τω άντρω κατά καιρούς ο Πλήθων. Τα μυστήρια ταύτα ήσαν κατά
μίμησιν των αρχαίων μυστηρίων, ήσαν αλλόκοτοι τελεταί, αίτινες
ευλόγως ενεποίουν κακήν εντύπωσιν εις τους χωρικούς των περιχώρων.
Και δεν ήσαν μεν πολλοί θεαταί των τελετών τούτων, αλλ' η φήμη
αυτών παρείχεν απαισιωτέραν φήμην, και καθίστα αυτά φοβερώτερα ή
όσον πράγματι ήσαν. Δικαίως άρα ο Γεώργιος Γεμιστός εφημίζετο ως
μάγος εις τα περίχωρα. Και όμως ο ανήρ ούτος είχεν ευεργετήσει
όλην την Πελοπόννησον. Τους υπ' αυτού συνταχθέντας νόμους πάντες
οι νεώτεροι ιστορικοί ευδοκούσι να μνημονεύωσιν ως ωφελίμους και
χρηστούς. Είχεν ευεργετήσει τον λαόν της Πελοποννήσου, και όμως
είχε κακήν φήμην. Ας φαντασθή τις πόσον χείρονα φήμην θα είχεν αν
είχε πράξει κακόν, ή αν ουδενός ωφελήματος είχε γείνη αίτιος εις
τους συμπολίτας του.
Ο Γεώργιος Γεμιστός, προς τοις άλλοις αυτού ελαττώμασι, είχε και
έν ελάττωμα άγνωστον και ανήκουστον κατ' εκείνον τον χρόνον. Ήτο
είς εκ των ολιγίστων, οίτινες είχον συνείδησιν του εθνισμού, η
καρδία του εφλέγετο υπό φιλοπατρίας. Είχεν αναμιχθή εις τα
πολιτικά της εποχής, και συνεβούλευσεν εκάστοτε τα βέλτιστα εις
τους εν τη αρχή. Ήτο δε και ο μόνος όστις κατώρθωσε να μαντεύση
πού έκειτο η σωτηρία. Πάντες οι σύγχρονοι αυτού ήσαν υπέρ των
άκρων. Οι μεν ήθελον την εσχάτην κατά της Ρώμης αντίστασιν και την
απεγνωσμένην υποδούλωσιν εις τους Αγαρηνούς. Οι δε επεθύμουν την
οικονομικήν αναγνώρισιν του πρωτείου του Πάπα, την διά προχείρων
φαρμάκων θεραπείαν της μονομανίας ταύτης ήτις έβοσκε τους
δυτικούς, και συνάμα τον μυκτηρισμόν αυτής, ελπίζοντες πρόσκαιρον
σωτηρίαν διά του μέσου τούτου. Αλλ' ο Πλήθων, νέος έτι, πολλά έτη
προ της αλώσεως, είχεν υποβάλει τέλειον σύστημα πολιτικής και
στρατιωτικής ανοργανώσεως, όπερ αν ελαμβάνετο υπ' όψει, και αν ήτο
δυνατόν να εκτελεσθή, ήθελε προλάβει ίσως την πεπρωμένην
καταστροφήν, ήτις έμελλε να επέλθη λήγοντος του Μαΐου του έτους
αυνγ'.
Είς των μαθητών του Πλήθωνος και οπαδών των δογμάτων αυτού ήτο και
ο καρδινάλιος Βησσαρίων. Ο ευφυέστατος ούτος και πολυγραφώτατος
της εποχής εκείνης συγγραφεύς δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις τον
πειρασμόν, ότε συνέβη η εν Φλωρεντία σύνοδος του έτους αυμγ'.
Τετρακόσιοι και πλέον ανατολικοί επίσκοποι είχον μεταβή εις την
σύνοδον ταύτην και μετ' αυτών ο Βησσαρίων. Οι αγαθοί ούτοι
άνθρωποι, μετά του βασιλέως Ιωάννου του Παλαιολόγου, ενόμισαν
καλόν, προς αποφυγήν μακρών δογματικών συζητήσεων, υφ' ων αντήχουν
τα όρη και τα πελάγη επί ένδεκα αιώνας, ενόμισαν, λέγω, καλόν να
υπογράψωσιν ασυζητητεί τον τόμον εκείνον, δι' ου οι επίσκοποι της
Ανατολής ανεγνώριζον το πρωτείον του Πάπα, όπερ εδόθη παρά του
Ιησού Χριστού εις τον Πέτρον, και μετέβαινε πάντως και εις τους
διαδόχους αυτού. Κατά την παράδοσιν, είς μόνος επίσκοπος αντέστη
και ηρνήθη διαρρήδην να υπογράψη, ο Εφέσου Μάρκος, ο επικαλούμενος
Ευγενικός. Ο διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος, εκκλησιαστικός
συγγραφεύς ακμάσας εν αρχή της ενεστώσης εκατονταετηρίδος, λέγει
περί του Μάρκου τούτου του Ευγενικού, ότι είνε ουχί μόνον ίσος
προς τους Βασιλείους και Χρυσοστόμους, αλλά πολλώ ανώτερος αυτών.
Διότι εκείνοι μεν εν μέσω πολλών ομοφρόνων εκήρυττον τα ορθόδοξα
δόγματα. Ούτος δε μόνος προς πολλούς ηδυνήθη να αντιστή εις τας
υπερφιάλους αξιώσεις της παπωσύνης, εγκαταλειφθείς δε, κατά τον
ψαλμωδόν, παρά γονέων και αδελφών, δεν απέβαλε το θάρρος, αλλά
κατέρριψε την «δυτικήν οφρύν» κατά τον πολύν Φώτιον. Όσοι
επιθυμούσι πλείονας πληροφορίας περί τούτου παραπέμπονται εις το
σύγγραμμα του ειρημένου Αθανασίου του Παρίου το επιγραφόμενον «Ο
Αντίπαπας».
Τινές δε των ζωγράφων της Ανατολικής Εκκλησίας εφιλοτιμήθηοαν να
ζωγραφήσωσι τον Μάρκον τον Ευγενικόν καθήμενον επί του
αρχιερατικού θρόνου, βαστάζοντα το ιερόν ευαγγέλιον και την
ποιμαντικήν ράβδον, και παρά τους πόδας αυτού κείμενον τον Πάπαν
Νικόλαον, ου η τιάρα πεπτωκυία από της κεφαλής κυλινδείται υπό
τους πόδας του Μάρκου. Ο αυτός Πάπας, κατά τον ειρημένον Αθανάσιον
τον Πάριον, εκ συγγραφέων της ιε' εκατονταετηρίδος ερανιζόμενον
τας πληροφορίας αυτού, ότε είδε την υποταγήν μεν των λοιπών
επισκόπων, αλλά την άκραν και ισχυρογνώμονα αντίστασιν του Εφέσου
Μάρκου, ηναγκάσθη να είπη· «Νίχιλ φέτσιμους». &Ουδέν εποιήσαμεν&.
Ως φαίνεται, επιθύμει ο Πάπας ίνα πάντες ανεξαιρέτως οι επίσκοποι
υπογράψωσι την παραδοχήν των δογμάτων της Ρώμης, και μηδείς μείνη
αμφίβολος.
Δύσκολον τω όντι ζήτημα προτείνεται εις την προσοχήν του
μελετητού της Ιστορίας. Και αν υπήρχον εν τη συνόδω εκείνη
δευτερεύοντα τινα και τριτεύοντα πρόσωπα φρονούντα τα αυτά προς
τον μητροπολίτην της Εφέσου, οίος ο μετέπειτα πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος ο Σχολάριος και άλλοι, πάλιν το ζήτημα
μένει ακέραιον. Οι επίσκοποι της Ανατολής υπέγραψαν σύμπαντες τον
όρον της παπικής συνόδου. Αλλ' αντιπροσώπευον οι άνδρες εκείνοι
τας θρησκευτικάς δοξασίας του ελληνικού λαού, ή όχι; Εάν ναι,
διατί ο λαός ο ελληνικός δεν απεδέχθη τα υπ' αυτών εψηφισμένα; Εάν
όχι, τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, ά δεν είχον εντολή να
παραδεχθώσιν; Αλλ' ίσως έπραξαν τούτο οικονομικώς, όπως αναπαύσωσι
το θηρίον, και αύτη είνε η πιθανωτέρα λύσις, ην δύναταί τις να
εύρη αναγινώσκων τα χρονικά της εποχής εκείνης και διαπορών. Διότι
είνε γεγονός πασιφανέστατον, ότι ο ελληνικός λαός και μετά την
υπογραφήν του αστόργου και παρανόμου εκείνου όρου έμεινεν ειπέρ
ποτε ορθόδοξος.
Είς των υπογραφόντων τον όρον ήτο και ο Βησσαρίων. Ο άνθρωπος
ούτος έκρινεν, ως φαίνεται, εντιμότερον δι' εαυτόν να είνε μάλλον
καρδινάλιος της Ρώμης ή μητροπολίτης της Ανατολικής Εκκλησίας.
Όθεν μετά την υπογραφήν του τόμου της ενώσεως έμεινεν εν Ρώμη και
δεν επανήλθεν εις την Ανατολήν. Και όμως είχεν άδικον. Ηδύνατο να
επανέλθη ως επανήλθον οι άλλοι επίσκοποι, και η υπογραφή αυτού να
λογισθή άκυρος παρά τω ελληνικώ λαώ, αν επανήρχετο, οία ελογίσθη
και μη επανελθόντος αυτού και των άλλων των επανελθόντων.
Παιδαριώδους βεβαίως πανουργίας τέχνασμα πρέπει να ήτο το
πραξικόπημα τούτο, αν ήτο όντως τέχνασμα. Οι ανατολικοί, εν τη
αφελεί αυτών πονηρία, τι ενόμιζον άρα, ότι ηδύναντο να πείσωσι
τους δυτικούς περί της ειλικρινείας των; Αλλ' οι εν Ρώμη ήσαν
αείποτε πονηρότεροι των εν Κωνσταντινουπόλει, και δεν επείθοντο
ουδέ διά των ψηλαφητών τεκμηρίων. Οι εν Ρώμη ήσαν δυσπιστότεροι
και του Θωμά αυτού, και δεν επίστευον ουδέ τα αναμφηρίστως
αποδεδειγμένα.
Μάρτυς τούτου αυτός ο καρδινάλιος Βησσαρίων, όστις επί ήμισυ αιώνα
ηγωνίζετο ματαίως να εμπνεύση εμπιστοσύνην εις τους συναδέλφους
αυτού. Τούτο αποδεικνύει ότι πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η
ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή και πενιχρά και αν φαίνεται αύτη,
αιρετωτέρα δε είνε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και
κομώσης πολυτελείας και τρυφής.
Ουδέν πλεονέκτημα δύναται να ισοφαρίση ποτέ το αίσχος του
αυτομόλου και του δραπέτου. Η φιλοπατρία του καρδιναλίου
Βησσαρίωνος και οι συνεχείς αυτού και καρτερικοί αγώνες, ους
ηγωνίσθη όπως πείση τους εν τη εσπερία να έλθωσιν επίκουροι ημών
κατά τον βαθύν εκείνον και σκοτεινόν μεσαίωνα, η παιδεία και η
πολυμάθεια αυτού, η εγκράτεια και σωφροσύνη του βίου, το μακρόν
μαρτύριον όπερ υφίστατο έξωθεν μεν εκ της δυσπιστίας και
ψυχρότητος των περί αυτόν, έσωθεν δε εκ των ελέγχων της ιδίας
αυτού συνειδήσεως ουδέν δύναται να εκπλύνη το άγος του εξωμότου.
Το μόνον όπερ ηδύνατο εν μέρει ν' αναπαύη την κεκμηκυίαν ταύτην
συνείδησιν, ήτο η ενδόμυχος αυτού πεποίθησις, ή μάλλον η ένδεια
πάσης πεποιθήσεως χριστιανικής. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ιεράρχης
δύο χριστιανικών εκκλησιών εξ υπαμοιβής, ουδεμίαν είχεν εις τον
χριστιανισμόν πίστιν. Τούτο εμφαίνεται έκ τινων αποσπασμάτων
επιστολών αυτού προς τον φιλόσοφον Πλήθωνα, ου ήτο μαθητής και
οπαδός.
Εν τούτοις ο Πλήθων τουλάχιστον καθ' έν τι αλλά σπουδαίον
επλεονέκτει του Βησσαρίωνος. Δεν υπηρέτει την εκκλησίαν ην
επολέμει, ουδέ μεθίστατο από εκκλησίας εις εκκλησίαν εις μηδετέραν
τούτων ανήκων. Ήτο ελεύθερος, και ουδεμία υλική υποχρέωσις
συνέδεεν αυτόν προς το πνευματικόν καθεστώς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Το άντρον.
Ο Γεώργιος Γεμιστός είχε φροντίσει ίνα μετακομισθώσι αγάλματά τινα
σωζόμενα εν τοις ερειπίοις της αρχαίας Σπάρτης, τα μόνα άτινα
είχον σεβασθή οι αιώνες και οι βάρβαροι, και είχεν ηυπρεπισμένην
την κατοικίαν αυτού ελληνικώ τω τρόπω. Εις τους αγρότας των
περιχώρων ήτο απηγορευμένη η είσοδος. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι
εσκανδαλίζοντο βλέποντες τα δαιμονικά εκείνα πράγματα, και
εσταυροκοπούντο αφθόνως. Και όμως τόση ήτο η περιέργεια, ήτις
ηρέθιζεν αυτούς, ώστε μεθ' όλον τον φόβον και την αποστροφήν ην
ησθάνοντο, προέβαλλον δειλώς τας μορφάς έξω της εισόδου, οσάκις
διέβαινον πλησίον εκεί όπως ίδωσι τι συνέβαινεν εντός. Μάλιστα αι
γυναίκες υπέκειντο εις τον πειρασμόν τούτον. Εφαντάζοντο ότι θα
έβλεπαν εκεί μαύρα τριχώματα, ουράς και άλλα τοιαύτα προσόντα, οία
η χριστιανική φαντασία και τέχνη απέδιδεν εις τον πονηρόν δαίμονα.
Αλλ' η περιέργεια αυτών δεν εκορέννυτο. Ουδέν το σατανικόν έβλεπον
εις το αρχαϊκόν εκείνο ενδιαίτημα. Εις το πρώτον χώρισμα ήτο το
μελετητήριον και ο κοιτών του φιλοσόφου, εις το δεύτερον υπήρχον
αγάλματά τινα, είς βωμός και άλλα σύμβολα, ακατανόητα μεν, αλλ'
ουδέν τα απαίσιον έχοντα. Ούτω δε αι περίεργοι απεμακρύνοντο
εκείθεν, μηδεμίαν μεν αληθή πληροφορίαν αποκομίζουσαι, αλλ' όμως
φέρουσαι εναύσματα προς διήγησιν μεγεθοποιημένων και φασματωδών
πλασμάτων εις τας φίλας και γνωρίμους αυτών. Επί τέλους ο Πλήθων
ηναγκάσθη ν' απαγορεύση την προσέγγισιν του τυχόντος, και ουδείς
ηδύνατο να πατήση τα σύνορα αυτού. Την εκτέλεσιν της διαταγής
ταύτης ανέθηκεν εις στρατιωτικόν σταθμόν κείμενον ου μακράν του
σπηλαίου. Ο δεσπότης της Πελοποννήσου και πάσα άλλη αρχή ουδέν
ηδύνατο ν' αποποιηθή εις τον Πλήθωνα, όστις ιδιώτευε μόνον διότι
ούτω ήθελεν. Άλλως όμως είχε μεγίστην πολιτικήν σημασίαν εν τω
τόπω.
Είνε αληθές ότι δεν είχεν εις τι να μεταχειρισθή αυτήν. Έβλεπε το
μοιραίον τέλος επικείμενον και προσεγγίζον οσημέραι, ουδεμίαν δε
είχε δύναμιν όπως αποτρέψη αυτό.
Ο Πλήθων εμόναζεν από μακρού χρόνου εν τω άντρω αυτού και δεν είχε
σκοπόν να εξέλθη εκ της προσφιλούς αυτώ ησυχίας. Εν τούτοις η
ησυχία αύτη διεκόπτετο από καιρού εις καιρόν δι' επισκέψεων ξένων
τινών ή εντοπίων λογίων, οίτινες ήρχοντο να
συζητήσωσι μετά του διδασκάλου τα αιωνίως άλυτα εκείνα ζητήματα,
τα άψαυστα και συγκεχυμένα, άτινα έχουσι την ιδιότητα όσον
πλειότερον τα κινεί τις, τόσον αδρανή να μένωσι, και όσον μάλλον
επιμόνως ζητή τις να τα διαφωτίση, τόσον να καθίστανται
σκοτεινότερα.
Είς τοιούτος επισκέπτης ήλθεν άπαξ πρότινος χρόνου και εύρε τον
Πλήθωνα εις το αναχωρητήριόν του. Ο οδοιπόρος ούτος έφερε το
καλογηρικόν ένδυμα και είχεν ήθος ταπεινόν και χριστιανικόν.
Επαρουσιάσθη εις τα πρόθυρα του αναχωρητηρίου και εζήτησε την
άδειαν να επισκεφθή τον Πλήθωνα. Ο Θεόδωρος παρουσιασθείς
παρετήρησεν αυτόν μετά περιεργείας. Διότι εγίνωσκεν ότι ο κύριός
του είχε προ πολλού διακόψει πάσαν προς τους μοναχούς σχέσιν και
ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ετόλμα άνθρωπος φορών ράσον να
παρουσιασθή όπως ζητήση συνέντευξιν μετά του Πλήθωνος.
— Και τι τον θέλεις; ηρώτησεν ο Θεόδωρος αποτόμως.
— Θέλω να τω ωμιλήσω, απήντησε μετά συστολής ο ξένος.
— Τι έχεις να το είπης;
Ο ξένος εκίνησε τους ώμους.
— Έχεις βεβαιότητα ότι θα σε δεχθή; επέμεινεν ο Θεόδωρος.
— Ειπέ του ότι τον ζητεί ένας, ο όποιος έχει κάτι να του ειπή.
Ο Θεόδωρος εδίσταζεν. Ο ξένος δεν είπε τι προς αυτόν, αλλ' η
στάσις του ενέφαινεν αξιοπρεπή επιμονήν.
— Και ποίος να είπω ότι τον ζητεί; ηρώτησεν ο Θεόδωρος.
— Είς μοναχός, δούλος του Θεού του αληθινού, όστις έχει σπουδαία
να τω είπη.
Εν τούτοις αυτό δεν είνε το όνομά σου, παρετήρησεν ο Θεόδωρος.
— Αυτό το όνομα αρκεί εις εμέ, είπεν ο ξένος.
— Αλλά θα αρκέση τάχα εις τον κύριόν μου;
— Δοκίμασε, είπεν ο ξένος.
— Δεν ειμπορώ, χωρίς να μοι είπης το όνομά σου.
Ο ξένος εξέβαλε τότε εκ του κόλπου του χαρτοφυλάκιόν τι, και
εχάραξε μίαν μόνην λέξιν επί τεμαχίου χάρτου.
— Δος αυτό εις τον κύριόν σου, είπε, και αν θέλη να με δεχθή,
καλώς.
Ο Θεόδωρος έλαβε το πιττάκιον, αλλά δεν εγίνωσκε γράμματα και δεν
ηδύνατο ν' αναγνώση την υπό του μοναχού γραφείσαν λέξιν. Εν
τούτοις ηναγκάσθη να μεταβιβάση το τεμάχιον του χάρτου προς τον
Πλήθωνα. Ο φιλόσοφος δεν ηδυνήθη να καταπνίξη αίσθημά τι
συγκινήσεως, ότε ανέγνω την λέξιν εκείνην. Ήτο δε αύτη γεγραμμένη
μονογραφικώς και συντετμημένως, κατά την συνήθειαν του καιρού
εκείνου, και έλεγε: «Γ. Σχολάριος».
Ήτο το όνομα του ασπόνδου και θανασίμου εχθρού του Γ. Γεμιστού. Τι
παθών άρα ο Γεώργιος ούτος ο Σχολάριος ήλθε να επισκεφθή τον
Πλήθωνα; Ο φιλόσοφος εις μάτην διελογίζετο. Δεν ηδύνατο να λύση το
αίνιγμα τούτο.
Εν τούτοις δεν εδίστασε να δώση διαταγήν προς τον υπηρέτην του,
όπως εισαγάγη παρ' αυτώ τον επισκέπτην.
Ειπέ του να έλθη, είπεν ησύχως. Ο Θεόδωρος υπήκουσεν.
Ο Πλήθων μεθ' όλην την φιλοσοφίαν του, δεν ηδύνατο να υπερνικήση
προλήψεις τινάς, αίτινες εσώζοντο παρ' αυτώ από του χρόνου, καθ'
ον ήτο άνθρωπος μόνον και δεν είχε γείνει ακόμη φιλόσοφος. Ούτω
μείνας μόνος μετά την έξοδον του υπηρέτου εφρόντισε να κλείση την
εσωτερικήν θύραν του ευρυχώρου άντρου, να σύρη τα παραπετάσματα
και να καταστήση αόρατα εις τους οφθαλμούς του Γεωργίου Σχολαρίου
τα παρ' αυτού λατρευόμενα. Ούτος δε, ως εισήλθε, παρά πάσαν την
ταπεινότητα του ήθους αυτού, το πρώτον βλέμμα διηύθυνε προς τα
επιπροσθούντα παραπετάσματα, και ματαίως προσεπάθει να διίδη διά
του πυκνού υφάσματος τι έκρυπτον ταύτα.
Ο Πλήθων ηγέρθη και έδειξεν έδραν προς τον επισκέπτην. Αντήλλαξαν
δε τότε και οι δύο ούτοι άνδρες βλέμμα απερίγραπτον.
Καλώς ήλθες, είπε μετά βεβιασμένης προθυμίας ο Πλήθων. Παράδοξον
μοι φαίνεται πώς ευρέθης εδώ.
Έκαμα περιοδείαν εις την Πελοπόννησον, απήντησεν ο Σχολάριος.
Επειδή επλησίασα εις τα χώματά σου, εφαντάσθην ότι δεν ήθελες μοι
αρνηθή την φιλοξενίαν σου δι' ολίγην ώραν.
— Και διά πολλήν, είπεν ο Γεμιστός.
Ο Σχολάριος εκάθισε και περιέμενε να λάβη ο οικοδεσπότης τον
λόγον. Παρήλθον στιγμαί τινες.
— Από πολλού χρόνου δεν έχομεν ιδεί αλλήλους, είπεν ο Γεώργιος
Γεμιστός.
— Τω όντι, είπεν ο Σχολάριος. Δεν ήλθες εις την βασιλεύουσαν
Πόλιν.
— Εγώ; Τι να πράξω εκεί; Είμαι ερημίτης, είπε ο Πλήθων.
— Όλοι ερημίται είμεθα, είπεν ο Σχολάριος.
— Εγώ δεν αναμιγνύομαι πλέον εις τα κοινά.
— Καλώς πράττεις.
— Ασχολούμαι εις μελέτην και συγγραφήν μόνον, είπεν ο Πλήθων.
— Και θα ωφελήσης ούτω το έθνος, διδάσκαλε, είπεν ο Σχολάριος.
Ο Γεμιστός τον εθεώρησε με βλέμμα πλήρες δυσπιστίας.
— Αλήθειαν λέγω, είπεν ο Σχολάριος. Μη έχης προκατάληψιν, ω
Πλήθων.
— Και όμως.., είπεν ο Γεμιστός μετά δισταγμού.
— Αν έγραψα κατά σου, ω Πλήθων, δεν έπραξα τούτο εκ μίσους.
Ουδεμίαν έχθραν έχω κατά σου.
— Πιστεύω, είπεν ο Πλήθων.
— Εις πάντα τα ζητήματα συμφωνούμεν. Αλλ' ως προς τα θρησκευτικά,
αν έγραψα κατά σου, έγραψα εκ πεποιθήσεως.
Ο Πλήθων εσίγα.
— Και πάλιν δεν περιήλθον εις την υπερβολήν, εις ην έφθασαν
άλλοι. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είσαι άθεος, ω Πλήθων, και ότι
επιθυμείς να διαδώσης εις το έθνος τούτο δόγματα ολέθρια και
άκαιρα όλως. Λέγω μόνον ότι είσαι ισχυρογνώμων. Δυνατόν να φρονής
ότι πρέπει να λατρεύηται το θείον υπό άλλην μορφήν και δι' άλλων
τύπων, ή όπως ορίζει η αγία ημών Εκκλησία. Αλλά τούτο δεν είνε
λόγος όπως κηρύξης μεγαλοφώνως τα τοιαύτα δόγματα.
Ο Πλήθων ετήρει σιγήν.
— Είσαι ελεύθερος, ω Πλήθων, επανέλαβε μετά παρρησίας ο Γεώργιος
Σχολάριος, είσαι ελεύθερος να δοξάζης όν τινα θεόν θέλης, ή να μη
δοξάζης μηδένα. Δύνασαι να συγχέης τα φιλοσοφικά δόγματα προς τα
χριστιανικά, και να ζητής διά των θεωριών του Πλάτωνος και των
ερευνών του Αριστοτέλους ν' αντικαταστήσης την διδασκαλίαν του
Χριστού. Δύνασαι να επιθυμής εγκαρδίως την επάνοδον της λατρείας
των ειδώλων, και πάσαν την πομπήν και την συμβολικήν του αρχαίου
κόσμου της πολυθεΐας. Δύνασαι προσέτι, όπερ χείρον κατ' εμέ, να
πιστεύης ότι είνε ποτε δυνατόν και να πραγματοποιηθώσι τα όνειρα
ταύτα. Αλλά δεν δύνασαι, δεν πρέπει, δεν είνε θεμιτόν ουδέ όσιον,
το να κηρύττης τα διδάγματα ταύτα εις τον κόσμον και να προσπαθής
να προσηλυτίσης άλλους εις τα υπό σου πρεσβευόμενα.
Ο Πλήθων ησθάνετο ιδρώτα περιρρέοντα το μέτωπον αυτού και δεν είχε
δύναμιν ν' απαντήση προς τας λέξεις ταύτας.
— Εις τούτο μόνον διαφωνούμεν, επανέλαβε πραότερον ο Σχολάριος.
Κατά τάλλα ομολογώ ότι είσαι τίμιος και γενναίος ανήρ και ουδέν
κακόν επιθυμώ διά σε.
Εν τούτοις ο Πλήθων, αν και δεν ωμίλει, εσκέπτετο όμως εφ' όσον ο
Σχολάριος έλεγε τανωτέρω. Εσκέπτετο ότι ο τόνος ούτος ήτο
απροσδόκητος εις το στόμα του άγαν τούτου ορθοδόξου μοναχού, του
κεκηρυγμένου εχθρού πάσης καινοτομίας. Ήτο απροσδόκητος διότι είχε
λογικόν τι και μετριοπαθές, και δεν ωμοίαζε με τον τόνον, ον
απήντα εις τα συγγράμματά του, αυτού του Σχολαρίου, εν οις είχε
κατενεχθή κατά τον Πλήθωνος, όπως είχεν υπαινιχθή αρτίως ούτος. Εν
τοις συγγράμμασι τούτοις ο Σχολάριος κατεφέοετο κατά του Πλήθωνος
σκληρότατα και φανατικότατα. Ο Πλήθων δεν ηδύνατο να λύση το
πρόβλημα τούτο, πώς ο αυτός άνθρωπος, συγγράφων μεν ήτο απότομος
και υβριστής, διαλεγόμενος δε ήτο διαλλακτικός και μέτριος. Ούτω
δε ο Πλήθων ηναγκάζετο να παραδεχθή, ότι πάσα εποχή, ως φαίνεται,
έχει ιδιαίτερον τόνον και κοινούς τόπους επιβαλλομένους εις πάντας
εν γένει τους συγγραφείς, επί ποινή αποτεφρώσεως και σκορπισμού
εις τον αέρα, αν τις τολμήση να παραβή τους επιβαλλομένους
κανόνας. Δύναταί τις λοιπόν να είνε άλλως μέτριος και επιεικής
καθ' εαυτόν, αλλ' εις το δημόσιον δεν επιτρέπεται να μετέρχηται
τοιούτον ύφος, όταν η εποχή δεν επιτρέπη τούτο. Όθεν η συγγραφική
τέχνη παρά τοις «λογίοις» πολύ απέχει του να είνε έκφρασις
ατομικών αισθημάτων, και η παρατήρησις αύτη του Πλήθωνος έτεινεν
εις το να ψεύση εκ προκαταβολής το γνωστόν αξίωμα περιωνύμου τινός
νεωτέρου φυσιοδίφου.
Εν τούτοις ο Πλήθων συνάψας τας ιδέας του είπε·
— Καλώς λέγεις, ω Σχολάριε. Αλλ' ουδαμού εκήρυξα εγώ δόγματα
τοιαύτα, αν δε και εγράφη τι φιλοσοφικώτερον, δεν ήτο τούτο
προωρισμένον όπως αναγνωσθή παρά του λαού. Αλλ' ας αφήσωμεν τούτο
το ζήτημα, διότι μοι προξενεί κόπον.
Ο Σχολάριος συνεστάλη και εσιώπησε.
— Και είσαι απών εκ της Κωνσταντινουπόλεως από πόσου χρόνου;
ηρώτησεν ο Πλήθων.
— Από έξ μηνών, είπεν ο Σχολάριος.
— Είχες περιοδεύσει εις Πελοπόννησον;
— Ναι.
— Μετέβης εις πολλάς πόλεις;
— Εις πολλάς.
— Και ποίας εντυπώσεις έλαβες;
— Αγαθάς.
— Εκ Κωνσταντινουπόλεως λαμβάνεις ειδήσεις τακτικώς;
— Ουχί τακτικώς.
— Δεν έμαθες τελευταίον ουδέν;
— Ουχί.
— Αν εξεστράτευσαν οι Τούρκοι;
— Αγνοώ.
— Μετ' απαθείας πολλής λέγεις τούτο.
— Αληθώς.
— Δεν φαίνεσαι ανήσυχος.
— Τουναντίον. Αλλ' έχω λάβει την απόφασιν.
— Ποίαν απόφασιν;
— Τούτο θα είνε η θεία δίκη, είπε μυστηριωδώς ο Σχολάριος.
— Ούτω λοιπόν ουδεμίαν ελπίδα τρέφεις; είπεν ο Πλήθων.
— Ουδεμίαν. Οι βάρβαροι μέλλουσι να κυριεύσωσι την πόλιν. Εν
κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται.
Ο Πλήθων εστέναξε.
— Δεν φρονείς και συ το αυτό;
— Ουχί, είπεν ο Πλήθων. Νομίζω ότι οι αρμόδιοι πρέπει να μη
απελπισθώσι.
— Τίνες αρμόδιοι;
— Ο βασιλεύς.
— Αλλ' ο βασιλεύς ουδέν δύναται να πράξη, είπεν ο Σχολάριος.
— Διατί τούτο;
— Διότι περικυκλούται υπό ανθρώπων ανικάνων, είνε δε και αυτός
αναποφάσιστος.
— Και ποία δύναται να πράξη και τα παραλείπει; ηρώτησεν ο Πλήθων
μετά μεγίστης περιεργείας, διότι κατά τας πληροφορίας αυτού ο
Γεώργιος Σχολάριος δεν είχε δικαίωμα να είπη τα παρ' αυτού
λεγόμενα.
— Εν πρώτοις κατ' εμέ δεν πρέπει να ζητή επικουρίας, και μη σας
φανή παράδοξος η γνώμη μου. Οφείλει μάλλον να συντάξη τας ιδίας
αυτού δυνάμεις.
— Αλλ' έχει δυνάμεις;
— Εκ των ενόντων, είπεν ο Σχολάριος. Ο αδελφός αυτού Ιωάννης ήτο
λογικώτερος. Εζήτει μεν επικουρίας, αλλά τουλάχιστον προσεχώρει
εις την ένωσιν. Ο νυν βασιλεύς και επικουρίας ζητεί και την ένωσιν
αποκρούει.
— Και ηδύνασο συ να συμβουλεύσης την ένωσιν; είπεν ο Πλήθων.
— Άπαγε, ουδ' αν μίαν ημέραν μέλλω να ζήσω.
— Τότε διατί κατακρίνεις τον βασιλέα;
— Δεν τον κατακρίνω διά τας πεποιθήσεις του, τον κατακρίνω μόνον,
διότι τα παρ' αυτού εκλεγόμενα μέσα αντίκεινται προς τον
επιδιωκόμενον σκοπόν.
— Ορθώς λέγεις, είπεν ο Πλήθων. Αλλά δύναται να εύρη δυνάμεις
αρκούσας;
— Δύσκολον, αλλ' ουχί αδύνατον. Αρκεί να εύρη χρήματα. Εις την
Ευρώπην και εις την Ασίαν υπάρχουσι μυριάδες μισθοφόρων, οίτινες
δύνανται να υπηρετήσωσιν.
— Αλλά και η δύναμις των μισθοφόρων θα είνε ξένη, είπεν ο Πλήθων,
οποία θα είνε και η επικουρική. Εκατέρα τούτων πρόσκαιρος. Δεν
έχει ούτω;
— Λέγε.
— Ο δε βασιλεύς χρήζει δυνάμεως σταθεράς και παραμενούσης, διότι
σταθερός και παραμένων είνε και ο απειλούμενος κίνδυνος.
— Αληθές.
— Διά προσκαίρου άρα δυνάμεως δεν δύναται ο βασιλεύς ν' απωθήση
τον κίνδυνον τούτον ή προσκαίρως μόνον.
— Ορθώς.
— Και οψέποτε θα πέση η πόλις.
— Θα πέση όταν έλθη η &προεγνωσμένη& ώρα, είπεν ο Σχολάριος.
— Βεβαίως, είπεν ο Πλήθων μειδιάσας ότε ήκουσε τον θεολογικόν
όρον &προεγνωσμένη&.
Ο Σχολάριος δεν ηδύνατο να είπη &πεπρωμένη&, διότι τοιαύτη λέξις
τω εφαίνετο βλάσφημος και απάδουσα προς τας θεολογικάς αυτού
δοξασίας.
Ο Γ. Σχολάριος παρετήρησε το μειδίαμα τούτο τον Πλήθωνος και
δυσηρεστήθη. Δεν ηδυνήθη δε να κρατηθή και έδωκεν έξοδον εις τα
θεολογικά αυτού ένστικτα.
— Διατί μειδιάς, ω Πλήθων; είπε. Μήπως δεν σοι αρέσει η λέξις
&προεγνωσμένη;&
— Δεν είπον τούτο, είπεν ο Πλήθων.
— Αλλά μοι φαίνεται, είπεν ο Σχολάριος, ότι ουδείς των θύραθεν
φιλοσόφων ηδύνατο να λύση ορθότερον το ζήτημα τούτο ή όσον το
έλυσαν οι ημέτεροι.
— Αγνοώ τα περί τούτου, είπεν ο Πλήθων.
— Κακώς πράττεις ν' αγνοής, είπεν ο Σχολάριος. Θα μοι επιτρέψης
να σοι αναπτύξω το δόγμα τούτο;
— Λέγε
— Ιδού. Οι εθνικοί έλεγον, ότι υπήρχε &τύχη& και &πεπρωμένον&. Οι
ορθόδοξοι πρεσβεύουσιν, ότι υπάρχει &πρόγνωσις& και &προορισμός&.
Οι ενάντιοι ημίν παραδέχονται και αυτοί &πρόγνωσιν& και
&προορισμόν&, αλλά δεν έχουσι περί αμφοτέρων ορθήν έννοιαν.
Κατ' αυτούς ό,τι αν προγνώ και προορίση ο Θεός, τούτο είνε
ανέκκλητον, αμαρτωλός δε τις ων θα σωθή, μόνον διότι ο Θεός τον
προώρισεν εις σωτηρίαν, και πάλιν ενάρετός τις ων θα κολασθή,
μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις κόλασιν. Υπάρχει τι
κακοδοξότερον τούτου; Υπάρχει τι αλογώτερον; Οι ορθόδοξοι
τουναντίον πιστεύουσιν ότι ο προορισμός είνε ανεξάρτητος από της
προγνώσεως. Τουτέστι, προέγνω ο Θεός ότι θα αμαρτήση τις, και τον
προώρισεν εις κόλασιν· προέγνω ότι θα μετανοήση, τον προώρισεν εις
σωτηρίαν· προέγνω ότι θα ζήση ενάρετον βίον, τον προώρισεν εις
βασιλείαν αιώνιον. Αλλ' όμως ουχί διότι προέγνω ο Θεός και
προώρισε, διά τούτο θα αμαρτήση τις ή θα αγαθοποιήση, αλλά διότι
θα αμαρτήση ή θα πολιτευθή εναρέτως, διά τούτο προέγνω και
προώρισεν ο Θεός. Η ατομική βούλησις του ανθρώπου μένει ελευθέρα
και ανεξάρτητος από της θείας βουλήσεως. Όπως έπλασεν ο Θεός απ'
αρχής τον άνθρωπον, λογικόν, ήτοι ελεύθερον, ούτω μέχρι τέλους
καταλείπει αυτόν λογικόν και ελεύθερον. Ουδείς επηρεασμός θεόθεν
εγγίνεται επί της θελήσεως του ανθρώπου (πλην της πνευματικής
αρωγής της επιφοιτώσης προς ενίσχυσιν αγαθής ήδη προαιρέσεως
υφισταμένης και ελευθέρως πλασθείσης παρά του ατόμου). Και ταύτα
μεν δοξάζουσιν οι ημέτεροι. Ουδέν ορθοδοξότερον ουδέ λογικώτερον
του δόγματος τούτου. Τι δε &λέγουσιν& οι εναντίοι; Προέγνω ο Θεός,
προώρισεν ο Θεός, θα κολασθή άρα ο άνθρωπος. Και η θεία πρόγνωσις
τυφλή, και η ανθρωπίνη θέλησις αδρανής. Ω της κακοδοξίας! ω της
πωρώσεως! Φείσαι, Κύριε!...
Ο Πλήθων παραδόξως έμενε σκυθρωπός ακούων τας λέξεις ταύτας. Ο
Σχολάριος τον ώκτειρε, και εσιώπησε. Κατ' αρχάς είχε σκοπόν να
πραγματευθή και περί της αναλόγου δοξασίας των εθνικών, αλλά
μεταμεληθείς παρέλιπε τούτο.
Ο Πλήθων ηγέρθη και περιήλθε δις περί την τράπεζαν και περί το
λίθινον εδώλιον εφ' ου εκάθητο.
— Θα απέλθω, είπεν εγερθείς ο Σχολάριος. Είνε καιρός ήδη.
— Εξερχόμεθα ομού, είπεν ο Πλήθων.
Και εξήλθον ομού εις τα πρόθυρα του άντρου. Ο Σχολάριος επέμενε
ν' αναχωρήση, αλλ' ο Πλήθων τον εβίασε να μείνη εισέτι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Τα μυστήρια.
Ολίγας ημέρας μετά τα συμβάντα ά διηγήθημεν εν τοις τελευταίοις
κεφαλαίοις του Α' μέρους του παρόντος μυθιστορήματος, έκτακτόν τι
συνέβαινεν εν τω Πληθωνείω άντρω. Ο Πλήθων εώρταζε μίαν των υπ'
αυτού επανορθωθεισών ειδωλολατρικών εορτών. Εις τας τοιαύτας
περιστάσεις, δις ή τρις του έτους, ο Πλήθων προσεκάλει εκτάκτως
πολλαχόθεν της Πελοποννήσου τινάς των οπαδών του, εις ους είχε
κατορθώσει να μεταδώση τας ειδωλολατρικάς αυτού δοξασίας.
— Αυτό εννοείται. [Άσχετη φράση εντός του κειμένου]
Κατωρθώθη προς τούτοις να ευρεθώσι τρεις νεανίδες χωρικαί, τρεις
ωραίαι ποιμενίδες, αίτινες επί μισθώ εδέχοντο να εκτελέσωσιν έργα
κανηφόρου εις την εορτήν. Τούτο ήτο θαύμα, διότι η επικρατούσα
πρόληψις παρά τοις χωρικοίς κατά του Πλήθωνος ήτο ισχυροτάτη. Και
όμως το γόητρον του χρυσίου είνε πάντοτε ισχυρότερον, και ο Πλήθων
αντήμειβε γενναίως πάσαν τοιαύτην υπηρεσίαν.
Δώδεκα παίδες δεκαετείς λίαν καθαρίως ενδεδυμένοι απετέλουν χορόν,
και είχον διδαχθή ν' απαγγέλλωσι ψιττακίζοντες παρόδους και
στάσιμα εκ των αρχαίων δραμάτων, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα άλλως κατά
την έννοιαν προς τα τότε πράγματα, οίον το εξής τεμάχιον·