Το δαιμόνιον του Σωκράτους.</b>

Υπό την ειρωνείαν του Σωκράτους εκρύπτετο ο ενθουσιασμός

εφ' ου ενεπνέετο και κατά τας μεταφυσικωτέρας συζητήσεις,

και ενθουσιών έλεγεν, ότι το αγαθόν μόλις αποκαλυπτόμενον

εις την διάνοιαν επιβάλλεται εις την θέλησιν, όθεν ουδείς

κακός εκών, και ότι σμικρόν τι μάθημα ηπίστατο, τα ερωτικά,

δι' ο εγένετο των καλών και αγαθών νέων εραστής. Την μίτων

ταύτην φύσιν του Σωκράτους κατέδειξεν εναργώς ο Πλάτων εν

&Συμποσίω (215)• Σωκράτει δ' εγώ επαινείν, ω άνδρες, ούτω

επιχειρήσω δι' εικόνων& κλπ., ένθα και η εν Ποτιδαία

έκστασις (&ειστήκει σιωπών&) εικονίζει την εν τη σκέψει και

αφαιρέσει ενθουσιώδη φύσιν του, ην παραλόγως αποδίδουσί

τινες εις παραφροσύνην. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον εάν εν

τη βαθεία ταύτη σκέψει διείδεν αυθόρμητα και ανεξάρτητα της

θελήσεως του πνευματικά φαινόμενα, άτινα, κυριευόμενος υπό

της ιδέας της πανταχού ενεργείας του Θεού, εξέλαβεν ως

θείας εμπνεύσεις, &το δαιμόνιον&. Ταύτην δε την γνώμην

συνεμερίζετο όλη η αρχαιότης θεωρούσα πάσαν φυσικήν

έμπνευσιν ως θείαν και ταυτίζουσα θεία τινί &μανία& και την

μαντείαν και την ποίησιν και τον έρωτα (&Φαίδρ.). Και διά

του έρωτος εδίδασκεν ο Σωκράτης, και εκέρδιζε την εύνοιαν

και την συγκατάθεσιν των μαθητών του. Ο έρως ήτο, καθ' ά

έλεγε τω Σωκράτει η Διοτίμα, &(Συμπόσ. 203) δαίμων μέγας,

και παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού . . .

ερμηνεύον και διαπορθμεύον θεοίς τα παρ' ανθρώπων και

ανθρώποις τα παρά Θεών, των μεν τας δεήσεις και θυσίας, των

τε τας επιτάξεις και αμοιβάς των θυσιών . . . θεός ανθρώπω

ου μίγνυται, αλλά διά τούτου πάσα εστιν η ομιλία και η

διάλεκτος θεοίς προς ανθρώπους και εγρηγορόσι και

καθεύδουσι• και ο μεν περί τα τοιαύτα σοφός δαιμόνιος

ανήρ&. Εν τω Τιμαίω επίσης η ψυχή θεωρείται ως &δαίμων

ένοικος, το ηγεμονικόν,& και λίαν φυσική είναι η εν τω

ενθουσιασμώ, εν τη εξάψει και εν παντί σφοδρώ αισθήματι

οπτική, ούτως ειπείν, απάτη της ψυχής, δι' ης το

υποκειμενικόν αντικειμενούται. Η εκ του αισθήματος

αυθόρμητος αύτη ενόρασις ίσταται, ως η &δόξα&, μεταξύ

επιστήμης και αμαθείας, ταύτης σαφεστέρα, σκοτεινότερα δε

εκείνης• και εκ τούτου αι εν τω &Ίωνι& και τω &Μένωνι&

ειρωνικαί κατά των ποιητών και των πολιτικών επικρίσεις.

Αύτη δε η άνωθεν έμπνευσις και χάρις και φώτισις υπάρχει,

κατά Πλάτωνα, μάλλον ή ήττον ανεπτυγμένη εις όλας τας ψυχάς

(&μαντικόν γε τι και η ψυχή&). Εάν τωόντι κατέλθωμεν εις τα

ενδότερα του πνεύματος, και προσέξωμεν εις τας αυθορμήτους

κινήσεις του νοός και της καρδίας, ευρίσκομεν απρόσωπόν

τινα ενέργειαν αναμιγνυομένην εις την προσωπικήν και

αντανακλώσαν εν ημίν την καθολικήν και θείαν ζωήν, προς ην

η ημετέρα δεν δύναται να ήναι άσχετος. Ουχ ήττον δε του

Πλάτωνος και ο Λεϊβνίτιος εθεώρει την εν ημίν &μονάδα& ως

το έσοπτρον και την συγκεφαλαίωσιν του παντός (&Essais

Προλεγόμενον&), και μεγίστην απέδιδε σπουδαιότητα εις τας

αυθορμήτους ταύτας εννοίας, αίτινες φαίνονται ανεξήγητοι,

αλλ' ουσιωδώς είναι αποτελέσματα μυρίων ανεπαισθήτων

επιρροών, και σχετίζονται προς πάντα τα φαινόμενα του

κόσμου (&σύμπνοια πάντα& καθ' Ιπποκράτην)• ώστε εν τη

ελαχίστη των υποστάσεων το όμμα του δύναται να διακρίνη

&quae sint, quae fuerint, quae mox ventura trahantur&. O

Σωκράτης ενόμιζεν ότι της θείας ταύτης εμπνεύσεως είναι

επιδεκτικοί πάντες άνθρωποι, και ότι ουδεμία ψυχή είναι

&έρημος συμβουλής& θεών, εάν ηξεύρη να παρατηρή και νοή,

διότι πάντα σημαίνουσιν εν τη φύσει, και αυτή η φύσις είναι

σημείον αποκαλύπτον τον Θεόν (&Απομ. Α'. δ', Δ' γ'&).

Εθεώρει όμως εαυτόν έχοντα υπέρ τους άλλους την χάριν

ταύτην, είτε διότι μάλλον των άλλων προσείχεν εις τα σημεία

ταύτα, είτε διότι είχε λάβει παρά Θεού ειδικωτέραν

αποστολήν. Ήκουε δε την θείαν έμπνευσιν ως εσωτερικήν

φωνήν, &φωνή του δαιμονίου. . . . θεού φωνή φαίνεται

σημαίνουσα ότι χρη ποιείν (Απολ. Ξεν. 12)&• και ουχί ως

εξωτερικήν απάτην της ακοής (&hallucination&) καθώς

διισχυρίσθησάν τινες μη προσέξαντες αρκούντως εις τα

κείμενα. Κατά τον Ξενοφώντα αι προαισθήσεις του Σωκράτους

ανεφέροντο είτε εις ό, τι έμελλεν αυτός να πράξη, είτε εις

τα σχέδια των φίλων του (&Απομ. Α'. η'. Α', α'&). και

ελάμβανον ως επί το πλείστον μορφήν &αποτροπής&, ως

αποδεικνύουσιν αι περί τούτου συνδυαζόμεναι μαρτυρίαι του

Ξενοφώντος και του Πλάτωνος. Εάν δε συνενώσωμεν τας περί

νοεράς και αυθορμήτου ενοράσεως σωκρατικάς διδασκαλίας, εξ

ων και η πλατωνική &ανάμνησις& και η διά της διαλεκτικής

μαιευτική τέχνη, και λάβωμεν υπ' όψιν τας περί έρωτος,

εμπνέοντος και τούτου θαυμαστήν δύναμιν κατανοήσεως του

αληθούς, του καλού και του αγαθού, και συνδέοντος τα θεία

με τα ανθρώπινα, και τέλος, τας περί προνοίας, ήτις

πανταχού εισδύει και διέπει τα πάντα, ουδόλως παράδοξον

θέλει φανή το φαινόμενον του Σωκρατικού δαιμονίου, εν εποχή

μάλιστα καθ' ήν πάντα επροσωποποιούντο και εθεοποιούντο διά

της φαντασίας. Σημειωτέον δε ότι το &δαιμόνιον&, τούτο

ουδέποτε καλεί &δαίμονα& ο Σωκράτης, ούτε παρά Ξενοφώντι

ούτε παρά Πλάτωνι, ώστε δεν αποδίδει αυτώ αντικειμενικήν

ύπαρξιν, αλλά το θεωρεί &δαιμόνιόν& τι πράγμα ή σημείον,

δαιμονίαν τινά αρχήν, η έμπνευσιν, ή συμβουλήν, ή

προαίσθησιν. Και το αόριστον τούτο της σωκρατικής ταύτης

εννοίας έδωκε μάλιστα αφορμήν εις την καταυτού κατηγορίαν

ότι &έτερα καινά δαιμόνια εισφέρει&, αφ' ού ήτο γνωστόν ότι

δεν παρεδέχετο καθ' ολοκληρίαν τας γενεολογίας και τους

μύθους των λατρευομένων θεών, εις ουδένα δε τούτων ηδύνατο

να υπαχθή η θεία αύτη αρχή και τρόπον τινά ο ιδιαίτερος και

ατομικός ούτος χρησμός του Σωκράτους. Ανάγκη πάσα λοιπόν ν'

απορριφθή και η γνώμη πολλών αρχαίων και νεωτέρων, οίτινες

αντικατέστησαν εις το &δαιμόνιον& ένα &δαίμονα&, και πολλώ

μάλλον η άλλη, ότι το δαιμόνιον τούτο ήτο απλή μεταφορά ή

ειρωνική αλληγορία.

ΒΙΒΛΙΟΝ Η'

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ

<b>Α’.

Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée · 第 22 / 26 题