Αρχή συν Θεώ αγίω. Εις τας ημέρας του πολυχρονεμένου βασιλέως

Ιωάννου εζούσεν άνθρωπος ονόματι Γεώργιος Γεμιστός, αγγείον του

Σατανά και γεμάτος από κάθε λογής γοητείαν και ασέβειαν. Ούτος

γουν ο άθλιος, πηγαινάμενός ποτε καιρού εις την Αδριανούπολιν,

πολιτείαν της Ρούμελης λίαν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρίσκει εκεί

έναν πραγματευτήν εβραίον, ονόματι Ελιέζερ, όπου εις το φαινόμενον

ήτον πραγματευτής, κατ' αλήθειαν δε ήτον μάγος και ψεύστης. Ούτος

γουν ο μισόχριστος εφιλιώθη με τον Γεμιστόν και παρέλαβεν αυτόν

εις τον οίκον του, διά να τον έχη μαθητήν του, και από αυτόν τον

διδάσκαλον της κακίας εδιδάχθη ο Γεώργιος Γεμιστός κάθε είδους

πονηρίαν και ανομίαν, εις τόσον οπού ο εχθρός του ανθρωπίνου

γένους δεν εύρεν άλλο σκεύος εκλεκτότερον διά λόγου του, και τον

έκαμε πιστόν φίλον και όργανόν του, διά να καταργήση — ω της

θεοστυγούς ανομίας! ίλεως να είσαι εις ημάς, Κύριε! — την αμώμητον

πίστιν του Χριστού και να φέρη εις τον κόσμον την άθεον

ειδωλολατρείαν. Τέτοια εσοφίσθη ο παμπόνηρος ανθρωποκτόνος να

κατορθώση διά μέσου του άφρονος Γεμιστού. Αμμή ο φιλάνθρωπος και

πολυέλεος Κύριος, οπού προείπε διά την εκκλησίαν του ότι Πύλαι

Άδου δεν ήτον βολετόν να την καταπονέσουν, δεν ηθέλησε να κάμη

τέτοιαν εγκατάλειψιν εις το πλάσμα του και ηυδόκησε να

κατασυντρίψη τας Πύλας αυτάς του Άδου, από τας οποίας εξεράσθη ο

παράφρων Γεμιστός και οι όμοιοί του κακόφρονες, και ηλευθέρωσε τον

περιούσιον λαόν του από το κράτος των πονηρών δαιμόνων. Αφόντις

γουν εποτίσθη βαθέως ο Γεμιστός με τα κακόδοξα νάματα της εβραϊκής

απονοίας, ήλθεν εις την βασιλεύουσαν πόλιν και έμεινεν εκεί

χρόνους επτά διδάσκοντας εις το φανερόν τα ιερά γράμματα και την

φιλοσοφίαν, αμμή εις το κρυφόν όσους ειμπορούσε να σαγηνεύση διά

να τους κάμη ομόφρονάς του, τους εδίδασκε την κακόδοξον πλάνην

του, και πολλούς από τους μαθητάς του εφαρμάκωσε με αυτόν τον

τρόπον, φέρνοντάς τους εις την απώλειαν, ώστε να μη λατρεύουν

πλέον τον αληθινόν Θεόν, αλλά να προσκυνούν — ω της απονοίας και

αναισχυντίας! — κωφά και αναίσθητα ξόανα. Σιμά εις τούτο

κατεγίνετο ο άθλιος και εις την μαγείαν, και εδίδασκε τους πιστούς

του πώς να ομιλούν με τους δαίμονας, προσκαλώντας με ασεβή και

ανόσια μηχανήματα από τα κατώτατα του Άδου τους πονηρούς δαίμονας,

να παρουσιάζονται ολοφάνεροι εμπρός εις τα όμματά τους και να

συνομιλούν αναμεταξύ τους ως πιστοί φίλοι. Και ό,τι μοχθηρόν και

παράνομον θέλημα εζήτει ο Γεμιστός, τούτο εκτελούσε κατά θείαν

παραχώρησιν ο μισόκαλος. Και κοντολογής δεν ήτον τρόπος και είδος

κακίας και ανομίας οπού να μη το εδίδασκεν εις τους μαθητάς του

ούτος ο δυσσεβής Γεμιστός, πολλαπλασιάζοντας μετά τόκου το χάρισμα

οπού έλαβεν από τον διδάσκαλόν του τον μισόθεον Ελιέζερ, ή μάλλον

από τους ακαθάρτους δαίμονας. Μίαν γουν ημέραν ο ανόσιος Γεμιστός,

θέλοντας να δείξη την δύναμιν και εξουσίαν οπού είχε λάβει από

τους καταράτους δαίμονας, ώστε να του κάμνωσιν όλα τα θελήματά

του, λέγει εις έναν από τους μαθητάς του, ονόματι Νίκανδρον:

«Γνωρίζεις πόσην εξουσίαν έχω. Όλα τα θελήματά μου τα εκτελούσιν

οι θεοί» (θεούς ονομάζοντας τους ακαθάρτους δαίμονας). Λέγει του ο

Νίκανδρος: «Γνωρίζω, διδάσκαλε, ότι έχεις μεγάλην εξουσίαν, αμμή

πώς γίνεται να σου εκτελούσιν οι θεοί όλα τα θελήματά σου;» Λέγει

του ο Γεμιστός: «Όλα, πίστευσόν μου, ω Νίκανδρε, ό,τι και αν

επιθυμήσω, χωρίς αργοπορίαν το απολαμβάνω από τους θεούς». Λέγει

του ο Νίκανδρος: «Ό,τι και αν επιθυμήσης, διδάσκαλε; Και αν

επιθυμήσης ένα πράγμα, όπου να είνε φυσικά αδύνατον;» Και ο

Γεμιστός: «Σώνει να μην είνε κατά πλάτος γενικόν και απεριόριστον,

ήγουν αν ζητήσω την καταστροφήν της κτίσεως, δεν την εκτελούσιν οι

θεοί. Αμμή αν είνε κατά βάθος μέγα το ζητούμενον, αγκαλά και να

είνε αδύνατον κατά πράξιν, οι θεοί θα μου το εκτελέσουν». Και ο

Νίκανδρος: «Ας είνε όσον μέγα και εξαίσιον;» Ο Γεμιστός: «Ας είνε

όσον ενδέχεται εξαίσιον και θαυμάσιον». Λέγει του ο Νίκανδρος:

«Παράδοξα συντυχαίνεις, διδάσκαλε». Λέγει του ο Γεμιστός: «Διά να

μη στοχασθής ότι είνε εις το μέσον καμμία απάτη, σου δίδω

ελευθερίαν να προσδιορίσης εσύ το ζητούμενον, και εγώ να το ζητήσω

από τους θεούς, ό,τι συ προσδιορίσης, και οι θεοί ευθύς θα μου το

δώσουν». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ειμπορούν οι θεοί να πλάσουν νέαν

πλάσιν;» Και ο Γεμιστός αποκριθείς είπε: «Είπαμεν ότι τέτοιαν

απόφασιν δεν έχουν οι θεοί, ύστερα από τον κατακλυσμόν του

Δευκαλίωνος». Και ο Νίκανδρος: «Δεν θέλεις τους ζητήσει να πλάσουν

νέαν δημιουργίαν εις όλον το πρόσωπον της γης· μόνον ένα δείγμα

θέλεις τους ζητήσει». Και ο Γεμιστός είπε: «Τι λογής δείγμα;» Και

ο Νίκανδρος: «Ωσάν ένα πλάσμα ανθρώπινον, οπού να μην είνε

γεννημένον από γονείς κατά σάρκα.» Και ο Γεμιστός γελάσας είπε:

«Το ευκολώτερον μου εζήτησες.» Λέγει του ο Νίκανδρος: «Δύνασαι να

το απολαύσης τούτο»; Ο γουν Γεμιστός, χωρίς να του αποκριθή,

εκλείσθη εις την μιαράν φωλεάν του και ήρχισε να επικαλήται τους

πονηρούς δαίμονας, συντυχαίνοντας ολοφάνερα με αυτούς και

λέγοντας: «Κάμετέ μου το θέλημα τούτο, ω αθάνατοι θεοί, διά να ίδη

και ο Νίκανδρος να πιστεύση.» Μόλις γουν επρόφθασε να είπη τους

λόγους τούτους, και ευθύς ο πονηρός δαίμων εμφανίζεται εν μορφή

ευειδούς νέου ο μιαρός, με το σχήμα του θεού του Απόλλωνος, όπως

τον παρίσταναν εις τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, κρατώντας εις την

αγκάλην έν νήπιον θηλυκόν, κλαυθμυρίζον, και δίδοντάς το εις τον

Γεμιστόν είπε: «Λάβε ταύτην, ω Πλήθων, και γείνε τροφός να την

αναθρέψης, επειδή το εζήτησες.» Ο γουν Γεμιστός έλαβε το νήπιον

εκείνο, και έδειξέ το εις τον μαθητήν του, λέγοντας: «Ιδού βλέπε,

ω Νίκανδρε, οπού δεν το επίστευες». Αύτη γουν η μικρά κόρη ήτον

αληθώς πλάσμα του διαβόλου, και δεν εγεννήθη κατά την ανθρωπίνην

φύσιν εκ συνουσίας ανδρός και γυναικός, αλλ' εγεννήθη κατά τας

μεθοδείας του πονηρού δαίμονος. Και ο Γεμιστός θέλοντας να

υπακούση εις τα κελεύσματα του πατρός του, του βδελύου Σατάν, δεν

την έδωκεν εις γυναίκα να την βυζάση, αλλά την ανέθρεψεν αυτός,

τρέφοντάς την με το γάλα μιας αιγός ήγουν κατσίκας, και όταν

εμίσευσεν από την βασιλεύουσαν πόλιν, την έφερε μαζή του,

περιπλανώμενος εις την υφήλιον διά να εύρη και άλλους να σαγηνεύση

εις την μιαράν και κακόδοξον πλάνην του. Οι γουν φίλοι και

ομόφρονές του, έστωντας να μισεύση ο Γεμιστός από την

βασιλεύουσαν, διέδωκαν ότι η παιδίσκη εκείνη ήτο εξ ιχώρος ήγουν

θεογέννητος — ω της κακοδόξου πλάνης και αθεΐας! — γεννημένη από

τον θεόν τον Απόλλωνα και από θνητήν γυναίκα. Και άλλοι πάλιν

έλεγαν ότι ήτον εκ βασιλικού αίματος, αναφέροντας εις μαρτυρίαν

ότι την ιδίαν ημέραν οπού έφερεν ο πονηρός Σατάν το κόριον εκείνο

εις τον πιστόν του δούλον και θεράποντα Γεμιστόν, η νύμφη του

βασιλέως Ιωάννου Ευδοκία είχε τέκει βρέφος θηλυκόν, οπού έγεινεν

άφαντον ευθύς άμα εγεννήθη, και όσας ερεύνας και αν έκαμαν οι

οφφικιάλοι και οι δορυφόροι του βασιλέως, εστάθη αδύνατον να

ευρεθή. Είπαν γουν τινες ότι το πορφυρογέννητον εκείνο νήπιον το

είχαν αρπάσει Αθίγγανοι και το ανέθρεψαν, και εμεγάλωσεν εις μέσον

τους μη γνωρίζοντας τους γονείς του, και όλον τούτο έγεινε διά τας

αμαρτίας του βασιλέως, διά να παιδευθή εις αυτόν τον πρόσκαιρον

κόσμον, και ν' αποφύγη εις τον άλλον την αιώνιον κόλασιν, οπού

υπήγε να προσκυνήση τον αντίθεον Πάπαν.

Άλλοι πάλιν λέγουσιν ότι το συμβάν τούτο ακολούθησεν εις τους

,αυλς' χρόνους προτού να υπάγη ο βασιλεύς εις την Ιταλίαν, και δεν

ήτο πρέπον να παιδευθή δι' έν αμάρτημα όπου δεν είχε πέσει ακόμη.

Αλλ' ως τόσον το αληθές είνε, ότι η κόρη που ανέθρεψεν ο Γεμιστός

ήτο πλάσμα των πονηρών δαιμόνων. Έστωντας γουν να υπάγη εις την

Ρόδον ο παμμίαρος ήρχισε να διδάσκη εις τας αγοράς και εις τας

πλατείας των πόλεων την ασεβή καινοτομίαν του, και οι ευλαβείς

προεστοί και ιερείς του τόπου, φοβούμενοι μήπως ακολουθήση ο λαός

κατόπιν του, διά να προφυλάξωσι το ποίμνιον να μη γείνη βορά του

μιαιφόνου λύκου, τον κατεδίωξαν και εζήτουν να τον φυλακώσωσιν.

Αλλά το δαιμόνιον όπου είχε μέσα του του προανήγγειλε τον κίνδυνον

όπου έτρεχε, και σηκωθείς διά νυκτός έφυγεν από την χώραν,

τρέχοντας εις τα βουνά, και φέροντας μαζή και την δαιμονόπλαστον

κόρην, όπου ήτον έως έξ χρόνων τότε. Αμμή οι στρατιώται έτρεχον

κατόπιν του να τον φθάσουν, και επειδή η κόρη δεν ηδύνατο να

περιπατήση, ο Γεμιστός την εβάστα εις τον κόλπον του, έως ότου

απέκαμε να τρέχη, και ο ανίσχυρος Σατάν δεν ηδύνατο να τον

βοηθήση. Τότε θυμωθείς ο Γεμιστός (διότι τέτοιαι είνε αι ανόσιοι

αφοσιώσεις, ως τόσον μόνον ισχύουν τα παράνομα συμβόλαια, και τόση

ήτον η λυκοφιλία του Σατάν με τον Γεμιστόν, όπου του υπεσχέθη να

τον υπουργή εις αυτόν τον κόσμον, παίρνοντας εις αντάλλαγμα την

ψυχήν του) ρίπτει την κόρην εις τον ποταμόν, και ελαφρωθείς,

φεύγει διά να γλυτώση από την δίωξιν. Αλλ' η δαιμονογενής κόρη

ούτε επνίγη ούτε εφονεύθη, διότι όπως η γέννησίς της ήτον παρά

φύσιν, έτσι και ο θάνατός της δεν ηδύνατο να έλθη κατά φύσιν. Και

ο μεν Γεμιστός έφυγε διά νυκτός από την Ρόδον και εγλύτωσε προς

καιρόν από την δικαίαν παίδευσιν, όμως δεν ηδύνατο να σωθή και από

την αιώνιον κόλασιν. Και πηγαινάμενος εις την Σπάρτην εκατοίκησεν

εκεί, διδάσκοντας εις τους οπαδούς του τα ασεβή δόγματα. Αλλ' ο

πονηρός Σατάν εβοήθησε το πλάσμα του, και η κόρη εγλύτωσεν από τον

πνιγμόν. Αλλ' όμως εναντίον του Γεμιστού υπεκρίθη ο παμπόνηρος ότι

έτρεφε μνησικακίαν διά την εγκατάλειψιν της κόρης, και παίρνοντας

αυτήν εις τας χείρας του, την έφερεν αοράτως εις το σπήλαιον του

Γεμιστού, και την παρέστησεν αιφνιδίως εις τας όψεις του. Ο γουν

Γεμιστός απ' εκείνης της στιγμής ήρχισε να τρέφη προς την κόρην

ακάθαρτον και σατανικόν έρωτα. Και διά να πειράξη ο παμπόνηρος τον

δείλαιον Γεμιστόν, οπού ήτον ήδη εξήντα χρόνων γέροντας (ούτω γαρ

ανταμείβει τους αυτόν δουλεύοντας), άναψε εις τα στήθη του φλόγα

ερωτικήν λίαν χαλεπήν και άσβεστον, ως να ήτον είκοσι χρόνων

νεανίσκος. Εις καιρόν γουν οπού ο άθλιος Γεμιστός τυφλωμένος από

το απονενοημένον πάθος άπλωσε την χείρα διά να δρέψη τον καρπόν

του έρωτος, (η γαρ δαιμονόπλαστος κόρη είχεν ηλικιωθή με τους

χρόνους οπού επέρασαν), έξαφνα αυτή η αφύσικος παιδίσκη χάνεται

απ' εμπρός των οφθαλμών του, και (ω του θαύματος!) μεταβάλλεται

εις ένα σωρόν στάκτης, ώστε οπού το χέρι του Γεμιστού αντί

ανθρωπίνης σαρκός έπιασε στάκτην. Διότι το δαιμονικόν τούτο

πλάσμα, κατά παραχώρησιν Θεού γενόμενον, ήτον μόνον κατά

φαντασίαν, και δεν υπήρχε κατ' ουσίαν άνθρωπος, αλλ' είχε μόνον

τους χαρακτήρας έξωθεν, ώστε οπού δεν ηδύνατο να μείνη διά πάντα

εις την ανθρωπίνην ύπαρξιν. Αφόντις γουν εξετέλεσεν ο πονηρός τον

σκοπόν του, θέλοντας να καύση και εις αυτόν τον κόσμον τον

παράνομον Γεμιστόν, όπως έμελλε να τον καίη αιωνίως εις τον

μέλλοντα, (η γαρ φλόγα του έρωτος είνε πείρα και εικών και τύπος

του αιωνίου πυρός της Κολάσεως), τότε ο Θεός ωργίσθη και δεν

εσυγχώρησε να έλθη εις δαιμονόμικτον πείραν το πλάσμα του, αλλ'

εδίωξε τους πονηρούς δαίμονας κατακρημνίζοντάς τους εις το πυρ το

εξώτερον, καθώς λέγει ο ιερός λόγος. Έπονται και άλλαι τινές

πληροφορίαι, αλλ' ημείς ευλαβούμενοι διακόπτομεν ενταύθα την

δημοσίευσιν του ανωτέρω κειμένου, και μεταβαίνομεν εξής εις το

δεύτερον:

«Τάδε γέγραπταί μοι Δομετίω τω ευλαβεί ιερομονάχω, εξ ων αυτός τε

εώρακα και άλλων ακήκοα διαλεγομένων. Φημί δε πάσας τας ιστορίας ή

προς σπουδήν ή προς τερπωλήν γεγράφθαι. Η μεταξύ δε τούτων λοιπή,

είη δ' αν αύτη ή εφ' εκάτερα ή επ' ουδέτερα. Και τα μεν πρώτον

είδος Θουκυδίδης μάλιστα ήσκησε, το δεύτερον δε Ηρόδοτος. Το δε

τρίτον άλλοις τε καμοί πεπείραται. (Ενταύθα παραλείπονται πολλά

χάριν συντομίας). Εγένετο δε τηνικαύτα ανήρ ω όνομα Γεώργιος ο

Γεμιστός, μέγας τε και πολύς ούτος εν τοις Έλλησιν. Ούτος ουν άλλα

τε πολλά κεκαινοτόμηκεν, έν δε και μέγιστον τόδε: Εβούλετο γαρ την

επί των ειδώλων λατρείαν μεταστήσαι τους Έλληνας. Οι δ' έφασαν

αυτόν τοις δαίμοσιν ομιλείν, και πονηρών πνευμάτων επιφοίτησιν

υφίστασθαι. Ο δ' ου τοις δαίμοσιν αληθώς ωμίλει (φημί γαρ ουδενί

ανθρώπων εξείναι το παράπαν) αλλά τοις θεοίς διαλέγεσθαι και άλλα

τοιαύτα επλάττετο. Οι γαρ δαίμονες, είπερ αληθώς εισί τινες, δήλον

ότι αόρατοι και άυλοι τυγχάνουσι. Πώς ουν αν τις σφίσιν ομιλοίη;

(Πάλιν παραλείπονταί τινα χάριν των αναγνωστών). Έφασαν δ' αυτόν

και νεάνιδά τινα ευνοία τη των δαιμόνων απολαβείν, ευχάς τούτοις

και λιτάς αποδόντα. Εμοί δ' ου δοκεί παρά των δαιμόνων το δώρον

τούτο δέξασθαι εξόν αυτώ παρά των ανθρώπων ευκοπώτερον της

τοιαύτης ευνοίας τυχείν. Χρησμόν δέ τινα είναι έλεγον, ος αν

ανθρώπων της κόρης ταύτης ως υπερφυούς τύχη, τούτω την ηγεμονίαν

της Έω περιέσεσθαι. Οίμαι δε λήρους και ανοίας ανθρώπων τα τοιαύτα

είναι, τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν ει

πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι'

ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν...»

Λυπούμεθα ότι ο χρόνος επείγει και δεν δυνάμεθα να παραθέσωμεν

πλείονα τεμάχια του πολυτίμου τούτου δοκιμίου, όπερ ηδύνατο πολλά

να διδάξη τους ημετέρους αναγνώστας. Το μέγιστον δυστύχημα είνε

ότι κατ' ουδέν σχεδόν προήγαγον την ημετέραν ιστορίαν τα δύο ταύτα

γραπτά μνημεία, και το ζήτημα περί των σχέσεων της Αϊμάς και του

Πλήθωνος μένει σκοτεινόν ως προτού. Εν τούτοις ο αναγνώστης

δύναται να κρίνη μεταξύ των δύο χρονικών, ων το μεν πρώτον

διηγούμενον μύθους ουδεμιάς πίστεως είνε άξιον, το δε δεύτερον

είνε άντικρυς σοφιστικόν και αρνητικόν. Το κατ' εμέ, απονίπτω τας

χείρας. Εν τούτοις φρονώ ότι δύναμαι να εκφέρω γνώμην τινά, ως είς

των αναγνωστών. Ο Πλήθων, ως μοι φαίνεται, είχε λάβει υπό την

προστασίαν του κόρην τινά ορφανήν και την ανέθρεψε. Το μυστήριον

όπερ περιέφερε πανταχόσε μεθ' εαυτού ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος, και

η απαίσιος φήμη ην είχε παρά τω λαώ, περιέβαλε και την κόρην

ταύτην. Και άλλοι μεν είπον ότι η παιδίσκη αύτη ήτο κόρη των

δαιμόνων, άλλοι δε ότι είχεν αρπασθή διά σατανικών μαγγανειών εκ

των ανακτόρων. Φαίνεται δε ότι θήλυ τι βρέφος βασιλικόν είχε

γείνει ανάρπαστον εκ του λίκνου κατά τον αυτόν χρόνον, αγνοείται

υπό τινος. Εννοείται ότι πολύ απέχω του να πιστεύσω ότι ο Πλήθων

είχεν αποκομίσει το βρέφος τούτο εκ των ανακτόρων. Ο Πλήθων δεν

ήτο τοιούτος, οίον τον παρίστων αι τότε παραδόσεις· ήτο θετικός

ανήρ, και δεν ηδύνατο ν' ασχολήται εις ύποπτα, ουδέ να πιστεύη

χρησμούς και μαντείας. Απελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Πλήθων

έλαβε μεθ' εαυτού την παιδίσκην, και ανέτρεφεν αυτήν φιλοστόργως.

Μεταβάς εις Ρόδον κατεδιώχθη είτε διά πολιτικούς λόγους παρά των

φράγκων ιπποτών, είτε διά θρησκευτικούς παρά των εντοπίων.

Ευρεθείς εις το έσχατον της ανάγκης ο φιλόσοφος έπαθε, φαίνεται,

πρόσκαιρον των φρενών διατάραξιν, και έρριψε την μικράν εις τον

καταρράκτην, πράξας τούτο ως ο αμυνόμενος υπέρ της ιδίας αυτού

ζωής, και διότι δεν ήθελε, φαίνεται, ν' αφήση την μικράν κόρην εις

χείρας των διωκτών του, ους εγίνωσκεν απανθρώπους και δυναμένους

να εκδικηθώσι κατά της μικράς, όσω μάλλον αύτη εθεωρείτο παρά τω

λαώ τέρας δαιμονόληπτον. Επίστευσεν ίσως ότι έπραττε φιλανθρωπίας

έργον, απαλλάττων το αθώον εκείνο πλάσμα μακράς και φρικώδους

βασάνου. Ακολούθως κρυβείς εν Ρόδω ο φιλόσοφος ήκουσε την περί της

διασώσεως αυτής φήμην. Τότε κατενύγη την καρδίαν, και δελεάσας διά

χρημάτων τους φρουρούς εισήλθε διά νυκτός εις το νοσοκομείον, όπου

ευρίσκετο η μικρά, ελπίζων να πείση την νοσοκόμον όπως τω αποδώση

αυτήν. Αποτυχών τούτου, κατώρθωσεν ύστερον δι' ισχυρών μέσων

(διότι πανταχού και πάντοτε είχεν ισχυρά μέσα, παρά την καταδρομήν

ης ήτο θύμα) ν' αρπάση αυτήν διά τρίτων και να φύγη εκ Ρόδου.

Ελθών εις Μονεμβασίαν ενεπιστεύθη διά τρίτου πάλιν την κόρην εις

τον Πρωτόγυφτον, διότι έτοιμος ων δι' άλλας αποδημίας, δεν ηδύνατο

να την έχη αυτός πλησίον του. Ότε μετά τινα έτη επανήλθεν

οριστικώς εκ των περιοδειών, ο Πρωτόγυφτος δεν ηθέλησεν οίκοθεν να

τον αναγνωρίση ως θετόν πατέρα της νεανίδος, αλλά συνήνεσε μόνον

να τω την πωλήση. Ο Πλήθων δεν ηθέλησε να ομιλήση εξ αρχής με την

Αϊμάν απ' ευθείας, διότι κατά την συνάντησιν εκείνην, ην

διηγήθημεν εν τω Α' μέρει του βιβλίου τούτου, ο φιλόσοφος είχεν

εννοήσει ότι η Αϊμά δεν είχεν αποβάλει την ανάμνησιν της φρικώδους

σκηνής, της εις τον καταρράκτην εκσφενδονίσεως, και έπασχεν είδος

τρόμου επί παρουσία αυτού. Πλην τούτου και ο Πλήθων έπασχεν εκ

τύψεων συνειδήσεως διά την πράξιν εκείνην. Ήτο δε ηναγκασμένος και

να κρύπτη πάντοτε πάσαν αυτού ενέργειαν, διότι η περιβάλλουσα το

όνομα αυτού απαίσιος φήμη εβόμβει εις τα ώτα του ως διηνεκής

απειλή, και είχεν εξοικειωθή προς τον αλλόκοτον βίον ον διήγε. Διά

τον αυτόν λόγον απέφυγε και να μετέλθει την βίαν, δι' ων μέσων

είχεν, όπως αποσπάση εκ των ονύχων του Γύφτου την νεανίδα. Προς

αποφυγήν δε σκανδάλου και θορύβου έπεμψεν αυτήν εις το

μοναστήριον. Ίσως δε προώριζεν αυτήν ως ιέρειαν των ειδώλων· ούτος

πρέπει να ήτο ο σκοπός του. Τελευταίον πρέπει να είπωμεν, ότι ο

Πλήθων, καίπερ πρεσβύτης ήδη, συνέλαβεν ίσως επί μίαν στιγμήν

όψιμόν τι αίσθημα, και εμελέτησε καθ' εαυτόν την μετά της Αϊμάς

ένωσιν, αλλ' όμως απώθησεν ευθύς την ιδέαν ταύτην, φοβηθείς το

γελοίον, και απεφάσισε να νυμφεύση την Αϊμάν, προικίζων αυτήν και

τον Μάχτον, και καθιστών διά μιας χειρός δύο ευτυχείς. Ο δε λόγος

δι' ον δεν ηθέλησε να είπη ευθύς προς την νεανίδα, όσα εκείνη

επεθύμει να μάθη, αλλ' ανέβαλλε τούτο όσον το δυνατόν, προήρχετο

εκ της συγκινήσεως υφ' ης κατείχετο ο πλατωνικός, και εκ των οξέων

παλμών του υστερογενούς τούτου αισθήματος ίσως. Αύτη μοι φαίνεται

η πιθανωτάτη γνώμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Ο τελευταίος φθόγγος.

Ότε ανέτειλεν η ημέρα, η παραμονή της κθ' Μαΐου ουδεμία ακτίς

ηλίου κατέβη να φωτίση την Αϊμάν εις το ειδωλολατρικόν εκείνο

άσυλον όπου άκουσα είχε καταφύγει. Υγρός και τεθολωμένος αιθήρ

επέκειτο υπέρ την γην και πυκνά νέφη εκάλυπτον την κτίσιν. Πικρά

κατήφεια εδέσποζε της φύσεως. Ουδεμία αηδών ηκούσθη μινυρίζουσα

εις τους δρυμώνας, ουδείς βοσκός ηκούσθη φυσών χαρμοσύνως τον

αυλόν του επί των βράχων, και ουδέν έρρυθμον άσμα υλοτόμου ή

γεωργού επράυνε τον σκληρόν και μονότονον κτύπον της σκαπάνης και

του πελέκεως. Απειράριθμος αγέλη μαύρων κοράκων εφάνη την πρωίαν

υπεριπταμένη, αντήχησαν οι κρωγμοί αυτών απαύστως και, αφού επ'

ολίγον εσκίασαν τας υψηλάς και απορρώγας του Ταϋγέτου κορυφάς,

έγειναν κατά μικρόν άφαντοι, διευθυνθέντες προς τα βορειανατολικά.

Ουδέν άλλο πτηνόν εφάνη ιπτάμενον ή ηκούσθη κελαδούν. Περί των

χελιδόνων ιστορείται ότι αύται, μόλις μείνασαι ένα μήνα κατά το

έτος εκείνο υπό τον ελληνικόν ουρανόν, μετηνάστευσαν αθρόαι εις

την Ιταλίαν. Την πρωίαν εκείνην ο ουρανός ήτο μολύβδινος και η γη

εφαίνετο φαιά, η δε θάλασσα λεία και γαλήνιος είχε χρώμα μέλαν και

υπέρυθρον. Ουδεμία πνοή υπέσιζεν, ακίνητα έμενον τα κύματα εις το

πέλαγος, ακίνητα τα φύλλα εις τους δρυμώνας. Τα επικαθήμενα νέφη

ούτε όμβρον ηπείλουν ούτε άνεμον, εφαίνοντο μόνον ότι έμενον

κρεμάμενα επί του ορίζοντος ως μορμολύκεια, ως ράκη πενίας

ηπλωμένα επί δώματος και μάτην επαιτούντα μίαν ακτίνα παρά του

ηλίου. Οι άνθρωποι ησθάνοντο ανεξήγητον αγωνίαν υπό την πίεσιν

ταύτην των στοιχείων, και το πένθος της φύσεως μετεδίδετο εις

αυτούς.

Η Αϊμά αισθανθείσα ψύχος περί την αυγήν, είχε συσταλή εις μίαν

κόγχην και έκλινε την κεφαλήν. Ανοίξασα δε τους οφθαλμούς μετ'

ολίγον, εύρεν εαυτήν μόνην, και ανεζήτει τον Πρωτόγυφτον. Αλλ'

ούτος είχε γείνει άφαντος ήδη. Η Αϊμά ήλθε μέχρι της θύρας και

περιέβλεψε μήπως ίδη αυτόν. Αλλ' ουδαμού ήτο ο Πρωτόγυφτος. Είδε

μόνον η Αϊμά τον Πλήθωνα, καθήμενον μακράν του σπηλαίου και

εμβλέποντα προς αυτήν. Η κόρη ήθελε να τον ερωτήση πού ήτο ο πατήρ

της, αλλ' ηδέσθη και δεν τω απέτεινε τον λόγον. Διότι ο σκοπός δι'

ον εζήτει τον Πρωτόγυφτον ήτο ένοχος και δεν ηδύνατο να τον

εκφράση. Επεθύμει να πέμψη αυτόν εις το μοναστήριον, όπως μάθη τι

απέγεινεν έν πρόσωπον, υπέρ ου εμέριμνα. Ελυπήθη διότι δεν εύρισκε

τον Πρωτόγυφτον. Αλλ' αν τον εύρισκεν, είνε άδηλον αν θα ετόλμα να

εκφράση προς αυτόν την επιθυμίαν της ταύτην. Πιθανώτερον είνε ότι

ήθελε σιγήσει.

Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος εμερίμα περί του Μάχτου. Επεθύμει να

έλθη ως τάχιστα ο νέος Αθίγγανος, όπως απαλλάξη αυτόν της παρούσης

βασάνου.

Εν τούτοις μετ' ολίγον ήτο μεσημβρία και ο Πρωτόγυφτος δεν εφάνη.

Η Αϊμά κατέστειλεν εν εαυτή το αίσθημα εκείνο, και ουδέν είπε προς

τον Πλήθωνα. Αλλ' ο φιλόσοφος ενόησεν εκ των απορηματικών

βλεμμάτων της και τη είπεν οίκοθεν ότι έπεμψε τον Πρωτόγυφτον εις

το σιδηρουργείον. Την ηρώτησε δε προς τούτοις αν επεθύμει να έλθη

και αυτός και τα λοιπά μέλη της οικογενείας μετά του Μάχτου εις

την τελετήν του γάμου. Η Αϊμά απήντησε δι' αδιαφόρου νεύματος.

Ο Πλήθων εξηκολούθει να πιστεύη ότι η Αϊμά ήτο ευτυχής μέλλουσα να

νυμφευθή τον Μάχτον. Αλλ' όμως η ψυχρότης, ήτις εδείκνυεν επιμόνως

η νεάνις, ήρχισε να εμπνέη αυτώ αμφιβολίας. Ο Πλήθων δεν επεθύμει

βεβαίως κατά προτίμησιν τον γάμον τούτον. Ηδύνατο να εκδώση την

Αϊμάν εις πλουσιώτερον και επιφανέστερον σύζυγον, και ευκόλως

εύρισκε τοιούτον. Εκείνο όπερ τον εβίασε να τη προτείνη τον Μάχτον

ως νυμφίον, ήτο η πεποίθησις ότι η νέα έτρεφε προς εκείνον

τρυφερόν αίσθημα. Αλλά την στιγμήν ταύτην πρώτην φοράν συνέλαβεν

αμφιβολίαν. Η παγερά εκείνη και αδιάλυτος ψυχρότης, ην έφερεν επί

του κατηφούς προσώπου η Αϊμά, ήτο άλλως ανεξήγητος. Αφού εσκέφθη

επί μικρόν ο Πλήθων, επείσθη ότι η Αϊμά δεν ηγάπα τον Μάχτον. Τότε

ενόμισε χρέος του να εξακριβώση τούτο, και αποτείνας μετά

δισταγμού τον λόγον προς την νεανίδα, προσεπάθησε διά

περιφραστικών ερωτήσεων, ας ήτο δύσκολον να εννοήση η άπειρος νέα,

να εξακριβώση την αλήθειαν. Η Αϊμά απήντησε και αυτή συγκεχυμένως

εις τα βεβιασμένα ερωτήματα του φιλοσόφου. Μόνον δε, ότε διαρρήδην

την ηρώτησεν ούτος αν δεν επεθύμει να νυμφευθή τον Μάχτον, τότε

απήντησε ναι, προσθείσα και τον όρον της εκτελέσεως υπεσχημένον

παρά του Πλήθωνος, ήτοι την περί της τύχης αυτής εκμυστήρευσιν. Ο

φιλόσοφος ανενέωσε την υπόσχεσίν του. Τότε και η Αϊμά επανέλαβεν

εκ δευτέρου και εκ τρίτου ότι εδέχετο να νυμφευθή τον Μάχτον.

Η περίστασις αύτη επροξένησεν άλλην πάλιν εντύπωσιν εις τον

Πλήθωνα. Η κόρη αύτη, διενοήθη ο φιλόσοφος, θέτει το ζήτημα της

βιωτικής αυτής ευτυχίας εν δευτέρα μοίρα, μετά την επιθυμίαν όπως

μάθη την καταγωγήν της. Την εκπλήρωσιν της επιθυμίας ταύτης

νομίζει χρέος ιερόν, και τον γάμον αυτής θεωρεί ως δικαίωμα, όπερ

συναινεί να εξασκήση μόνον ως ταπεινότερόν τι μέσον προς επίτευξιν

του κυριωτέρου αυτής σκοπού. Τούτο είνε αλλόκοτον, εσκέφθη ο

Πλατωνικός. Όσον και αν επιθυμή νεάνις τις να εύρη τους

αγνοουμένους γονείς της, βεβαίως σφοδρότερον θα επιθυμή να εύρη

ένα νυμφίον, όπερ είνε χρήσιμον εφόδιον του βίου, δυνάμενον να

καταστή εν καιρώ ωφέλιμον. Ποία λοιπόν φύσις είνε αύτη; Ο

φιλόσοφος ησθάνθη οίκτον προς την ατυχή κόρην. Προήχθη εις το

συμπέρασμα ότι το ανθρώπινον τούτο πλάσμα ωνειροπόλει, αν και ήτο

εγρηγορός. Τούτο τω εφαίνετο βέβαιον σύμπτωμα ότι ενόσει. Διότι,

αφού τα ονειροπολήματα των υγιών ανθρώπων είνε ήδη νοσηρά, πόσω

μάλλον τα των νοσούντων θα είνε νοσηρότερα;

Εν τούτοις ο φιλόσοφος δεν εφησύχασεν εκ της τελευταίας απαντήσεως

της Αϊμάς, και απέτεινε προς αυτήν και άλλην παρατήρησιν.

— Λοιπόν, κόρη μου, τη είπεν, αν δεν σοι υπεσχόμην τούτο, (την

φανέρωσιν των γονέων σου), δεν ήθελες συναινέσει να νυμφευθής τον

Μάχτον;

Η νέα εκίνησε τους ώμους και απετέλεσεν ελαφρόν μορφασμόν διά των

χειλέων της. Δεν είξευρεν αν έπρεπε ν' απαντήση &ναι ή όχι&. Αλλ'

ο φιλόσοφος απεκόμισεν ήδη το συμπέρασμά του εκ της συνδιαλέξεως

ταύτης, ήτις διεξήχθη μάλλον σιωπηλώς εκ μέρους της Αϊμάς, ότι δεν

ηγάπα η νέα τον Μάχτον. Τω επήλθε δε τότε η ιδέα να τη είπη, ότι

δεν την εβίαζε, και ήτο ελευθέρα να νυμφευθή τον Μάχτον ή άλλον

τινά. Αλλ' ενταύθα τον εγκατέλιπε το θάρρος του. Αόρατον πρόσκομμα

έκειτο εμποδών. Ο Πλήθων δεν ετόλμα να είπη τούτο. Είχε συνειθίσει

ήδη από της πρωίας εις την ιδέαν του γάμου τούτου. Παράδοξον φόβον

ησθάνετο εκ της αβεβαιότητος. Αν δεν ενυμφεύετο τάχιστα, τι έμελλε

να γείνη η Αϊμά, ή μάλλον τι έμελλεν αυτός να γείνη; Μέχρις ου

ευρεθή άλλος σύζυγος, ήτο δυνατόν να παρέλθωσιν ημέραι, μήνες,

έτη. Πού θα έμενεν η πτωχή νέα, και τις ήθελε την προστατεύει; Ο

Πλήθων δεν ετόλμα να επιθυμήση όπως μείνη η Αϊμά πλησίον του.

Άλλως δεν ήτο βέβαιον ότι έμελλε να κατοικήση ησύχως εις το άντρον

του ο φιλόσοφος επί πολύν χρόνον εισέτι. Ο σκοπός του ήτο ν'

αναχωρήση. Ίσως εμελέτα να μεταβή εις την βασιλεύουσαν πόλιν.

Διότι οι θεοί δεν ηυδόκησαν να προσημάνωσιν ιδία προς αυτόν την

επικειμένην και παρούσαν ήδη καταστροφήν. Μη λησμονώμεν ότι ταύτα

συνέβαινον την παραμονήν της κθ' Μαΐου! Και αν έμενε δε εις τον

άσυλόν του ο Πλήθων, πάλιν δεν ηδύνατο να έχη την Αϊμάν πλησίον

του. Όσον αμυδρόν και αν ήτο το αίσθημα όπερ εμπόδιζε τον Πλήθωνα,

αλλ' όμως δι' αυτόν ήτο ισχυρόν. Δεν ηδύνατο, όχι! Οι θεοί δεν

ηδύναντο να το επιτρέψωσιν. Αυτός είχε θέσιν πατρός προς την

Αϊμάν, και έπρεπε να είνε πάντοτε ως πατήρ της.

Προς περιφρούρησιν του ιερού χαρακτήρος της πατρότητος, τις οίδε

διατί, ησθάνετο ο Πλήθων την ανάγκην να εκδώση εις γάμον την

Αϊμάν. Άλλως δε και αυτή η νεάνις αμφίβολον ήτο αν ήθελε

συναινέσει να μείνη επί πολύ εις το άντρον. Αν απήλλαττεν αυτήν ο

Πλήθων του όρου της νυμφεύσεως, και έσπευδεν άνευ του όρου τούτου

να εκπληρώση την υπόσχεσίν του, τι έμελλε να συμβή; Τοιούτον

ερώτημα προέτεινεν εις εαυτόν ο φιλόσοφος. Δεχομένη η Αϊμά να μένη

παρ' αυτώ, και αποτόμως διαρρηγνύουσα πάντα δεσμόν με τους

σιδηρουργούς, παρ' οις ανετράφη, ήθελεν αποδειχθή μόνον παραπολύ

εύκολος εις τας φιλοστοργίας της, ή μάλλον όλως άστοργος. Πιθανόν

να εδέχετο εκ των προτέρων τοιαύτην πρότασιν, αλλ' αν έπραττε

τούτο, θα ωρμάτο εξ υπολογισμού, διότι εν αγνοία εισέτι

διατελούσα, επλανάτο υπό της ελπίδος ότι έμελλε να επανεύρη τους

αληθείς γονείς της. Αλλ' ο Πλήθων εγίνωσκεν ότι η τοιαύτη ελπίς

ήτο ματαία.

Επί τέλους ο Πλήθων ησθάνθη την κεφαλήν πολύ βαρείαν εκ των

σκέψεων τούτων, και ηναγκάσθη ν' αφήση το πρόβλημα άλυτον. Είπε

καθ' εαυτόν ότι το καλλίτερον ήτο να μη σκέπτηται περί τούτου. Τι

το όφελος; Ησθάνετο εαυτόν ανίσχυρον να εύρη άλλην παρά την

προταθείσαν λύσιν. Ώφειλε να περιμείνη μεθ' υπομονής μέχρις ου

έλθη ο Μάχτος, και τότε πας δισταγμός θα ήτο ανωφελής. Η Αϊμά

ωμολόγησεν ότι εδέχετο να νυμφευθή τον νέον σιδηρουργόν, και ο

φιλόσοφος ώφειλε να διατελή εν ειρήνη με την συνείδησίν του.

Ήδη η ημέρα έκλινε προς την δύσιν, αλλ' ούτε ο Μάχτος εφάνη, ούτε

ο Θευδάς επανήλθεν εκ της αποστολής. Τα μελανά και πεπυκνωμένα

νέφη εκάλυπτον πάντοτε τον αιθέρα, και η σκοτεινή εκείνη ημέρα

εφαίνετο προωρισμένη να μεταβή εις την νύκτα, όπως μεταβαίνει τις

εκ του ληθάργου εις τον θάνατον, άνευ παρηγόρου βλέμματος, άνευ

επαισθητής πνοής, άνευ χρυσών νεφών και άνευ ανατολής Εσπέρου. Ο

Πλήθων εκάθητο επί βράχου, και όλος έκδοτος εις τους λογισμούς

του, διηύθυνε το βλέμμα εις την μακράν και κατάντη οδόν, όπου

εξικνείτο, και δεν έβλεπε την σκυθρωπότητα εκείνην της φύσεως. Η

Αϊμά είχεν εξέλθει εκ του σπηλαίου, και έβλεπε μετά φόβου τον

μολύβδινον εκείνον ουρανόν, επεθύμει δ' εν τη αφελεία της να

ερωτήση τον φιλόσοφον τι εσήμαινε το φαινόμενον εκείνο. Αλλ' ο

φιλόσοφος απείχεν αυτής υπέρ τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά ησθάνθη

ρίγος, και τυλιχθείσα εις το περιώμιόν της έσπευσε να επανέλθη

έμφοβος εις το σπήλαιον. Ήναψε τον λύχνον, διότι το σκότος επήλθεν

ήδη προ της νυκτός. Φαίνεται δε ότι την ημέραν εκείνην είχε συμβή

έκλειψις ηλίου.

Μετ' ολίγον ήλθε και ο φιλόσοφος. Ήτο λίαν κατηφής, και δεν

ηδυνήθη να μη ανακοινώση προς την Αϊμάν την απορίαν του επί τη

βραδύτητι της επιστροφής του απεσταλμένου. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας

αποστάσεις και ηγνόει πόσον απείχε το σιδηρουργείον από της

κατοικίας του φιλοσόφου. Εν τούτοις ουδέν απήντησεν εις την

παρατήρησιν αυτού. Άλλη αύτη αφορμή απορίας διά τον πλατωνικόν.

Η Γυφτοπούλα · 第 22 / 23 段