Έτερον δε και ουσιωδέστατον στοιχείον της μεθόδου ταύτης
ήτο η &μαιευτική&. Η φύσις της επιστήμης και το προς
απόκτησιν αυτής μέσον είναι εκ των μάλλον μελετηθέντων υπό
τε του Σωκράτους και όλης της σχολής αυτού ζητημάτων.
Τωόντι ο Σουΐδας (εν λέξ. &Κρίτων&) και Διογένης ο Λαέρτιος
(Β', 121, 125, 124). αναφέρουν τα βιβλία του Κρίτωνος, τα
επιγραφόμενα• &Περί του μαθείν, περί του γνώναι και περί
επιστήμης&• αναφέρονται προσέτι τα του υποδηματοποιού
Σίμωνος περί &επιστήμης, περί κρίσεως, περί του
διαλέγεσθαι&• εις τον Θηβαίον Σιμμίαν αποδίδονται οι &περί
λογισμού και περί αληθείας& διάλογοι, και άλλαι εις άλλους
σωκρατικούς αποδίδονται τοιούτου είδους συγγραφαί. Εκ δε
των πλατωνικών διαλόγων ο μεν &Θεαίτητος& έχει υπόθεσιν την
φύσιν της επιστήμης, ο δε &Σοφιστής&, συνέχεια του πρώτου,
την φύσιν της πλάνης, και ωσαύτως ο &Παρμενίδης&
πραγματεύεται περί της φύσεως της αληθείας και του όντος,
και ο &Φαίδων& εκτενώς διαλαμβάνει περί αναμνήσεως. Ταύτα
αποδεικνύουσιν ότι πρωτότυπόν τινα διδασκαλίαν είχεν
εισαγάγει ο Σωκράτης περί της φύσεως της επιστήμης και περί
ευρετικής μεθόδου. Ποίαι δε αι παρά τοις συγχρόνοις αυτού
επικρατούσαι περί επιστήμης και διανοίας δοξασίαι; Ο μεν
Αναξαγόρας, ου τα συγγράματα είχεν αναγνώσει ο Σωκράτης,
εθεώρει τον λόγον καθολικόν τι και άπειρον και πανταχού το
αυτό• &Νους δε πας όμοιος εστι, και ο μείζων και ο ελάττων
(Συμπλικ. εις φυσικ. Αριστοτέλους 33, β')&• ο δε Αρχέλαος,
ον επίσης εγνώρισεν εκ του πλησίον, εφρόνει ότι κατ' αρχάς
πάντα υπάρχουσι μεμιγμένα εν τη διανοία• &τω νω ενυπάρχειν
τι ευθέως μίγμα (Οριγ. φιλοσοφ. 9)&, εξ ου διακρίνεται
ακολούθως η επιστήμη διά τινος διαιρέσεως και αποχωρίσεως,
&νόμω&. Και των πυθαγορείων τα δόγματα της προϋπάρξεως και
της μετεμψυχώσεως έτεινον εις την αναγνώρισιν εμφύτου τινός
επιστήμης, και τας αισθήσεις διέστελλον του λόγου, και την
δόξαν της επιστήμης. Η αυτή διάκρισις υπάρχει και παρά
Παρμενίδη, ου το ποίημα διαιρείται εις δύο μέρη, ων το μεν
έχει αντικείμενον τον &νουν&, το δε τα &προς δόξαν&• ουδέ
άλλως εφρόνει ο &Εμπεδοκλής& θέτων ως μέσον προς γνώσιν της
αληθείας &ου τας αισθήσεις αλλά τον ορθόν λόγον&• ώστε
καθολική φαίνεται κατά την εποχήν εκείνην η τάσις του
ανθρωπίνου πνεύματος εις το θεωρείν την επιστήμην ουχί ως
αυθαίρετον δημιούργημα του ανθρώπου, αλλ' ως ανάπτυξιν
συνεπτυγμένου και εν τη ψυχή υπ' αυτού του Θεού
κατατεθέντος σπέρματος, εξ ου τη βοηθεία ιδιαιτέρας τέχνης
φύεται και γεννάται η αλήθεια ως φυτόν ουράνιον και
απάγαυσμα αυτής της θεότητος. Πανταχού δε ο Σωκράτης
παρίσταται ουχί ως διδάσκαλος κατέχων την επιστήμην και
δυνάμενος να την μεταδώση, αλλ' ως μαιευτής συντελών εις
την γέννησιν αυτής εξ αυτών των λογικών σπλάγχνων των
μαθητών του (&Θεαίτητ. 36 κλπ), ενί σπλαγχνοίσι λόγοισι&,
ως έλεγεν ο Εμπεδοκλής (στίχ. 356). Και προς τούτο ο κατ'
αυτόν πρώτος όρος ήτο η γνώσις ημών αυτών, δι' ης από των
εκτός μετέφερε την επιστήμην εις τα εντός, από του κόσμου
εις την ψυχήν. Αλλ' ο Σωκράτης δεν φαίνεται συλλαβών την
ανάπτυξιν ταύτην ως ανάμνησιν προγενεστέρας ζωής. Το μίγμα
τούτο πυθαγορείων δογμάτων και μεταφυσικών συλλήψεων ανήκει
εις τον Πλάτωνα, και ουχί εις τον Σωκράτην, όστις μόνο το
ψυχολογικόν και λογικόν μέρος της θεωρίας διετύπωσε, και
τούτο διακρίνεται ευκόλως έν τινι των μάλλον σωκρατικών
διαλόγων του Πλάτωνος, εν τω &Μένωνι&, ένθα όμως παρίσταται
ως θεμελιώδης αρχή της σωκρατικής διδασκαλίας η μεταξύ
δόξης και επιστήμης διάκρισις και η ανάγκη εμφύτου τινός,
ει και συγκεχυμένης και γενικής, επιστήμης προς γέννησιν
της αληθείας. Την προϋπάρχουσαν ταύτην γνώσιν υποθέτει εξ
ανάγκης η μαιευτική τέχνη, και εις αυτήν ίσως ανάγεται και
η υπό Αριστοτέλους διάκρισις της &δυνάμει& και της
&ενεργεία& επιστήμης. Η αυτή δε διδασκαλία του &Μένωνος&
επαναλαμβάνεται και εν τω &Φαίδωνι& (73 α)• εν ώ δε δεν
ανεγνώριζε την έμφυτον ταύτην γνώσιν ως ανάμνησιν, ουχ
ήττον εθεώρει αυτήν ως το λογικόν και θείον στοιχείον της
ψυχής, ως προκύπτει εκ του &Αλκιβιάδου (63)& και εκ του ε'.
της &Πολιτείας&. Εκ δε της γενικής αρχής της μαιευτικής
δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ποίος ήτο ο προτιμώμενος τύπος και
τα συνήθη αντικείμενα των λογικών ζητήσεων του ημετέρου
φιλοσόφου. Η μαιευτική μέθοδος επιφέρει την ανάγκην του
διαλόγου και των ερωτήσεων, δι' ων ο διδάσκαλος βοηθεί τον
διδασκόμενον εις την γέννησιν των ιδεών, και η &λογική&
γίνεται ούτω &διαλεκτική (Κρίτ. 390 Πολιτ. ς'.)&. Και
επειδή διελέγετο πανταχού, πάντοτε και προς πάντας, εκ
πάσης ψυχής και εκ παντός πράγματος και εξ αυτών των
ταπεινοτέρων ενόμιζεν ότι ηδύνατο να εκλάμψη ως εξ
υποκεκρυμμένου σπινθήρος το φως της αληθείας.
<b>ΣΤ’.
Ιδιαίτερα μέσα της μαιευτικής. — Διαίρεσις και εξαγωγή
(déduction). — Επαγωγή.</b>
Η διαίρεσις περιλαμβάνει πάντα τα αναλυτικά μέσα δι' ων
ανακαλύπτομεν την ενότητα εν τη πολλότητι, διότι, δυνάμεθα
από της ενότητος του γένους, να κατέλθωμεν εις την
πολλότητα των ειδών, όπερ είνε η κυρίως λεγομένη διαίρεσις,
ή από της ενότητος αρχής τινος να κατέλθωμεν εις την
πολλότητα των συνεπειών αυτής, όπερ είναι η εξαλεγομένη
διαίρεσις, ή από της ενότητος αρχής τινος να κατέλθωμεν εις
την πολλότητα των συνεπειών αυτής, όπερ είναι η εξαγωγή,
και ο Σωκράτης εγνώρισε και μετεχειρίσθη μεθοδικώς αμφότερα
τα μέσα ταύτα. Ο Ξενοφών πολλαχού των &Απομνημονευμάτων&
παρέχει παραδείγματα της πρώτης εργασίας, ην ονομάζει το
&διαλέγειν κατά γένη&, ένθα ο Σωκράτης διαιρεί τα γένη εις
τα είδη αυτών μετά θαυμαστής ακριβείας, και ούτω φθάνει εις
το &ίδιον& εκάστου πράγματος, ήτοι εις την ιδίαν και
ειδικήν διαφοράν, εις την ουσιώδη ιδιότητα, εξ ης και μόνης
δύναται να προκύψη ο ακριβής ορισμός• απαράλλακτος δε είνε
και ο παρά Πλάτωνι Σωκράτης _(Φαιδρ. 91)_. Ωσαύτως την έκ
τινος αρχής ακριβή εξαγωγήν των συνεπειών αυτής πανταχού
φαίνεται μεταχειριζόμενος ο Σωκράτης, και ενίοτε εν είδει
τελείου σωρείτου. Αλλ' η διαίρεσις και η εξαγωγή βεβαιούσι
μόνον την λογικήν δυνατότητα των όντων και εννοιών, ουχί δε
και την αντικειμενικήν αυτών πραγματικότητα. Προς τούτο
απαιτείται άλλη ανωτέρα εργασία, και εις ταύτην επλησίασεν
ο Σωκράτης• διά της επαγωγής, ην αποδίδουσιν αυτώ εκ
συμφώνου ο Ξενοφών, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και τωόντι
ότε ο Σωκράτης ανεσκεύαζε τας γνώμας των αντιπάλων του,
μετεχειρίζετο την διά της εξαγωγής των συνεπειών ανάλυσιν,
αποδεικνύων ούτω το άτοπον της αρχής εξ ης απέρρεον, αλλ'
ότε αυτός εξέφραζε γνώμην τινά, και άλλος την αντέτεινεν,
υπεχρεούτο, προς δικαιολόγησιν της κρίσεώς του, να την
επαναγάγη είς τινα γενικήν και ομολογουμένην αλήθειαν, &επί
την υπόθεσιν επανήγε&, και πραγματικώς η γενική αύτη
αλήθεια προ της επαληθεύσεως ήτο &υπόθεσις&, και η
επαλήθευσις αύτη εγίνετο διά της παραθέσεως πολλών μερικών
παραδειγμάτων, εν οίς εζήτει τον εν πάσι κοινόν χαρακτήρα
ανερχόμενος ούτω από των επί μέρους εις το καθόλου, και η
εργασία αύτη ουδέν έτερον είναι ή αυτή η &επαγωγή&. Το δε
εξαγόμενον της επαγωγής θέλει είναι γενική τις αρχή και το
έτερον και κυριώτερον στοιχείον του ορισμού. &Ούτω δε των
λόγων επαναγομένων καθίστα εναργή την αλήθειαν και εις
αυτούς τους αντιλέγοντας,& εάν ουχί διά της πλήρους και
τελείας επαγωγής ης τους νόμους ακριβώς εξέθηκεν ακολούθως
ο Αριστοτέλης, αλλά &δι' επακτικών λόγων&, τουτέστι διά
παραδειγμάτων, διά της αναλογίας, ενίοτε δε και διά της
πλήρους αριθμήσεως των καθ' έκαστα, αφ' ών γίνεται ασφαλώς
&η επί τα καθόλου έφοδος& κατ' Αριστοτέλην &(Αναλ. προτ.
Β.' ιε')&. Ούτω λοιπόν διά της διαιρέσεως και εξαγωγής, αφ'
ενός, και διά της επαγωγής και γενικεύσεως, αφ' ετέρου,
συμπληρούται η μαιευτική μέθοδος, καθ' όσον διά μεν του
πρώτου μέσου αναπτύσσεται το εν τω πνεύματι συνεπτυγμένον,
ό εστι γεννώνται αι μερικαί ιδέαι εκ των γενικών,(3) διά δε
του δευτέρου ανερχόμεθα εις τα γένη, εξ ών πάλιν γεννώνται
αι μερικαί ιδέαι, και άτινα κατ' Αριστοτέλην είναι δύναμίς
τις εγκυμονούσα την ενέργειαν και την πραγματικότητα. Πασών
δε των αναλύσεων και συνθέσεων τούτων το εξαγόμενον ήτο, ως
είπομεν, ο ορισμός, δι' ού θέλει φανή επί μάλλον και μάλλον
η μεταφυσική τάσις της λογικής του Σωκράτους θεωρίας.
<b>Ζ’.
Ιδιαίτερα μέσα της μαιευτικής (Συνέχεια). —
Ο ορισμός.</b>
Ο Αριστοτέλης εν τω α' των &Μεταφυσικών& λέγει, ότι ο
Σωκράτης πρώτος &επέστησε την διάνοιαν περί ορισμών&, ότι
προ αυτού ο Δημόκριτος &ωρίσατό πως&, και προ τούτου οι
Πυθαγόρειοι &περί τίνων ολίγων, ων τους λόγους εις τους
ορισμούς ανήπτον (ιδ'. δ' αυτόθι)&, και παρατηρεί ότι λίαν
απλώς επραγματεύθησαν• &ηρίζοντό τε γαρ επιπολαίως, και ω
πρώτω υπάρξειεν ο λεχθείς όρος, τούτ' είναι την ουσίαν του
πράγματος ενόμιζον&. Αλλ' ο Σωκράτης ε υ λ ό γ ω ς εζήτει
το τι εστι• σ υ λ λ ο γ ί ζ ε σ θ α ι γαρ εζήτει, αρχή δε
των συλλογισμών το τι εστι&. Το ζήτημα όμως είναι εάν οι
ορισμοί του Σωκράτους ήσαν μόνον λογική τις εργασία άνευ
μεταφυσικού τινος σκοπού. Την σήμερον η λογική και η
οντολογία είναι συνήθως δύο διακεκριμέναι επιστήμαι, αλλ' η
διάκρισις αύτη υπάρχει άρα και εν τω πνεύματι του
Σωκράτους; Περί τούτου απαντά αυτός ο Αριστοτέλης διά της
συνεχείας του τελευταίου χωρίου όπερ κακώς ηρμήνευσαν και ο
Ρώχτερ και ο Έγελος και ο Βράνδις. &Διαλεκτική γαρ ισχύς&,
προσθέτει ο Αριστοτέλης, &ούπω τότ' ην, ώστε δύνασθαι και
χωρίς του τι εστι ταναντία επισκοπείν, και των εναντίων ει
η αυτή επιστήμη&. Η επιστήμη αύτη, των εναντίων &η αυτή&,
είναι η καθαρά λογική, επιστήμη όλως εξωτερική και τυπική,
ήτις κατ' Αριστοτέλην πρέπει να περιορίζηται εις την
μελέτην των γενικών τύπων και των αφηρημένων εναντιοτήτων,
αφίνουσα εις μόνην την μεταφυσικήν την μελέτην της
ενδομύχου και πραγματικής ουσίας. Αλλά τοιαύτη δεν ήτο η
διαλεκτική του Σωκράτους. Βραδύτερον, και ιδίως μετά τον
Πλάτωνα, αι γενικαί έννοιαι εθεωρήθησαν ως τύποι κοινοί εις
όλην τινά τάξιν αντικειμένων (&κοινός λόγος&), και των
τύπων τούτων δυνάμεθα να συλλάβωμεν &ταναντία& ως λ. χ. την
ενότητα και την πολλότητα, την ταυτότητα και την διαφοράν,
το δίκαιον και το άδικον, η δε ουσία είναι κατ' Αριστοτέλην
&το καθ' έκαστον (η γαρ ουσία των όντων εν τω καθ'
έκαστον)& ήτοι η ατομική υπόστασις• &τούτων δ' ούκ εστιν
ορισμός, αλλά μετά νοήσεως ή αισθήσεως γνωρίζονται.& Όμως
παρά Σωκράτει και παρά Πλάτωνι, ως παρ' Εγέλω, η λογική και
η οντολογία είναι έν, και η σύνθεσις αυτών είναι η
&διαλεκτική&. Ώστε γινώσκομεν ήδη, ότι &τα προηγούμενα& του
σωκρατικού ορισμού ήσαν ανίσχυροί τινες προσπάθειαι των
Ιώνων και των πυθαγορείων, ότι ο Σωκράτης πρώτος εγνώρισε
την τέχνην του ορίζειν, ότι εις τούτο, έλαβεν &αφορμήν& εκ
των ηθικών ερευνών του, ότι &φύσις& του ορισμού αυτού ήτο ο
καθολικός προσδιορισμός της ουσίας, &σκοπός& δε, η
οντολογική γνώσις, και ότι εις ταύτην προέβαινε διά της
συνενώσεως της λογικής και της οντολογίας ήτοι διά της
διαλεκτικής. Τα αυτά δε επιβεβαιούσιν ο τε Ξενοφών (&Απομν.
Δ'. ς'.&) και ο Πλάτων (&Φαίδρ. και αλλαχού&).
Ας ίδωμεν τώρα την εφαρμογήν της σωκρατικής μεθόδου, ποία
ήσαν τα στοιχεία του ορισμού αυτού, και ποίον μεταξύ αυτών
το κυριώτερον.
Τα δύο μέσα περί ων διελάβομεν ανωτέρω, η &διαίρεσις& και η
&επαγωγή&, συγκεφαλαιούνται εξ ανάγκης εν τω ορισμώ, και
διά μεν της αναλύσεως ο Σωκράτης έφθανεν εις την ειδικήν
διαφοράν, διά δε της συνθέσεως, εις το γένος, άτινα είναι
τα δύο στοιχεία οιουδήποτε ορισμού• η διαφορά &διακρίνει&,
το γένος &εξηγεί&• το γένος είναι άρα ο &λόγος&, ό εστι το
&αίτιον&, δι' ου μόνον δυνατόν και νοητόν καθίσταται το
αντικείμενον, αλλά και πραγματικόν και ενεστώς, ώστε το
γένος περιέχει τα είδη, ως η αρχή, τας συνεπείας, παρά του
γένους λαμβάνουσι τα είδη την δυνατότητα και την ύπαρξιν,
αυτήν την ουσίαν αυτών, το τι εστι, και ούτω γίνεται
καταφανής η μεταφυσική τάσις της σωκρατικής διδασκαλίας.
<b>Η’.
Οντολογική βάσις της σωκρατικής μεθόδου.
Φύσις των γενών. — Διάκρισις της σωκρατικής και
της πλατωνικής θεωρίας.</b>
Προς λύσιν των ζητημάτων τούτων συντελεστικώτατον είναι το
παρ' Ευσεβίω (&Ευάγ. Πρ. ια', 3&) χωρίον του Αριστοτέλους,
εν ώ βλέπομεν ότι ο Σωκράτης τα &καθόλου ου χωριστά εποίει,
ουδέ τους ορισμούς• οι δε (ο Πλάτων) εχώρισαν, και τα
τοιαύτα των όντων ι δ έ α ς προσηγόρευσαν , . . . ώστε
πάντων ιδέας είναι των καθόλου λεγομένων. Ο Σωκράτης λοιπόν
δεν μεταφέρει εις το απόλυτον, και δεν πραγματοποιεί εν
αυτώ, εν &τω παντελώς όντι, τα καθόλου και τους ορισμούς
(Όρ. και Μεταφ. α'.&)• τούτο ποιεί ο Πλάτων διά της θεωρίας
των &ιδεών&, αίτινες είναι τα γένη &καθ' αυτά&, δηλαδή η
απόλυτος αρχή των γενών, ήτις είναι ο αληθής λόγος και των
αισθητών αντικειμένων και των λογικών εννοιών, διότι άνευ
αυτής ούτε τα πράγματα είναι επιδεκτικά ορισμού, ούτε το
πνεύμα δύναται να διατυπώση ορισμόν• η &Ιδέα& είναι, κατ'
αυτόν, τύπος αιώνιος της απολύτου υπάρξεως και νοήσεως, ου
μετέχουσι και η ύλη και το πνεύμα. Τοιούτω τρόπω η μεν
διαλεκτική του Σωκράτους στρέφεται περί τα γένη, και δεν
υπερβαίνει τα αισθητά αντικείμενα, η δε του Πλάτωνος, περί
τας ιδέας, και δι' αυτών ανυψούται εις την υπερβατικήν
αντικειμενότητα του απολύτου.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.
Η ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΑΞΙΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΗΤΟΙ Η ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ
<b>Α'.
Διαλεκτική των αγαθών ή των τελικών αιτίων• —
Ενότης του άκρου αγαθού.</b>
Η κατά την πράξιν διαλεκτική του Σωκράτους, ήτοι η ηθική
του, δεν διέφερε της κατά την νόησιν. Η θεωρητική και
πρακτική φιλοσοφία υφίστατο κατ' αυτόν εις το &σκοπείν τα
κράτιστα των πραγμάτων, και έργω και λόγω διαλέγοντας κατά
γένη, τα μεν αγαθά προαιρείσθαι, των δε κακών απέχεσθαι.
Και ούτως έφη αρίστους τε και ευδαιμονεστάτους άνδρας
γίνεσθαι και διαλέγεσθαι δυνατωτάτους. Έφη δε και το
διαλέγεσθαι ονομασθήναι εκ του συνιόντας κοινή βουλεύεσθαι
διαλέγοντας κατά γένη τα πράγματα. Δειν ουν πειράσθαι ό,τι
μάλιστα προς τούτο εαυτόν έτοιμον παρασκευάζειν, και τούτου
μάλιστα επιμελείσθαι• εκ τούτου γαρ γίγνεσθαι άνδρας
αρίστους τε και ηγεμονικωτάτους και διαλεκτικωτάτους. (Απ.
Δ', έ.)&. Τοιούτω τρόπω η τάξις των εννοιών, των γενών και
των ειδών, ην ορίζει η διαλεκτική, τάσσουσα το βέλτιον προ
του χείρονος, το γενικώτερον αγαθόν προ του μερικωτέρου, η
λογική τάξις η αποτελούσα την επιστήμην, μεταβαίνει εις τας
πράξεις, και γίνεται η αρετή, το πρότερον λόγω είναι και
έργω πρότερον, και γινώσκων καλώς την κατά γένη και είδη
κατάταξιν, είναι δι' αυτό τούτο και ενάρετος. Ο δε μεταξύ
των δύο διαλεκτικών μέσος όρος είναι, η παρά Σωκράτει
θεμελιώδης έννοια του τέλους ή του αγαθού. Η γνώσις της
αληθούς κατατάξεως των πραγμάτων είναι η γνώσις της λογικής
και τελικής αξίας, ό εστι της ωφελείας εκάστου, και ούτω,
από γένους εις γένος, φθάνομεν εις το καθολικόν, ό κατ'
Αριστοτέλην εζήτει ο Σωκράτης, και από ωφελείας εις
ωφέλειαν, από αγαθού εις αγαθόν, φθάνομεν εις το καθολικόν
αγαθόν, όπερ είναι ο ανώτατος όρος της κατά την πράξιν
διαλεκτικής. Τούτων δε τεθέντων, είναι φανερόν, ότι η εν
τοις πράγμασι σχετική ωφέλεια είναι το αγαθόν αυτών, αλλ'
ουχί το απόλυτον αγαθόν, ως η σχετική πρός τινα άνθρωπον
ωφέλεια δύναται να ήναι το προς αυτόν σχετικόν αγαθόν, ουχί
δε το απόλυτον, ότι το προς όλους αγαθόν είναι πλησιέστερον
εις το απόλυτον, και ότι τα προς τα διάφορα στοιχεία του
ανθρώπου αγαθά κατατάσσονται επίσης κατά την σχετικήν αξίαν
και υπεροχήν εκάστου των στοιχείων τούτων• και επειδή το
κράτιστον αυτών είναι η ψυχή, ήτις ανάγεται εις τον λόγον,
και ο λόγος ζητεί και απαιτεί το απόλυτον, άρα το αγαθόν
του λόγου είναι το απόλυτον αγαθόν, εις ο όμως ο Σωκράτης,
ας το επαναλάβωμεν, δεν απέδιδεν, ως ο Πλάτων, χωριστήν
ύπαρξιν και μεταφυσικήν αξίαν &(Απομ. Δ'. β' Δ'. β' 13, δ'
Αριστοτ. Ηθ. μεγ. Δ' λε')&. Και διά τούτο ο Σωκράτης δεν
είδεν ότι η τελική ταυτότης της ωφελείας και του απολύτου
αγαθού δεν είναι άμεσος και πραγματοποιήσιμος εν τω κόσμω
τούτω, εν ώ προοδεύομεν αδιακόπως προς την ταυτότητα
ταύτην, χωρίς να φθάσωμεν εις αυτήν, αλλ' υποθέτει και
απαιτεί θείαν τινά σφαίραν ένθα η ενταύθα ατελής ένωσις των
δύο τούτων στοιχείων γίνεται τελεία ενότης. Συνησθάνετο
ενδομύχως το ιδανικόν, και διείδεν ενίοτε την ανάγκην άλλης
ζωής, εν ή εντελώς πραγματοποιείται, αλλά δεν είχε περί
τούτου σαφείς και ακλονήτους πεποιθήσεις, και εντεύθεν αι
περί θελήσεως και ηθικού αγαθού αμφίβολοι αυτού δοξασίαι.
<b>Β’.