του ποδός.
— Ακόμη εδώ είσαι; έγρυξεν ο Γύφτος. Άμε χάσου γρήγορα.
Κρου!.....
Η Αϊμά είχε ρίψει βλέμμα επί του Μάχτου, και μεθ' όλον το
ψηλαφητόν σκότος, οι τέσσαρες ούτοι οφθαλμοί έλαμπον αρκούντως,
ώστε να συνεννοώνται. Το βλέμμα εκείνο ήτο ικευτικόν και εξέφραζεν
υπερτάτην οδύνην και απόγνωσιν. Η Αϊμά ενόησε καλώς περί τίνος
επρόκειτο. Την στιγμήν εκείνην επήλθεν εις την μνήμην της ιδέα
τις, ην πολλάκις ήκουσεν εκφραζομένην παρά των ανθρώπων του λαού,
δεν είχε δε δώσει σημασίαν εις αυτήν άλλοτε. Αλλά σήμερον
αντελαμβάνετο πάσαν την έννοιαν αυτής. Εβόμβουν συνεχώς εις τα ώτα
αυτής αι μομφαί, ας ήκουεν εκάστοτε εκτοξευομένας κατά της φυλής
των Αθιγγάνων. Μία των μορφών τούτων ήτο, ότι συνείθιζον ούτοι
προς τοις άλλοις εγκλήμασιν, άτινα διέπραττον, να πωλώσι, τα ίδια
τέκνα των, οσάκις εύρισκον αγοραστάς, και μάλιστα τας θυγατέρας,
όσαι ήσαν ανεκταί το είδος. Η Αϊμά λοιπόν ανεμνήσθη συγκεχυμένως
το πράγμα τούτο.
— Θα μ' επώλησεν, είπε καθ' εαυτήν, και θέλει να με παραδώση εις
τον αγοραστήν, όστις ευρέθη να με αγοράση.
Ταύτα διανοηθείσα η Αϊμά, επειράθη να κατακλιθή εκ νέου και να
σκεπασθή. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος την έσυρε βαναύσως από της χειρίδος
του υποκαμίσου.
— Σηκώσου, σου λένε, να πάμε. Πολύ, βλέπω, αγαπάς τον ύπνο.
— Πού να πάμε: είπεν η Αϊμά.
Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησεν, εξηκολούθησεν όμως να σύρη αυτήν
τόσον σφοδρώς, ώστε έσχισε το ύφασμα, όπερ εκάλυπτε το σώμα της
νέας.
— Τι την τραβάς, πατέρα; έκραξεν ο Μάχτος.
Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο αλλόφρων και δεν απήντα εις ουδέν ερώτημα.
Το πράγμα τω εφαίνετο ανωφελές.
Συγχρόνως μεταξύ της Γύφτισσας και του Βούγκου συνήφθη ταπεινή τη
φωνή μικρός διάλογος. Οι δύο ούτοι μόλις είχον αποσείσει τέλος τον
ύπνον, και ήρχισαν να εννοώσιν ότι συνέβαινέ τι.
— Κοιμάσαι, μεγάλε;
— Κοιμάσαι, μάννα;
— Εγώ δεν κοιμούμαι.
— Ουδ' εγώ.
— Και τι ακούς;
— Κάτι τρέχει.
— Τι είνε;
— Ο αφέντης εσηκώθη.
— Και τι κάνει;
— Δεν ξέρω.
— Σηκώσου να ιδής.
— Νυστάζω, μάννα.
— Α, τεμπέλη.
— Όλη μέρα δούλευα.
— Δεν λαγκεύει η καρδιά σου;
— Διά τι πράγμα;
— Δι' αυτό που γίνεται.
— Τι με μέλει;
— Σηκώσου ν' ανάψης τον λύχνο.
— Τι να τον κάμης τον λύχνο;
— Διά να ιδούμε τι είνε.
— Δεν 'μπορούμε να ιδούμε και δίχως λύχνο;
— Συ είσαι νιος και βλέπεις.
— Ε, πώς νυστάζω.
— Α, υπναρά.
— Άφσε με να κοιμηθώ.
— Νάνι, νάνι, το μικρό.
— Ωχού, ουχού! έκαμεν ο Βούγκος χασμώμενος.
— Δεν ακούς και τον Μάχτο;
— Πού 'νέ τος;
— Σηκώθηκε.
— Τι κάνει;
— Μιλά με τον πατέρα σου.
— Ε, άφσε τους να 'μιλούν.
— Και συ να κοιμάσαι; Δεν χόρτασες τον ύπνο;
Ο Βούγκος δεν απήντησε πλέον. Είχεν επανακλείσει τους οφθαλμούς
και σχεδόν απεκοιμήθη ήδη. Αλλ' εκ του ληθάργου τούτου έμελλε να
τον αποσπάση η διάτορος φωνή του Γύφτου. Ούτος ηκούσθη κράξας
μεγαλοφώνως.
— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά, να την φθάσωμε!
Ο Βούγκος ανετινάχθη δι' ηλεκτρικού κινήματος, και αναπηδήσας
ωρθώθη, χωρίς να ειξεύρη τι είχε συμβή. Ήκουσε μόνον βήματα και
φωνάς ανθρώπων, και έσπευσεν εις την θύραν. Ο θόρυβος ούτος
προήλθεν εκ του τελευταίου βαναύσου κινήματος του Γύφτου, όστις
ηγωνίζετο ν' αποσπάση την Αϊμάν εκ της κλίνης της, εκ της
αντιστάσεως αυτής και εκ της παρεμβάσεως του Μάχτου. Ο νέος
ηναγκάσθη να κρατήση τας δυο χείρας του πατρός του όπως απαλλάξη
την Αϊμάν εκ της ενοχλήσεως. Ήλπιζε δε να κατορθώση εν τω μεταξύ
να περιορίση τον πατέρα του, και ν' αντισταθή απηλπισμένως κατά
των πολιορκούντων την είσοδον της καλύβης. Αλλ' ουδέ ούτος προείδε
τι έμελλε να συμβή.
Ιδούσα η Αϊμά ότι ο Μάχτος είχε συλλάβει στιβαρώς τον πατέρα του
με τας δύο χείρας, δεν έχασε καιρόν. Ήρπασε τη πρώτην απεγνωσμένην
ιδέαν, ήτις τη επήλθε, και έσπευσε να εκτελέση αυτήν, χωρίς να
δύναται να σκεφθή καλώς. Όρμησεν εκτός της κλίνης, όπως ήτο, με
τόσον γοργόν, ελαφρόν και σχεδόν αδιανόητον κίνημα, ώστε ουδέ
παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος το πήδημα αυτής. Ο Μάχτος μόνον την
είδε, και ηθέλησε να την εμποδίση διά του νεύματος, αλλ' η νέα
απήντησε δι' ετέρου νεύματος επιτακτικού, και ορμήσασα, ήρπασε
σιδηρούν τι εργαλείον, όπερ εύρε ψηλαφίνδα, διότι είξευρε καλώς
την συνήθη θέσιν αυτού από της ημέρας. Σφίγξασα αυτό με όλην την
δύναμίν της εις την παλάμην, ερρίφθη εις την θύραν, όπως
ευρίσκετο, ασκεπής, ανυπόδυτος και ημίγυμνος. Τοσούτον δε
αιφνίδιον και απροσδόκητον ήτο το κίνημα αυτής, ώστε οι εκτός της
θύρας, μόλις την παρετήρησαν ως οπτασίαν, διολισθήσασαν διά μέσου
αυτών. Εν τούτοις είς των ανθρώπων τούτων έδραμεν ευθύς κατόπιν
της όπως την συλλάβη, αλλ' η Αϊμά στραφείσα, εχύθη με βιαίαν ορμήν
επ' αυτού, και κατήνεγκε κατά της κεφαλής αυτού ισχυρόν κτύπον με
το βαρύ εργαλείον. Μέχρις ου οι άλλοι προλάβωσι να την
καταδιώξωσιν, η Αϊμά, πατούσα με πόδας σεισουρίδος, έγεινεν
άφαντος.
Τότε ο Πρωτόγυφτος ενόησε μόλις την φυγήν αυτής, και έρρηξε την
αγρίαν εκείνην κραυγήν·
— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά.
Αλλ' ο Μάχτος τον εκράτει σφιγκτώς. Αγών συνήφθη μεταξύ πατρός και
υιού. Η πάλη διήρκεσεν επί πολύ. Ο Γύφτος είλκυε τον Μάχτον ολονέν
προς την θύραν. Αι δυνάμεις δε του νέου ενέδιδον εις τούτο, αλλ'
όμως δεν ήθελε να τον αφήση. Ότε ανηγέρθη ο Βούγκος, εύρε τους δύο
παλαίοντας ακριβώς παρά την θύραν.
— Τι είνε, Μάχτο; Τι έχεις, πατέρα; τι επάθετε;
Και ερρίφθη να τους χωρίση. Ο Μάχτος δεν ηδύνατο επί πλέον ν'
αντιστή. Άλλως δε ορμεμφύτως ενόησεν ότι ο κίνδυνος ήτο αλλαχού
του λοιπού, και αφήσας τον πατέρα του, ώρμησε και εξεπήδησε της
θύρας. Έτρεξε κατόπιν της Αϊμάς.
— Πάμε, Βούγκο! γρήγορα! είπεν ασθμαίνων ο Πρωτόγυφτος. Μας
έφυγεν αυτή η δαιμονισμένη.
— Πού, πατέρα;
Ο Γύφτος, χωρίς ν' απαντήση, έσπευσε να εξέλθη. Ο Βούγκος τον
ηκολούθησε μηχανικώς.
Ο Μάχτος είχεν οδηγηθή εκ των βλεμμάτων και της στάσεως των ξένων,
ων δύο είχον τρέξει κατόπιν της Αϊμάς, οι δε λοιποί έμενον. Ο δε
πέμπτος είχε παραλυθή ήδη, διότι ο κτύπος ον έλαβε κατά κεφαλής
ήτο λίαν σφοδρός. Ιδών ο Μάχτος τα κινήματα ταύτα, δεν έχασε τα
ίχνη της Αϊμάς, και έδραμε πνευστιών κατόπιν αυτής.
Ο δε Γύφτος μετά του Βούγκου δεν εβράδυναν ν' ακολουθήσωσιν
αυτούς.
Η δυστυχής νέα, έντρομος, αγωνιώσα, φρίττουσα, αισθανομένη εαυτήν
έρημον της θείας και της ανθρωπίνης βοηθείας, αφού έτρεξεν επί
πολλήν ώραν, όπως ηδυνήθη, και δι' ης οδού έτυχεν, απηύδησε τέλος.
Φθάσασα παρά τον αιγιαλόν, δεν είχεν άλλην διέξοδον ή να ριφθή εις
την θάλασσαν, αλλ' όμως δεν είχε την τόλμην ταύτην. Ήκουε τα
βήματα των καταδιωκόντων αυτήν προσεγγίζοντα. Κατά τύχην είδε
μακρόθεν φως λάμπον, εύρε θύραν τινά ανοικτήν, και εισώρμησεν
εκείσε απηλπισμένη. Η θύρα αύτη ήτο η του καπηλείου του Κατούνα,
όπου είδομεν αυτήν καταφυγούσαν εν αρχή της ιστορίας ταύτης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Η δίωξις.
Έτρεχον κατόπιν αυτής οι Γύφτοι, αλλά δεν έτρεχον πάντες με τον
αυτόν σκοπόν. Ο μεν Βούγκος έτρεχεν όλως αυτοματικώς, όπως
υπακούση εις τον πατέρα του, και χωρίς να έχη συναίσθησιν του
γεγονότος. Ο δε Πρωτόγυφτος, με την γλώσσαν κρεμαμένην εκτός των
οδόντων, έτρεχεν όπως συλλάβη αυτήν και την παραδώση εκεί όπου την
επώλησε. Τέλος ο Μάχτος έτρεχεν ίνα την σώση, ή ίνα συναποθάνη
μετ' αυτής.
— Κατόπιν τούτων έτρεχον και οι ένοπλοι εκείνοι άνθρωποι, οίτινες
δεν ηδύναντο ευκόλως να τους παρακολουθώσι, διότι το φέγγος της
σελήνης ήτο θεϊκόν, και ηγνόουν το έδαφος του τόπου. Εν τούτοις
και ούτοι έφθασαν μετά τινα χρόνον ύστερον των τριών Γύφτων.
— Πιάστε την! πιάστε την! έκραζε λυσσών ο Πρωτόγυφτος, σείων την
πυράγραν ην επρόφθασε ν' αρπάση εκ του χαλκείου,
— Πιάστε την! πιάστε την! έλεγε μηχανικώς και ο Βούγκος.
Ο Κατούνας, ο Σκούντας και ο Τρανταχτής είχον περικυκλώσει την
Αϊμάν, και οι Γύφτοι δεν ηδύναντο ευκόλως να πλησιάσωσι.
— Γλυτώστε την! έκραξεν ο Μάχτος, ελπίσας βοήθειαν παρά των
ανθρώπων ταύτων.
— Τι τρέχει; ηρώτα ο μπάρμπα Κατούνας διανοούμενος ότι έπραξε
κακώς να βραδύνη τόσον να κλείση το καπηλείον. Ούτος δεν είχε
πολλήν περιέργειαν εις τας θορυβώδεις σκηνάς, και δεν ηγάπα άλλους
επίσκέπτας πλην των συνήθων οινοποτών.
— Ησυχάσατε! έλεγεν ο Τρανταχτής. Τι έτρεξε;
— Μη ζυγόνετε, Γύφτοι! έκραξεν ο Σκούντας. Ιδών ούτος το
ερεθιστικόν της σκηνής ταύτης, ενόμισε καλόν να κάμη τον ανδρείον.
— Ειπέτε μου εμένα, τι θέλετε; είπεν ο Τρανταχτής, επιθυμών να
γείνη διαιτητής.
— Πιάστε την! έκραξε φρυάττων ο Πρωτόγυφτος. Και ηθέλησε να
συλλάβη την Αϊμάν. Αλλ' ο Σκούντας ετέθη ενώπιον αυτής και
απέκρουσε τον Πρωτόγυφτον.
— Θάρρος, Αϊμά, θα σε σώσω, έκραξεν ο Μάχτος, βλέπων μετά
σπαραγμού καρδίας την νέαν όλην τρέμουσαν.
Την στιγμήν ταύτην εισήλθεν η συνοδεία των οπλοφόρων.
Ο μπάρπα Κατούνας ησθάνθη μεγίστην στενοχωρίαν, ως είδε τους νέους
τούτους επισκέπτας. Ο Σκούντας και ο Τρανταχτής εστράφησαν
ανήσυχοι προς την θύραν.
Ο Μάχτος έτυπτε το στήθος και απέσπα τας τρίχας της κόμης του.
— Ας είνε, θ' αποθάνω μαζύ της! Από τούτο δεν ειμπορεί κανείς να
μ' εμποδίση, είπε μεγαλοφώνως.
— Τι έπαθες, φίλε μου; τον ηρώτησε μετ' οικειότητος ο Σκούντας.
Την στιγμήν εκείνην, οι τρεις οπλοφόροι άνδρες προέβησαν
αποφασιστικώς προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη μη
δυναμένη να σταθή ορθία, είχε ριφθή με το σώμα επικάρσιον παρά την
γωνίαν, και εκάθητο τρέμουσα εις την άκρην. Ο Σκούντας ίστατο ως
προστάτης ενώπιον αυτής. Παρ' αυτόν ίσταντο ο Τρανταχτής και ο
Κατούνας, είτα εφεξής ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και ο Μάχτος.
Οι τρεις ένοπλοι άνδρες εζήτησαν ν' αποσπάσωσι την Αϊμάν από της
κόγχης, εν η έκειτο. Αλλ' ο Σκούντας επεχείρησε ν' αντιστή.
Ο Μάχτος ησθάνθη τας δυνάμεις του εντεινομένας εις έσχατον και
απεγνωσμένον αγώνα. Ύψωσε την χείρα και κατήνεγκε σφοδρόν και
αιφνίδιον κτύπημα κατά του πρώτου εφορμήσαντος. Ούτος έσυρε τότε
το ξίφος και ηθέλησε να διαπεράση τον Μάχτον. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος
ιδών τον κίνδυνον ώρμησε ταχύς και προέλαβε το κτύπημα.
— Είνε γυιός μου, είπεν.
Ο άνθρωπος εκείνος επέστρεψε το ξίφος εις τον κολεόν και
εξηκολούθησε να προχωρή προς το καταφύγιον της Αϊμάς. Αλλ' ο
Σκούντας ερρίφθη εκ των όπισθεν και έκρουσεν αυτόν κατά των νώτων.
Πάλη τρομερά συνήφθη τότε μεταξύ των τριών ενόπλων και του Σκούντα
και Μάχτου. Ο Σκούντας δεν ήτο άοπλος. Αίφνης ανέσυρε μακρόν
εγχειρίδιον εκ της ζώνης του, και η λάμψις αυτού ιλλώπιζεν εις την
χείρα του, πάλλουσαν ορμητικώς αυτό. Ο Κατούνας αφήκε κραυγήν·
— Πάει! Χαθήκαμε!
Και συνήψε τας χείρας, ως να έμελλε ν' απαγγείλη την τελευταίαν
αυτού προσευχήν. Περιέφερε τεθλιμμένα βλέμματα από των βαρελιών
μέχρι του συρταρίου του λογιστηρίου του, και δεν ήξευρε τι πρώτον
να οικτείρη.
Η μάχη εξηκολούθει. Οι πέντε άνθρωποι αντήλλασσον προς αλλήλους
πληγάς με τα όπλα, με τας χείρας, με τους όνυχας. Ο Πρωτόγυφτος
έκραξε μόνον·
— Μη χτυπάτε το γυιό μου!
Αλλά δεν μετέσχε της συμπλοκής. Ο Βούγκος όμως δεν ηδυνήθη μέχρι
τέλους να κρατηθή, και ερρίφθη και αυτός, όπως υπερασπίση τον
Μάχτον. Ιδών το κίνημα τούτο, ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το νύγμα της
μεταμελείας δάκνον την ψυχήν αυτού.
— Τι έκαμα εγώ! είπε συνάψας τας χείρας. Τώρα βλέπω ότι κακά
έκαμα! Γμου, Γρου! Να έσπαζα το ποδάρι μου. Να έβγαζα το λαιμό
μου. Τζάνουμ μη χτυπιέσθε έτσι. Χμου, Γρου! Μάχτο, φεύγα, μη
κτυπάς. Θα σε σκοτώσουν, Μάχτο! Ε, δεν κάνετε ήσυχα. Κύτταξέ τους!
Βούγκο! άκουοε τον πατέρα σου. Λυσσασμένοι είστε όλοι. Ωχ,
καϋμένος! Ησυχάσατε, και μη κάμετε τόσο άσχημα. Ε, δεν ακούτε;
Ποίος διάβολος σας έβαλε να μαλόνετε έτσι; Δεν μας μέλει. Τι λέγω
εγώ; Χμ.. Γρ.. Όρεξι που είχα να κάμω τέτοια κουταμάρα. Φταίγω
εγώ; ας έλειπε αυτός και τα υπέρπυρά του. Κέφι που το έχετε να
τρώγεσθε έτσι τόσην ώρα! Βούγκο! Μάχτο! ησυχάσετε. Τίνος το λέγω;
Θα σας σκοτώσουν. Μη βαρεθήκατε τη ζωή σας; Ε, Βούγκο! εσένα το
λέγω. Άφησε αυτόν τον άλλον, είνε τρελλός. Εσύ κάμε φρόνιμα.
Ο μονόλογος ούτος εχρησίμευεν, ούτως ειπείν, ως κέλευσμα εις τους
διαπληκτιζομένους. Έμελλε δε να παραταθή και η πάλη και ο
μονόλογος του Γύφτου επ' άπειρον, αν δεν εισήρχετο τελευταίον τι
πρόσωπον εις την σκηνήν.
Το πρόσωπον τούτο ήτο ανήρ μεσήλιξ, αυστηρότατος το ήθος, πλουσίως
ενδεδυμένος, και συνωδεύετο υπό έξ στρατιωτών. Προέβη δε λίαν
ατάραχος προς το θορυβώδες εκείνο σύμπλεγμα και αποτείνας τον
λόγον προς τους παρόντας είπεν·
— Ησυχάσετε. Σας διατάττω εν ονόματι της εξουσίας.
Και οι έξ στρατιώται, όπως υποστηρίξωσι το παράγγελμα τούτο,
προέβησαν κατόπιν αυτού και έτειναν τας λόγχας προς τους
παλαίοντας. Ο ξένος έκαμε νεύμα, αν δεν επέλθη ησυχία, να
μετέλθωσι κατ' αυτών την βίαν. Αλλ' ήτο περιττή η πρόνοια αύτη. Οι
άνθρωποι εκείνοι απηυδηκότες ήδη και όλοι μεμωλωπισμένοι, δεν
είχον όρεξιν να εξακολουθήσωσι την πάλην και αφορμήν εζήτουν όπως
ειρηνεύσωσι.
— Τι τρέχει εδώ; ηρώτησεν αυστηρώς ο αρχηγός των στρατιωτών.
Διατί μαλόνετε; Τι θέλει εδώ αυτή η νέα;
Ουδείς απήντησε.
— Σε, λέγω, Πρωτόγυφτε, είπεν ο αρχηγός, στραφείς προς τον
τρέμοντα Γύφτον. Συ τα πταίεις όλα.
Ο Πρωτόγυφτος έφερε την χείρα εις την κεφαλήν, και τα είχε χάσει
από πολλού, ώστε ήτο απηλλαγμένος της ανάγκης του να ομιλήση.
— Επληροφορήθην την αισχράν διαγωγήν σου, επανέλαβεν ο αρχηγός.
Αλλά δεν θα φέρης εις πέρας τον σκοπόν σου.
— Ορισμός σας, αφέντη, ετραύλισε τρέμων ο Πρωτόγυφτος.
— Ποίος δαίμων σ' ενέπνευσε να πωλήσης την κόρην σου; είπεν
αμειλίκτως ο αρχηγός.
— Εγώ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος· ησθάνετο δε μεγίστην ατολμίαν και
ελυπείτο διότι δεν ήτο φύσει θρασύτερος, ώστε να ψευσθή μετ'
ευχερείας.
— Και ποίος άλλος; επανέλαβεν ο αρχηγός. Υπάρχει εδώ άλλος, όστις
να δύναται να κάμη τοιούτον έγκλημα; Την κόρην σου, την κόρην σου
να πωλήσης!
— Ποιος το είπεν! Είνε ψέμματα, είπεν ο Πρωτόγυφτος, αποκτήσας
προσκαίρως την δύναμιν του ψεύδους.
— Είνε αληθέστατον, επέμενε λέγων ο αρχηγός. Την επώλησες, την
επώλησες αντί εκατοντάδων τινών φλωρίων. Ομολογώ ότι εζήτησες
ακριβά. Ηδύνασο να το κάμης και ευθηνότερα.
— Αχ! γρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος,
— Αλλ' είχες δίκαιον, επανέλαβεν ο αρχηγός. Δίκαιον είχες, διότι
δεν είνε κόρη σου.
— Ποιος το λέγει; εμορμύρισεν ο Πρωτόγυφτος.
— Εγώ το λέγω, και το ειξεύρω. Δεν είνε κόρη σου, και την
επώλησες. Αλλά μήπως και αν ήτο, δεν ήθελες την πωλήσει;
— Ουχ! έκαμεν ο Γύφτος.
— Και επειδή δεν είνε κόρη σου, δεν έχεις πλέον δικαίωμα να την
κρατής, αφού εφάνης άπιστος προς αυτήν.
— Ε; έκαμεν ο Γύφτος ερεθισθείς.
— Και διά τούτο εγώ θα γείνω εγγυητής υπέρ αυτής, επανέλαβεν ο
ξένος.
— Εγγυητής;
— Και θα την παραδώσω εις μέρος ασφαλές, ώστε να μη φοβήται πλέον
τίποτε από καμμίαν επιβουλήν.
— Τόσο καλλίτερα, είπεν ο Γύφτος μη εννοών τι έλεγε.
— Βλέπω, σου αρέσει, είπεν ειρωνικώς ο ξένος. Αληθώς, αφού
εξέκαμες απ' αυτήν πλέον, θα ευχαριστηθής ν' απαλλαχθής πάσης
ευθύνης εις το μέλλον.
— Γκρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος.
— Αλλ' ησύχασε, εγώ δεν το κάμνω αυτό διά το καλόν σου. Σκοπεύω
να σε φυλακίσω αύριον. Όσον δι' απόψε έχεις το δωδεκάωρον δικαίωμα
και το νυκτερινόν άσυλον, το οποίον σοι χορηγεί ο νόμος, διά να
κρυφθής ή να φύγης, αν προλάβης.
Ο Πρωτόγυφτος κατελήφθη υπό αληθούς τρόμου ακούσας τας τελευταίας
ταύτας λέξεις. Εγονυπέτησε δε αυτομάτως, και εξαγαγών βαλάντιόν τι
εκ του κόλπου του, είπε·
— Τζάνουμ μη με φυλακώνης, αφέντη. Να και τα φλωριά οπού πήρα, τα
παραδίδω εις την εξουσίαν. Δεν τα έγγιξα ακόμα, ούτε τα εμέτρησα.
Μετρήστε τα, να ιδήτε αν είνε σωστά, προσέθηκεν ως να παρελάλει.
— Εγώ; είπε μετά περιφρονήσεως ο αρχηγός.
— Μα μη μου παίρνετε το κορίτσι μου, εξηκολούθησεν ο Πρωτόγυφτος,
μετ' αιφνιδίας εκρήξεως φιλοστοργίας. Εγώ το αγαπώ το κορίτσι μου.
Ήμουν μωρός να το πωλήσω το κορίτσι μου, το έκαμα χωρίς να θέλω.
Δεν είξευρα, τζάνουμ τι μου γίνεται. Σκυλί σου είμαι, γαττί σου
είμαι, αφέντη, μη μου παίρνης το κορίτσι μου.
Ειδεχθώς κωμική ήτο η σκηνή αύτη της γονυκλισίας και των ικεσιών
του Γύφτου. Οι παρεστώτες δεν ηδύναντο ουδέ να γελάσωσιν,
ησθάνοντο δε οίκτον και αποστροφήν. Ο αρχηγός έμεινεν άκαμπτος και
δεν απήντησεν εις τας τελευταίας ικευτικάς λέξεις. Ένευσε δε προς
τους στρατιώτας αυτού, και ούτοι απήγαγαν την Αϊμάν χωρίς αύτη να
δύναται ν' αντιστή. Ο Μάχτος ησθάνθη νέον σπαραγμόν, ότε είδε την
νέαν απαχθείσαν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη. Άλλως δε τω επήνεγκε
παραμυθίαν τινά και ελπίδα η τελευταία αύτη σκηνή. Ότε ο αρχηγός
μετά των στρατιωτών εξήλθον εκ του παραπήγματος απάγοντες την
νέαν, τα μεν άλλα πρόσωπα της σκηνής έμειναν ακίνητα, ο δε Μάχτος
ως να ειλκύετο υπό αοράτου ηλεκτρικής δυνάμεως εξήλθε κατόπιν της
συνοδείας και ηκολούθησεν αυτήν χωρίς να διστάση. Τούτο δε έπραξεν
όλως αυθορμήτως, και άνευ προμελέτης, ως εφαίνετο. Μετ' ολίγας
στιγμάς και άλλο πρόσωπον εξήλθεν εκ του καπηλείου και ηκολούθησε
κατόπιν του Μάχτου. Ήτο ο Σκούντας. Ούτος, τουναντίον προς τον
νεαρόν Αθίγγανον, εφαίνετο ότι έπραττε βεβουλευμένως. Εβάδισαν επί
τινα ώραν. Η συνοδεία προεπορεύετο. Ο Μάχτος είπετο δεκαπέντε
βήματα όπισθεν, ο δε Σκούντας εβάδιζεν άλλα πεντήκοντα βήματα
κατόπιν αυτού. Έφθασαν δε μετ' ολίγον εις την κατοικίαν του
αρχηγού, και οι στρατιώται μετά της Αϊμάς ανέβησαν εκείσε, ο δε
Μάχτος έμεινε διστάζων κάτωθεν του οίκου. Ο δε Σκούντας εκρύπτετο,
και είχε σταθή κατασκοπεύων όπισθεν του τοίχου.
Προ μιας μόλις ώρας εις την οικίαν ταύτην είχε συμβή το εξής.
Άνθρωπός τις επαρουσιάσθη και έκρουσε την θύραν. Ανοιχθείσης
ταύτης εισήλθε και εύρε τον κάτοικον της οικίας, όστις ήτο
εκατόνταρχος, και διώκει την εν τω τόπω στρατιωτικήν δύναμιν.
Ούτος έδειξε μέγιστον σέβας προς τον επισκέπτην του, ευθύς ως τον
είδε.
— Τι διατάττει ο &άρχων&; είπε. Πώς ευρέθη εδώ;
— Φίλε μου, θέλω την συνδρομήν σου, είπεν ο επισκέπτης.
— Ορισμός σας.
— Συνέβη κάτι.
Και διηγήθη με δυο λέξεις ο επισκέπτης τα πρό τινων στιγμών
συμβάντα εν τω χαλκείω, ως και άλλην τινά λεπτομέρειαν, ην έκρινεν
εύλογον ν' ανακοινώση προς τον εκατόνταρχον. Ούτος δε τον ήκουσε
μετά περιεργείας.
— Και τώρα τι μέλλει να γείνη; είπεν.
— Έχεις στρατιώτας αρκετούς; είπεν ο &άρχων&.
— Εδώ έχω πέντε ή έξ. Κοιμώνται.
— Αφύπνισέ τους.
Ο εκαντόταρχος προσεκάλεσε διά παλαμοκρουσίας τον υπηρέτην του,
και μετεβίβασεν αυτώ την διαταγήν του άρχοντος. Εντός ολίγων
στιγμών οι τέως υπνώττοντες στρατιώται ήσαν όρθιοι και έτοιμοι. Εν
τω μεταξύ ο άρχων έλεγεν·
— Αυτοί θα είνε εδώ σιμά. Νομίζω, μετέβησαν προς εκείνο το μέρος,
είπε δείξας την παραλίαν.
— Πιστεύω.
— Όπως και αν έχη, δεν δύνανται ν' απομακρυνθώσι πολύ. Δύνασαι να
τους φθάσης;
— Δύναμαι.
— Αν εύρης την νέαν μεμονωμένην, άρπασέ την, και μη φροντίζης
πλέον διά τους άλλους.
— Καλώς.
— Αν την εύρης περικυκλωμένην, σκόρπισέ τους και απείλησον ολίγον
τον Πρωτόγυφτον. Ύστερον παράλαβε την νέαν και φύγε.
— Πού να την οδηγήσω;
— Εδώ θα σας περιμένω.
— Καλώς έχει.
Και ο εκατόνταρχος τεθείς επί κεφαλής της εξανδρίας, ανεχώρησε
προθυμότατος εις την αποστολήν ταύτην. Αποτέλεσμα των οδηγιών, ας
είχε δώσει αυτώ ο άρχων, ήτο η σκηνή ην ανωτέρω διηγήθημεν, καθ'
ην ο εκατόνταρχος παρέστησε τοιούτον μέρος, ώστε να εμπνεύση
τρόμον εις τον Πρωτόγυφτον, να καταπτοήση τους άλλους πάντας και
να αρπάση την Αϊμάν εκ των χειρών αυτών.
Ο μόνος, όστις αν δεν εκέρδησέ τι, δεν εζημιώθη τουλάχιστον εκ της
σκηνής ταύτης, ήτο ο Τρανταχτής. Ο φίλος ούτος είχε προς τοις
άλλοις το σπάνιον προτέρημα να μη αποβάλλη ευκόλως την αταραξίαν
εις τας δυσκόλους περιστάσεις. Ο μπάρμπα Κατούνας, ότε είδε τα
πράγματα στενά, καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει εις το καπηλείον ο
εκατόνταρχος μετά των υπ' αυτόν ανδρών, δεν έχασε καιρόν. Έρριψε
τελευταίον τεθλιμμένον βλέμμα εις τα πράγματά του και ετράπη εις
φυγήν, εγκαταλιπών εις την διάκρισιν του εχθρού τα βαρέλια, τας
φιάλας, τα ποτήρια και προ πάντων το συρτάριον, όπου είχε τας
πενιχράς εισπράξεις του. Μετ' αυτόν εξήλθον αμοιβαδόν ο
εκατόνταρχος και οι στρατιώται άγοντες την Αϊμάν, είτα ο Μάχτος
και ο Σκούντας, είτα ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και οι λοιποί.
Πάντες ούτοι ούτ' είχον παρατηρήσει την λαθραίαν εξαφάνισιν του
Κατούνα, ούτε ηδύναντο να υποπτεύσωσιν αυτήν. Αλλ' ο ημέτερος
φίλος Τρανταχτής είχε συνήθειαν να παρατηρή πάντοτε τα
συμβαίνοντα, και ουδεμία λεπτομέρεια διέφευγε την προσοχήν αυτού.
Άλλως δε και αν ήτο αφηρημένος, ήθελεν ευκόλως παρατηρήσει ότι
είχεν απομονωθή, μετά την έξοδον των λοιπών προσώπων.
Ότε λοιπόν είδεν εαυτόν μόνον εν τω καπηλείω, εγέμισε δύο φιάλας
οίνον, έθεσεν αυτάς εις τα ευρύχωρα θυλάκια του επενδύτου του,
είτα ήνοιξε το συρτάριον του Κατούνα, εύρεν εκεί κέρματά τινα, την
πώλησιν όλης της ημέρας, μη υπερβαίνουσαν δύο δραχμάς του παρ'
ημίν νομίσματος, εμέτρησεν αυτά, τα έθεσεν εις τον πυθμένα του
θυλακίου του, έσβεσε τον λύχνον και εξελθών έκλεισε την θύραν και
έγεινεν άφαντος.
ΜΕΡΟΣ Β'.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Ιστορική παρέκβασις.
Στάδια τινα μακράν της Σπάρτης εκείτο το &Πληθώνειον& άντρον, εν ώ
κατώκει ο Γεώργιος Γεμιστός, ο μετονομασθείς &Πλήθων&, ου το κλέος
ευρύ τότε ανά πάσαν την Ελλάδα.
Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ο οψιγενής Έλλην πλατωνικός του ιε'
αιώνος, ο ονειροπολήσας να αρχίση εκ νέου κατά τον χρόνον εκείνον
το έργον του Ιουλιανού, ο μετά τον Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης. Ο
Γεώργιος Γεμιστός ήτο ανήρ σοφώτατος και πολυμαθέστατος. Ήτο τόσον
ανώτερος του χρόνου καθ' ον έζη, όσον η αρχαία εποχή ήτο ανωτέρα
της τότε αθλίας εποχής, και όσον η αθλία εκείνη εποχή ήτο ουχ
ήττον ανωτέρα της σήμερον απροσδιορίστου εποχής.
Αλλά παρά πάσαν την σοφίαν και πολυμάθειαν αυτού ο Γεώργιος
Γεμιστός ήμαρτε, και ήμαρτε λίαν αδικαιολογήτως. Διότι εφαντάσθη
ότι ήτο δυνατόν να επανορθώση θεσμούς και ήδη ταφέντα εσαεί και
κείμενα υπό την σεσωρευμένην σκωρίαν του χρόνου.
Ο Γεώργιος Γεμιστός επεθύμει ουδέν ήττον ή να επανιδρύση εις την
Ελλάδα την αρχαίαν θρησκείαν, την λατρείαν του Διός, της Ήρας, της
Αθηνάς, της Αφροδίτης και των άλλων της αρχαιότητος θεών. Και όμως
ήτο ευφυής, και ηδύνατο να προΐδη ότι η θρησκεία του Χριστού δεν
ηδύνατο να αντικαταστή δι' άλλης θρησκείας, πλην της ελλείψεως
πάσης θρησκείας, όπως και συνέβη επί των ημερών ημών.
Αλλ' όπως εγκαταλίπωμεν ταχέως τα ολισθήματα ταύτα της γραφίδος,
άτινα ημείς πρώτοι αποκηρύττομεν, ανάγκη να περιορισθώμεν εις όσα
έχουσι στενήν σχέσιν προς την ημετέραν ιστορίαν, και καταλείπομεν
εις την ιστορικήν κριτικήν, εις ην ουδεμίαν έχομεν εμπιστοσύνην,
πάσαν εκτίμησιν των γεγονότων. Το καθ' ημάς, θ' αρκεσθώμεν εις την
περιγραφήν των προσώπων και των πραγμάτων, όπερ είνε στενώς και
ακριβώς το ημέτερον έργον.
Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων κατώκει εν τω Πληθωνείω άντρω όπερ
είχε φροντίσει να παρασκευάση ευαρμόστως προς τας αρχαίας
ελληνικάς παραδόσεις. Είδωλα και ξόανα θεών, τα μόνα άτινα είχον
διασωθή εκ της φανατικής μανίας των μοναχών, σύμβολα και εμβλήματα
αρχαία, βωμοί, θυμέλαι, θύρσοι, γλαύκες, ουδέν εκ των κλασσικών
εμβλημάτων έλειπεν εκ του άντρου του Πλήθωνος. Οσάκις απεσύρετο
ούτος εις το άντρον, επεθύμει να έχη πάσας ταύτας τας μυστικάς
ψυχαγωγίας, αίτινες έτερπον το πνεύμα αυτού. Το λοιπόν του χρόνου
διήγε περιπλανώμενος ανά την Ανατολήν, όπου είχεν οπαδούς και
θαυμαστάς ικανούς, διότι οι λόγιοι του καιρού εκείνου ηλαύνοντο
υπό παραδόξου οργασμού, και ή εγίνοντο οπαδοί των δοξασιών του
Πλήθωνος, ή ενεκολπούντο τα δόγματα της Ρώμης. Οφείλομεν όμως,
προς αποφυγήν μείζονος απαισιοδοξίας, ν' αναγνωρίσωμεν ότι, μόνον
μετά την άλωσιν της βασιλευούσης, έπεσον οι πλείστοι των λογίων το
έσχατον τούτο οικτρόν πτώμα. Πρότερον είχον αντίσχει οι πλείστοι
κατά του πειρασμού. Και όμως πόσα ελεεινά πτώματα!
Παράδοξος βεβαίως και αλλόκοτος η εποχή εκείνη, καθ' ην, όπως
διατηρήση τις την ελευθερίαν του να φαντάζηται και ν'
αναμιμνήσκεται, ή να συρράπτη έωλα πολλάκις και σχολαστικά
εξαγόμενα επιπόνων ερευνών, ώφειλε πρώτον να υποδουλώση εσαεί την
δύναμιν του να σκέπτηται και να φρονή. Και όμως πλείστοι
ηρκέσθησαν εις τον πενιχρόν εκείνον διανοητικόν βίον. Αλλ' ουχ
ούτω και ο Γεώργιος Γεμιστός.
Ούτος είχε λίαν παράβολον πνεύμα και ηγωνίζετο καθ' άπαντα τον
βίον αυτού να εξέλθη εκ της στενής σφαίρας εν η έζη. Προς τούτο δ'
εφεύρεν αλλόκοτα ψυχαγωγήματα, οία ουδ ηδύνατό τις να φαντασθή
κατ' εκείνον τον χρόνον.