ήκουσε μακρόθεν θεσπεσίαν αοιδήν αντηχούσαν. Τας λέξεις του
άσματος δεν ηδυνήθη να νοήση, και το μέλος επί μακρόν χρόνον
προσεπάθει ακολούθως να ανασχηματίση εν εαυτώ, αλλ' υπήρξεν
αδύνατον. Ήτο ουρανία φωνή άδουσα εξαίσιον μέλος, συνοδευομένη υπό
θαυμασίων οργάνων. Κατά μικρόν ο ήχος προσήγγιζε. Τότε ηκούσθησαν
βήματα αντηχούντα. Ο Πλήθων αυτομάτως ήνοιξε τους οφθαλμούς, ως τω
είχεν ειπεί η Νύμφη, και είδε φαεινάς όψεις υπερφυείς,
αστραπομόρφων ανδρών και γυναικών διερχομένων ενώπιον αυτού. Ο
ηγέτης του θιάσου ήτο περικαλλής και λαμπρός νεανίας. Εκράτει
χρυσήν λύραν εν τη δεξιά, και η όψις του ήτο φαιδρά και εξαισία.
Ήτο ο Φοίβος Απόλλων. Εισήλθε διά της θύρας του άντρου, έστη επί
μίαν στιγμήν προ του Πλήθωνος (όστις, ως τω εφαίνετο, ίστατο
όρθιος μετά σεβασμού) και τω είπε: «Μη φοβού. Είμαι ο Φοίβος
Απόλλων. Λάβε την δάφνην ταύτην, και θάρρει». Και έγεινεν ευθύς
άφαντος διά του ορόφου, όστις είχεν εκλίπει, και ο αιθήρ εφαίνετο
αναπεπταμένος ύπερθεν. Ακολούθως διέβη ενώπιον του Πλήθωνος θίασος
εννέα περικαλλών παρθένων. Εκράτουν βαρβίτους, κιθάρας και
φόρμιγγας, δι' ων έμελπον τους ύμνους των θεών. Ουδέποτε θνητός
εφαντάσθη τηλικούτον κάλλος ευαρμοστούν μετά τοσαύτης σεμνότητος,
οίαν ενέφαινον αι εννέα αύται αγλαόμορφοι αδελφαί, αίτινες
ωμοίαζον προς αλλήλας κατά την λαμπρότητα, αλλ' άλλη άλλο είχεν
αθάνατον δώρημα διακρίνον την μορφήν αυτής από πασών των λοιπών.
Αύται παρήλθον αμοιβαδόν προ του εκπεπληγμένου φιλοσόφου και, αφού
εθάμβουν αυτόν διά της ουρανίας αίγλης ην εξέπεμπον, εγίνοντο
άφαντοι, αποτείνουσαι προς αυτόν έπος τι παραμυθητικόν. Και η μεν
πρώτη αυτών, ήτις ήτο έξοχος το είδος και το μέγεθος, και εφαίνετο
πρεσβυτάτη πασών, τω είπε: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το σεμνόν της αοιδής
μου επί σοι». Η δε δευτέρα τω είπε: «Χαίρε. Το κλέος της φήμης
παρά σοι». Η δε τρίτη είπε προς αυτόν: «Χαίρε. Το λιγύ του άσματος
προς σε». Η τετάρτη: «Χαίρε. Το φαιδρόν της μολπής επί σε». Η
πέμπτη: «Το σεμνόν του βίου μετά σου». Η έκτη: «Η χάρις και
αρμονία παρά σοι». Η εβδόμη: «Το ερατεινόν του πόθου παρά σε». Η
ογδόη: «Χαίρε. Ύμνος και σπονδή διά σου». Και η ενάτη: «Χαίρε, ω
Πλήθων. Το ύψος της γνώσεως παρά σοι». Και ούτως έγειναν άφαντοι.
Ευθύς μετ' αυτάς εφάνη ευειδής νεανίας, μόλις χνοάζων την μορφήν,
απαστράπτων δε φαιδρότητα εκ της όψεως. Έστη επί μίαν στιγμήν
ενώπιον του Πλήθωνος, και επέθηκε περί τον τράχηλον αυτού στέμμα
εκ κισσού, χωρίς μηδέν να είπη. Προέπεμπον δε αυτόν λυσίκομοι
νεανίδες, βαστάζουσαι δάδας και ανακράζουσαι. Ευοί! Ευοί! Εν μέσω
του χορού των νεανίδων τούτων εφέρετο γέρων τις επί όνου
καθήμενος. Δύο των νεανίδων κρατούσαι φιάλας οίνου υπεβάσταζον τον
γηραιόν, διότι μόλις ηδύνατο να κρατηθή επί του όνου, και η κεφαλή
του αδιαλείπτως ένευεν. Ουδέποτε ο Πλήθων είδε θορυβωδεστέραν ουδέ
φαιδροτέραν συνοδίαν ταύτης. Τα μειδιάματα των νεανίδων εκείνων
επί πολύν χρόνον μετά ταύτα περιεπλανώντο υπό τας όψεις του
φιλοσόφου, και η ακοή αυτού αντήχει απαύστως την φαιδράν ταύτην
επιφώνησιν: &Ευοί! Ευοί!&
Εν τούτοις ο Πλήθων αφυπνίσθη, και επειδή η αυτοσχεδιασθείσα
καλύβη όπου εκοιμήθη είχε γείνει άφαντος, ενόμισε καλόν να
επαναλάβη την πορείαν του. Διήρκεσε δε η περιοδεία επί πολύν
εισέτι χρόνον, και απεπερατώθη εις την βασιλεύουσαν πόλιν, όπου
μείνας επί τινας εβδομάδας, επανήλθεν είτα εις το άντρον του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Ψήγματα ευτυχίας.
Ουδέποτε η Αϊμά ευρέθη εις τοσαύτην αμηχανίαν, όσην ησθάνθη ότε
έστη αιφνιδίως αντιμέτωπος του Γεωργίου Γεμιστού. Ότε ο φιλόσοφος
είχεν εξέλθει μετά την μακράν εκείνην προσευχήν ην απηύθυνε εις
τους θεούς, είχε καθίσει έξω εγγύς της θύρας, και έπλεεν εις
πέλαγος διανοημάτων και δισταγμών. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος, και η
Αϊμά είχεν εξεγερθή. Τότε ο φιλόσοφος ήκουσε τον σφοδρόν εκείνον
διάλογον μεταξύ της κόρης και του πρώτου των Γύφτων. Κατανυγείς
την καρδίαν, έκρινεν επίκαιρον να εμφανισθή, και ανοίξας την
θύραν, εισήλθε. Το πρώτον κίνημα όπερ έκαμεν, ήτο να νεύση προς
τον Πρωτόγυφτον ίνα αποσυρθή. Ούτος δε αφορμήν περιέμενε, και
εξήλθεν ευθύς, προτού η Αϊμά προλάβη να τον παρατηρήση. Αλλ' όμως
έστρεψεν ακολούθως το όμμα και είδε την αφάνειαν του Γύφτου. Τότε
περιέφερε μετά τρόμου το βλέμμα επί του προσώπου του Πλήθωνος. Ο
φιλόσοφος ενέβλεπεν αύτη μετά πολλής ημερότητος, και η κόρη έλαβε
μικρόν θάρρος.
— Μη φοβού, τη είπεν.
Η νέα, τρέμουσα τα γόνατα, κατέπεσε και εκάθισεν επί τινος βάθρου.
— Διατί τρέμεις, κόρη μου; επανέλαβεν ο Πλήθων. Μάθε ότι δεν
είμαι εχθρός σου, καθώς νομίζεις. Είμαι φίλος.
— Φίλος, επανέλαβε μηχανικώς η Αϊμά.
— Φίλος, και μάλιστα προστάτης. Ουδείς επί της γης σε αγαπά
πατρικώς, ως εγώ.
Η Αϊμά εσίγησεν. Αλλ' όμως το βλέμμα αυτής εξέφραζεν απορίαν.
— Και δύναμαι ν' αποδείξω τούτο. Ζήτησόν μου τι επιθυμείς, και θα
ίδης αν είμαι πρόθυμος να σοι το παραχωρήσω.
Η Αϊμά δεν ετόλμα να λαλήση. Ο φιλόσοφος έβλεπε τον δισταγμόν της
διά μέσου των βλεφαρίδων της, αίτινες εσκέπαζον τους
τεταπεινωμένους αυτής οφθαλμούς.
— Είνε αδύνατον να μη επιθυμής τι, επανέλαβεν ο Πλήθων. Δεν
υπάρχει ανθρώπινον πλάσμα, όπερ να μη φλογίζη η επιθυμία. Αλλά
τούτο δεν απαγορεύουσιν οι θεοί. Αρκεί η τοιαύτη επιθυμία να είνε
θεμιτή.
Η νέα εφάνη αποφασίσασα. Είπε δε διά ταπεινής φωνής·
— Ειπέ μοι τίνες είνε οι γονείς μου, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο.
Ο Πλήθων ανεσκίρτησεν. Ως φαίνεται δεν είχε προβλέψει εγγύθεν την
τοιαύτην απαίτησιν.
— Τους γονείς σου; επανέλαβε. Μόνον αυτό ζητείς;
— Μόνον αυτό, είπεν η Αϊμά.
— Και τούτο υπόσχομαι να σοι το είπω, ω κόρη.
— Ειπέ μοι λοιπόν, είπεν υψώσασα το βλέμμα η Αϊμά.
— Όχι τώρα, είπεν ο φιλόσοφος.
— Διατί όχι τώρα; ηρώτησε μετά θάρρους η νέα.
— Εν καιρώ θα μάθης τούτο.
Η Αϊμά εφάνη λυπηθείσα.
— Διατί ανυπομονείς; είπεν ο Πλήθων. Όταν σοι λέγω ότι είμαι
φίλος, διστάζεις;
— Φίλος; επανέλαβε μετά πικρίας η Αϊμά. Και με καταδιώκεις!...
— Εγώ;
— Δέκα έτη και πλειότερον. Από τότε που ήμουν μικρή! Δεν με
έρριψες εις τον κρημνόν διά να αποθάνω;
Ο Πλήθων ανεσκίρτησε βιαίως. Ίσως δεν επίστευεν ότι τον ενεθυμείτο
η νέα. Ενόμιζεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να τον αναγνωρίση εκ τόσον
μακρού χρόνου.
— Ενθυμείσαι λοιπόν; είπεν.
— Ενόμιζες ότι το ελησμόνησα; είπεν η Αϊμά.
Ο Πλήθων σκεφθείς επ' ολίγον, είπε·
— Και όμως... όταν σοι είπω... πιστεύω ότι και εις τούτο θα μοι
αποδώσης το δίκαιον.
— Ειπέ μοι, διηγήσου μοι τούτο· και εγώ αυτό ζητώ, είπεν η Αϊμά.
— Τούτο αποτελεί ακριβώς την δυσκολίαν. Όταν σοι διηγηθώ τούτο,
θα σ' είπω όλην την ιστορίαν.
— Και δεν θέλεις να μοι την είπης;
— Δεν δύναμαι σήμερον.
— Διατί;
— Διά να σοι είπω το διατί, πρέπει να σοι διηγηθώ αυτό το πράγμα,
όπερ απαιτείς. Άκουσον, κόρη. Έχε υπομονήν. Θέλω να σοι είπω τα
πάντα, πίστευσόν με. Και όχι μόνον θέλω, αλλ' οφείλω να σοι τα
είπω. Διότι η ιστορία αύτη σοι ανήκει, είνε ιδιοκτησία σου, και
εγώ είμαι θεματοφύλαξ αυτής. Είσαι ισχυρά εν τω δικαίω σου, και
δεν πρέπει να καταχράσαι. Θα σοι τα είπω τάχιστα. Μη αδημονής.
— Αλλά πότε; είπεν η Αϊμά. Προσδιόρισε πότε θα μοι το είπης.
— Μετ' ολίγας ημέρας.
— Και εγώ τι θα κάμω εν τω μεταξύ;
— Θα περιμένης.
— Πού; Εδώ δεν θα μείνω.
— Διά της βίας δεν σε κρατώ. Αλλά σε παρακαλώ να μείνης.
Η Αϊμά εδίσταζεν. Ο Πλήθων επανέλαβε·
— Σοι είπα να μοι ζητήσης ό,τι επιθυμείς. Δεν επιθυμείς τι;
— Αλλά σοι είπα κ' εγώ τι επιθυμώ.
— Είνε το μόνον; ως νέα δεν έχεις επιθυμίαν τινά;
— Ποίαν επιθυμίαν να έχω; απήντησεν αφελώς η Αϊμά.
— Ήκουσα ότι...ειξεύρεις ότι ο Μάχτος δεν είνε αδελφός σου, είπεν
ο Πλήθων.
Η περίφρασις δε αύτη εσήμαινεν: «Ήκουσα ότι...αγαπάς τον Μάχτον».
— Ειξεύρω βεβαίως ότι δεν είνε αδελφός μου, είπεν η Αϊμά
ερμηνεύουσα κατά γράμμα την φράσιν.
— Λοιπόν... μήπως τυχόν θέλεις;...„
— Τι να θέλω; ηρώτησεν απορούσα η Αϊμά.
— Μήπως θέλεις να τον νυμφευθής;
— Εγώ; έκραξεν έκπληκτος η Αϊμά.
— Ούτω πρέπει να είνε, είπεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν ο Πλήθων,
εκλαβών την έκπληξιν της νεανίδος ως δισταγμόν εκ παρθενικής
απορρέοντα δειλίας.
— Η Αϊμά εσίγα.
— Λοιπόν θα σας νυμφεύσω, επανέλαβε φαιδρώς ο φιλόσοφος. Ναι, από
πολλού επεθύμουν να συμπέση τοιαύτη περίστασις, προσέθηκε μάλλον
μονολογών. Κατά τον χρόνον του ιερατικού μου σταδίου δεν ετέλεσα
γάμον, ουδέ προσήνεγκον σπονδάς υπέρ νεονύμφων. Έθυσα θυσίας άλλας
βιωτικάς και νεκρωσίμους, αλλ' υμέναιον ουδένα ετέλεσα. Και ήδη
είνε καιρός να σπείσω την σπονδήν ταύτην. Ειξεύρεις, ω κόρη, ότι
είμαι ιερεύς;
— Ιερεύς; επανέλαβεν η Αϊμά.
— Ναι, ιερεύς των θεών. Εγώ αυτός θα τελέσω τον γάμον σου μετά
του Μάχτου.
Και ταύτα λέγων επίστευεν ενδομύχως ο Πλήθων, ότι μεγίστην και
αμύθητον προυξένει ευτυχίαν εις την Αϊμάν. Αλλ' οι θεοί, τοσαύτα
απονείμαντες αυτώ δωρήματα, εφείσθησαν του μαντικού χαρίσματος,
και δεν κατέστησαν αυτόν οιωνοσκόπον.
— Και ευθύς μετά τον γάμον, επανέλαβε, θα σοι δηγηθώ τέλος την
ιστορίαν εκείνην, δι' ην τοσούτον ανυπομονείς. Λέγουσιν, ότι οι
θεοί δεν δωρούσι τέλειον το ευεργέτημα των αγαθών φρενών εις την
κόρην προτού να καταστή αύτη γυνή. Περί σπουδαίων πραγμάτων
δύναται ν' ακούση τις όταν είνε ήδη σύνευνος και μέλλει όσον ούπω
να καταστή μήτηρ αγαθών τέκνων, βλαστών του υμεναίου. Αλλ' εις
κόρην τίς δύναται να διηγηθή σοβαρά πράγματα; Η κόρη είνε κούφη ως
το πτερόν, ελαφρά ως νεφέλη, ευαπάτητος και ευπαγίδευτος ως
στρουθίον. Όταν αναφθώσιν αι δάδες του ιμέρου και αντηχήση ο ύμνος
του υμεναίου, τότε το στρουθίον συνελήφθη εις την παγίδα, η κόρη
υπερέβη τον ουδόν του βίου, και μετέστη από του προσκαίρου σταθμού
εις την αληθή κονίστραν του εγκοσμίου αγώνος. Ήκουσάς ποτε, ω
κόρη, υμέναιον αδόμενον;
— Όχι, είπεν η Αϊμά.
— Λοιπόν ευτύχημα, ότι ο πρώτος ον θ' ακούσης θα είνε ο εδικός
σου. Ειπέ, είσαι ευχαριστημένη;
Η Αϊμά ένευσε κάτω και ουδέν απήντησε.
— Παρθενική αιδώς, είπε μονολογών ο Πλήθων. Παν έαρ έχει τα ρόδα
του, και το μάλιστα ευώδες και εύχρουν ρόδον είνε το της
παρθενίας, του καλλίστου τούτου έαρος. Δύσμοιρον γήρας, βαρύς και
παγετώδης χειμών του βίου, όστις μόνον την ανάμνησιν της ευωδίας
ταύτης διασώζεις! Και πάλιν ευτύχημα τούτο διά σε. Όταν τα ρόδα
εξηράνθησαν, τα διατηρεί τις επιμελώς εξηραμμένα. Αν οι θεοί
παράσχωσιν εις γέροντα τινα αγαθήν μέχρι τέλους συνείδησιν, και
στρώσωσι διά των αποξηραμμένων τούτων ανθέων το προσκεφάλαιον
αυτού, τούτο είνε η αρίστη εξόφλησις της απαραιτήτου ταύτης
οφειλής, η καλλίστη συντέλεσις του μοχθηρού τούτου αγώνος, του
επιβαλλομένου εις πάντας. Αλλ' η μεγίστη επιθυμία του γήρατος είνε
το να δύναταί τις να δώση εις άλλους την ευτυχίαν, χωρίς να την
έχη αυτός. Τι λέγω; Τούτο καθ' αυτό αποτελεί την μεγίστην
ευτυχίαν. Μη φθόνει, ω θνητέ. Τούτο είνε θείον, διότι οι θεοί
μόνοι δύνανται να καθιστώσιν ευτυχείς. Και ο Πλάτων ορίζει ούτω το
θείον, παρέχων αυτώ γνωρίσματα τοιαύτα· « αγαθός, φθόνου εκτός
ων». Όταν δύναται τις να είνε εκτός φθόνου, τότε αληθώς είνε
υπεράνθρωπος, τότε εξαίρεται, τότε θεούται.
Η Αϊμά εθεώρει άφωνος τον παράδοξον τούτον άνθρωπον, και ήκουεν
αυτόν μονολογούντα χωρίς να εννοή λέξιν.
— Λοιπόν, τη είπεν αίφνης ο φιλόσοφος, σύμφωνοι; Θα μείνης εδώ,
αύριον θα έλθη ο Μάχτος, και θα σας νυμφεύσω. Δεν έχει ούτω;
Η κόρη εδίσταζε.
— Δεν απαντάς; επανέλαβεν ο Πλήθων
— Ναι, είπεν η Αϊμά πεπνιγμένη τη φωνή.
Και ο Πλήθων εξήλθεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Ουδέν καινόν.
Εκείνο όπερ ηνάγκασε την Αϊμάν να προφέρη το πεπνιγμένον τούτο
ναι, ήτο η ελπίς και η προσδοκία της αποκαλύψεως ην τη υπεσχέθη ο
Πλήθων. Άλλως δε η κόρη αύτη συνέλαβεν ένοχον σχέδιον. Ο σκοπός
αυτής ήτο να μείνη, να υποστή τον γάμου τούτον ον τη επέβαλλεν ο
Πλήθων, ν' ακούση αυθημερόν τας αποκαλύψεις αυτού, και
ακολούθως.....να δραπετεύση.
Τις ήθελε το πιστεύσει ότι ηδύνατο να διανοηθή τοιαύτα το ήμερον
τούτο πλάσμα; Και όμως είνε αληθές. Ο χρονογράφος διαβεβαιοί τούτο
μεθ' όρκου, καίπερ συνειδώς ότι οφείλει να συνηγορήση υπέρ αυτής.
Άλλως δε οι αναγνώσται ημών θ' αποδώσωσιν ημίν δικαιοσύνην, ότι δε
περιπίπτομεν ως προς τούτο εις αντίφασιν. Ουδέποτε μέχρι τούδε
είπομεν ότι η Αϊμά ηγάπα ερωτικώς τον Μάχτον, ουδ' υπηνίχθημεν
τούτο. Η προς τον νέον στοργήν αυτής ήτο αδελφική, παρομαρτούσης
και της ευγνωμοσύνης επί τη χρηστοτέρα φιλοφροσύνη, ην επεδείκνυεν
ο νεαρός Αθίγγανος προς αυτήν. Και αυτού δε του Μάχτου το προς την
Αϊμάν αίσθημα δεν ωνομάσαμεν ρητώς έρωτα, αν και ως τοιούτο απ'
αρχής το ενοήσαμεν. Λυπηρόν ότι η φαντασία τινών των αναγνωστών
προέδραμε της ημετέρας. Τούτο είνε δυστύχημα διά τον
μυθιστοριογράφον ουχ ήττον ή διά τους αναγνώστας. Ενόμισάν τινες
ότι η Αϊμά ώφειλε πάντως ν' αγαπά τον Μάχτον, και άλλως δεν
ηδύνατο να γείνη το πράγμα.
Η προκατάληψις αύτη δεν κατέλαβε μόνους τους αναγνώστας, αλλ'
επεξετάθη και αλλαχόσε. Φιλόμουσός τις κύριος ευαρεστηθείς να
παραφράση ιταλιστήν την «Γυφτοπούλαν», έκρινεν εύλογον να αλλοιώση
πολλά μέρη της αφηγήσεως, προσθείς ουδέν ήττον ή αφελών. Ότε είδον
κατά τύχην έν φύλλον της εφημερίδος εν η δημοσιεύεται η
μετάφρασις, δεν ανεγνώρισα πλέον την &«Γυφτοπούλαν»&. Ούτως εν τη
σκηνή εκείνη του πρώτου μέρους, εν η εκφεύγει εκ του σιδηρουργείου
διά μέσου των διωκτών της, εισάγεται η Αϊμά φοβουμένη και τρέμουσα
ουχί υπέρ εαυτής, αλλ' υπέρ του Μάχτου. Τοιούτον μελοδραματικόν
αίσθημα, το κατ' εμέ, δεν ηδυνάμην να δώσω εις την Αϊμάν, αφού δεν
ήτο βέβαιον ότι η Αϊμά ηρωτεύετο τον Μάχτον. Και πώς η Αϊμά, αυτή
κινδυνεύουσα, φοβείται διά τον Μάχτον, όστις δεν κινδυνεύει; Τούτο
είνε δυσνόητον. Έπειτα ο Μάχτος κρατεί ακίνητον τον Πρωτόγυφτον
επίτηδες, διά να δώση καιρόν εις την Αϊμάν να φύγη, ως να
προϋπήρχε συνεννόησις μεταξύ των δύο περί της φυγής! Τρίτον η Αϊμά
παραβάλλεται με Νεράιδα, «μίαν των ωραίων, πονηρών και τρομερών
εκείνων νυμφών, δι' ων η φαντασία του ελληνικού λαού οικίζει μέχρι
της σήμερον πάντα τα σπήλαια και τους δρυμώνας». Όσον λαμπρά και
αν φαίνεται η παραβολή αύτη, κατ' εμέ, είνε άκαιρος και απροσφυής.
Είπομεν ότι η Αϊμά διενοήθη να υποκλέψη τας ομολογίας του Πλήθωνος
και ακολούθως να φύγη. Οφείλομεν να είπωμεν και άλλο τι μάλλον
επίπονον. Πού εστρέφετο η φαντασία της Αϊμάς, ταύτα μελετώσης;
Έβλεπε πόρρωθεν τον πολικόν αστέρα της Ειμαρμένης φωτίζοντα τα
διαβήματα αυτής; Επεθύμει να βαδίση εν τω σκότει, και είχε το προς
τούτο θάρρος; Ποίαν μυστικήν ελπίδα είχε συλλάβει και ποίον μύχιον
αίσθημα έτρεφε; Φευ! Ουδένα αστέρα έβλεπεν ανατέλλοντα. Εφοβείτο
να βαδίση εν τω σκότει, και θάρρους εστερείτο παντελώς. Σπινθήρ
τις μόνον έφεγγεν εις το βάθος της συνειδήσεως αυτής, αλλ' ούτος
μηδέν εξαρκών να φωτίση, καθίστα το σκότος πυκνότερον έτι εις το
βάθος της ψυχής της.
Η Αϊμά εν πρώτοις ησθάνετο ελέγχους συνειδήσεως μαστίζοντας αυτήν.
Ηγνόει το φονικόν τέλος της νυκτερινής εκείνης πάλης μεταξύ του
Σκούντα του άρπαγος και του Τρέκλα του υβρισθέντος συζύγου. Ο
Πρωτόγυφτος είχεν απομακρύνει ταύτην ως τάχιστα εκ της σκηνής
εκείνης αδρανώς έχουσαν και μήτε να σκεφθή μήτε ν' αντισταθή
δυναμένην. Νυν δε αναπολούσα καθ' εαυτήν την σκηνήν εκείνην,
έπασχε συνειδυία ότι δεν ηνάγκασε τον Πρωτόγυφτον να έλθη εις
βοήθειαν του κινδυνεύοντος Σκούντα, ου επί του στήθους επάτει τον
πόδα ο εχθρός του. Η ανάμνησις αυτής περιέβαλλε μετά τινος
ευγνωμοσύνης το πρόσωπον του Σκούντα. Ίσως ο νέος εκείνος να μη
είχε κακούς σκοπούς δι' αυτήν, και ηθέλησε να ελευθερώση αυτήν εκ
φιλανθρωπίας. Εις τας όψεις αυτής η τολμηρά αύτη πράξις του ξένου
εκείνου εφαίνετο ως ανδραγάθημα. Ήτο γυνή, και ήτο λίαν ευπτόητος.
Τέλος δεν ηδύνατο να μη ευγνωμονή προς τον Σκούνταν. Ούτως
ενόμιζεν: Αν εκείνος μετήλθεν απάτην, όπως πείση αυτήν να τον
ακολουθήση, βεβαίως έπραξε τούτο επ' αγαθώ, διότι άλλως δεν θα τον
ηκολούθει. Επειδή σπανιώτατα εύρεν εν τω βίω της ανθρώπους προς
ους να ευγνωμονή, υπελάμβανεν ότι προς τον πρώτον τυχόν
παρουσιασθέντα δεν έπρεπε να φείδηται της ευγνωμοσύνης της.
Ησθάνετο λοιπόν τύψεις, και κατέκρινεν ενδομύχως την ιδίαν αυτής
διαγωγήν. Αναπαρίστα εν τη μνήμη την εναγώνιον εκείνην σκηνήν. Ο
απαγωγεύς αυτής εφαίνετο υψηλός και ρωμαλέος. Πώς ο άλλος εκείνος
άνθρωπος κατώρθωσε να τον καταβάλη κατ' αρχάς, διότι το τέλος
ηγνόει η Αϊμά. Το πράγμα συνέβη λίαν αιφνιδίως και ορμητικώς. Ο
απαγωγεύς δεν έλαβε καιρόν ν' αντισταθή.
Αλλ' ημείς προς συμπλήρωσιν οφείλομεν να είπωμεν ότι ο Τρέκλας,
άναλκις και θρασύδειλος ων, ενέδωκεν εις το πρώτον κίνημα της
μανιώδους μνησικακίας, και ήρπασεν από του λαιμού τον εχθρόν του,
ον καταχθόνιός τις Νέμεσις εφαίνετο παραπέμπουσα προς αυτόν, καθ'
ην στιγμήν δεν τον περιέμενεν. Αλλ' αφού άπαξ τον συνέλαβεν,
έσφιγξε τον βρόχθον αυτού λυσσωδώς, διότι αν τον απέλυεν, εφοβείτο
μη καταστή θύμα αυτού. Δειλία λοιπόν και σκληρότης απαιτείται —
και ουχί γενναία καρδία (!), κατά την άξεστον και χυδαίαν πρόληψιν
— όπως φονεύση τις τον εχθρόν του, συντρεχούσης και της τύχης.
Δειλία δε και σκληρότης είνε ανόμοια, ή το πολύ αντίθετα, αλλ'
ουχί και αντιφατικά, και δύνανται να συνυπάρχωσι παρά τω αυτώ
προσώπω.
Η άτυχης Αϊμά αγνοούσα, ως είπομεν, το τέλος της συμπλοκής
εκείνης, επόνει μόνον διότι εγκατέλιπε κινδυνεύοντα τον
νομιζόμενον παρ' αυτής ως ευεργέτην, χωρίς να αποδώση αυτώ την
οφειλομένην χάριν. Και ίσως εν τω βάθει της συνειδήσεως αυτής ο
στίλβων εκείνος σπινθήρ υπέφαινε την οδόν, ην ώφειλεν η κόρη να
πορευθή όπως επανεύρη τον ευεργέτην εκείνον. Ίσως (τις οίδε;) το
αίσθημα αυτής τούτο δεν απείχε πολύ απ' εκείνου όπερ δύναται να
αισθανθή τρυφερώτατον και μυχιώτατον πάσα καρδία. Ουδέν το
παράδοξον. Τα τοιαύτα αισθήματα γεννώνται συνήθως υπό αλλοκότους
περιστάσεις. Λέγουσιν, ότι σπέρμα είδους τινός φυτού,
αναρπαζόμενον υπό του ανέμου, δύναται να πέση εις οιανδήποτε γην
και να παραγάγη την οικείαν βλάστησιν. Το δε σπέρμα του αισθήματος
άδηλον εκ ποίας γης αναδίδεται, υπό ποίου ανέμου φέρεται και εις
ποίον έδαφος πίπτει. Εν τούτοις είνε βέβαιον ότι η νεάνις επόθει
διακαώς να επανίδη τον νέον εκείνον ον αποτόμως είχεν εγκαταλίπει.
Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος, αφού ενόμιζεν ότι κατέστησε την νέαν
ευτυχή, και εσεμνύνετο διά τούτο, έπεμψε τον Θευδάν όπως
προσκαλέση τον Μάχτον να έλθη. Ο φιλόσοφος, όσον και αν εβίαζεν
εαυτόν, έπασχεν ενδομύχως, και δεν είχε την δύναμιν όπως διηγηθή
από τούδε εις την Αϊμάν εκείνο όπερ υπεσχέθη αύτη. Ήλπιζε δε ότι
μετά την τελετήν της θυσίας έμελλε ν' αναλάβη το ίδιον εφ' εαυτού
κράτος, όπερ θα ενίσχυεν η εγκαρτέρησις, η συνήθως παρομαρτούσα
μετά τα γεγονότα, η απελαύνουσα τους ενδοιασμούς ους παράγει πάσα
εκκρεμής κατάστασις. Προσεδόκα δε μετά πολλής ανυπομονησίας την
επάνοδον του θεράποντός του.
Παράδοξον δε ότι εφοβείτο μήπως ο Μάχτος δεν έλθη, μήπως ο Θευδάς
δεν επιστρέψη, και καθ' όλου προέβλεπε πρόσκομμά τι εις την
εκτέλεσιν της αποφάσεώς του. Διέκρινεν ως σκιάν τινα ορθίαν εν τω
σκότει, απειλητικήν και ζητούσαν να ματαιώση τα σχέδιά του. Ο
Πλήθων εκάθισεν επί σκοπιάς τινος, οπόθεν η οδός ήτο ορατή επί
τινα στάδια, και έβλεπε μήπως εφαίνετο μακρόθεν ο Θευδάς
επιστρέφων.
Ο δε Πρωτόγυφτος, άπαξ μόνον ανεφανίσθη μετά την συνδιάλεξιν του
Πλήθωνος και της Αϊμάς. Ήτο περί το λυκαυγές. Ο λύχνος ο καίων υπό
την εστίαν ημαυρώθη και απεσβέννυτο βραδέως, το ερυθρόφαιον φως
της ηούς εφώτιζε την είσοδον του σπηλαίου, και οι γλυκείς
ψιθυρισμοί της εξεγειρομένης φύσεως ηκούοντο εναρμονίως
αντηχούντες περί τας φάραγγας και τους δρυμώνας. Ο Πρωτόγυφτος με
το υψηλόν και άκαμπτον αυτού σώμα, με την βαρείαν στάσιν και το
απηνθρακωμένον πρόσωπον είχεν ολισθήσει λαθραίως και επλησίασεν
εις την θύραν. Ο Πλήθων εξερχόμενος είδεν αυτόν και τω έκαμεν έν
νεύμα δι' ου τω επέταττε ν' απομακρυνθή. Ο Πρωτόγυφτος ιδών το
νεύμα εκείνο, έγεινεν ευθύς άφαντος, και έκτοτε δεν εφάνη πλέον
επί του προσώπου της γης.
Κεφάλαιον ιδιόγραφον.
Το κεφάλαιον τούτο απεσπάσθη εκ του επιλόγου του παρόντος
μυθιστορήματος. Επειδή δεν ήτο πεπρωμένον να διηγηθή ο Πλήθων προς
την Αϊμάν εκείνο, όπερ επεθύμει αύτη να μάθη, οφείλει η σειρά της
διηγήσεως ν' αναπληρώση χάριν του αναγνώστου την έλλειψιν ταύτην.
Το μυστήριον, όπερ εξ ανάγκης περιέβαλλε τας σχέσεις των δύο
κυριωτέρων προσώπων του διηγήματος τούτου, άκοντος εμού, ηλέκτρισε
παραδόξως των αναγνωστών τινας. Τούτο τη αληθεία ουδόλως
εκολάκευσε την ημετέραν φιλαυτίαν, ως λογογράφου. Νομίζομεν ότι η
ύπαρξις της περιεργείας είνε τεκμήριον της ελλείψεως παντός
διαφέροντος. Πλανώνται δε οι συγχέοντες τα δύο ταύτα όλως διάφορα
πράγματα. Ή εις την καρδίαν πρέπει ν' απευθύνεται διήγησίς τις ή
εις την φαντασίαν, όστις δε στοχάζεται του ενός, εξ ανάγκης
αστοχεί του ετέρου. Αλλ' όστις και του πρώτου αστοχεί και του
δευτέρου αποτυγχάνει, είνε ατυχής συγγραφεύς, άξιος οίκτου.
Ουδέποτε ηθέλομεν κατορθώσει να επαρκέσωμεν εις την απαίτησιν περί
διαλύσεως του μυστηρίου, του περικαλύπτοντος την παράδοσιν ην
επραγματεύθημεν.
Δεν επετρέπετο ημίν να πλάσωμεν απίθανα μυθεύματα προς εξήγησιν
παραδόσεων απιθανωτέρων. Απηγορεύετο προσέτι ημίν να μηκύνωμεν επί
πλέον την διήγησιν ταύτην, ήτις φόβος είνε μη κατέστη ήδη φορτική.
Ευτυχώς εγκαίρως επήλθεν ημίν επίκουρος η ανακοίνωσις δύο
ανεκδότων χειρογράφων, άτινα διηγούνται κατ' ίδιον όλως τρόπον τα
περί της σχέσεως του Πλήθωνος προς την Αϊμάν. Το περιεχόμενον των
δύο τούτων χρονικών επίσης μας φαίνεται απίθανον, και όπερ χείρον,
αντιφάσκουσι προς άλληλα. Αλλά διά του μέσου τούτου μετριάζεται
τουλάχιστον η ημετέρα ευθύνη. Εφεξής μάλιστα παρατίθεμεν αυτολεξεί
τα δύο ταύτα ανέκδοτα χρονικά:
«Διήγησις λίαν ψυχωφελής διά τας μαγγανείας όπου εμεθοδεύθη ο
κατάρατος Σατάν διά μέσου του γόητος Γεμιστού, και διά το θαύμα
οπού ακολούθησεν.