κάλαμοι με τα λογχοειδή φύλλα και τους θυσάνους των ακόμη και
καδρόνια απελέκητα, άφινον χώρον ελάχιστον διά το μαγειρείον και
την αποθήκην. Εις την μίαν γωνίαν της σάλας πλατύ, επιβλητικόν
έστεκε το κρεββάτι του γεροντικού ανδρογύνου, επεστρωμένον με
σινδόνια μεταξωτά και προσκέφαλα κεντητά κ' επάνωθέν του επί του
τοίχου, φρουρός άγγελος εκρέματο το εικονοστάσιον, από ξύλον
χονδροειδώς σκαλισμένον, με διάφορα εικονίσματα κ' εμπρός άσβεστη
ηωρείτο η κανδύλα. Παραπλεύρως έστεκεν ο κομός, λάμπρος από το
έλαιον διά του οποίου προσφάτως είχεν αλειφθή, με το θυσανωτόν
τραπεζομάνδυλον σκληρόν από την κόλλαν, με δύο ανθοδόχας
γεμισμένας από χρωματιστάς ακάνθας και πτερά, με κουτιά
καταφορτωμέν' από θαλάσσια όστρακα και με καθρέπτην μέτριον,
τυλιγμένον διά κιτρίνου τουλίου ίνα μη καταστρέφουν οι μύγες το
επιχρυσωμένον πλαίσιόν του. Αντίκρυ ανοίγετο ο καναπές με το
πολύτοξον έρεισμά του, βαθύς, αναπαυτικός, προκλητικώτατος από τα
πουπουλένια προσκέφαλα και τα δαντελωτά και πολύχρωμα καναπελίκια
του. Κ' εδώ ή εκεί πέριξ, κατείχον τα κενά κασέλαι και φορτσέρια
διάφορα, επεστρωμένα διά χρωματιστών απλαδίων ώστε να φαίνεται του
ενοίκου ο πλούτος και συγχρόνως ν' αναπαύωνται οι προσερχόμενοι.
Τόρα εις το κέντρον της σάλας πολλαί παρθένοι, εύμορφαι και
άσχημαι αναμίξ, με απροσποίητον αφέλειαν και χάριν πιασμέναι,
ηκολούθουν διά του βήματος και της φωνής τον ήχον του ντεφίου, το
οποίον έπαιζεν ερρύθμως στρογγυλοπρόσωπος και ραδινή χωρική. Εις
τας άκρας, επί των κιβωτίων, αι μεσόκοπαι κ' αι γραίαι συνώδευον
εις το τραγούδι τας νέας και παρηκολούθουν μ' εξεταστικόν και
πεπειραμένον βλέμμα κριτού τον χορόν, τα βεργολυγίσματα και τους
ακκισμούς των, αναπολούσαι μετά τινος βαρυθυμίας, άλλην ιδικήν των
εποχήν, τους χορούς και τους θριάμβους των. Μεταξύ τούτων
παρεκάθηντο και μητέρες των χορευουσών, αι οποίαι προσείχον εις τα
κινήματα των θυγατέρων των και διώρθονον τας παρατηρουμένας
ελλείψεις, ενδιαφερόμεναι μεγάλως διά την τελείαν εκμάθησιν . . .
Ούτε τα παιδία έλειπον, παρά εγέμιζον θορύβου και φωνών το σπίτι,
άλλα κυλιόμενα επί του πατώματος, μεταξύ του κύκλου των χορευουσών
και φλυαρούντα, άλλα κλαίοντα επί των γονάτων των μητέρων των. Και
υψηλά επί της σκαιάς οροφής, μεταξύ των χονδρών πατερών και των
ξύλων της, πρόσχαροι αι χεληδόνες ετσιτσίριζον μέσα εις τας φωλεάς
των είτ' εκυνηγούντο περιπετώσαι μέχρι των κεφαλών των παρθένων
και ρίπτουσ' αιφνήδιον μεταλλικόν ψέλλισμα. Και όμως όλου τούτου
του θορύβου υπερείχεν η φωνή των λυγερών, εύηχος, αρμονική,
μιγνυμένη προς τους δούπους του ντεφίου και τους αργυρούς ήχους
των κροτάλων και τους μονοκρότους κτύπους των ποδών, εις έν όλον
μεθυστικόν κελάδημα . . .
— Ε, νά που σας την ήφερα! . . .
Η υψηλή Ζαχάρω εφάνη αίφνης εις την θύραν της σάλας, σύρουσα από
της χειρός εν θριάμβω την Ανθήν. Η λυγερή ήθελε να σταθή, να
χαιρετίση δεξιά και αριστερά, να φιλήση τας φίλας της και ν'
αναπνεύση τέλος από τον δρόμον αλλ' η σύντροφός της δεν την άφινε
καθόλου. Παρεκίνει, σχεδόν επέβαλλεν εις αυτήν να πιασθή εις τον
χορόν και συγχρόνως έλεγεν εις τας άλλας κορασίδας.
— Δεν ξέρτε τι τράβηξα ως που να την καταφέρω! . . .
— Μπα, καλότυχη! . . . γιατί;
— Δεν ξέρω πώς είμ' έτσι· δεν είμαι καλά· απήντησεν η Ανθή μετά
νωχελείας·
Και αληθινά δεν ήτο καλά η λυγερή. Ησθάνετο αδυναμίαν, φρικώδη
αδυναμίαν καθ' όλον το σώμα και άμα εκινείτο ολίγον εκουράζοντο οι
πόδες της, ως να εσηκώθη μόλις από πολυήμερον ασθένειαν. Αλλά και
την ψυχήν είχεν υπερμέτρως θλιμμένην η κόρη, ως εν ασφυκτική
καταστάσει και την κεφαλήν βαρείαν και την όψιν αλλαγμένην. Μετά
την ταραχήν της χθες, την οποίαν υπέφερεν από τους λόγους της
Κυράς Παγώνας, ήλθον τα σημερινά και την κατέβαλον. Εκτός της
πανηγύρεως και των θεαμάτων της, τα οποία θ' απελάμβανεν αν
επήγαινεν εκεί, επερίμενε και κάτι καλλίτερον. Ο Γεώργιος την
είχεν ειδοποιήσει ότι θα επήγαινεν εις την πανήγυριν μετά των
φίλων του· ότι θα επηλάλει μάλιστα και την κουλούραν. Και η Ανθή
ελογάριαζε να τον απολαύση εκεί, μέσα εις τον κόσμον και τον
θόρυβον, όπου δεν προσέχει κανείς τι κάμνει ο άλλος, μακράν των
βλεμμάτων της μητρός της· να στριμωχθή πλησίον του μέσα εις την
κυματούσαν φοράν της λιτανείας, να του προσμειδιάση από πλησίον
και ν' ακούση ένα του λόγον αγάπης, από εκείνους τους οποίους
μόνος αυτός γνωρίζει να προφέρη με τόσην γλύκαν να τον καμαρώση
τέλος επί του Μαύρου του, διαπρέποντα μεταξύ των λοιπών
παλληκαρίων. Αλλ' ο Νικολός παρουσιασθείς αίφνης εμπρός, διέλυσε
και αυτήν της την ελπίδα. Α! πάρα πολύ σκανδαλωδώς ήρχισε να
συνεμπαίνη εις την ζωήν της αυτός ο άνθρωπος! . . .
Και η λυγερή από ώρας εις ώραν εσχημάτιζε μεγαλειτέραν την
αποστροφήν της κατά του Νικολού, και χωρίς να θέλη, με την υποψίαν
εκείνην της χωρικής, μήπως αμαρτάνει εν αγνοία της, ανεθεμάτιζε
την ώραν κατά την οποίαν ευρέθη εις τον δρόμον, ο οποίος τον
έφερεν εις την κωμόπολιν. Εδοκίμασε ν' ασχοληθή εις διευθέτησιν
του σπιτιού· αλλ' ούτε το σώμα ούτε το πνεύμα είχε πρόθυμον εις
τούτο. Όλα της έπταιον γύρω, όλα την ετάρασσον, και τα έπιπλα και
τα φορέματά της και τα παιδία μακρυνής συγγενούς της, ελθόντα εκεί
διά φίλευμα, όπως είχον συνειθίση, και τα κλωσσοπούλια τα οποία
διά χαριτωμένων πηδημάτων αναβαίνοντα την σκάλαν, απέσπων
ακρατήτους άλλοτε τους γέλωτάς της. Τόρα έδειρε τα παιδία, έδιωξε
με φωνάς και κατάρας τα κλωσσοπούλια, έσχισε το φόρεμά της σύρασα
αυτό αποτόμως από τινος καρφιού όπου επιάσθη, κ' έρριπτεν εδώ κ'
εκεί τα έπιπλα, ενώ τα ετακτοποίει. Η μήτηρ της η οποία την
παρηκολούθει διά του βλέμματος κάτι μαντεύουσα, ηπόρει δι' αυτά
όλα και της έλεγεν από καιρού εις καιρόν με μαλακόν τρόπον: _
— Τι έπαθες, θυγατέρα· με την κακή σου είσαι σήμερα;
— Με την κακή μου και με την ψυχρή μου! απήντα σκαιώς η Ανθή.
Την μεσημβρίαν δεν εκάθισεν εις το γεύμα. Οι γέροντες γονείς, οι
οποίοι ως μονάκριβην την επεριποιούντο περισσότερον κ' εταράσσοντο
εις την παραμικράν κακοδιαθεσίαν της, την εκάλεσαν επανειλημμένως
να φάγη. Υποθέτοντες ότι η δυσθυμία της εκείνη προήρχετο από
μετάνοιαν, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, υπέσχοντο εις αυτήν
να υπάγουν μίαν άλλην ημέραν όλοι, να καλέσουν και άλλας
οικογενείας φιλικάς, να ψήσουν αρνιά και να διασκεδάσουν εκεί,
κάτω από τας μεγάλας ελαίας της Μονής. Ο κυρ Παναγιώτης μάλιστα
υπέσχετο να φέρη και τα ταβούλια από το Τραγανό και να χορεύση
εμπρός, χάριν της Ανθής του. Αλλ' η λυγερή έμεινεν αμετάπειστος.
Προσεποιήθη κόπωσιν, κεφαλόπονον και αυτή δεν ήξευρε τι
προσεποιήθη κ' έμεινεν έξω εις το κατώφλιον της θύρας, ως χήρα
κλαίουσα την Μοίραν της.
Το απόγευμα ήλθεν η Ζαχάρω και ήθελε να την πάρη εις τον χορόν. Η
Ανθή ηρνείτο επιμόνως· δεν ήξιζε τον κόπον να υπάγη. Ο χορός και η
συναναστροφή θέλουν όρεξιν και αυτή δεν είχε καθόλου, μα καθόλου!
ούτε ν' ανοίξη το στόμα της. Αλλά και η Ζαχάρω επέμενε
παρακαλούσα. Την όρεξιν θα την κάμη εκεί, άμα ιδή τας άλλας να
χορεύουν και ακούση το ντέφι να βροντή και να κελαδή ως έμψυχον
εις τας χείρας της Χαραλάμπαινας. Πόσοι κάθηνται εις το τραπέζι
δίχως όρεξιν και όμως άμα ιδούν τα φαγητά τρώγουν! . . . Έπειτα να
ξεδώση· αν έχη τίποτε να το ρίψη έξω . . . Η λυγερή εν τούτοις
ισχυρίζετο ότι άμα είνε βαμμένη η καρδιά του ανθρώπου, χίλια να
κάμη του κακού πηγαίνουν. Μα πάλιν τι θα κάμη να κλεισθή εκεί;
αντέτεινεν η Ζαχάρω. Από το σπίτι του Καινούριου θα έβλεπε
τουλάχιστον τους πανηγυριστάς· αλλ' από το ιδικόν της τι θα
έβλεπε; Η αγορά θα είνε έρημη σήμερον· ο κόσμος είν' έξω, εις τις
γειτονιές . . .
Ήτο αγαθή κόρη η Ζαχάρω κ' επέμενε να διασκεδάση την θλίψιν της
φίλης της. Παρίστανεν ως όλως έκτακτον το θέαμα των πανηγυριστών,
όταν επιστρέφουν εις την κωμόπολιν, άλλοι εξηντλημένοι, χαλαρώς
κρατούντες τους χαλυνούς των αλόγων και κύπτοντες την κεφαλήν
βαρείαν εκ του πότου και του δρόμου· άλλοι εξημμένοι και
αρειμάνιοι, επιδεικνύοντες τον στολισμόν και την ευτυχίαν
των . . .
Η Ανθή κατεπείσθη τέλος και ηκολούθησε την νεάνιδα εις το σπίτι
του Καινούριου. Και τόρα η Ζαχάρω, καταμαγευμένη διά την επιτυχίαν
της αυτήν, έξαλλος εκ του θορύβου της συναναστροφής και πρόθυμη να
χαροποιήση την φίλην της, ηνάγκαζεν αυτήν να σύρη πρώτη τον χορόν.
Κ' αι άλλαι νεάνιδες παρεχώρουν προθύμως την θέσιν των εις την
Ανθήν. Απέκαμαν πλέον! εχόρευσαν τέσσαρες και πέντε φορές κάθε
μία . . .
Η λυγερή εχόρευσε τω όντι με χάριν και αφέλειαν πολλήν. Έλειπεν
όμως από αυτήν η ευθυμία, η όρεξις εκείνη η πτερόνουσα τους πόδας.
Ούτε κινήσεις είχεν αρκετάς, ούτε το βεργολύγισμα εκείνο το βαρύ
της εποχής, το οποίον παρομοιάζει την χορεύουσαν με παγώνι όταν
σκύπτη να ποτισθή εις την πηγήν. Τούτο δεν διέφυγε το εξησκημένον
μάτι των άλλων γυναικών και ήρχισαν μεταξύ των να φέρουν εν
ψιθυρισμώ τας κρίσεις των. Τι έπαθε, καλέ πώς χορεύει έτσι η
Ανθή! . . . Από όλας δε περισσότερον παρετήρησε τούτο η
σπιτονοικοκυρά και το έδειξε χαιρεκάκως εις την μεσόκοπον γείτονά
της, την αδελφήν του Γιωργίου Βρανά. Όχι, δεν ηδύνατο να συγχωρέση
τοιαύτα λάθη εις τον χορόν η αγαθή Παντελιού. Αν εχόρευον έτσι αι
θυγατέρες της, η Βασιλική της αν εχόρευεν έτσι, δεν θα την άφινε
ποτέ πλέον να χορεύση. Και βλέπεις, αδελφή, ότι επάχυνεν ακόμη
αυτή η κόρη· βλέπεις τι άσχημη έγεινε; πού πρώτα που ήτο μια
πανώρηα λυγερή! . . Έπειτα τι κάμνει τάχα πως δεν την μέλει και
χαμηλώνει τα μάτια, σαν την Παναγιά; Αυτά δεν χωνεύονται
πλέον! . . . Και ζωηρευθείσα αίφνης, εψιθύρισεν εις το αυτί της
συντρόφου της.
— Ξέρεις, αδελφούλα μου, που αν είν' αλήθεια τα λόγια του κόσμου,
ο Γιωργάκης δεν κάνει καλά να πάρη αυτή την ψευτοπαναγιά! . . .
Κ' ενδιαφέρετο η χονδρή και πληθωρική γυνή περί του μέλλοντος του
Γεωργίου Βρανά και ανησύχει διά την τύχην του. Η μητρική καρδία
της δεν ηδύνατο ν' ανεχθή τοιαύτην του νέου ατυχίαν. Δεν εχάθηκαν
δα από τον κόσμον τα κορίτσια· είνε άλλα που τον παρακαλούν αρκεί
να θέλη μόνον! . . . Και ήσαν οι λόγοι ούτοι πλαγία ομολογία των
συμπαθειών τας οποίας έτρεφε προς τον Γιώργιον και των προσδοκιών
της, ως καλού γαμβρού διά την θυγατέρα της, την Βασιλικήν. Την
ηξεύρει δα όλον το χωριόν την Βασιλικήν, την πρωτότοκόν της, τι
προκομμένη είνε και τι εύμορφη! Ας μη λέγη τίποτε η Παντελιού,
διότι είνε μητέρα και να μην υποτεθή ότι θέλει να επαινέση την
κόρην της . . .
— Μπα σε καλό σας! γάμο έχετε; Ηκούσθη αίφνης και ώρμησεν εις την
σάλαν η Βασιλική.
Φωναί εύθυμοι εδέχθησχν ευθύς την παρθένον, δεκαεπταετή
ξανθόμαλλον και λευκήν παρθένον· ευχαί εγκάρδιοι και δεξιώσεις ως
να έλειπεν από χρόνου μακρού.
— Καλώς την, καλώς ώρισες!
— Βοήθειά σου ο άγιος.
— Και του χρόνου με τον καλό σου! . . .
Η Βασιλική ηυχαρίστει όλας διά τας ευχάς· ησπάζετο τας φίλας της,
άπλωνε την χείρα εις άλλας κ' εσπόγγιζε το κάθιδρον πρόσωπόν της
κ' εγέλα πετώσα όλη από χαράν. Ήτο φύσει εύχαρις και λάλος η
νεάνις· ένας από τους ελαφρούς εκείνους παρθενικούς χαρακτήρας,
τους οποίους δύναται τις ασφαλώς να παρομοιάση με τας σουσουράδας·
πετούν, φλυαρούν, γελούν αδιακόπως και ο νους των διατελεί εις
αδιάκοπον ζήτησιν της μεταβολής του βίου, το δε σώμα παρακολουθεί
πρόθυμον. Η μελαγχολία δεν έχει θέσιν εις αυτούς· η λύπη δεν έχει
διάρκειαν. Περί της Βασιλικής ελέγετο μεταξύ των γυναικών, που
παρεστάθησαν εις την γέννησίν της, ότι μόλις έπεσεν εγέλα και
ηκτινοβόλει από ευτυχίαν το πρόσωπόν της, ως να ήρχετο με λαμπράς
εντυπώσεις από τον άλλον κόσμον κ' εχαίρετο διά την αλλαγήν του
βίου.
Και τόρα δι' αυτήν την βραχείαν αλλαγήν του βίου, τας νέας
σκηνογραφίας, που εξετυλίχθησαν εμπρός τα μάτια της, της
θορυβώδους πανηγύρεως, του εσμού αυτής και των θεαμάτων, ήτο τόσον
χαρούμενη κ' έφρισσεν όλη ανήσυχος, υπό τας φιλοστόργους χείρας
της μητρός της, η οποία την επεριποιείτο με συγκίνησιν.
— Μέσ' 'ς το μεσημέρι εκινήσατε να 'ρθήτε έλεγε κάπως
ηγανακτισμένη η Παντελιού· δεν αφίνατε 'λίγο να δροσίση . . .
— Πού άφινε ο Νικολός· απ' την ώρα που τον πάτησε τ' άλογο
εδαιμονίσθηκε!
— Τι, ποιο άλογο τον πάτησε;
Όχι, καλότυχη, τον πάτησε τον επήρε εκεί με τον αέρα το άλογο του
Γεωργίου Βρανά και τον έρριψε κάτω. Αλλ' αυτός εφοβήθη τόσον, ώστε
όλο και άλογα έβλεπε γύρω του και ηνάγκασε τας γυναίκας να φύγουν
γρήγορα, γρήγορα! . . .
Ο χορός διεκόπη τόρα και όλαι αι νεανίδες εκύκλωσαν την Βασιλικήν,
περίεργοι ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Εις το πάθημα του
Νικολού Πικοπούλου, ο οποίος διά το κωμικόν παράστημά του, συχνά
επροκάλει τας ειρωνείας των κορασίδων, οι γέλωτες ήχησαν με
θορυβώδη ασυμφωνίαν.
Αλλ' η εγκαρδιώτερον των άλλων γελώσα ήτο η Ανθή. Έπασχε τόσα από
αυτόν τον άνθρωπον, ώστε της εφαίνετο πολύ ευχάριστον το πάθημά
του. Εξεδικείτο έτσι η αδυναμία της· εθριάμβευεν επί τη ιδέα ότι ο
Γεώργιος ήτο ο εκδικητής αυτής και μετεμελείτο, διότι δεν επήγεν
εις την πανήγυριν, ν' αντιληφθή με τα ίδια της μάτια την
εξουθενωτικήν εκείνην πτώσιν του μισητού της. Η ψυχή της λυγερής
ευρίσκετο εις απολαυστικήν έκστασιν, φανταζομένη διά της
ζωηρότητος του μίσους, τον Νικολόν κυλιόμενον εις το χώμα κ'
έπειτα σηκονόμενον περίτρομον, με τα φορέματα κατασκονισμένα και
φεύγοντα ευθύς μακράν της πανηγύρεως, ενώ ο Γεώργιος ωρθούτο επί
του αλόγου του, θριαμβευτής και υπερήφανος . . . Και ολίγον κατ'
ολίγον δόσις φθόνου εγεννάτο μέσα της διά την Βασιλικήν· φθόνου
τον οποίον ησθάνθη ευθύς μόλις έμαθεν ότι η νεάνις αντικατέστησεν
αυτήν εις την πανήγυριν και τον οποίον εσίγασαν μετ' ολίγον αι
σκέψεις του λυπηρού μέλλοντός της.
Αλλ' ανέκαθεν η Ανθή δεν έτρεφε μεγάλην συμπάθειαν προς την
Βασιλικήν. Το εύθυμον και γελαστόν ήθος της παρθένου, αι
περιποιήσεις τας οποίας απέδιδε προς αυτήν, πάντοτε παρεξηγούντο
υπό της λυγερής. Ενόμιζεν ότι όλα ήσαν εμπαιγμοί και φιλέκδικος
διάθεσις μόνον. Η Βασιλική ήτο αδελφή του Δημητρίου, του
στενωτέρου φίλου του Βρανά και τούτο την ανησύχει μεγάλως.
Πρόληψίς τις εβασίλευεν εις το πνεύμα της, ότι εκείνη μίαν ημέραν
θ' αντικαθίστα αυτήν εν τη καρδία και τη ζωή του αγαπητού της.
Πολλάκις έκλαυσε δι' αυτήν την ιδέαν· πολλάκις απηλπίσθη και
ωμολόγησεν εις τον Γεώργιον πλαγίως, ότι δεν ήθελεν να συχνάζη εις
το σπίτι του φίλου του. Ο νέος εννόησε τους φόβους της και
προσεπάθησε να τους διασκεδάση. Αλλ' η φιλία του Βρανά και του
Δημητρίου υπήρχε πάντοτε, ακμαία και αδιάρρηκτος και υπήρχον εκ
τούτου και οι φόβοι της λυγερής. Τόρα ενόμιζεν ότι η Βασιλική
υπερέβαλεν αυτήν καθ' όλα· ότι της έκλεψε μίαν έκτακτον απόλαυσιν,
και μετενόει διότι δεν ηκολούθησε την θείαν της, αλλά παρεχώρησε
την θέσιν της εις εκείνην, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της!
Ναι, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της Βασιλικής! Τούτο εκέντα
πολύ την ζυλοτυπίαν της λυγερής. Να βλέπη τόσας εκεί μορφάς
προσηλωμένας εις εκείνην περιέργως· ενωτιζομένας τους λόγους της
λαιμάργως, εκπληττομένας διά τα περίεργα συμβάντα της πανηγύρεως
και να ηξεύρη ότι εις την θέσιν της θα ήτο αυτή τόρα, θα εκίνει
αυτή την προσοχήν και όχι η Βασιλική· τούτο εξηρέθιζε τον φθόνον
της ακόμη περισσότερον.
— Αμ' την κουλούρα; ποιος επήρε την κουλούρα; ηρώτησαν αίφνης την
Βασιλικήν αι γυναίκες.
— Ο Γιώργης ο Βρανάς.
Και μετά φλυάρου λεπτομερίας, ευτυχισμένη διότι ήτο εις θέσιν να
λέγη, όλον να λέγη και ν' ακούεται μετά προσοχής η ελαφρά νεάνις,
ήρχισε να διηγήται τα του ιππικού αγώνος. Α! είνε το καλλίτερον
της όλης πανηγύρεως αυτό! Φαντασθήτε· μόλις εδόθη το σημείον και
όλη εκείνη η μυρμηκιά του θεωμένου πλήθους ν' ανυπομονή, να
στενοχωρήται να παθαίνεται ως έν και μόνον σώμα. Ο κάμπος ηπλούτο
επικλινής ολίγον ομαλός όμως, καταπράσινος, με ολίγα σφερδούκλια
εδώ κ' εκεί· με μίαν αγριαπιδιάν εις την μέσην κ' ευρύς,
απεριόριστος εις το βλέμμα των θεατών. Ένεκα της μεγάλης
αποστάσεως δεν διέκρινέ τις κατ' αρχάς άλλο τίποτε παρά μελανά
μόλις στίγματα, σκιάς άνω του εδάφους, φερομένας υπό του ανέμου.
Μικρόν κατά μικρόν έπειτα διεκρίθησαν οι πόδες των αλόγων,
κινούμενοι εμπρός-οπίσω μετά ταχύτητος, ως πτερωταί μύλου και
τέλος διεγράφησαν και οι καβαλλάρηδες, ως λευκά συννεφάκια ανά την
απέραντον έκτασιν. Ο νικητής όμως ήτο αδύνατον να διακριθή ακόμη.
Η φορά των αλόγων εν τη καταπληκτική ορμή των, ήλλασε κατά λεπτόν
και οι πρώτοι ήρχοντο έσχατοι και οι έσχατοι επροπορεύοντο, ώστε
κατήντησεν αμφίβολον το τέλος. Το πλήθος ανυπόμονον έκαμνε τας
κρίσεις του, έλεγε τας εικασίας του καθείς, ωσεί θέλων να ταχύνη
το αποτέλεσμα.
— Να το ψαρί, την άρπαξε!
— Μπα, δεν βλέπεις το μπάλιο που το φέρνει κατά πόδι;
— Θα το περάση, ορέ, θα το περάση!
— Α! α! α! α! . . .
Κ' εφώναζον οι στρατηλατούμενοι, κινούντες χείρας και πόδας, ως να
μετείχον και αυτοί του αγώνος . . . Αίφνης νά· πίπτει ένας
καβαλλάρης και φεύγει το άλογόν του μακράν, τριποδίζον. Δύο άλλοι,
βλέποντες φανεράν την αποτυχίαν αποσύρονται του αγώνος· αλλά διά
να μην ντροπιασθούν φεύγουν μακράν των θεατών. Και αρχίζουν ούτοι
πάλιν φωνάζοντες:
— Του Ζόγγα επήρ' ο ένας, του Ζόγγα!
— Κι' ο άλλος του Μάζι . . .
— Πάει να κάμη συμπεθεριό! . . .
Και γελούν, αιωνίως γελούν, σαρκάζοντες τους νικημένους . . . Τ'
άλογα τρέχουν ακόμη εν δαιμονιώδει φορά, με την κεφαλήν τεντωμένην
εμπρός, το σώμα όλον ευθύτατον ως ιπτάμενοι κόρακες. Και τα
φορέματα των καβαλλάρηδων κυματίζουν, φουσκώνουν από τον άνεμον αι
πλατείαι χειρίδες των υποκαμίσων και η φουστανέλλα πλαταγεί
θορυβωδώς.
Άλογα τέσσαρα έμενον τόρα διαφιλονικούντα το γέρας. Το λευκόν
ήρχετο προς τα εμπρός, με τον καβαλλάρην κολλημένον ως κάνθαρον
επάνω του. Αίφνης πλησίον του επέρασε το μαύρον, με το λευκόν
αστέρι εις το μέτωπον κ' εβάδιζε τόρα κατ' ευθείαν εις το τέρμα.
Αλλά μετ' ολίγον άλλο, με τρίχωμα βαθύ ασπρόμαυρον ήλθε
παραπλεύρως, ζητούν την νίκην . . . Και οι θεαταί εξηκολούθουν τας
συζητήσεις κ' έλεγαν τα συμπεράσματά των ανυπόμονοι.
— Ανδραβιδιώτης είνε το αστεράτο;
— Ναι, του Σκαμνάκη . .
— Και τάλλο, το σιδερικό;
— Γαστουνιώτης.
— Θα την φάη τη χυλόπηττα!
Και ολίγον έλειψε να έλθουν εις ρήξιν εξ αιτίας του, μη
παραδεχόμενοι να ντροπιασθή το άλογον του τόπου των. Αλλ' αίφνης ο
ψαρής, ο προπορευόμενος εις την αρχήν του αγώνος, εστάθη εις την
μέσην του δρόμου ακίνητος, παρά τας παροτρύνσεις του αυθέντη του,
και κρατών υψωμένην την κεφαλήν, παρετήρει όλα τα σημεία, ως να
ηρεύνα τον ορίζοντα· έπειτα εστράφη αποτόμως προς τα οπίσω,
συναποφέρων άκοντα και τον κύριόν του.
— Άφς τον· πάει για βρούβες· είπαν.
Έμεναν πλέον τρία εις το ιπποδρόμιον· τα δύο επήγαιναν εμπρός, και
ολίγον όπισθεν, σχεδόν επί τα ίχνη των, εβάδιζε το τρίτον. Ήρχετο
τούτο κανονικώς τρέχον, μη παραλλάσσον τον βηματισμόν του, ως να
ήτο βέβαιον περί της νίκης του και άφινε τ' άλλα να κοπιάζουν
αδίκως. Και ωσεί προλαμβάνον την σκέψιν των θεατών, δι' ενός
πηδήματος, επέρασεν αίφνης μεταξύ των αντιπάλων του κ' επλησίασε
σπεύδον τον κρατούντα επί κοντού την κουλούραν, της νίκης το
έπαθλον.
— Μωρέ, γεια σου, πουλί μου! εφώναξαν οι θεαταί κατενθουσιασμένοι,
φιλούντες το άλογον επί του τραχήλου. Ενώ, ο Γεώργιος Βρανάς ο
καβαλλάρης και κύριος του ωχρός, συγκεκινημένος, ωρθούτο κ'
επεδείκνυεν εις το πλήθος την κουλούραν, εν εξάλλω αποθεώσει . . .
— Παναγία μου, τι ώμορφος που ήταν εκεί! άγγελος γραμμένος·
επεφώνησεν η κόρη με απροσποίητον θαυμασμόν.