Διογένης ο Λαέρτιος λέγει, ότι ο Σωκράτης ήτο κατ' αρχάς
γλύπτης, και ότι άγαλμα των ενδεδυμένων χαρίτων υπ' αυτού
πεποιημένον εφαίνετο εν τη Ακροπόλει. Εσύχναζε δε και
συνεβούλευε τους καλλιτέχνας (&Απομ. Γ'. ε'&), και
συνδιαλεγόμενος μετά του ζωγράφου Παρρασίου, την μίμησιν
εθεώρει ως το πρώτον μέσον των τεχνών, τελειοποιούμενον διά
της ιδανικεύσεως, ήτις πρέπει να χρησιμεύση προς έκφρασιν
του &πιθανωτάτου& και του &φιλικωτάτου&, τουτέστι του &της
ψυχής ήθους&, και προς τούτοις ενόμιζεν, ότι &ήδιον οράν
τους ανθρώπους δι' ων τα καλά τε καγαθά και αγαπητά ήθη
φαίνεται&, ώστε επί τέλους το τεχνικόν κάλλος ανάγεται εις
το ηθικόν, και η διαλεκτική κλίμαξ του Σωκράτους
αντιστοιχεί προς την εν τω του Πλάτωνος &Συμποσίω&. Ωσαύτως
συνδιαλεγόμενος μετά του γλύπτου Κλείτωνος έλεγεν, ότι ο
γλύπτης οφείλει &τα της ψυχής έργα τω είδει προσεικάζειν&,
εξ ου το του Πλάτωνος• &μηδέν αγαθόν είναι μηδέ καλόν, μήτε
εν σώματι, μήτε εν πολλοίς άλλοις πλην εν ψυχή (Φιλ. και
Νόμ. β'. 77, 78).& Και το μεν στοιχείον της ζωής θέλει
ελαττωθή παρά Πλάτωνι, το δε του &ιδανικού& θέλει λάβει
μείζονα σπουδαιότητα, και το καλόν θέλει δι' όλου
συνταυτισθή με το ηθικόν αγαθόν. Εντεύθεν δε και η
αυστηρότης της καλολογίας του, και η πλήρης υποδούλωσις της
τέχνης εις την θέλησιν του νομοθέτου. Απ' εναντίας, κατά
Σωκράτην, το καλόν δύναται να υπάρχη κατά διαφόρους βαθμούς
και σχέσεις όπου δήποτε υπάρχουσι ζωή, διάνοια, ενέργεια,
αίσθημα, οιαδήποτε στοιχεία του όντος, και εις αυτά τα
ευτελέστερα έργα της τέχνης, και εις αυτούς λ. χ. τους
θώρακας, &ουχί τους ποικίλους και τους επιχρύσους&, αλλά
τους &ευρύθμους& και μάλλον &αρμόττοντας& εις τα διάφορα
σώματα. Τας αυτάς δε διδασκαλίας πλαγίως και υπό τον
διαφανή πέπλον της ειρωνείας εκθέτει και εν τη χαριεστάτη
μετά της Θεοδότης συνδιαλέξει, εν ή το ηθικόν κάλλος
υπεράνω του υλικού ανυψοί χωρίς να εξωκείλη εις τας
μεταφυσικάς του Πλάτωνος υπερβολάς (&Απομ. Γ'. ια'.&).
<b>Γ’.