Η αρετή είναι διδακτή, ως η επιστήμη, και διά της αυτής
μαιευτικής μεθόδου, και την διδασκαλίαν ταύτην αντιτάττει ο
Σωκράτης εις τους σοφιστάς, τους πολιτικούς και αυτούς τους
ποιητάς της εποχής του. Αι μεγάλαι αύται συζητήσεις
αντανακλώνται πανταχού των &Απομνημονευμάτων&, εις
πλείστους διαλόγους του Πλάτωνος (&Μέν. Πρωταγ. Χαρμ. Λάχ.
Ευθύδ. Ευθύφρ.&) και εις τους διασωθέντας των άλλων
σωκρατικών. Και ότε μεν προσέβαλλε τους σοφιστάς,
ισχυρίζετο ότι δεν είναι διδακτή η αρετή, διότι εκείνοι
ούτε εγίνωσκον αυτήν ούτε ήξευρον ν' αποδείξωσιν ευλόγως
εάν και πώς είναι διδακτή• ότε δε εξέφερε την ιδίαν γνώμην,
επρέσβευεν ότι είναι διδακτή, αλλά διά τινος διδασκαλίας
άλλης παρά την τετριμμένην (&Απομ. Δ'. α'. ς'.&), και ως εκ
τούτου φαίνεται ποτέ μεν επαγγελόμενος τον διδάσκαλον της
αρετής, ποτέ δε ομολογών την περί τούτου αμάθειάν του. Η
αυτή αντίφασις φαίνεται και παρά Πλάτωνι, ιδίως εν τω
&Μένωνι& και τω &Πρωταγόρα&, και κατά τούτο ένιοι των
ερμηνευτών ηπατήθησαν, ως ο Φίσχερ και ο Αστ. Αλλά τις δεν
κατανοεί πόσον ειρωνικά είνε τα επιχειρήματα, δι' ων θέλει
δήθεν ν' αποδείξη ότι η αρετή δεν είναι διδακτή εν τω εξής
χωρίω λ. χ. του &Πρωταγόρου. Εγώ γαρ Αθηναίους, ώσπερ και
οι άλλοι έλληνες φημί σοφούς είναι• ορώ ουν όταν συλλεγώμεν
εις την εκκλησίαν, επειδάν μεν περί οικοδομίας τι δέη
πράξαι την πόλιν, τους οικοδόμους μεταπεμπομένους
συμβούλους περί των οικοδομημάτων, όταν δε περί ναυπηγίας,
τους ναυπηγούς, και τάλλα πάντα ούτως όσα ηγούνται μαθητά
τε και διδακτά είναι. . . . επειδάν δε τι περί της πόλεως,
διοικήσεως δέη βουλεύεσθαι, συμβουλεύει αυτοίς ανιστάμενος
περί τούτων ομοίως μεν τέκτων, ομοίως δε χαλκεύς,
σκυτοτόμος, έμπορος, ναύκληρος, πλούσιος, πένης, γενναίος,
αγενής, και τούτοις ουδείς τούτο επιπλήττει . . . δήλον γαρ
ότι ουχ' ηγούνται διδακτόν είναι.& Την αυτήν δε ειρωνείαν
ευρίσκομεν και εν τω &α’. Αλκιβιάδη&. Και ταύτα μεν κατά
των πολιτικών. Κατά δε των σοφιστών έχομεν το τέλος του
&Πρωταγόρου& και των εν αυτώ μύθον, παρανοηθέντα υπό τινων
ερμηνευτών, αλλά συμφωνότατον προς την εν όλω τω διαλόγω
εκτιθεμένην θεωρίαν, δι' ού ελέγχονται ου μόνον οι
σοφισταί, αλλά και οι ποιηταί, ως εν τω 347 του αυτού
διαλόγου. Η αυτή δε έννοια υποφαίνεται και εν τω &Μένωνι&,
ον λίαν παραλόγως αποκλείει ο Αστ των γνησίων διαλόγων,
διότι ουδεμία υπάρχει αντίφαση μεταξύ τούτου και του
&Πρωταγόρου&. Είνε λοιπόν διδακτή η αρετή, ουχί δε κατά την
μέθοδον των σοφιστών, των πολιτικών, των ποιητών, των
μυθολόγων, ουχί ως πραγματεία πωλουμένη αντί χρημάτων, αλλά
διά της διαλεκτικής, διά της μαιευτικής, διά καταλλήλων
ερωτήσεων υποβοηθουσών την αυθόρμητον αυτής ανάπτυξιν εκ
των ενδομύχων της ψυχής, ένθα ενυπάρχει φύσει και δυνάμει
ως έννοια και επιθυμία του αγαθού (&Πολιτ. ς. 24 και 22&).
Ταύτην δε την μέθοδον δεν εφήρμοζεν ο Σωκράτης δι' αορίστων
γενικοτήτων, αλλά δι' ωρισμένων και μερικών περί των καθ'
έκαστα διδαγμάτων, από της γενικής εννοίας του αγαθού
κατερχόμενος εις τα ιδιαίτερα καθήκοντα, και ζητών πανταχού
τον λόγον και το τέλος, την προς το τέλος τούτο σχέσιν των
μέσων, την σχετικήν αξίαν και σπουδαιότητα των τελών και
των μέσων, ό εστι τας λογικάς και ηθικάς σχέσεις των
πραγμάτων κατά γένη και είδη, και διδάσκων την διά της
γνώσεως της αληθείας πράξιν της αρετής. Παραδείγματα της
μεθόδου ταύτης ευρίσκομεν πολλαχού και &Β’. των
Απομνημονευμάτων&, εν τω &Συμποσίω& του Ξενοφώντος, εν τω
α'. &Αλκιβιάδη& και εν τω &Γοργία&, εξ ων καταφαίνεται η
ηθική μέθοδος του Σωκράτους ως ψυχολογική προ πάντων
ανάλυσις γονιμοποιουμένη υπό της μεταφυσικής των τελικών
αιτίων θεωρίας.
<b>Δ’.
Αι διάφοροι αρεταί.
Σωφροσύνη. — Η φιλοσοφία και αι άλλαι επιστήμαι.</b>
Έχομεν εν τω συμπεράσματι του &Χαρμίδου& την κατά Σωκράτην
αληθή έννοιαν της &σωφροσύνης&, ην άλλως δεν απεχώριζε της
&σοφίας (Απομ. δ'. θ'.)&. Και κατ' αρχάς μεν ενδεικνύεται
εν τω διαλόγω τούτω ότι η σωφροσύνη δεν είναι ούτε το
&μηδέν άγαν&, ούτε η &αιδώ&, ούτε το &τα εαυτού πράττειν&,
ούτε απλώς το &γνώθι σαυτόν&, αλλ' η γνώσις και επομένως η
πράξις του αγαθού. Εάν έχομεν την επιστήμην ταύτην,
&αναμάρτητον γαρ αν τον βίον διεζώμεν αυτοί τε οι την
σωφροσύνην έχοντες και οι άλλοι πάντες, όσοι υφ' ημών
ήρχοντο• ούτε γαρ αν αυτοί επεχειρούμεν πράττειν α μη
ηπιστάμεθα, αλλ' εξευρίσκοντες τους επισταμένους, εκείνοις
αν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν, ων ήρχομεν,
άλλο τι πράττειν ει ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν•
τούτο δ' ην αν ου επιστήμην είχον, και ούτω δη υπό
σωφροσύνης οικία τε οικουμένη καλώς έμελλεν οικείσθαι,
πόλις τε πολιτευομένη, και άλλο παν, ου σωφροσύνη άρχοι•
αμαρτίας γαρ εξηρημένης, ορθότητος δε ηγουμένης εν πάση
πράξει, α ν α γ κ α ί ο ν καλώς και ε υ π ρ ά τ τ ε ι ν
τους ούτω διακειμένους, τους δε ευ πράττοντας ε υ δ α ί μ ο
ν α ς είναι (172).& Και ούτω πάλιν (Όμ. Βιβ. Γ. α')
επανέρχεται &η ευπραξία& και η εκ ταύτης &ευδαιμονία& ως
&αναγκαίον& αποτέλεσμα της &επιστήμης& του αγαθού.
Σχετικώς δε προς την ανωτάτην ταύτην επιστήμην ο Σωκράτης
εξετίμα και κατέτασσεν ιεραρχικώς τας άλλας. Πρώται κατ'
αυτόν ήσαν αι πλησιέστεραι εις την επιστήμην του αγαθού,
και κατώτεραι αι απώτεραι. Πρωτίστη επομένως ήτο η
φιλοσοφία, ήτις προ αυτού μεν εταυτίζετο τη καθολική
επιστήμη, υπ' αυτού δε συνεκεντρώθη και κυρίως διηυθύνθη
προς το αγαθόν. Την σωκρατικήν ιδέαν της φιλοσοφίας
παρέχουσιν οι &Ερασταί&, μη ανήκοντες ίσως εις τον Πλάτωνα,
αλλά βεβαίως εις την σωκρατικήν σχολήν. Κατά τα διδάγματα
του διαλόγου τούτου (158), ο φιλόσοφος κατέχει την υψίστην
θέσιν εν παντί τω αναγομένω εις το αγαθόν, είτε εαυτού,
είτε των άλλων, είτε της οικίας, είτε της πολιτείας, διότι
ο γινώσκων εαυτόν ηθικώς, είναι ικανός να γνωρίση και
διοικήση τους άλλους ως εαυτόν• άρα η επιστήμη αυτού είναι
&βασιλική τέχνη&, πάσας τας άλλας επιστήμας ρυθμίζουσα προς
το αγαθόν, είναι &καθολική&, διότι διευθύνει τα πάντα, και
διευθύνει καθό &διαλεκτική&, δηλ. λογική εν ταυτώ και
ηθική. Και είναι μεν &θεωρητική& καθό ανυψουμένη εις την
πρώτην αρχήν, το αγαθόν, &πρακτική& δε κατ' εξοχήν, διότι
πάσης ενεργείας ο ανώτατος σκοπός είναι πάλιν αυτό το
αγαθόν• άρα το αγαθόν είναι η άκρα ενότης της νοήσεως και
της πράξεως της θεωρίας και της πρακτικής, και του αγαθού
επιστήμη είναι η φιλοσοφία. Κατά την σωκρατικήν ταύτην
ιδέαν της ηθικής φιλοσοφίας, ευρυτέραν και εν ταυτώ μάλλον
συγκεκριμένην των αφηρημένων διαιρέσεων των νεωτέρων, η
επιστήμη του αγαθού είναι η καθ' αυτήν επιστήμη, ήτις
γινώσκουσα την τελικήν και απόλυτον αξίαν εκάστου
πράγματος, πάντα γινώσκει δι' αυτό τούτο κατ' ουσίαν και
αρχήν, και ομοιάζει την θείαν επιστήμην.
Ωσαύτως παρά Ξενοφώντι το &διαλέγειν λόγω και έργω κατά
γένη& εκφράζει εντόνως την έκτασιν και ενότητα της
φιλοσοφίας, διότι περιλαμβάνει την διαλεκτικήν, την λογικήν
και την ηθικήν δηλ. την απόλυτον θεωρίαν και πράξιν, το
τελειότερον και το καθολικώτερον ιδανικόν• και αν ο
Σωκράτης κατήγαγεν από του υλικού ουρανού την φιλοσοφίαν,
διήνοιξεν όμως αυτή τον μεταφυσικόν και αληθή ουρανόν, ένθα
το αληθές, το καλόν και το αγαθόν απολύτως ταυτίζονται. Εάν
δε ενίοτε ο Ξενοφών φαίνεται σμικρύνων την σωκρατικήν
φιλοσοφίαν, όσα λέγει περί διαλεκτικής αρκούσι να την
αποκαταστήσωσιν εν όλω τω μεγαλείω αυτής. Παριστά δε τον
Σωκράτην ουδόλως περιφρονούντα τας φυσικάς επιστήμας, ων
μόνον την αποκλειστικήν και υπερβολικήν μελέτην
απεδοκίμαζεν, υποτάσσων αυτάς εις την ηθικήν ως εις τον
προς ον όρον πάσης επιστήμης και πάσης μαθήσεως (&Απομ. Δ'.
ζ&). Η δε παρά Πλάτωνι εικών του φιλοσόφου (&Θεαίτ. 174,
75, 76&) δεν είναι ουσιωδώς ειμή ιδανίκευσις της παρά
Ξενοφώντι, και μεταξύ αυτών ίσταται ο αληθής και γνήσιος
χαρακτήρ του Σωκράτους.
<b>Ε’.