Οι Έλληνες ουδέποτε, εχώρισαν την καλλονήν από της
αγαθότητος, και αμφοτέρας τας εννοίας, ταύτας συνηνωμένας
εξέφερον διά της λέξεως &καλοκάγαθος&. Ταύτην δε την
συνενώση υπάρχουσαν εν τω πνεύματι και διαλέκτω, παρεδέχθη
ο Σωκράτης, και επεβεβαίωσε μεταδούς και εις τον Πλάτωνα.
Θεωρούμενον εν τοις καθ' έκαστα, το καλόν, ουχ' ήττον του
αγαθού, είναι ποικίλον και πολλαπλούν, ως αυτά τα πράγματα,
προς την φύσιν των οποίων αντιστοιχεί, &προς ταύτα πάντα
καλά τε και καγαθά εστι&. Εν τοις ηθικοίς το καλόν
ταυτίζεται τω αγαθώ, άρα ταυτίζεται εν πάσι, διότι το
αγαθόν είναι και έλλογον, και ουδέν ανώτερον του λόγου. Εν
τοις υλικοίς ωσαύτως• &προς τα αυτά δε και τα σώματα των
ανθρώπων καλά τε καγαθά φαίνεται&, αρκεί να θεωρηθή το
καλόν κατά την φύσιν εκάστου πράγματος• έτερον λ. χ. το
καλόν του σώματος και έτερον το της ψυχής, Το καλόν είναι
υπό την όψιν ταύτην η μεταξύ της φύσεως εκάστου όντος και
του τέλους αυτού, αρμονία, ην ο Κάντιος θέλει ονομάσει
εσωτερικήν τελεότητα. Ωσαύτως, ως προς την εξωτερικήν
τελεότητα, ή τας σχέσεις εκάστου πράγματος, πράγματά τινα
είναι καλά &προς όπερ αν εύχρηστα η, ή προς α αν ευ έχη&•
το &εν τοις πράγμασι& καλόν ουδέποτε είναι απόλυτον, ούτε
κατά τον Σωκράτην, ούτε κατά τον Πλάτωνα• ούτε κατά τον
Αριστοτέλην, αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι οι φιλόσοφοι
ούτοι δεν ανεγνώριζον ανωτέραν του ανθρώπου και της φύσεως
αρχήν του καλού και του αγαθού. Εν τη καλολογία, ουχ ήττον
ή εν τη ηθική και τη φυσική, ο Σωκράτης εθεώρει ως
κυριώτατον το τελικόν αίτιον, το αγαθόν, και μετά της
εννοίας ταύτης έτεινε να συναρμολογήση πάσας τας άλλας
(&Συμπ.& έ.). Αι του Πλάτωνος μαρτυρίαι συνάδουσι προς τας
του Ξενοφώντος (&Αλκιβ. α’. Λυσ. Γοργ.&), και αναγνωρίζουσι
την διάφορον καλλονήν των πραγμάτων κατά τας διαφόρους
σχέσεις αυτών. Εν δε τω α'. &Ιππία& οι σωκρατικοί ορισμοί
του καλού φαίνονται απαράδεκτοι, διότι εν τω διαλόγω τούτω
ο Πλάτων ζητεί ουχί το καλόν των πραγμάτων, αλλ' αυτό το
&καλόν& κατά την υπερβατικήν φύσιν αυτού, καθ' ην
ταυτίζεται ου μόνον, τω ηθικώ αλλά απολύτω αγαθώ.
Παρατηρητέον δε, ότι και η συνταύτισις αύτη δεν είναι ειμή
αυτή η σωκρατική θεωρία αναβιβασθείσα υπό του Πλάτωνος εις
τα ύψη της μεταφυσικής του. Ώστε κατά Πλάτωνα το μεν
μερικόν καλόν είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ πηγάζον εκ της
είτε εσωτερικής είτε εξωτερικής τελεότητος, ευκόλως
διακρίνεται και ορίζεται, το δε καθαυτό καλόν είναι το καθ'
αυτό αγαθόν, ούτινος τον ορισμόν ουδέν μερικόν αντικείμενον
δύναται να χορηγήση.
<b>Β’.