Πολιτική τον Σωκράτους.</b>

Ουδέ έμειναν αι ηθικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους άνευ

επιρροής επί της πολιτικής του. Όμως και εν ταύτη

παραγνωρίζει και σχεδόν εξαλείφει την ηθικήν ελευθερίαν, εξ

ης και η πολιτική ελευθερία απορρέει και πάσα άλλη ώστε ο

ανάγων τον άνθρωπον εις μόνον το νοητικόν στοιχείον, επειδή

τούτο είναι άνισον, τείνει εις νοητικήν τινα αριστοκρατίαν,

ο δε αναγνωρίζων την ελευθερίαν, επειδή αύτη είναι η αυτή

εν πάσι, τείνει εις την δημοκρατίαν, και κατά μεν τον

πρώτον, τα πολιτικά δικαιώματα είναι &λειτουργίαι&,

εξαρτώμεναι εκ της ικανότητος, κατά δε τον δεύτερον, είναι

&δικαιώματα& έμφυτα, ως η ελευθερία, απαραβίαστα και

αναφαίρετα, και το πολιτικόν πρόβλημα είναι πώς πρέπει να

συμβιβάζωνται τα δύο ταύτα στοιχεία.

Κατά τον Σωκράτην η πολιτική κοινωνία έχει φυσικήν αρχήν,

διότι φύσει είμεθα φίλοι, και ανάγκην έχομεν αλλήλων

(&Απομ. Β'& .ς'.)• εις ταύτην δε προστίθεται και είδος τι

συναλλάγματος διά της αμοιβαίας συναινέσεως (&Κρίτ.&)• άρα

το τέλος του κράτους είναι το κοινόν συμφέρον, το γενικόν

αγαθόν• αλλ' η έννοια αύτη μεμονωμένη είναι ατελής, διότι

μέσον του αγαθού τούτου και ουσιώδες στοιχείον αυτού είναι

η ελευθερία, ης άνευ δύναται να μεταβληθή το κράτος εις

δεσποτισμόν, και να εκλείψη η δικαιοσύνη, ήτις δεν είναι

ειμή το αμοιβαίον σέβας της ελευθερίας και των νομίμων

αυτής αναπτύξεων. Όλη δε σχεδόν η αρχαιότης παρεγνώρισε,

θεωρητικώς τουλάχιστον, το απαραίτητον τούτο στοιχείον.

Οι διοικούντες υπάρχουσι διά τους διοικουμένους, ίνα ούτοι

&δι' αυτών ευ πράττωσι (Απομ. ς' β')&. Προς τούτο

απαιτείται επιστήμη (&Απομ. Δ' β'.& ς', θ'. α'. &Δ’ β&'.)•

δεν αρκεί η ευφυία, ο κοινός νους (&Μέν.&), η πείρα και η

επιτηδειότης αλλ' απαιτούνται επιστημονικαί γνώσεις• η

επιστήμη του αγαθού, η των υλικών συμφερόντων, η

στρατηγική, η τέχνη του λόγου (&Απομ.& δ', ς' &Οικον.&). Ως

εκ τούτου έμελλεν ο Σωκράτης να τείνη πρός τινα νοητικήν

αριστοκρατίαν (&Απομ. Δ'& ή.)• η κυριαρχία δεν ανήκει κατ'

αυτόν ούτε εις την &θέλησιν&, ούτε εις τον &αριθμόν&, αλλ'

εις τον &λόγον &(&Απομ. Δ'.& β'). Ο λαός είναι καλός

διδάσκαλος των περί την γλώσσαν, ουχί δε της επιστήμης του

δικαίου (&Αλκιβ. α'&). Όμως η επιστήμη δεν πρέπει να διοική

διά της βίας, αλλά διά της &πειθούς&, και εντεύθεν

επανέρχεται, ούτως ειπείν, ο Σωκράτης εις το σέβας της

ελευθερίας, ην είχε παραγνωρίσει προ μικρού και εις

δημοκρατικωτέρας αρχάς, ώστε η διοίκησις αποβαίνει

ανταλλαγή επιστήμης μεταξύ κυβερνήσεως και λαού (&Απομ.

Δ'.& α'), δεν είναι έργον ούτε της τύχης, ούτε της

&ειμαρμένης&, αλλά της &νοημοσύνης (Aπομ. Δ'. β')&• και

ούτω η επιστήμη παράγει την αρμονίαν εν τη πολιτική, ως εν

τη ηθική, δηλ. την κυβέρνησιν των αρίστων διά της

συναινέσεως πάντων.

Πλήρης σωκρατικών ιδεών ο Πλάτων, εν μεν τη ιδανική

&Πολιτεία&, ανάγει όλην την πολιτικήν εις την πειθώ και την

παιδείαν, εν δε τη πραγματική πόλει των &Νόμων& (ε'), λέγει

επίσης, ότι οι &άριστοι& δεν πρέπει να επιβάλλωνται διά της

βίας, αλλά να κερδίζωσι διά της πειθούς τας ψήφους του

λαού.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

<b>Α’.

Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού εκ της ανάγκης υπερτάτου

νοός, ποιητικού αιτίου του ημετέρου.</b>

Ο Σωκράτης, κατά τον Ξενοφώντα, μετήρχετο μόνον μαιευτικήν

και αρνητικήν τινα παράδοσιν προς ανασκευήν και έλεγχον των

σοφιστών, αλλ' εις τους οικείους και μαθητάς εξέθετε καί

τινα θετικήν και δογματικήν διδασκαλίαν, ιδίως περί

θεότητος, &περί του δαιμονίου (Απομ. Δ'.& Δ’). Και τωόντι,

εάν πάσα μερική γνώσις δεν είναι χρήσιμος άνευ της γνώσεως

του καθολικού τέλους, του αγαθού, η γνώσις του ανωτάτου

αγαθού ανάγει ημάς εξ ανάγκης εις την γνώσιν του Θεού. Τα

αυτά λέγει και ο Πλάτων (&Αλκιβ.& α'), την ψυχολογίαν και

θεολογίαν συμπληρών δι' αλλήλων• ο δε Σωκράτης ήκουεν

ακαταπαύστως εν τη ιδία συνειδήσει την φωνήν αυτής της

θεότητος. Και διά τούτο η του θεού απόδειξις, μάλλον ή

εξαγωγική, έπρεπε να ήναι επαγωγική, διά της μαιευτικής

μεθόδου εφαρμοζομένης εις την ανάλυσιν των εν ημίν εννοιών•

ουχ ήττον όμως ευρίσκομεν, ει και συνεπτυγμένας, και τας εκ

του ποιητικού αιτίου και εξ άλλων πηγών νεωτέρας αποδείξεις

(&Απομ. Α'.& δ'). Εάν νους υπάρχη εν ημίν, πρέπει ν'

απορρέη εξ άλλου ανωτέρου νοός, ώστε ο ημέτερος μετέχει

&του θείου&. Αλλ' η μετοχή αύτη, ταυτίζουσα σχεδόν το

αιτιατόν και το αίτιον, δεν είναι η μεταξύ αυτών αληθής

σχέσις. Ταύτην ανακαλύπτει ο Πλάτων (&Φιληβ.&) συνεχίζων

και συμπληρών τας ιδέας του διδασκάλου• θέτων δε την αρχήν

της αιτιότητος ως βάσιν της του θεού αποδείξεως, εξηγεί εν

ταυτώ και τους όρους της αποδείξεως ταύτης, δι' ης φθάνομεν

εις ανωτάτην και υπερβατικήν τινα πραγματικότητα, εν ή η

&ιδέα& καθ' εαυτήν και το &όντως ον& ταυτίζονται (&Τίμ.

147&). Και ου μόνον δι' αυτής της υπάρξεώς της, αλλά και

διά των νόμων και του αντικειμένου αυτής η ημετέρα διάνοια

είναι απόδειξις του θεού. Διά τούτο οι νεώτεροι

επορίσθησαν, δυνάμει της αρχής της αιτιότητος, ιδιαιτέραν

απόδειξιν λαμβανομένην εκ της πηγής των ιδεών. Τοιαύτη

είναι η του Καρτεσίου εκ της εν ημίν εννοίας του απείρου,

διαλεκτική και αύτη, και δυναμένη ν' αναχθή εις την διά της

ενοράσεως ή αναμνήσεως της ιδέας του αγαθού πλατωνικήν

απόδειξιν. Το πρώτον δε σπέρμα της αποδείξεως ταύτης

υπάρχει εν τη διαλεκτική του Σωκράτους, καθ' όσον διά του

ορισμού, της διαιρέσεως, της γενικεύσεως, αναπτύσσομεν την

εν τη ημετέρα διανοία, συνεπτυγμένην αλήθειαν, και ο

ανώτατος όρος της διαλεκτικής ταύτης είναι το καθολικόν

τέλος, ήτοι το αγαθόν, όπερ φύσει παρίσταται εν τω

πνεύματι, και κοινωνούμεν προς αυτό, ως διά του σώματος

κοινωνούμεν προς την υλικήν φύσιν.

<b>Β’.

Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού διά των τελικών αιτίων. —

Ηθική απόδειξις διά του ανωτάτου νομοθέτου.</b>

Εκ της εν ημίν διανοίας ανήλθεν ο Σωκράτης εις την

ποιητικήν και επομένως νοητικήν αιτίαν, εκ δε της εν τη

φύσει νοητικής τάξεως πάλιν ανέρχεται εις το τελικόν και

επίσης νοητικόν αίτιον. Και ενταύθα καταφαίνεται το

πρωτότυπον της διδασκαλίας αυτού, διότι τον &καθολικόν

λόγον& είχον αναγνωρίσει και οι προ αυτού, αλλ' η του

τελικού αιτίου και του αγαθού ήτο αρχή νέα, και προ αυτού

μεν είχον καταλάβει την &νοητότητα& και οιονεί την

&λογικήν& του κόσμου, πρώτος δε αυτός κατέλαβε την

&αγαθότητα& και οιονεί την &ηθικότητα& αυτού.

Καθορών εν εαυτώ την ενέργειαν, την αιτιότητα, ταυτιζομένην

τη διανοία, ταυτίζει, ως είδομεν, την θέλησιν και την

νόησιν, ώστε θέλομεν εξ ανάγκης ό,τι νοούμεν ως αγαθόν.

Γενικεύων δε την έννοιαν ταύτην, δεν ηδύνατο ή να φθάση εις

την ταυτότητα του ποιητικού και του τελικού αιτίου διά της

διανοίας, επαγόμενος εκ των εν ημίν εις την νοούσαν αιτίαν

του κόσμου, και συνάπτων ούτω εν πάσι και πανταχού το

&πρακτικόν& μετά του &νοητικού&, και τούτο μετά του

&ηθικού&. Εντεύθεν ερμηνεύει το θέαμα του κόσμου, γινώσκων

ότι έχει σημασίαν και έννοιαν, ποτέ μεν καταφανή, ποτέ δε

κεκρυμμένην, και εν τη ευρέσει της εννοίας ταύτης υφίσταται

κατ' αυτόν η αληθής γνώσις, η γνώσις των αιττίων (&Φαίδ.&).

Εκ των σωκρατικών τούτων αρχών εξήγαγεν ο Πλάτων τας

συνεπείας ταύτας• ότι καθώς η κίνησις αποκαλύπει το

ποιητικόν αίτιον, η τάξις αυτής, οι νόμοι καθ' ους γίνεται,

και ο προς ον όρος αυτής, αποκαλύπτουσι το τελικόν αίτιον•

και ούτω η μεν κίνησις αποδεικνύει την αρχήν της κινήσεως,

την ψυχήν, η δε τάξις της κινήσεως αποδεικνύει την

διάνοιαν, και αύτη διά του προς ον όρου αυτής αποδεικνύει

το αγαθόν, αληθές αντικείμενον της διανοίας και της ψυχής.

Και αυτός δε ο Ξενοφών, αν και δογματικώς δεν ανέπτυξε τας

αρχάς ταύτας, διεφώτισεν όμως αυτάς διά πρακτικών εφαρμογών

και δημωδών παραδειγμάτων (&Απομ. Α'.& δ'.). Εν τω Δ'.

επίσης συσσωρεύονται πολλά παραδείγματα, μη έχοντα βεβαίως

άπαντα την αυτήν επιστημονικήν αξίαν, αλλ' ουχ ήττον εν τω

συνόλω αυτών αληθή και πειστικά, εξ ων αποδεικνύεται η

&μεγίστη επιμέλεια& και αγαθότης του Θεού, και η αρμονία

των ποικίλων αγαθών, καθ' ήν τα μερικώτερα περιλαμβάνονται

εν τοις γενικωτέροις, και ταύτα εν τω γενικωτάτω και

καθολικώ και απολύτω αγαθώ, εν αυτώ τω Θεώ.

Προς την εκ των τελικών αιτίων απόδειξιν συνάπτεται

ενδομύχως η ηθική, η εκ της υπάρξεως ανωτάτου νομοθέτου, ης

την πρώτην αρχήν ευρίσκομεν επίσης παρά Σωκράτει. Οι

&άγραφοι& νόμοι, &λογικοί& και &πραγματικοί& εν ταυτώ, οι

&παντοδύναμοι&, οι επιβαλλόμενοι δι' ακαταμαχήτου ανάγκης

εις τα πράγματα, και δι' ηθικής ανάγκης εις τα λογικά όντα,

οι &σοφοί&, διότι εις έκαστον πράγμα ορίζουσι την

προσήκουσαν αυτώ διαλεκτικήν και πρακτικήν θέσιν, οι

&αγαθοί&, διότι διατάττουσιν πάντοτε επ' αγαθώ, οι νόμοι

ούτοι δεν είναι ή αυτό το αγαθόν, αποκαλυπτόμενον εις την

διάνοιαν και την θέλησιν ως η υψίστη και τελειοτάτη

πραγματικότης (&Απομ. Δ'.& δ). Και ούτω η ηθικότης και

αγαθότης των πραγμάτων αποδεικνύει τον Θεόν, και εξηγεί την

ύπαρξιν, τον νόμον και το τέλος αυτών.

<b>Γ’.

Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée · 第 13 / 26 题