Το προς την γυναίκα σέβας, οίον εύρηται παρ' Ομήρω και τοις
αρχαίοις ποιηταίς, είναι ως επί το πλείστον κεκαθαρισμένον
απομεινάριον της ζηλοτυπίας των ανατολικών λαών, καθώς το
γυναικείον είναι ανάμνησις του χαρεμίου προς διάσωσιν της
οικογενείας και ακεραιότητα της φυλής.
Αλλ' ο Σωκράτης και οι μαθηταί αυτού ηγέρθησαν κατά της
ταπεινώσεως και απομονώσεως της γυναικός. Η περί γάμου και
οικογενείας σωκρατική διδασκαλία εστηρίζετο είς τε την
ψυχολογικήν παρατήρησιν και την των τελικών αιτίων θεωρίαν,
η δε εκ τούτων προκύπτουσα ηθική τάξις έπρεπε να ήναι η
ηθική ισότης του ανδρός και της γυναικός συνδυαζομένη με
την ιδίαν εκάστου λειτουργίαν. Και τωόντι, αφ' ού εταύτισε
προς αλλήλας πάσας τας ιδιωτικάς αρετάς, και ταύτας μετά
των δημοσίων εν τη ενότητι του αγαθού, έπρεπε να προβή εις
τας λογικάς συνεπείας της αρχής ταύτης, και να συλλάβη το
υψηλόν εκείνο ιδανικόν της αγαθής οικίας οίον διαλάμπει εν
τοις &Οικονομ.& (α'. και ζ').
Την αυτήν δε υπεροχήν έμελλε να καταδείξη και εν τω
ζητήματι της εργασίας και της δουλείας. Πάσα εργασία κατ'
αυτόν είναι έντιμος, εάν τείνη προς το αγαθόν (&Απομ.& Β'.
ζ'.). Οι δε δούλοι δεν είναι κτήνη, αλλ' &εργαστήρες,
οικέται&, και οφείλομεν να τοις δίδωμεν το παράδειγμα των
αρετών όσας παρ' αυτών προσδοκώμεν, να μη τους τιμωρώμεν
μόνον, αλλά και να βραβεύωμεν και οδηγώμεν αυτούς, διά του
αισθήματος της τιμής, κερδίζοντες, ει δυνατόν, την αγάπην
των, και ανορθούντες αυτούς εις το αξίωμα των ελευθέρων
(&Οικονομ.& ιβ'. και ιγ'). Εν δε τοις &Απομνημονεύμασιν& η
Αρετή στηρίζει και παρηγορεί τον φιλόπονον και τίμιον
δούλον. Την αυτήν δε προς τους δούλους επιείκειαν δεικνύει
και ο Πλάτων λέγων (&Θεαίτ.&), ότι και ο μάλλον υπερήφανος
επί ευγενεία δύναται, να εύρη δούλους μεταξύ των προγόνων
του, και ότι δούλοι τινές είναι πιστότεροι τέκνων και
αδελφών• εν δε τη Πολιτεία καταργεί την δουλείαν διά της
σιωπής, και έντιμον θεωρεί πάσαν τέχνην και βιομηχανίαν
χρήσιμον εις την πόλιν. Πολύ δε απέχει η σωκρατική αύτη
διδασκαλία της του Αριστοτέλους πρεσβεύοντος το φύσει
δούλος και φύσει ελεύθερος, και θεωρούντος τους δούλους ως
έμψυχα κτήματα.
<b>Δ’.