Προσδιορισμός του άκρου αγαθού ως προς τον άνθρωπον.</b>

Γινώσκομεν ήδη τους λογικούς χαρακτήρας του κατά Σωκράτην

αγαθού, αλλ' ουχί τον πραγματικόν αυτού προσδιορισμόν•

ηξεύρομεν ότι το αγαθόν είναι το απόλυτον τέλος των όντων,

αλλ' αγνοούμεν τι είναι κατά την ουσίαν αυτού και

ανεξαρτήτως των ποικίλων αυτού σχέσεων.

Στηριζόμενοι επί τινων χωρίων των &Απομνημονευμάτων& και

του &Πρωταγόρου&, τινές, οίον ο Ζέλλερ, ο Γρότεκαι ο

Βράνδις, απέδωκαν εις τον Σωκράτην την ηθικήν του

Αριστίππου, θέτουσαν το αγαθόν εν τη ηδονή. Αλλ' εν τω Β'.

ε'. των &Απομνημονευμάτων& βλέπομεν, ότι εις &το αγαθόν,

την ελευθερίαν και την διαλεκτικήν& αντιτάττει &την ηδονήν,

την δουλείαν και την αμάθειαν&, και ευεξήγητος είνε η εν τω

αυτώ κεφαλαίω φαινόμενη αντίφασις, διότι την ηδονήν δεν

αποκλείει όλως ο Σωκράτης, αλλ' επιτρέπει, οσάκις

συμβιβάζεται με την &εγκράτειαν& και την &σοφίαν, το

μέγιστον αγαθόν&. Και εν τω Α', στ', (αυτόθι) την &τρυφήν&

και την &πολυτέλειαν• δεν θεωρεί &ευδαιμονίαν&, αλλά

νομίζει, &το μεν μηδενός δείσθαι θείον είναι, το δε ως

ελαχίστων, εγγυτάτω του θείου, και το μεν θείον κράτιστον,

το δε εγγυτάτω του θείου εγγυτάτω του κρατίστου&. Ώστε

ουδεμία αμφιβολία ότι το αγαθόν υφίστατο κατά Σωκράτην εις

την αρμονίαν του αισθήματος και του λόγου, εις την σύνθεσιν

της ηδονής και της σοφίας, ην διέρρηξαν μεν τα αποκλειστικά

και στενά συστήματα του κυρηναϊσμού και του κυνισμού,

αποκατέστησε δε διαφωτίσας και συμπληρώσας αυτήν ο Πλάτων

διά της εν τω αγαθώ ενότητος της ηδονής και της επιστήμης.

Ωσαύτως εν τω &Πρωταγόρα& ο Σωκράτης φαίνεται αποδεχόμενος

κατ' αρχάς την θεωρίαν του αντιπάλου του, ότι το αγαθόν

είναι η ηδονή, αλλά, κατά το σύνηθες, όπως ανασκευάση αυτήν

πληρέστερον. Ο δε &Γοργίας& περιέχει πάντα τα κατά της

ηθικής της ηδονής επιχειρήματα. Και τωόντι κατά την περί

διαλεκτικής και ορισμού θεωρίαν του Σωκράτους ο &λόγος&

νοεί το καθολικόν τέλος, άρα &λογικόν& είναι το αγαθόν,

ήτοι, το αγαθόν είναι ο ανώτατος λόγος, η γνώσις της

αληθείας, η επιστήμη• συνέπεια δε της επιστήμης είναι η

αρετή, και της αρετής, η ευδαιμονία, ήτις δεν είναι η

&ευτυχία&, αλλ' η &ευπραγία&, επειδή ο αληθώς ενάρετος

πράττει το ίδιον αγαθόν, και είναι &ευδαίμων& εν τη

συνειδήσει της ιδίας αρετής (&Απομ. Α', ς'.&). Επιστήμην δε

ενοούσεν, ουχί την τυχούσαν, την των υποδεεστέρων και

σχετικών μέσων και τελών, ή την κατά δόξαν και την

&αμφίλογον&, αλλά την βεβαίαν και καταδεικνύουσαν την

λογικήν και απόλυτον αξίαν εκάστου πράγματος, διότι αύτη

μόνη είναι η του αγαθού επιστήμη. Και ούτω διείδεν ο

Σωκράτης ότι υπεράνω του ανθρώπου υπάρχει αγαθόν τι

απόλυτον ταυτιζόμενον τη αληθεί επιστήμη, ου μέρος μόνον

δύναται να πραγματοποιήση ο άνθρωπος δια της ιδίας

επιστήμης και ηθικότητος. Την ερμηνείαν ταύτην της

σωκρατικής ηθικής επιβεβαιοί και ο Πλάτων (&Αλκιβ. α'. και

β'. Γοργ. και αλλαχού&).

<b>Β’.

Ανωτάτη αρχή του ηθικού νόμου. — Οι άγραφοι

νόμοι. — Θεός νομοθέτης.</b>

Ανεγνώρισεν άρα ο Σωκράτης την θείαν αρχήν εξ ης απορρέει ο

ηθικός νόμος; Εν τη μελέτη του ακροσφαλούς τούτου ζητήματος

δεν πρέπει ούτε να συγχέωμεν τον Σωκράτην με τον Πλάτωνα,

ούτε να θέτωμεν αυτούς εις ριζικήν αντίφασιν.

Παρά Πλάτωνι το αγαθόν είνε ανώτερον του ανθρώπου,

απόλυτον, διακεκριμένον, ου μόνον της ημετέρας νοήσεως, και

των άλλων όντων, αλλά μέχρι τινός, και αυτής της θείας

διανοίας. Τοιαύτην έννοιαν του αγαθού δεν είχεν ο Σωκράτης,

ως παρατηρεί, καθ' ά είπομεν (Α'. η'.), ο Αριστοτέλης. Αλλ'

ως εκ τούτου δεν πρέπει να πιστεύσωμεν, ότι εθεώρει το

αγαθόν ως συμφυές τω ανθρώπω, μη αποδεχόμενος ούτε ανωτέραν

αρχήν, ούτε ανώτερον τέλος. Καθό πρακτικώτατος εθεώρει το

αγαθόν προ πάντων εν ημίν και δι' ημάς, αλλά και παρ' αυτώ

τω Ξενοφώντι διοράται ο Σωκράτης αποβλέπων είς τι

υψηλότερον σημείον. Το τελικόν αίτιον και η μεταξύ των

τελών και των μέσων σχέσις ήτο κατ' αυτόν έργον αυτού του

Θεού, διώκοντος απανταχού το άριστον και το βέλτιστον, ως

ποιεί τούτο ο άνθρωπος, αν και ουχί αλανθάστως ως ο Θεός.

Άρα η αρετή είναι ομοίωσις προς τον θεόν, ως είχε

παραστήσει αυτήν ο Πυθαγόρας, και κατά τον Σωκράτην,

&μετέχει του θείου&, και είναι αχώριστος της ευσεβείας.

Τοιούτος είναι ο &θείος νόμος&, εν τη τάξει των γενών και

ειδών και εν τω συνδυασμώ των αιτίων και των μέσων

αποκαλυπτόμενος, τοιούτοι οι άγραφοι νόμοι, περί ων

διαλαμβάνει εν τοις &Απομνημονεύμασιν (Δ', δ'.)&, ους και

αυταί αι εκ της ατελείας ημών εξαιρέσεις επιβεβαιoύσιν. Οι

νόμοι ούτοι είναι απαραβίαστοι καθό περιέχοντες εν εαυτοίς

το ίδιον κύρος διά της αναποφεύκτου τιμωρίας πάσης

παραβάσεως αυτών (&αυτόθι&), και ταυτίζονται τω λόγω και τη

φύσει καθ' ό αναγκαίαι σχέσεις απορρέουσαι εξ αμφοτέρων.

<b>Γ’.

Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée · 第 7 / 26 题