Τις ηδύνατο; Και όμως αν θεωρήσωμεν ανεπίδεκτον πάσης αμφιλογίας

την αξιοπιστίαν των συγχρόνων παραδόσεων και χρονικών προεσημάνθη

η ημέρα αύτη, ουχί βεβαίως παρά των ανθρώπων. Τις ήθελε πιστεύσει

τούτο; Αλλά τα στοιχεία προεσήμαινον αυτήν. Τουλάχιστον όλα τα

γραΐδια των πέριξ χωρίων, εν τη σκηνή της ιστορίας, ημών Λακωνική,

ή και αλλαχού, εσταυροκοπούντο εκτενώς από πολλών ημερών. Και εν

πρώτοις έκτακτος πλημμύρα είχε συμβή εις την παραλίαν της Οιτύλου,

συνοδευομένη μετά πατάγου και υπογείου βοής, ότε δ' επήλθεν η

άμπωτις αιφνίδια και αύτη, μυριάδων ιχθύων και άλλων κατοίκων της

θαλάσσης έμειναν τα τεθνεώτα σώματα σηπόμενα υπό τας ακτίνας του

ηλίου.

Έπειτα η Σελήνη εφαίνετο επί ημέρας εστεμμένη με είδος τι

ξιφοειδούς τόξου ερυθρού. Οι γέροντες από εβδομήκοντα ετών και

ενωτέρω δεν ετήρουν εν τη μνήμη των εκ μακρών χρόνων το τέρας

τούτο.

Τρίτον, καθ' όλον τον μήνα Μάιον σεισμοί σενέβαινον πολλαχού της

Πελοποννήσου. Πολλών χωρίων οι κάτοικοι δεν ετόλμων να κατακλιθώσι

τας νύκτας υπόστεγοι, ετρύπονον δε υπό τους σχοίνους ή

κατεσκεύαζον προχείρους σκηνάς και καλύβας όπως κοιμηθώσι την

νύκτα.

Ιερεύς τις εφημερεύων είς τινα κώμην, ηγέρθη περί την εβδόμην ώραν

της νυκτός (ήτοι την πρώτην μετά τα μεσάνυκτα, κατά τους

νεωτέρους) όπως μεταβή εις την εκκλησίαν του και τον όρθρον. Δεν

ήτο η συνήθης ώρα, αλλ' ο ατυχής ρασοφόρος είχεν απατηθή. Και

ουδέν παράδοξον, διότι εις τον ύπνον του τω εφάνη ότι ήκουσε

σφοδρόν κρότον κώδωνος. Ο δυστυχής ιερεύς ενόμισε φυσικώ τω λόγω

ότι ο συνεφημέριός του, προς ον αντεφέρετο αμοιβαίως, είχε

προλάβει αυτόν, και ιδών ότι δεν ηδύνατο να αποσπασθή ευκόλως εκ

της αγκάλης του ύπνου, ωφελήθη εκ της ευκαιρίας όπως δυσφημήση

αυτόν παρά τοις ενορίταις του ως οκνηρόν. Ο ιερεύς εγείρεται,

αναπηδά, περιβάλλεται ταχέως το ράσον, φορεί την μίαν κάλτσαν,

υποδένεται τα πέδιλα, και τρέχει. Ότε έφθασεν εις τον ναόν, ψυχή.

Ίσως ο συνάδελφος του εσήμανε τον κώδωνα, και έφυγεν, αλλ' η

εικασία αύτη ήτο απίθανος. Ίσως θορυβοποιοί τινες ή κωμασταί

αγρυπνούντες ηθέλησαν να παίξωσι την παιδιάν ταύτην. Αλλ' η κώμη

ήτο ήσυχος, ούτε άσμα ούτε βήμα ηκούετο. Ο αγαθός ιερεύς επίστευσε

μικρού δειν ότι συνέβη υπερφυσικόν τι, και αόρατα πνεύματα

ενησμενίσθησαν να κρούσωσι τον κώδωνα του ναού όπως πειράξωσι τον

ευλαβή ιερέα. Κατ' αρχάς εσκέφθη να επιστρέψη εις την εισέτι

θερμήν κλίνην του, όπως συνεχίση την τόσον ευάρεστον εκείνην

ανάπαυσιν, εξ ης αποτόμως είχεν αποσπασθή. Αλλά την ιδέαν ταύτην

έκρινεν απορριπτέαν. Ανέσυρεν εκ της ζώνης την κλείδα, και ανοίξας

την θύραν του ναού εισήλθε. Τι είδε τότε; Δυστυχώς έμεινε βωβός

έκτοτε, και δεν ηδύνατο να το διηγηθή. Δυστυχέστερος του Ζαχαρίου,

πατρός του Προδρόμου, δεν ελύθη την γλώσσαν μετ' εννέα μήνας από

του συμβάντος τούτου, και ουδέν διηγήθη προφορικώς προς τους

ενορίτας του. Έτι δυστυχέστερος του αυτού Ζαχαρίου, εγίνωσκε μεν

ναναγινώσκη τας Ώρας και τας ευχάς, ήτο, καθώς λέγει ο Ραβελαί,

«λαμπρός ξεχαλινωτής των λειτουργιών και ξελασπωτής των

παννυχίδων», αλλά τόσον μόνον και ουδέν πλέον. Να γράφη δεν

είξευρε. Και πάλιν είνε αμφίβολον αν, ότε έλεγε τας Ώρας, τας

ανεγίνωσκεν έσωθεν, ή μάλλον εκ μνήμης απήγγελλε τους ψαλμούς, και

ας έβλεπεν εντός του βιβλίου. Ο αγαθός ιερεύς ουδέν εις ουδένα

κατώρθωσε να διηγηθή περί του συμβάντος. Έκαμνε μόνον προς τους

ερωτώντας αυτόν φρικώδεις χειρονομίας και φοβερά νεύματα, δι' ων

απαίσια τινα ήθελε να σημάνη. Αλλ' ουδείς ηδύνατο να εννοήση ουδέν

των νευμάτων και χειρονομιών, ουδ' εκ του ανάρθρου γρυσμού όστις

απέμεινεν εις το βάθος του ουρανίσκου του ως ίχνος της πάλαι

ανθρωπίνης φωνής. Πολλοί όμως ύστερον επίστευσαν και διέδωκαν

μύθον τινα, οίος ο εξής: Ο ατυχής κληρικός είχεν ιδεί παραδοξότατα

πράγματα εντός του ναού την νύκτα εκείνην, και ευλόγως κατέστη

άλαλος. Τέσσαρες λευκοχίτωνες δερβίσαι ωρχούντο μανιωδώς περί το

ιερόν Θυσιαστήριον, πλήττοντες τα στήθη και εκβάλλοντες αφρούς εκ

του στόματος. Περί την Ωραίαν Πύλην ιμάμαι είχον στρώσει ψιάθους

και τάπητας επί του εδάφους και γονυπετείς επ' αυτών ανέπεμπον τας

αλλοθρόους και βαρβαροφώνους αυτών προσευχάς. Οι θόλοι του ναού

αντήχουν εκ των αήθων τούτων φθόγγων, και ήθελε τις νομίσει ότι

ακούει μελαγχολικώς επαναλαμβανόμενον εκεί τον στίχον του

ψαλμωδού: «ο Θεός, ήλασαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν

τον ναόν τον άγιόν σου...»

Πού ευρέθησαν εκεί οι δερβίσαι και οι ιμάμαι ούτοι; Υπήρχον ήδη

τοιούτοι εν τη μικρά της Πελοποννήσου κώμη; Ουχί. Αναμφιβόλως η

εμφάνισις ήτο υπερφυσική, και υπήρχε λόγος όπως απομείνη τις βωβός

διά βίου.

Τοιαύτα σημεία επεφάνησαν τότε, κατά τας οικείας παραδόσεις,

προάγγελα της επικειμένης εσχάτης συμφοράς.

Η βασιλίς των πόλεων, η πόλις της Θεοτόκου, η λατρευτή

Κωνσταντινούπολις, έμελλε να πέση εις τας χείρας των αλλοπίστων.

Προσκυνήσατε πάντες οι Έλληνες την ανάμνησιν ταύτην, ενόσω αύτη

δεν εξηλείφθη ακόμη. Διότι είνε ανάμνησις μόνον και ουχί πλέον

ελπίς. Δεν ενθυμούμαι τίνος λαού παροιμία λέγει: «Η ελπίς ήτο

καλή, αλλ' ο όνος την έφαγεν». Αγνοώ ποίος όνος έφαγε την ελπίδα

των Ελλήνων. Όπως και αν έχη τούτο, πταίουσιν οι Έλληνες, οίτινες

επέτρεψαν εις τον όνον να την φάγη. Αλλά ταύτα περιττά.

Είπομεν ότι οι χωρικοί εσταυροκοπούντο, μη έχοντες άλλο πρόχειρον

μέσον όπως δείξωσι την απορίαν των. Κατά τα περίχωρα της Σπάρτης

είχον συμβή συνεχείς σεισμοί τας ημέρας εκείνας. Γραία τις

διηγείτο την οπτασίαν ην είδε. Χάριν συντομίας παραλείπομεν την

αφήγησιν ταύτην. Αλλά το συμπέρασμα αυτής απέβη εναντίον προς τα

πράγματα, διότι αύτη διετείνετο ότι η βασιλίς των πόλεων δεν

έμελλέ ποτε να πέση. Και τις ηδύνατο να προεικάση το εναντίον; Οι

λαοί οι ζώντες υπό το κράτος της προλήψεως υπόκεινται, ως γνωστόν,

εις αΐδιον πλάνην. Ολίγιστοι άνθρωποι ευρίσκοντο τότε εν Ελλάδι μη

βεβυθισμένοι μέχρι της κορυφής εις την ιλύν της προλήψεως. Άλλως

δε, όστις ηδύνατο ν' απαλλαχθή, δυνάμει της ιδίας υπεροχής, της

γενικής ταύτης επηρείας, υπέπιπτεν εις άλλον χείρονα τούτου

παραλογισμόν. Και παράδειγμα ο Γεώργιος Γεμιστός, όστις ηθέλησε να

παίξη κατά τον χρόνον τούτον την παιδιάν του Εωσφόρου. Αλλ' η

παιδιά αύτη υπήρξε πάντοτε κινδυνωδεστάτη και δεν ωφέλησε πολύ

τους αποπειραθέντας αυτής. Μάρτυρες τούτου αυτός ο Εωσφόρος, ο

Ήφαιστος, ο Σαλμωνεύς και τόσοι άλλοι, ων αμνημονούμεν τα ονόματα.

Ημέραν τινά ο Γεώργιος Γεμιστός (τούτο συνέβη είκοσιν έτη προ του

χρόνου, καθ' ον συμβαίνουσι τα τη εν παρούση ιστορία) διηγήθη εις

ένα των μαθητών του μύθον τινα, όστις δεν ηδύνατο να εύρη πολλούς

τους δυναμένους να τον πιστεύσωσιν. Ο Γεώργιος Γεμιστός παραδόξως

εφαίνετο την ημέραν εκείνην φοιβόληπτος. Ήτο νέος τότε. Κατ'

εκείνον τον χρόνον συνέλαβε, φαίνεται, πρώτην φοράν την ιδέαν του

να παραστήση το πρόσωπον του αναμορφωτού. Από πολλού είχε

καταληφθή υπό παραδόξου οργασμού, και ήτο προφανής η κυριεύουσα

αυτού έξαψις. Συχνοί αϋπνίαι, άτακτος δίαιτα, αλλόκοτοι λόγοι,

μονήρεις περίπατοι, ταύτα ήσαν τα συμπτώματα, τα ελέγχοντα τον

παροξυσμόν αυτού. Ο Γεώργιος Γεμιστός εύρε τον φίλον του εν τη

αγορά Σπάρτης, όπου κατά μίμησιν των αρχαίων φιλοσόφων περιεπάτει

ενίοτε. Εκάλεσεν αυτόν κατά μέρος και τω είπε: «Παράδοξόν τι μοι

συνέβη την παρελθούσαν νύκτα. Είδον καθ' ύπνους την Αθηνάν, αυτήν

την Παλλάδα Αθηνάν». Ο ακροατής του αφήκε κραυγήν εκπλήξεως και

απιστίας. Ο Πλήθων ατάραχος επανέλαβε: «Ήτο τοιαύτη οποία

παρίσταται εις το Άλφα της Ιλιάδος, οποίαν παρέστησεν αυτήν ο

Φειδίας και οι άλλοι μαρμαροξόοι. Εφόρει απαστράπτον κράνος επί

της κεφαλής, τον θώρακα μετά της αιγίδος επί του στήθους. Εκράτει

το δόρυ με την δεξιάν, και οι οφθαλμοί αυτής εφαίνοντο δεινοί την

όψιν. Έστη εγγύς εμού κοιμωμένου. Με ήγγισε με την άκραν του

δόρατός της, και με αφύπνισεν. Εθαύμασα και μετετράπην. Ευθύς δ'

εγνώρισα την Παλλάδα Αθηνάν, οίαν σοι την περιέγραψα προ μικρού».

Ο ομιλητής υπέλαβε κατ' αρχάς ότι ο Πλήθων είχεν ιδεί την Αθηνάν

πριν ή αφυπνισθή, αλλ' ύστερον ενόησεν ότι το σχήμα, όπερ μετήλθεν

ο διδάσκαλος εις την διήγησίν του, ήτο πρωθύστερον και ούτως

ησύχασεν. Ο Πλήθων επανέλαβε: «Μοι ωμίλησε με την λαμπράν φωνήν

της. Έμεινα κατάπληκτος ακούων τους ουρανίους εκείνους φθόγγους,

ων παραπλήσιοι από μακρού χρόνου δεν αντήχησαν εις ώτα θνητών. Μοι

είπε δε·

— Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τους βωμούς,

ανάστησον τα αγάλματα, και επανόρθωσον την λατρείαν των θεών. Από

μακρών αιώνων, οίτινες εις τους οφθαλμούς των θεών φαίνονται ως

μία ημέρα, αλλ' εις τα όμματα των ανθρώπων αποτελούσιν αμέτρητον

χρόνον, από αιώνων έπαυσαν οι βωμοί να καπνίζωσιν, έπαυσαν οι ναοί

να προσκυνούνται, και η ιερά λύρα δεν μελωδεί πλέον τους ύμνους

των θεών. Υστερείται λατρεία οφειλομένη, απρακτεί οσία

καλλιέρησις, αποδημεί νεμεσητή θυσία. Μη οι θνητοί απέβαλον την

συνείδησιν της ιεράς οφειλής, και ελησμόνησαν τα προς τους θεούς

νόμιμα; Η χλόη κατεκάλυψε τους ιερούς ουδούς, και η αράχνη υφαίνει

τους ιστούς αυτής επί των σεπτών φλιών. Ιώθη το φάσγανον του

θύτου, έρημα αναθημάτων απέμειναν τα περιζώματα, εξέλιπον τα

εναγίσματα και αι σπονδαί, υστέρησαν οι δαδούχοι και αι κανηφόροι.

Περιηρέθη η αειθαλής κόμη των ελαιών, η ποθεινή μύρτος έκρυψεν υπό

αισχύνης τα άνθη της και η γεραρά δάφνη έκλινε τους σεμνούς κλώνας

προς την γην απαξιούσα να στέψη κορυφάς αδόξους. Πού η αλκή και η

ρώμη; πού οι άθλοι και οι αγώνες; Ώχετο το κράτος και η δύναμις,

«απόλωλεν ανδρός αρετά», &το κάλλιστον θήραμα του βίου&. Εις τους

νυν Έλληνας λυσιτελεί &τεθνάναι μάλλον ή ζην&, κατά την συμβουλήν

του θείου Πλάτωνος. Εγέρθητι, ω Πλήθων, και τήρησον τας παραδόσεις

αυτού, εγέρθητι και δείξον συ, ότι &ζην μάλλον ή τεθνάναι.&

Πάρασχε σαυτόν πρόθυμον εις τα υπ' εμού κελευόμενα, παρασκεύασον

την σαυτού ψυχήν ως ταμείον των σοφών τούτων υποθηκών και

δογμάτων. Η οικουμένη μετεβλήθη την όψιν, λαοί και βασιλείς

οπλίζονται, βάρβαροι αμφισβητούσι προς τους έλληνας το γέρας της

νίκης. Φορά βαρβαρική κατέκλυσε την Ελλάδα, βέβηλοι πόδες

μολύνουσι τα ιερά εδάφη, βαρβαρόφωνοι φθόγγοι μιαίνουσι τας ηχούς.

Απεσβέσθησαν της σοφίας τα νάματα, εξηράνθησαν αι πηγαί της

γνώσεως, εσίγησαν οι μινυρισμοί της εμμούσου αηδόνος και ο Φοίβος

αφηρέθη την αινετήν λύραν και την μαντικήν δάφνην. Έκθαψον τους

τεθαμμένους θησαυρούς, περισύλλεξον τα εσκορπισμένα κειμήλια,

εισποίησον τα απωσμένα τίμια σκεύη και μετάδος αυτών εις τας

επερχομένας γενεάς. Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τα

αγάλματα των θεών!

«Ταύτα και άλλα έτι μοι είπεν η θεά. Έμεινα έκθαμβος και ιλιγγιών

προ της απίστου όψεως, και της ανηκούστου εντολής. Επεθύμουν να

παραστήσω προς την θεάν την αναξιότητα εμού διά το τηλικούτον

έργον. Αλλ' η θεά, ιδούσα με ενδοιάζοντα, διέγνω τα διανοήματά μου

και μοι είπεν·

— Ουχί παρ' ανθρώπων αλλά παρά των θεών η τοιαύτη βουλή

προέρχεται. Οι θεοί θα γείνωσι συναρωγοί και του έργου. Μη όκνει.

Τάχιστα θα ίδης την παρά των θεών βοήθειαν επερχομένην.

»Ταύτα ειπούσα, προέβη ενώπιον των οφθαλμών μου, όλη δι' ενός

κινήματος, χωρίς να φαίνεται κινούσα τους πόδας, μηδέ πατούσα επί

του εδάφους. Τότε εθάρρησα να τη είπω·

— Πού βαίνεις, ω θεά;

— Εις τον οίκον μου, απήντησεν εκείνη.

»Και το μεν πρώτον υπέλαβον ότι έβαινεν εις τον Όλυμπον. Αλλ'

ευθύς ύστερον ενόησα ότι οίκον αυτής ενόει την Ακρόπολιν και τον

Παρθενώνα. Διότι δεν ανήλθεν εις τα άνω, αλλά κατηυθύνθη προς

άρκτον, γείτων της γης, μόλις υπερέχουσα του εδάφους. Αλλά πλην

τούτου μοι είπε το τελευταίον·

— Απέρχομαι ίνα καθάρω τον ναόν μου από των συμβούλων της

βαρβαρότητος, και ίνα καταλάβω αυτόν ως ανήκοντα εις εμέ μόνην.

»Ήδη δε εβεβαιώθην ότι απήρχετο εις τον Παρθενώνα. Έμεινα επί

πολύ, βλέπων αυτήν ατενώς, επί νεφέλης πατούσαν και βαίνουσαν διά

των ακρωρειών του Ταϋγέτου, μέχρις ου έγεινεν άφαντος από των

οφθαλμών μου, απευθύνασά μοι τελευταίον νεύμα διά της αμβροσίας

αυτής χειρός. Τη δε υστάτη στιγμή εφάνη πάλλουσα το δόρυ, κινούσα

την ασπίδα, και δεινή αστραπή κατέλαβε τον Ταΰγετον, ο δε αήρ

επλήσθη αμβροσίας οσμής. Έμεινα επί πολλήν ώραν έκπληκτος,

ανασκοπών εν εμαυτώ την οπτασίαν ταύτην. Εγερθείς δε, εύρον

εμαυτόν αλλοίος ή οίος ήμην πρότερον. Το βήμα μου κατέστη ως

υπόπτερον, και η διάνοιά μου ήτο διαυγής, ως να κατωπτρίζετο εν

εαυτή η περικαλλής μορφή της θεάς. Σήμερον δε συναντιλήπτορας

μόνον ζητώ, όπως εκτελέσω την επιτραπείσαν μοι εντολήν. Διότι

βουλής ουδεμιάς έχρηζον, αφού είχε διαλεχθή προς εμέ αύτη η πηγή

της αληθούς βουλής και συνέσεως».

Ο Πλήθων, εις το αυτό πάντοτε συμπέρασμα καταφθάνων, διηγήθη το

μύθευμα τούτο εις πολλούς άλλους κατόπιν, και προς πάντας έλεγε:

«Συναντιλήπτορας μόνον ζητώ», ως να έλεγεν:

«Έχω ανάγκην οπαδών, όπως επεχειρήσω την μεταρρύθμισιν ταύτην».

Εύρε δε ουκ ολίγους οπαδούς, ως είνε γνωστόν. Αλλ' όσοι και αν

ήσαν ούτοι, ήσαν ανεπαρκείς. Και ασυγκρίτως δε αν ήσαν

πολυαριθμότεροι, βεβαίως ουδέν ηδύνατο ο Πλήθων να κατορθώση. Οι

πλείστοι των λογίων του καιρού εκείνου υπήρξαν ομιληταί του

Πλήθωνος, εκ δε των λογίων των καταφυγόντων εις Ιταλίαν άμα τη

αλώσει, πολλοί ήσαν οπαδοί των δογμάτων αυτού. Αλλ' η διδασκαλία

του Πλήθωνος, μηδέν θετικόν δυναμένη να δημιουργήση, ήτο βεβαίως

αρνητική και ανατρεπτική, ούτω δε προελείανε μόνον την οδόν του

εκλατινισμού των τοιούτων λογίων. Διότι αποβαλόντες οίκοι πάσαν

χριστιανικήν πεποίθησιν, ευρέθησαν έτοιμοι να δεχθώσιν εν τη

αλλοδαπή, εμπορίας χάριν, πάσαν άλλην, ην ήθελε προτείνει τις εις

αυτούς. Τα δόγματα άρα του Πλήθωνος, αδυνάτου όντος να ιδρυθώσιν

επί εδραίας βάσεως εν Ελλάδι, συνετέλεσαν μόνον εις το να

διασαλεύσωσιν ου μικρόν τα θεμέλια της Ανατολικής Εκκλησίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Η αποπλάνησις.

Όπως και αν έχη τούτο, είνε αληθές ότι ο Πλήθων υπήρξε και αυτός

επί των ημερών του δεινός της χριστιανικής θρησκείας διώκτης.

Υπήρχε μάλιστα γνώμη τις, ην φειδόμενος μέχρι τούδε δεν ανεκοίνωσα

εις τους αναγνώστας, αλλά σκληρόν χρέος με βιάζει να πράξω τούτο

σήμερον. Το πρόσωπον της Αϊμάς, οίον εν τοις χρονικοίς

μνημονεύεται, εξελήφθη υπό τινων ως πρόσωπον αλληγορικόν, ως

σκότιον της φαντασίας πλάσμα, μηδέποτε δυνάμενον να υπάρξη. Και

αναφέρεται ρητώς ότι το πρόσωπον τούτο ήτο η προσωποποίησις αυτής

της ιδέας ην κατεδίωκεν ο Πλήθων, ήτοι της θρησκείας του

Χριστού!...Το επ' εμοί, δεν ασπάζομαι την γνώμην ταύτην. Αλλ' όμως

οι κριτικοί των πραγμάτων του μεσαίωνος, οι σκληροί ούτοι

περιτρώκται των μεμβρανών, και των κωδίκων, εμμένουσι μετά τινος

πιθανότητος επί της αλλοκότου ταύτης ιδέας, ήτις και ορθή αν ήτο,

τόσω το χειρότερον, θ' αφήρει παν διαφέρον από του μυθιστορήματος

τούτου, και δεν ηδυνάμην διά τούτο να την παραδεχθώ. Απαγορεύεται

εις τους γράφοντας διηγήματα να παρακολουθώσι πιστώς εις πάσας τας

σκοτεινάς τρωγλοδυσίας αυτών τους τυμβωρύχους του μεσαίωνος. Οι

μυθογράφοι δεν είνε κριτικοί.

Την ανωτέρω παράγραφον δύναται να θεωρήση ο αναγνώστης ως μη

γραφείσαν.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν κατώρθωσε να εύρη οπαδούς διά την νεοφανή

σχολήν, δεν δύναται να είπη τις ότι δεν υπήρξεν άξιος τούτου. Όπως

επιτύχη τούτου εδέησε να εργασθή και ειργάσθη υπερανθρώπως. Ότε

κατ' αρχάς έρριψεν εις το μέσον διά των συγγραμμάτων του την περί

καταργήσεως του Χριστιανισμού ιδέαν, είχεν ήδη θέσιν κεκτημένην,

φήμην εξόχου λογίου και φιλοσόφου. Το γόητρον αυτού είχεν ασκηθή

ήδη παρά τοις συγχρόνοις. Πριν ή εύρη οπαδούς διά την θρησκευτικήν

μεταρρύθμισιν, είχεν ήδη τοιούτους των φιλοσοφικών του δογμάτων.

Αι δε αξιώσεις αυτού δεν ήσαν κατά τούτο μέτριαι. Ο Πλήθων παρίστα

εαυτόν ουδέν ήττον ή νέον Πλάτωνα, μέλλοντα να διαδεχθή τον

παλαιόν εις την ίθυνσιν της Ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Ο Πλήθων δεν

ηνείχετο να καλήται νεοπλατωνικός, απεκήρυττε δε τα δόγματα πασών

των νεωτέρων σχολών. Η δε παρ' αυτού εισαγομένη διδασκαλία ήτο

μίγμα πλατωνικών δογμάτων και αριστοτελικών αποδείξεων. Το χάσμα

το οποίον εφαντάζοντο πάντες υπάρχον μεταξύ του διδασκάλου και του

μαθητού, ο Πλήθων ηξίου ότι ήτο ικανός να το ισοπεδώση. Επεχείρει

να ιδρύση ζεύγμα τι μεταξύ της πλατωνικής εξάρσεως και της

αριστοτελικής ερεύνης. Το βάθος του ετέρου των συστημάτων τούτων

ήθελε να το αναπληρώση διά του ύψους του ετέρου. Και μετά πολλούς

αγώνας κατώρθωσε να φθάση σύστημά τι ευπρόσωπον ως προς την τότε

εποχήν, όπερ ηδύνατο ίσως να επαρκέση εις τας πνευματικάς των

ευπαιδεύτων ανάγκας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο άνευ δυσχερειών

και κινδύνων να πράξη τοσαύτα, το δε χείριστον ήτο ότι ηναγκάζετο

να περιβάλλη τον βίον του με ζοφερόν τι μυστήριον. Γνωσταί είνε αι

παρά τω λαώ διαδοθείσαι προλήψεις περί τον απαισίου της κατοικίας

του και περί των αθεμίτων σχέσεων ας είχε συνάψει με τους πονηρούς

δαίμονας. Τω 1448 επανειλημμένως σύστασις εγένετο εναντίον αυτού

εν Σπάρτη. Ο λαός ηθέλησε να παραβιάση το άσυλον του φιλοσόφου, να

καύση τον οίκον του και να ανατρέψη τα κωφά και αναίσθητα ξόανα,

εις α προσέφερεν απηγορευμένην λατρείαν. Ερημίτης μοναχός,

ασκητεύων υπό βράχον τινά, όχι μακράν του Πληθωνείου άντρου,

εδέχετο ταπεινοφρόνως τα ελέη των ευλαβών χριστιανών. Νύκτα τινά

ωνειρεύθη ότι έμελλε να καή απ' άκρου εις άκρον η άλλως άκαρπος

και πετρώδης χώρα, αν δεν κατεστρέφετο εκ βάθρων η φωλεά εκείνη

της λατρείας των δαιμόνων. Την δε πρωίαν ηυτήχησε να διηγηθή την

οπτασίαν του εις τον πρώτον χοιροβοσκόν, ον συνήντησε παρά την

ακρώρειαν. Ούτος δε καταλιπών τους χοίρους του εις τον ευλαβή

ασκητήν, όπως ποιμάνη προσκαίρως αυτούς, επέστρεψεν εις το χωρίον

και διηγήθη το πράγμα εις δύο τρεις άλλους. Ο ιερεύς του χωρίου,

όστις από πολλού ηγωνίζετο να σκάψη υπονόμους εναντίον του

Πλήθωνος ησθάνθη αγίαν πνευματικήν αγαλλίασιν, μαθών ότι και ο

ευλαβής ασκητής, ο τρεφόμενος διά κερατίων, προσήλθεν αρωγός των

ευσεβών προσπαθειών του, και ημίσεια δωδεκάς γραϊδίων, άτινα δεν

ήτο δύσκολον να συναθροισθώσιν από των τεσσάρων άκρων του χωρίου

και να ευρεθώσιν εγκαίρως πανταχού όπου συνέβαινε συνδιάλεξίς τις

προσοχής αξία, έθεσαν ευθύς τας θρυαλλίδας. Ήτο ημέρα Σάββατον,

μέχρι δε της εσπέρας το άγγελμα είχε διακωδωνισθή εις όλα τα

περίχωρα. Την επαύριον κυριακήν οι αγρόται δεν είχον εργασίαν να

κάμωσι, και συναθροισθέντες πανταχόθεν περί τους πεντήκοντα τον

αριθμόν, μετά σκαπανών, πελέκεων, αξινών και πτύων, μετέβησαν εις

το άντρον και ήρχισαν να πολιορκώσι το άσυλον του φιλοσόφου. Ο

Πλήθων, αν και ουδέν είχε πληροφορηθή περί των χαλκευομένων, είχεν

όμως πάντοτε μισθοφόρους υπηρετούντας αυτόν. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν

αρκετοί τον αριθμόν, όπως σώσωσιν αυτόν από της μανίας του

πλήθους. Την φοράν εκείνην η οργή του λαού ήτο έξαλλος, και ο

κίνδυνος επέκειτο φοβερός. Ο Πλήθων ηναγκάσθη να εξέλθη διά της

άνω εξόδου του άντρου, αγνώστου ούσης διά το κοινόν, και να κρυβή

όπισθεν των απορρώγων βράχων, όπου ουδείς οφθαλμός ηδύνατο να τον

ανακαλύψη. Αλλ' ο Θευδάς διαταχθείς να μείνη εκεί μέχρι τέλους,

εμωλωπίσθη δεινώς υπό των επιδρομέων, και οι μισθοφόροι ηττηθέντες

αφωπλίσθησαν και εδεσμεύθησαν. Αλλ' ευτυχώς κατέφθασεν εγκαίρως

επικουρία εκ Σπάρτης, και αύτη κατώρθωσε να διασκορπίση το πλήθος

και να σώση τα αγάλματα από της απειλουμένης καταστροφής.

Η μνήμη όμως του συμβάντος τούτου έμεινεν ανεξίτηλος εν τη διανοία

του Πλατωνικού. Πικρία δέ τις υπελείφθη πάντοτε αλλοιούσα την

άλλοτε άπλαστον φαιδρότητα, ήτις επεκράτει εν τω ήθει του

φιλοσόφου. Και ούτοι δεν ήσαν οι μόνοι κίνδυνοι ούς ποτε

εκινδύνευσε.

Κατά τινα χρόνον ο Πλήθων είχεν επιχειρήσει μακράν οδοιπορίαν ανά

τας πόλεις και κώμας της Ανατολής. Επεσκέφθη πάσας σχεδόν τας

πόλεις της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας. Έπλευσεν εις πάσας τας

νήσους του Αιγαίου και του Ιονίου. Ο σκοπός της περιοδείας ταύτης

δεν σαφηνίζεται αρκούντως εν ταις ιστορικαίς παραδόσεσι. Λέγεται

όμως ότι η κυριωτέρα του φιλοσόφου πρόθεσις ήτο η διάδοσις των

δογμάτων του νεοπαγούς θρησκεύματος παρά τω λαώ της Ελλάδος. Ο

Πλήθων έγραψεν αυτός σχοινοτενή απομνημονεύματα της αποδημίας

ταύτης, αλλά το σύγγραμμα τούτο δεν διεσώθη. Εν τούτοις η

οδοιπορία δεν ηδύνατο να διεξαχθή άνευ πολλών δυσχερειών και

μόχθων. Ο φιλόσοφος παρηκολουθείτο μέχρι τινός υπό του μαθητού

αυτού Ανδρονίκου, ή Νικάνδρου, ως φέρεται διττώς το όνομά του εν

τοις κειμένοις, αλλά μετ' ολίγον βαρυνθείς ούτος το τραχύ της

πορείας εγκατέλιπε τον διδάσκαλον εις το ήμισυ της οδού και

επανήλθεν οίκαδε. Η μακρά εκείνη πορεία του Πλατωνικού ήτο πάντη

αλλόκοτος. Κατ' αρχάς είχε πόρους εις την διάθεσίν του,

προερχομένους εκ της ελευθεριότητος των φίλων του αρχόντων της

Πελοποννήσου. Αλλ' ύστερον τα χρήματα απέλιπον. Εν τούτοις ο

Πλήθων εξηκολούθει επιμόνως την οδοιπορίαν. Όπως αποφεύγη τας

ενοχλήσεις, επλάττετο άλλοτε ως Εβραίος πραγματευτής και άλλοτε ως

αλήτης Αθίγγανος. Τούτο επήνεγκεν αυτώ πολλά δυσάρεστα. Αλλ' ο

Πλήθων αντείχε και μόνον εν εσχάτη ανάγκη κατέφευγεν εις τα άκρα

μέσα. Οσάκις άρχων τις εζήτει να τον φυλακίση, τότε επεδείκνυεν ο

Πλήθων τα βασιλικά χρυσόβουλλα, άτινα έφερε μεθ' εαυτού. Οσάκις ο

όχλος εζήτει να τον λιθοβολήση, τότε εδημηγόρει εκ του προχείρου

περί ομονοίας και ειρήνης, και περί της εις τα θεία ευσεβείας. Εν

τούτοις ο σκοπός του εβράδυνε να κατορθωθή, και το θάρρος ήρχισε

να καταπίπτη. Νύκτα τινά, ενώ διήρχετο μόνος δάσος τι, και αι

δυνάμεις του ήσαν εκλελυμέναι, καταιγίς εξερράγη, και εζήτησε να

στεγασθή υπό δρυν τινα, αλλ' όμως ο όμβρος διεπέρα τους κλώνας και

τον κατέβρεχεν. Ο Πλήθων την στιγμήν εκείνην ησθάνθη το άκρον

άωτον της απογνώσεως, και κατηράτο ενδομύχως τον σκοπόν του.

Αίφνης παρά την ρίζαν της δρυός βλέπει θύραν ανοικτήν, ήτις άδηλον

πώς ευρέθη εκεί. Έπειτα οι τέσσαρες τοίχοι της οικοδομής εφάνησαν

ως να εξήλθον εκ του στελέχους του δένδρου. Είτα φως έλαμψεν

ένδοθεν του οικήματος και ο Πλήθων έκπληκτος εισήλθεν. Ήτο μικρόν

οίκημα αρκούν ίνα σκεπάση κατά της καταιγίδος τον οδοιπόρον, αλλά

δεν ήτο κτιστή οικία, ως το εξέλαβε κατ' αρχάς. Ήτο κοίλωμα εις

την ρίζαν της δρυός, αιφνιδίως αυτοσχεδιασθέν διά θείας δυνάμεως.

Και η λυχνία, ήτις έκαιε κρεμαμένη από της οροφής, και το ξύλινον

βάθρον όπερ εύρεν ο Πλήθων ίνα καθίση, και η εκ πτερίδων και

χλοερών φύλλων κλίνη, ήτις έκειτο παρά την γωνίαν όπως αναπαυθή ο

οδοιπόρος; Πώς ευρέθησαν ταύτα πάντα; Ο Πλήθων εξέλαβε το δώρον

ως παρά των θεών προερχόμενον, και ανέπεμψεν ένθερμον προσευχήν.

Πριν ή τελειώση ταύτην, βλέπει μικρόν τρίπουν κείμενον ενώπιόν

του, και επ' αυτού εφθά ωά αχνίζοντα, οπώρας και γάλα. Ο Πλήθων

εδείπνησε σιωπηλός, και δεν ετόλμα να άρη την φωνήν προς

ευχαριστίαν σεβόμενος της φιλοξένου θεάς το αόρατον. Ότε δε

απεκοιμήθη επί της χλωράς κοιτίδος, τότε τω επεφάνη καθ' ύπνους η

Δρυάς. Ήτο υψηλή και ωραία, η ξανθή κόμη της ήτο περιδεδεμένη με

θαλλούς και με αστάχεις. Εφόρει εγκαρσίως περί την οσφύν και περί

τας λαγόνας πρασινόχρουν οθόνιον, το δε λοιπόν του σώματος ήτο

γυμνόν. Έφερε τον δάκτυλον εις τα χείλη, κατά το έθος όπερ

ασκούσιν αι νύμφαι όταν θέλωσι να επιτάξωσιν εις τους θνητούς

σιγήν, και αφού επράυνε την ψυχήν του Πλήθωνος διά των δώρων του

ύπνου, ελκύσασα ακεραίαν την προσοχήν αυτού, τω είπε·

— Διατί, ω Πλήθων, εβαρυθύμησας εναντίον των θεών; Αγνοείς ότι η

ευδαιμονία απαιτεί μακράν οδόν, και οι θνητοί διά πόνων και μόχθων

βραβεύονται παρά των αθανάτων; Ιδού ότι οι θεοί σε προώρισαν εις

έργον, όπερ δεν ήτο παρεσκευασμένον δι' άλλον θνητόν. Αντί να

σεμνύνεσαι δικαίως διά τούτο, οκνείς και βαρέως φέρεις; Τι θα

είπωσιν οι Ολύμπιοι, όταν η Ίρις τοις κομίση το άγγελμα τούτο, ότι

ο Πλήθων εδειλίασεν εις τον όμβρον και τον άνεμον; Χειμών και

ευδία, θύελλα και καταιγίς, πάντα υπηρέται των θεών είνε. Η βροντή

του υψιβρεμέτου Διός εκπέμπεται εκ του Ολύμπου, και ο αιθαλόεις

κεραυνός διασχίζει μετά της αστραπής τον αιθέρα, απειλών τους

ασεβείς και ανοσίους και φειδόμενος των αγαθών και θεοφιλών. Μη

έχε φόβον τινά, κοιμήθητι εν ειρήνη. Είσαι υπό την στέγην της

νύμφης των δρυμώνων. Ουδέν δύναται να σ' ενοχλήση. Ήδη, ότε

ασυνήθης αίγλη ήρχισε να διαυγάζη εν τω αιθέρι, ότε οι ύμνοι των

θεών ήρχισαν αύθις να πληρώσι τας ήχους, ότε τα αγάλματα μέλλουσι

να επανιδρυθώσι και οι βωμοί να καπνίζωσιν, ήδη η ελπίς σου

διεσείσθη και φόβος σε κατέλαβεν; Άνοιξον τους οφθαλμούς και

τείνον τα ώτα.

Η Γυφτοπούλα · 第 20 / 23 段