— Ναι, αυτό ήθελα να είπω, εψέλλισεν ο Πρωτόγυφτος.

— Καλά. Βλέπεις, όταν θέλης, δύνασαι να ομιλής ελληνιστί, είπεν ο

άρχων.

— Όταν μου τα λένε, τα διορθόνω, είπεν ο Γύφτος.

— Και τούτο καλόν. Λοιπόν, ο άρχων επιθυμεί;...

Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο ότι είχε μεταξύ του λάρυγγος και της

γλώσσης του φραγμόν τινα, και δεν ηδύνατο να εξέλθη η λέξις. Ο

άρχων τον ώκτειρε, και δεν επέμεινεν.

— Ας είνε, είπε, σε απαλλάττω του κόπου. Αλλ' όμως είνε αληθές

ότι έφερες δυσκολίας.

— Δυσκολίας; επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και πολλάς δυσκολίας. Αλλά διατί, σε παρακαλώ;

Ο Γύφτος εσίγα.

— Μήπως σου θέλω εγώ κακόν; Διατί δεν έχεις εμπιστοσύνην εις εμέ;

— Εγώ; το ενάντιο, είπεν ο Γύφτος.

— Και όμως δεν έχεις εμπιστοσύνην.

— Ο Θεός να μη το δώση!

— Διατί τότε δεν θέλεις ν' αποφασίσης;

— Ξεύρω κ' εγώ; είπεν ο Πρωτόγυφτος, αρχίσας να εκφράζη τους

δισταγμούς, ους υπηνίττετο ο άρχων.

— Διατί να μη θέλης να κάμης με το καλόν έν πράγμα, ενώ εγώ

δύναμαι άλλως να σε βιάσω να το κάμης;

— Αυτό θα ήταν το καλλίτερο, είπε θρασυδείλως ο Γύφτος.

— Λοιπόν θέλεις με την βίαν; είπεν απειλητικώς ο άρχων.

Ο Γύφτος δεν απήντησε.

— Ποίον φόβον έχεις; Όταν εγώ σε βεβαιώ ότι ουδείς θα πάθη.

Και πάλιν ο Γύφτος εσίγα.

— Ουδείς θα πάθη, επανέλαβεν ο άρχων, ούτε συ ούτε ο οίκος σου.

— Άμποτε, είπεν ο Γύφτος.

— Ούτε ο οίκος σου ούτε η γυνή σου ούτε τα τέκνα σου.

Ενταύθα ο Γύφτος έκαμεν άκων κίνημά τι της κεφαλής.

— Ούτε τα τέκνα σου, επανέλαβεν εμφαντικώς ο άρχων, και δεν

ψεύδομαι. Ούτε αυτή η ιδία θα πάθη τι.

Ο Γύφτος εκάλυψε το πρόσωπον με τας δύο χείρας.

— Τω όντι είσαι αξιολύπητος, είπεν ο άρχων. Αξιολύπητος όχι διότι

επίκειται κατά σου δυστύχημα τι· περί τούτου ουδείς φόβος. Είσαι

αξιολύπητος μόνον διότι δεν θέλεις να πεισθής, και ουχί δεν

θέλεις, αλλά δεν δύνασαι, δεν έχεις την ικανότητα να πεισθής. Ως

προς τούτο δεν σε κατακρίνω.

Ο άρχων μου είνε δίκαιος, εψιθύρισεν ο Γύφτος, και αποκαλύψας το

πρόσωπον, εθεώρει τον άνδρα τούτον με ήθος τι δεισιδαιμονίας και

θάμβους μεστόν.

Έχεις δίκαιον να μη δύνασαι να εννοήσης, επανέλαβεν ο άρχων.

Ειξεύρεις συ τους σκοπούς μου; Όχι. Εγώ όμως δύναμαι να σοι τους

είπω. Δύναμαι να σοι είπω τι φρονώ, τι μελετώ και τι σκοπώ, όπως

δύναμαι να το είπω προς το δένδρον τούτο, προς τον βράχον εκείνον

και προς την μητέρα Γην. Διότι όπως τα άψυχα ταύτα πράγματα δεν

δύνανται να με προδώσωσιν, ούτω και συ δεν δύνασαι να με προδώσης.

Διότι δεν έχεις ούτε ακοήν όπως ακούσης ούτε φρένας όπως νοήσης

ούτε φωνήν όπως λαλήσης. Άκουσον, και ας αντηχήσωσιν αι άγνωστοι

αύται λέξεις εις τη ερημίαν ταύτην, ας θροήσωσι μετά της αύρας και

μετά του θρου των φύλλων, ας ηχήσωσι μετά του άσματος των

νυκτερινών πτηνών, ας αναμιχθώσι με τον κρότον του χειμάρρου, με

το κελάρυσμα του ρύακος και με τον κικκαβισμόν της ερημικής

γλαυκός. Ας ενωθώσι με τας πνοάς της φύσεως, ας υψωθώσι μετά των

ατμών και των μύρων των ανθέων, ας εξαπλωθώσι μετά των νεφών και

της ομίχλης, ας κατενεχθώσι μετά των ανέμων και των υετών επί της

γης. Η ώρα έφθασεν. Αρκετοί αιώνες παρήλθον. Θέλω ν' αναγεννηθή η

ανθρωπότης. Αιώνες κακοδαιμονίας κατησωτεύθησαν μάτην επί της γης,

ώραι ευδαιμονίας ηριθμήθησαν μάτην. Η στιγμή αύτη είνε επίκαιρος.

Θέλω ν' ανακαινισθή το ανθρώπινον γένος.

Και ο ξένος, τοσαύτα ειπών, διεκόπη αποτόμως. Εφάνη ότι μετενόησεν

εφ' οις είχεν ειπεί. Ίσως συνησθάνθη ότι αι εκφράσεις αύται,

ριπτόμεναι ούτως εική προς ιδιώτην άνθρωπον, ηδύναντο να νομισθώσι

γελοίαι. Αλλά τας είχεν ειπεί. Έλεγε ταύτα προς άνθρωπον μηδέν

εννοούτα, κατά προτίμησιν, ουδέν δε ήθελεν ειπεί προς αυτόν αν

ενόει. Έλεγε ταύτα αυτομάτως χάριν εαυτού και μόνου, ελησμόνει δε

την παρουσίαν του Γύφτου, και δεν εθεώρει αυτόν ως ακροατήν.

Εν τούτοις ο Γύφτος, αν δεν ηκροάτο λογικώς, ήκουεν όμως φυσικώς

τας λέξεις ταύτας, και τω ενεποίησαν ίλιγγον. Υπέκειτο εις το

συναίσθημα του ονειρευομένου, όστις βλέπει καθ' ύπνον υπερφυή

πράγματα. Ενώ τω φαίνεται κατ' όναρ ότι βαδίζει επί λείας και

ομαλής οδού, αίφνης ευρίσκει υψηρεφή τοίχον ενώπιόν του. Υπερφυής

τις άνθρωπος, πελώριος γίγας, Τιτάν, παρουσιάζει προ των οφθαλμών

αυτού έν όρος, όπερ κρατεί ευκόλως εις την χείρα, και το φυτεύει

εκεί ενώπιόν του, του κόπτει αποτόμως την οδόν, και δεν δύναται να

προβή. Τοιούτον όρος εφύτευε προ των ποδών του ταλαίπωρου Γύφτου ο

μεγαλορρήμων εκείνος άνθρωπος. Ο δυστυχής Γύφτος δεν ηδύνατο ν'

αναρριχηθή επ' αυτού.

Μετ' ολίγας στιγμάς ο ξένος είχε πραϋνθή και ταπεινώσας τον τόνον

ήρχισε να λέγη·

— Δεν πειράζει, φίλε μου, αν δεν εννοής. Επειτα είνε και περιττόν

να εννοήσης. Αρκεί να συνεννοηθώμεν εις όσον το κατά σε.

Ο Γύφτος εθεώρει ατενώς.

— Τώρα ο Θεόδωρος φθάνει. Ιδού ακούω τα βήματα.

Τω όντι δε βήματα ηκούσθησαν και τρεις άνδρες ενεφανίσθησαν

αίφνης. Οι δύο ήσαν χωρικοί εκ των πέριξ μερών, και έφερον ξίφη

και τόξα. Ο τρίτος ήτο ο γνωστός ημίν Λάκων, ον ο άρχων ωνόμαζε

Θεόδωρον.

— Ήλθες, Θεόδωρε! είπεν ο άρχων άμα ιδών αυτόν.

— Ιδού εγώ, αυθέντα, απήντησεν ο Θεόδωρος.

— Και ποίας ειδήσεις μοι κομίζεις;

— Παντού ησυχία, άρχων μου.

— Έρχεσθε κατ' ευθείαν εκ Σπάρτης;

— Ναι.

— Και τι εμάθετε εκεί;

— Έν μόνον σπουδαίον, είπεν ο Θεόδωρος.

— Το ποίον;

— Λέγουν ότι οι Τούρκοι πολιορκούν την βασιλεύουσαν των πόλεων,

είπεν ο Θεόδωρος με συγκεκινημένην φωνήν. Συγχρόνως δε απεκάλυψε

την κεφαλήν, καθ' ην στιγμήν επρόφερε τας δύο λέξεις:

«βασιλεύουσαν των πόλεων». Ήτο έθος συχνόν παρά τω λαώ της Ελλάδος

κατά τον χρόνον εκείνον.

— Το είξευρα ήδη, είπεν ησύχως ο άρχων.

— Έχω και μίαν επιστολήν διά τον άρχοντα, είπεν ο Θεόδωρος.

— Επιστολήν δι' εμέ; Και ποίος την έφερεν;

— Άνθρωπος με καλογερικά φορέματα, όστις μένει εις την Σπάρτην

και περιμένει.

— Τι περιμένει;

— Περιμένει να του επιτρέψη ο άρχων να παρουσιασθή εις το

Πληθώνειον.

— Όταν επανέλθωμεν οίκαδε, θα σε πέμψω να τον οδηγήσης προς εμέ,

Θεόδωρε.

— Ορισμός σας, άρχων.

— Τώρα, δος μοι την επιστολήν.

— Ευθύς, άρχων.

Ο Θεόδωρος ήνοιξε το περιστήθιόν του και εκβαλών εσφραγισμένον

φάκελλον, ενεχείρισεν αυτόν εις τον άρχοντα. Ούτος τον έλαβε και

υπό το φέγγος της σελήνης ανέγνω την επιγραφήν.

— Έχει τις υμών δάδα; ηρώτησεν ακολούθως.

Είς των συντρόφων του Θεοδώρου εξέβαλεν εκ του κόλπου του ίσκαν

και πυρίτην λίθον και ανήψε δάδα, εκράτησε δε αυτήν εις απόστασίν

τινα από της μορφής του άρχοντος. Ούτος απεσφράγισε τότε την

επιστολήν και ανέγνω.

Φαίνεται δε ότι εύρε πολύ το διαφέρον εις την ανάγνωσιν ταύτην,

διότι καθ' όσον προυχώρει, το πρόσωπόν του, ερυθρόφαιον υπό την

φλόγα της δαδός, εψυχούτο και εξέφραζεν από στιγμής εις στιγμήν

παντοία συναισθήματα, από της ελαφράς περιεργείας μέχρι του

βαθυτάτου διαφέροντος, και από της καρτερικής προσδοκίας, μέχρι

της ελπίδος και του φόβου, του οίκτου και του ενθουσιασμού. Η

ουσία του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής ευρίσκεται

διεσπαρμένη εν ανεκδότοις χρονικοίς και εν τοις συγράμμασι των

επιφανών του καιρού εκείνου λογίων. Μετά πολλού κόπου ένθεν

κακείθεν περισυλλεχθέντα τα τεμάχια κατωρθώθη να συγκολληθώσιν εις

σύνολόν τι κατά προσέγγισιν, όπερ χάριν περιεργείας υποβάλλω

ενταύθα εις τας όψεις του αναγνώστου.

«&Βησσαρίων& ο Νικαίας αρχιεπίσκοπος και καρδινάλιος της αγίας

Ρωμαϊκής και καθολικής εκκλησίας, &Πλήθωνι& τω θαυμαστώ φιλοσόφω

και νομοθέτη της Πέλοπος χαίρειν.

Εδεξάμην τα παρά σου γράμματα πολλήν, ως εικός, εμποιήσαντά μοι

ευφροσύνην. Μονώτατος γαρ έτι μοι δοκείς υπολελείφθαι εν άπασι

τοις αυτόθι φρονών. Τω γαρ βασιλεί και τοις περί αυτόν δαιμονία

τις έοικεν επιδεδημηκέναι μοίρα, παρατρέπουσα και υφαιρουμένη τον

λογισμόν, ως ανάγκη μεν, ή και τους θεούς φασι, μη πείθεσθαι,

Σχολαρίω δε μάλλον πεποιθέναι. Αμέλει δε και Νοταράς ο Λουκάς,

χρηστός τω βασιλεί σύμβουλος. Καίτοι, τις αν εύροι ταύτης μείζω

απόνοιαν; Τα γαρ πράγματα επί ξυρού ακμής κείται και ο κίνδυνος

επί θύραις μακρός και ουρανομήκης. Ποιναία επέλθοι Νέμεσις επί

τους μη εθέλοντας σώζεσθαι, αυτούς τε λημώντας και τοις άλλοις το

φως επιπροσθούντας. Δεινή τις ως δοκεί αχλύς και σκοτόμαινα

επικάθηται επί την Ελλάδα, χρόνιος δε, ω Πλήθων, πάρει, των σων

διδαγμάτων προίκα εμπλήσας ημάς. Εμοί δε συμβαίνει δικτύω άνεμον

θηράν, τους ενθάδε πειρωμένω πείθειν τους εν τη Εώα μηδέπω

πεπεικότι. Χρήματα μεν ουν και σώματα ικανά πάρα, αλλά γε του

κρατίστου ημίν δει. Ει γαρ ο βασιλεύς μη εθέλοι έν έπος τοσόνδε

ειπείν και την ένωσιν κυρώσαι, ουκ έστι πείσαι τον Πάπαν. Χθιζός

μέντοι παρεγενόμην επί το Βατικανόν και περί των αυτών, ώσπερ και

προτού, μυριοστόν ήδη διελέχθην, υπέρ της επικουρίας ως έθος

προσκείμενος και λιπαρών. Αλλ' ου Θέμις, ή δ' ος, τον στρατόν ημάς

πέμπειν, κακοδοξία πολλή προσκυλινδουμένοις. Αλλ' ου πάσιν, ην δ'

εγώ, η κακοδοξία σύνοικος, Σχολαρίοις δε και τοις τοιοίσδε

επιβόσκεται μόνοις.

Καίτοι γε, ή δ' ος, τα των τοιώνδε κρατεί παρ' αυτοίς, τοις

φρονούσι δ' ου πείθονται. Πεπείσονται, ην δ' εγώ, ω Πάτερ, επειδάν

ίδωσι τους μισθοφόρους τους σους παρεσομένους. Ου δοκεί, έφη,

εκπέμπειν αυτούς επί τους βλασφημίας καθ' ημών εμούντας, και την

πλάνην εξομόσαι αποστέργοντας. Ου βλασφημούσιν, ην δ' εγώ, αλλά

κινδυνεύουσι βοηθήσεις. Ή γαρ, ως μνήστρα, ή δ' ός, τους

επικούρους αυτοίς παρέξομεν; Γενναίως, έφην, απεφήνω, ω Πάτερ,

μνήστρων ατεχνώς τοις πραγματευομένοις δει. Ουκ έστιν, ή δ' ος,

πραγματεύεσθε προς αναξίους. Δανείζειν μεν ουν, έφην εγώ, τοις

τοίσδε τα ευαγγέλια κελεύει. Κολάζειν δ', έφη, τους ατάκτους ουχ ο

ιερός κηρύττει λόγος; Ιάσθαι δ' αύθις, ην δ' εγώ, τον παιδεύοντα

προτρέπει. Ιάματα δ', έφη, ου τα αίματα; (Ελληνίζειν μεν

επιτηδεύεται ο Ποντίφιξ, παρονομάζειν δ' ου χαριέντως έδοξέ μοι).

Ουχ άλις αιμάτων; έφην εγώ. Ουχ άλις, έφη, ότι μάχαιραν ήλθε

βαλείν ο Χριστός. Παρερμηνεύειν μοι δοκείς, έφην, ω Πάτερ·

αναγωγικόν γαρ το ρήμα κείται. (Παρρησία δ' ως οράς, ω Πλήθων,

εχρησάμην, έξεστι δε μοι, ευνοία τη προς εμέ θαρρούντι. Ηνίκα δ'

αν ουκ ουκ αθύμω εντύχω, αυτίκα χρώμαι). Πώς αμαρτάνειν ημάς

δοκείς, έφη ο Ποντίφιξ, ος το αναμάρτητον δις ανείπας; Εκόντι δ',

έφην, δοκεί σοι εξείναι, ω Πάτερ. Εξείναι μεν ίσως, έφη, ου χρήναι

δ' όμως. Ου γαρ, έφην, τοις απολλυμένοις βοηθείν χρεών; Τι σοι

δοκεί, ή δ' ος, αμφοίν τοιν ολέθροιν πότερος χαλεπώτερος; ουχ ο

πνευματικός; Έμοιγε, έφην. Πνευματικής δ' ου και της αρωγής δει

τοις πνευματικώς απολλυμένοις; Φαίνεται. Οι δε πολίται οι σοι ου

πνευματικώς απόλλυνται; Και μάλα. Πνευματικής άρα αυτοίς δει της

βοηθείας. Δοκώ μοι. Τις δε πνευματική βοήθεια κρείττων, ουχ η διά

των ευχών και δεήσεων; Μάλιστα. Ευχάς δε και δεήσεις ου καθ'

ημέραν η Εκκλησία τοις σχισματικοίς δωρείται; Αληθές, ην δ' εγώ.

Ευ τοίνυν και καλώς αυτοίς βοηθούμεν. Εύ γε. Άρα πέποιθας; έφη.

Μανθάνω, ην δ' εγώ, αλλ' ου και κοσμικής δει αυτοίς αρωγής; Ουκ,

έφη, πριν αν την πνευματικήν τελεσιουργόν γενέσθαι. Τι ότι, ην δ'

εγώ, η Ρωμαίων Εκκλησία διπλήν την εξουσίαν δρέπει; Ουχ ότι και

διττώς χρη αυτήν ευ ποιείν; Πείθομαι, έφη. Ου γαρ αν οι Απόστολοι

τοιαύτην αυτή κατέλιπον. Σύνοιδα, έφη. Ανάγκη άρα αυτή αμφοτέρας

ασκείν. Ανάγκη, έφη. Εκατέρα δε χωρίς εκατέρας ουκ ανύσιμος.

Ξύμφημι, έφη. Την δε πνευματικήν ου Νέμεσις μόνην μετιέναι. Ουχί,

έφη. Τηνικαύτα, ην δ' εγώ, άλις ημίν των πνευματικών μεθόδων. Φέρε

και τη κοσμική χρησώμεθα. Όρα, ω Πάτερ, μη δηθά ούτω δη τοις

πνευματικοίς δικτύοις μόνοις θηρεύοντες και το δέλεαρ αυτό

αποβάλωμεν και το δίκτυον φθείρωμεν. Κοσμικής δε της μεθόδου νυν

ημίν δει. Άγε αυτήν μετίωμεν. Άρα συνήκας, μη χωλοίς και κολοβοίς

τέως μέσοις προσκείμενοι, κέρδος μεν ουδέν, βλάβην δε πολλήν

απηνεγκάμεθα; Δεήσεων μεν και ευχών άλις, έργων δε νυν ανάγκη.

Απιστείν μεν ουν αυτούς τη εξουσία τη ση ουκ άτοπον, λόγων μεν

εμπεπλησμένοις, έργον δ' ουδέν δρώντας. Και σοι επειδάν

ψηλαφήσωσι, πείθονται, τέως δε ακουσμάτων μόνον τα ώτα βομβεί. Ει

γαρ και τον Χριστόν ο Θωμάς ουκ εψηλάφησεν, ου καν επίστευσεν.

Αγωνιώδης νυν και χειμαζομένης της Ελλάδος τι όφελος; Το τε κλέος

οίχεται ή τε αρχή φρούδη. Ηνίκα δ' ο βάρβαρος θυραίος άπεισι

τηνικαύτα η Ελλάς την αρχήν και το κύρος το σον ησυχή γνώσεται,

και της ευνοίας επιμελήσεται της σης. Νυν δ' οξείς οι καιροί και

ταχίστης δει της σωτηρίας. Ταύτα είπον τω Ποντίφικι, και μοι

εδόκει επιεικώς ακροάσθαι. Μονονού δ' αυτόν έπεισα, και πάλαι

επεπείκειν αν, ει μη ο των καρδινάλεων σύλλογος και οι δυνατοί

πάντες αγρίως αντέκειντό μοι. Σκάνδαλον μέντοι αυτοίς γέγονα, ου

βουλομένοις πιστεύσαι μοι λατινίζοντι. Ούτοι πάντες ου φιλούσιν

εμέ, αλλ' ως Έλληνα και Γραικόν υφορώσι. Πώς δε αυτούς πείθειν

ένι; Πώς δε και τω έθνει πιστεύσουσί ποτε λατινίσοντι, ει εμοί

μόνω ενί ανδρί ου πιστεύουσι; Λυπεί δε με τούτο, ει το θύμα Ο

προσήνεγκον εμαυτόν εγώ μάτην τεθυμένον έσται, τη δε πατρίδι μηδέν

περιγενήσεται εκ του εμού ολίσθου. Συ δε, ω Πλήθων, ει σχολή έτι,

μη αυτής απόλαυε, αλλά την βακτηρίαν λαβών πορείαν ίθι και τα

βασίλεια κατάλαβε. Τελευταία δ' αύτη έσται η πείρα, ει ακμή έτι

πράττειν, και μη οι βάρβαροι προύλαβον την πόλιν ελόντες. Και

πείσεις μεν ουδένα, δοκεί, αλλ' όμως το έργον το σον εργάσει

πάντως. Και μη φείδου μηδ' όκνει, αλλά πάρασχε πρόθυμον σαυτόν.

Ίθι δη, άπελθε, πορεύου, αφίκου, πάρεσο, δέου, πρότρεπε,

παρακάλει, κέλευε, επιτίμα, προσλιπάρει, ότρυνε, έλεγχε, πείθε.

Εγώ δ' ουκ οκνήσω, αλλ' ενθένδε τουμόν πειράσομαι. Και ην μη πείσω

αυτούς εκπέμπειν, από των εμών εκπέμψω, και τριήρη στείλας αυτός

παρέσομαι. Και ει μεν εν τοις Πληθωτείοις εντύχω, πρόσειμι, ει δε

απεληλυθότι ήδη, έψομαι. Πάρεστι δε σοι διά του γραμματοφόρου του

εμού γράμματά μοι πέμπειν, και προλέγειν τα δόξοντα. Υπερθέσεως δ'

ημίν ουδεμιάς καιρός. Εισί γαρ ενθάδε τινές, οι ως έοικεν από του

των Αγαρηνών στρατοπέδου αγγέλματα κομίζονται, ακήκοα δ' έναγχος

στέλλεσθαι τους Τούρκους ήδη. Πλείστη δε χάρις τοις τοιούτοις ει

τοις πολεμίοις κοινωνούντες ημίν ουχ εκόντες αρήξουσι. Και ταύτα

μεν ικανά, συγγνώμονα δ' είναι δέομαι επί τω μακρώ των

γεγραμμένων. Ερρώσθαι σε εφίεμαι, ω διδάσκαλε, εις μακρά έτη,

σεπτόν όνομα επί της χθονός της πατρίας αποτυπούντα, αθανασίας δε

τυχείν, επειδάν το χρεών της εξόδου ίκηται, και τον μυστικόν τοις

ολυμπίοις θεοίς ξυγχορεύειν Ίακχον. Εκ Ρώμης της πρεσβυτέρας, μηνί

Φεβρουαρίω, έτους αυνγ'. Βησσαρίων ο καρδινάλιος γράφει».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Η φυγή.

Την επαύριον της ημέρας, καθ' ην είχον συμβή τα εν τω προτελευταίω

κεφαλαίω περιγραφέντα, επανήλθεν ο Πρωτόγυφτος εις το χαλκείον

μόνος και πεζός· εφαίνετο απησχολημένος υπό σταθερού τίνος

λογισμού, και η τραχεία μορφή του εξέφραζε πολύν κάματον και

στενοχωρίαν. Και όμως δεν είχεν αναγνώσει την επιστολήν εκείνην

του Βησσαρίωνος προς τον Πλήθωνα. Αλλ' οι χαρακτήρες του έφερον

αποτετυπωμένην τοσαύτην ανίαν, ως να εγίνωσκε γράμματα και ηδύνατο

να την αναγνώση,

Ουδείς λόγος απηυθύνθη πλέον προς τον Πρωτόγυφτον, ουδέ παράπονον

ηκούσθη, ουδ' ετόλμα τις να τω απευθύνη λέξιν. Άλλως δ' έκαστος

των κατοίκων της καλύβης κατείχετο, ως και ο Πρωτόγυφτος, υπό

ιδίου λογισμού και κατετρίβετο περί μέριμνάν τινα. Η μεν Γύφτισσα

προσεπάθει να θεραπεύση διά βαλσάμων και βοτάνων, γνωστών εις

αυτήν μόνην, το τραύμα της Αϊμάς, όπερ δεν ήτο σπουδαίον, ο δε

Μάχτος εσπούδαζε να επουλώση το ίδιον αυτού τραύμα. Αλλά δεν

κατώρθου μόνος τούτο, διότι το έλκος του Μάχτου ήτο εξ εκείνων,

άτινα χρήζουσιν ειδικού χειρουργού, δι' εμπειρικών δε και

αυτοσχεδίων φαρμάκων ουδέποτε θεραπεύονται. Η δε Αϊμά ήτο

περίλυπος και προς ουδένα ανεκοίνου τους λογισμούς της. Τέλος ο

Βούγκος, όστις μόνος ηδιαφόρει περί των φροντίδων των άλλων, ουδ'

ενόει πώς ήτο δυνατόν να αμηχανώσι τοσούτον οι άνθρωποι, περί

μικρών πραγμάτων, ησχολείτο μόνος αυτός εις την συνήθη εργασίαν

του, διότι η περίφημος εκείνη παραγγελία του εκτάκτου πελάτου ποτέ

δεν έμελλε να τελειώση αν πάντες εξηκολούθουν ούτω ν' απασχολώνται

εις ιδίας μερίμνας.

Την πρωίαν της αυτής ημέρας, προτού να εμφανισθή ο Πρωτόγυφτος

επανερχόμενος με την ράβδον του και με το βραδύ βήμα εκ της

χρονίας εκδρομής, η Γύφτισσα, πρώτη εξεγερθείσα εκ του ύπνου και

εξελθούσα τα χαράγματα εκ της καλύβης, προσέκοψεν επί πράγματος

τινος, αποφράττοντος την διάβασιν εκτός της Πύρας, παρά τον ουδόν.

Η Γύφτισσα ανήψε φως και είδεν ότι το πράγμα εκείνο ήτο κάνεον

πλήρες ασπρορρούχων. Φαίνεται ότι η γυνή εκείνη, ήτις είχεν

αρπάσει το κάνεον εκ των χειρών της Αϊμάς, ενόμισε καλόν ν'

αποδώση διά νυκτός το αφαιρεθέν πράγμα. Τον δε Μάχτον είχε

κατορθώσει ευχερώς η Αϊμά να παροξύνη και να καταπραΰνη, ότε

επανήλθον αμφότεροι την εσπέραν εις την καλύβην. Αύτη δεν είχεν

ανάγκην περιφράσεων προς ταύτα, αλλά διηγήθη τα πράγματα, οία

συνέβησαν. Το ήμερον δε και πράον του ήθους αυτής μετεδόθη και εις

τον ακροατήν της, και δεν ωργίσθη ούτος.

— Και διατί δεν μου το έλεγες τότε; είπεν ο Μόχτος μετ' ελαφρού

μεμπτικού τόνου.

— Αν σου το έλεγα, απήντησεν η Αϊμά, θα εθύμωνες πολύ, και

ειμπορούσες να κάμης κακόν κίνημα, Εγώ η ιδία δεν ήμουν εις τον

εαυτόν μου. Οι άνθρωποι εκείνοι, που ήταν μαζωμένοι εκεί, μ'

επείραζαν πολύ. Δεν ήμουν εις τα καλά μου. Δεν ήθελα να κάμω

θέατρον, να πομπευθώμεν εις τον κόσμον. Εκύτταζα να φύγωμεν απ'

εκεί μίαν ώραν αρχήτερα. Αν σου το έλεγα, ειμπορούσες να θυμώσης

τόσον, ώστε και σκοτωμός ειμπορούσε να γείνη. Εκείνοι εκεί δεν θα

μας επίστευαν, εσύ θα εχυμούσες εις το σπίτι της εκείνης να πάρης

τα ρούχα, εκείνοι θα έπαιρναν το μέρος της, θα μας επετροβολούσαν

και Θα μας ύβριζαν. Ειμπορούσες να γείνης φονιάς, ειμπορούσες και

να φονευθής ο ίδιος. Θαρρώ πως έκαμα καλά να μη σου το 'πω, έκαμες

και συ καλά να μην επιμείνης· ύστερα ύστερα, τι δικαίωμα έχομεν

ημείς οι καταφρονεμένοι οι Γύφτοι να τα βάζωμεν με τον κόσμον; Να

που ήρθεν έτσι, και ηθέλησε να με κατηγορήση εκείνη η γρηά, είπεν

η Αϊμά στενάζουσα.

— Και το δέχεσαι, αδελφή μου; είπεν ο Μάχτος.

— Δεν το δέχομαι, αλλά το υποφέρω. Ας λέγη καθένας ό,τι θέλει,

δεν ειμπορώ να τα βάλω με τον κόσμον εγώ.

Ο Μάχτος κατελήφθη υπό παραδόξου αισθήματος, γείτονος προς τον

ενθουσιασμόν, και εσίγησεν. Ούτε η άφιξις του πατρός αυτού, ούτε

παν άλλο γεγονός ηδύνατο να διαταράξη την ευτυχίαν αυτού, διότι

ησθάνετο αλλόκοτον και ανέλπιστον ευτυχίαν. Εάν έβλεπε την Αϊμάν

ευτυχή, θριαμβεύουσαν, λατρευομένην, θα ήτο δυστυχής. Έβλεπεν

αυτήν πάσχουσαν, εγκαρτερούσαν, ήτο ευδαίμων. Τοιούτον ήτο αείποτε

το φίλαυτον τούτο αίσθημα. Διήρκεσε δε η τελευταία αύτη ευτυχία

του Μάχτου τρεις όλας ημέρας, τον μακρότατον και μυθώδη χρόνον, ον

δύναται να διαρκέση πάσα ευτυχία επί της γης. Την εσπέραν της

τρίτης ημέρας συνέβη παράδοξος και απρόοπτος σκηνή, ην ουδείς

ηδύνατό ποτε να προβλέψη και αν δεν ήτο μύωψ και αν δεν ήτο

ευδαίμων.

Οι τρεις Γύφτοι είχον κατακλιθή ήδη, ομοίως και η γραία και η

Αϊμά. Αίφνης κρότος ηκούσθη εις την θύραν της καλύβης. Ο

Πρωτόγυφτος δεν είχεν αποκοιμηθή και ηγέρθη μετά μεγίστης

προθυμίας. Έσπευσε ν' ανοίξη την θύραν.

— Ποίος είνε, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος.

Ο Γέρος δεν απήντησε και ήνοιξε την θύραν χωρίς ν' ανησυχήση. Ουδ'

ερώτησίν τινα απηύθυνε προς τον κρούοντα.

Η θύρα ηνοίχθη, αλλ' ουδείς εισήλθεν. Ο Μάχτος έχων τους οφθαλμούς

ανοικτούς και πάσχων συνήθως εξ αϋπνίας, είδε μόνον πρόσωπά τινα

εις το σκότος, ιστάμενα εκτός. Ο Πρωτόγυφτος ήρχισε σιγανήν μετ'

αυτών συνδιάλεξιν. Ο Μάχτος ήκουσε μόνον ασυναρτήτους λέξεις.

— Λοιπόν καιρός; είπεν είς εκτός της θύρας.

— Καιρός, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Κοιμώνται όλοι; ηρώτησεν αύθις ο αυτός άνθρωπος.

— Κοιμώνται, είπεν ο Πρωτόγυφτος χωρίς να διστάση.

— Θαρρώ κάποιος είν' εκεί έξυπνος, είπε πάλιν ο ξένος, διότι

είχεν ιδεί τα κινήματα του Μάχτου.

Ο Μάχτος είχεν ανακαθίσει επί του στρώματος και ηκροάτο

ανυπομόνως.

— Και αν είνε έξυπνος, θα κοιμηθή, απήντησεν ανενδοιάστως ο

Πρωτόγυφτος.

— Και αν δεν κοιμηθή, τι; είπεν άλλος εκ των έξω της θύρας.

— Ειμπορεί να του αρέση να μη κοιμάται, είπε τρίτος τις.

— Δεν θέλομεν θορύβους, είπεν ο πρώτος των ανδρών.

— Τι είνε, πατέρα; τι τρέχει; ηρώτησεν η φωνή του Μάχτου.

Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησε.

— Ιδού σ' ερωτά, είπεν είς των ξένων.

— Ο υιός σου είνε; ηρώτησεν άλλος.

— Θα βλέπη όνειρα, παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Λοιπόν τότε; είπεν ο πρώτος ομιλήσας, όστις εφαίνετο

σοβαρώτερος πάντων.

— Όπως διατάττει ο άρχων, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Αύτη κοιμάται;

— Και αν κοιμάται, εξυπνά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Σκληρόν, είπε στρυφνώς ο πρώτος των ξένων, όστις εφαίνετο

αρχηγός αυτών.

Ουδείς απήντησε προς την παρατήρησιν ταύτην.

— Θα την εξυπνίσης; είπεν ο δεύτερος.

— Θα την εξυπνίσω, είπεν ο Γύφτος.

— Είνε εύκολον;

— Είνε. Έχετε τους ημιόνους;

— Έχομεν.

— Έχετε και όλα τα μέσα;

— Έχομεν.

— Θα την δέσετε με σχοινιά; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος.

— Όχι, φίλε. Δυνάμεθα να την φυλάξωμεν, τόσοι άνθρωποι ένοπλοι.

— Είσθε πολλοί;

— Είμεθα οκτώ.

— Έξ βλέπω, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Οι άλλοι δύο φυλάττουσι τα υποζύγια.

— Πού είνε;

— Ιδού αυτοί.

— Ποίοι είνε αυτοί, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος, εγερθείς και

πλησιάσας εις την θύραν.

— Κοιμήσου, Μάχτο, είπεν αυστηρώς ο Πρωτόγυφτος. Μην ονειρεύεσαι;

— Εγώ ονειρεύομαι;

— Σύρε να πλαγιάσης, Μάχτο, επανέλαβεν αμειλίκτως ο Γύφτος.

Αλλ' η τελευταία αύτη παρακέλευσις επήνεγκε το εναντίον του

σκοπουμένου αποτελέσματος. Αφύπνισε τον Μάχτον ολοσχερώς. Διότι

μέχρι τούδε ο Πρωτόγυφτος δεν ηπατάτο λέγων ότι ο Μάχτος

ωνειρεύετο.

— Θα μου πης, πατέρα, τι είνε; έκραξεν ανυπομόνως ο νέος.

— Όταν ξυπνήσης, Μάχτο, είπε σαρκαστικώς ο Πρωτόγυφτος.

Ο αρχηγός των ξένων είχε σκεφθή επί τινας στιγμάς και κατενόησεν

ότι δεν ώφειλε να υποχωρήση.

— Λοιπόν, τι κάμνομεν; είπε προς τον Πρωτόγυφτον.

— Ό,τι αγαπά ο αφέντης, απήντησεν ούτος.

— Όλα τα &μέσα& τα έχομεν, είπεν εκείνος τονίζων την λέξιν.

— Χμ . . . έκαμεν ο Πρωτόγυφτος.

— Ιδού, εψιθύρισεν ο ξένος.

Και έθηκεν εις την παλάμην του Γύφτου υπερμέγεθες βαλάντιον. Ούτος

δεν ηδυνήθη να κρατηθή και το ήνοιξεν. Εφάνησαν δε τα φλωρία

ακτινοβολούντα εις το σκότος.

— Και της αλήθειας, &μέσα& είνε, είπε μειδιάσας.

— Τώρα; είπεν ο ξένος.

— Ορισμός σας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

Και προσήλθεν ευθύς προς την κλίνην της Αϊμάς. Έσεισεν αποτόμως

τον ώμον της κόρης και την αφύπνισεν, αν εκοιμάτο ήδη.

Ο Μάχτος ενόμισεν ότι βλέπει όνειρον, έσπευσε κατόπιν του πατρός

του.

— Τι θέλεις, πατέρα; είπε τρέμων.

— Σηκώσου, Αϊμά, έκραξεν ο Πρωτόγυφτος με κεραυνώδη φωνήν.

Η νέα εστηρίχθη επί της ετέρας των πλευρών και έτριβε τους

οφθαλμούς.

— Σηκώσου, κόρη μου, είπεν ο Γύφτος με πραότερον τόνον.

— Τι την θέλεις, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος αγωνιών.

— Σηκώσου, επανέλαβεν ο Γύφτος, χωρίς να στραφή προς υιόν του.

— Άφησέ την, πατέρα, είπεν ούτος, θέτων την χείρα επί του

βραχίονος του πατρός του.

— Τι γυρεύεις εσύ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Κοιμήσου γρήγορα.

— Δεν κάνεις καλά, πατέρα μου, είπεν ο νέος, ως να διετέλει εν

παραλήρω.

— Εσύ θα μου πης; είπεν οργίλως ο Γύφτος. Γκρεμίσου.

Ο Μάχτος εκινδυνευε να παραφρονήση. Έβλεπεν ότι το πράγμα

καθίστατο σπουδαιότερον. Εις την θύραν έβλεπεν αγνώστους

ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο πολυαριθμότεροι ένεκεν του σκότους,

ενώπιον αυτού δε είχε τον πατέρα του, όστις τον ηπείλει. Ο νέος τα

έχασε και ηγνόει τι ώφειλε να πράξη, Η Αϊμά είχεν ανασηκωθή επί

της κλίνης και εθεώρει με μεγάλους οφθαλμούς, βοηθεία του διπλού

φέγγους, όπερ εισεχώρει διά της ανοικτής θύρας και διά της

επωροφίου ρωγμής, τον Πρωτόγυφτον και τον Μάχτον, χωρίς να εννοή

τι συνέβαινεν.

Εν τοσούτω δε είχον αφυπνισθή υπό του συμβάντος θορύβου ο Βούγκος

και η γραία Γύφτισσα. Ο Βούγκος είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς, αλλ'

επειδή ήτο κεκμηκώς, διότι είχεν εργασθή όλην την ημέραν,

εβαρύνετο να εγερθή και εσκέπτετο αν ήτο ορθόν να τους κλείση

πάλιν. Η δε Γύφτισσα είχεν αναγγείλει την αφύπνισίν της διά

τελευταίου και παρατεταμένου ρογχασμού, όστις εχρησίμευεν αύτη ως

τρόπος μεταβάσεως από του ύπνου εις την εγρήγορσιν. Είχε δε

ανακαθίσει επί της πενιχράς στρωμνής και έξεεν αμφοτέρας τας

μασχάλας, λέγουσα·

— Τι είνε τάχα; Τι είνε;

Αλλ' ουδείς ηυκαίρει όπως απαντήση προς αυτήν. Έκαστος απησχολείτο

περί της ιδίας αυτού φροντίδος. Οι εκτός της θύρας εφαίνοντο ότι

είχον αρχίσει ν' ανησυχώσι. Χωρίς να τολμήσωσι να εισέλθωσι, δι'

ελαφρών συριγμών προσεπάθουν να παροξύνωσι τας ενεργείας του

Πρωτογύφτου, συνιστώντες αυτώ ταχύτητα. Ο δε Μάχτος απεπειράτο να

εμποδίση τον πατέρα του, καίπερ αγνοών τι εσκόπει να πράξη ούτος.

Ο Πρωτόγυφτον είλκυσε την Αϊμάν σφοδρώς από του βραχίονος.

— Σηκώσου, κορίτσι, γρήγορα, είπεν. Δεν έχομεν καιρόν διά χάσιμο.

Γμου! Χμου!...

— Τι με θέλεις, πατέρα; εψέλλισεν η Αϊμά.

— Είσαι διά ταξείδι, είπεν ο Γύφτος.

— Διά ταξείδι; επανέλαβεν ο Μάχτος απορηματικώς.

— Θα υπάγης μαζύ με τους φίλους μου εκεί, είπεν αυθαδώς ο

Πρωτόγυφτος, δείξας την θύραν.

— Διά πού, πατέρα; ηρώτησεν ενεός ο Μάχτος.

— Δεν είνε δουλειά σου, εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Σύρε να

πλαγιάσης. Γμρου!

Η Γυφτοπούλα · 第 7 / 23 段