— Θα σ' ερωτήσω ένα πράγμα.

— Λέγε.

— Ειξεύρεις ότι εγώ είμαι πονηρότερος από όσον φαίνομαι!

— Και τι με τούτο;

— Πολλαίς φοραίς καταλαβαίνω πολλά, αλλά δεν λέγω τίποτε.

— Έτσι έ;

— Την άλλην φοράν, όταν είχες λείψει διά μίαν ημέραν από εδώ, το

ενθυμείσαι;

— Το ενθυμούμαι.

— Σε ηρώτησεν ο πατέρας μου, και είπες ότι είχες πάγει διά

ψάρευμα.

— Ναι.

— Εγώ όμως σε είχα ιδεί που υπήγες, εις την ξηράν και όχι εις την

θάλασσαν.

— Λέγεις;

— Και δεν ηθέλησα να πω τίποτε, διότι δεν μ' έμελε και τόσον.

— Ας είνε.

— Κατάλαβα όμως ότι δεν λέγεις όλαις ταις φοραίς την αλήθειαν.

— Και αυτό γίνεται.

— Τώρα θα σ' ερωτήσω κάτι άλλο.

— Λέγε.

— Πού υπήγατε δύο φοραίς με τον πατέρα μου;

Ο Λάκων εδίστασεν επί στιγμήν και είτα είπε·

— Δεν έλεγες τώρα ότι εγώ δεν λέγω πάντοτε την αλήθειαν;

— Ναι.

— Λοιπόν τότε τι μ' ερωτάς, αφού δεν ξεύρεις αν θα πω αλήθειαν;

— Σωστά.

— Και αν πρέπει να με πιστεύσης ή όχι;

— Βέβαια.

— Ώστε, αφού απ' αρχής με βγάζεις ψεύστην, τότε τι ειμπορώ να σου

πω;

— Έχεις δίκαιον.

— Όμως εγώ θα σου πω, και αν θέλης, πίστευσε.

— Θα πιστεύσω.

— Με τον πατέρα σου πηγαίνομεν εις το χωριό το δικό μου.

— Και πού είνε αυτό;

— Τέσσαραις πέντε ώραις μακρυά απ' εδώ.

— Και τι κάμνετε εκεί;

— Αυτό κ' εγώ δεν το ξεύρω καλά καλά.

— Δεν το ξεύρεις;

— Βέβαια.

— Πώς γίνεται;

— Γίνεται.

— Τι θα πη;

— Για την ώρα, δεν ξεύρω τι κάμνομεν. Εις το μέλλον όμως ίσως θα

κάμωμεν τίποτε.

— Τι πράγμα;

— Πάντοτε καλόν, και μην έχης κακήν ιδέαν, Βούγκο.

— Πώς θα με κάμης να πιστεύσω;

— Δεν ειμπορώ. Αφού πρώτα πρώτα με είπες ψεύστην.

Ο Βούγκος συνέστειλε τα χείλη, έσεισε την κεφαλήν και δεν εύρεν

άλλην λέξιν να είπη. Άπορον δ' εφαίνετο και εις αυτόν ότι

κατώρθωσεν ήδη να είπη τόσας, όπερ δεν ενθυμείτο αν συνέβη άλλοτε.

Η τρίτη απουσία του Γύφτου παρετάθη επί μίαν εβδομάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Μήτηρ και υιός.

Ήδη απεφάσισε τέλος ο Μάχτος να ομιλήση. Αλλά την στιγμήν καθ' ην

είχε καταστρώσει τα σχέδια και ήτο πλήρης θάρρους, δεν ευρέθη κατά

τύχην η Αϊμά παρούσα. Ο Μάχτος δεν την εύρεν ούτε εις τον κήπον

ούτε εις την καλύβην και την εζήτει εις μάτην. Εσκέφθη ότι η Αϊμά

θα ήτο πιθανώς εις το φρέαρ, και μετέβη εκείσε. Αλλά δεν εύρε την

Αϊμάν. Περιήλθε τα μέρη εις όσα συνήθως μετέβαινεν αύτη προς

εργασίαν. Ουδαμού Αϊμά.

Ο Μάχτος επέστρεψεν εις την καλύβην, ελπίζων ότι η νέα θα

επανήλθεν ήδη αυτόσε και έμελλε να την εύρη. Απούσα η Αϊμά.

Ο νέος έκαμε και άλλον γύρον, και μετέβη προσέτι και εις όσους

τόπους σπανιώτατα ευρίσκετο εκείνη, ουδ' είχε μεγάλην πιθανότητα

ότι ήθελε την εύρει. Ώχετο η Αϊμά.

Τέλος επέστρεψε το δεύτερον εις την καλύβην, πεποιθώς ότι θα την

εύρισκε τέλος. Αλλ' όμως δεν την εύρεν.

Αντί της Αϊμάς εύρε την Γύφτισσαν, καθημένην επί του ουδού. Είχεν

εξηπλωμένα τα σκέλη, και απήλαυε την μακαρίαν άνεσιν, ην τη

παρείχεν η αέναος και πυρετώδης φιλοπονία της νέας κόρης. Ότε είδε

τον Μάχτον, οι δύο κρεμαστοί οδόντες, οίτινες συνέσφιγγον

αδιαλείπτως το κάτω χείλος, υπεχώρησαν αυτομάτως, και αφήκαν το

στόμα να μειδιάση το ιδιάζον αύτη μειδίαμα, όπερ μόνον ότε έβλεπε

τον Μάχτον εσημείου το πρόσωπόν της.

— Πού ήσουνα, μικρέ μου; είπε.

— Μάννα, είπεν ανυπομόνως ο Μάχτος, μέσα είνε η Αϊμά;

— Όχι.

— Δεν είνε μέσα; επανέλαβε μη θέλων να πιστεύση.

Και διασκελίσας τον ουδόν, χωρίς να δώση καιρόν εις την μητέρα του

όπως απομακρυνθή και τω αφήση ελευθέραν την δίοδον, εισήλθεν όπως

βεβαιωθή. Εντούτοις μάταιον το κίνημα, η Αϊμά δεν ήτο εν τη

καλύβη.

Ο Μάχτος συνέλαβεν άλλην τινά ελπίδα.

— Μην κοιμάται; είπε.

Και έρριψεν εις τον κοιτώνα της κόρης το δειλότατον και

αιδημονέστατον βλέμμα, όπερ εξήλθέ ποτε εκ των οφθαλμών νεαρού

Αθιγγάνου. Και τούτο μάταιον. Η Αϊμά δεν εκοιμάτο, έλειπεν.

Ο Μάχτος ησθάνθη ήδη μεγίστην ανησυχίαν. Τω όντι το πράγμα τω

εφαίνετο σοβαρόν.

— Πού είνε η Αϊμά, μάννα; έκραξεν.

Η Γύφτισσα είχε νικήσει την ραστώνην, ήτις εδέσποζεν αυτής προ

ολίγων στιγμών, και εισήλθεν εις την καλύβην.

— Δεν ξεύρω, απήντησεν απλώς.

— Δεν ξεύρεις; είπεν ο Μάχτος· δεν ξεύρεις πού είνε;

— Δεν ξεύρω, επανέλαβεν η Γύφτισσα.

— Με τα σωστά σου, μάννα; είπεν ο Μάχτος αδημονών.

— Τι έπαθες, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.

— Τι έπαθα; Η Αϊμά πού είνε;

— Πού θέλεις να είνε; Όπου είνε θαρθή.

— Αλλά λείπει πολλήν ώραν;

— Δεν ξεύρω πόσην ώραν λείπει, μικρέ μου, είπεν η Γύφτισσα.

— Και τι κάμνεις εδώ; Να μη ξέρης πότε έφυγε, και πού πάγει;

— Πού θέλεις να πάγη; Δουλειά θα έχη.

— Εγώ υπήγα παντού. Δεν είνε πουθενά.

— Δεν πειράζει. Αυτή μοναχή της φεύγει, και μοναχή της πάλι

έρχεται.

— Αλλά εγώ την θέλω, επέμεινεν ο Μάχτος.

— Και τι την θέλεις;

— Θέλω να της πω.

— Της λες όταν έρθη.

— Και πότε θα έρθη;

— Όποτε θέλει.

— Λοιπόν, συ ως μητέρα, δεν φροντίζεις δι' αυτήν;

— Τι να φροντίσω;

— Την αφήνεις και πάγει όπου θέλει;

Ο Μάχτος ησθάνθη σπαραγμόν, και η τελευταία αύτη φράσις εκόπη εις

δύο πριν ή εξέλθη εκ των χειλέων του. Μετά την ανησυχίαν, ην

πρότερον ησθάνθη, τώρα του ήρχετο υπόνοια και ζηλοτυπία όλως

αδικαιολόγητος.

— Και τι θέλεις να κάμω, μικρέ μου;

— Να σου λέγη πού θα πάγη, να το ξεύρης.

— Πού θα πάγη; Αυτή κάμνει όλαις ταις δουλειαίς.

— Αλλά δεν την ηύρα πουθενά.

— Τι την ήθελες;

— Θέλω να της 'πω.

— Τι να της πης;

— Αλλά τέτοια που είνε... είπεν ο Μάχτος έτοιμος να κλαύση.

— Τι έχεις, μικρέ μου;

— Τίποτε, είπεν ο Μάχτος συσταλείς.

— Έπαθες τίποτε;

— Όχι.

— Τι την θέλεις την Αϊμάν;

— Την ήθελα κάτι.

— Τι την ήθελες;

— Ήθελα να της ειπώ πράγματα...

— Τι πράγματα;

— Να την κάμω να έχη προσοχήν.

— Διά τι πράγμα;

— Διά το καλόν της, είπεν ο Μάχτος, και δεύτερον ρεύμα δακρύων τω

επήλθε.

— Δεν ξεύρω τι έπαθες, μικρέ μου.

— Αλλ' αύτη δεν είνε εδώ, είπε παραπονετικώς ο Μάχτος.

— Και σαν δεν είνε, θάρθη.

— Πότε θάρθη;

— Το γρηγορώτερο.

— Και σαν δεν έρθη;

— Πώς γίνεται να μην έρθη;

— Ξεύρεις καμμιά φορά. Ωχ, μάννα μου, θαποθάνω...

Και κατενεχθείς επί του εδάφους, ήρχισε να κλαίη με αληθή δάκρυα.

— Σε καλό σου, μικρό μου, είπεν η Γύφτισσα υπέρ την κεφαλήν

αυτού. Τι έχεις;

— Αχ Αϊμά! εστέναξεν ο Μάχτος.

— Μην κλαις, μικρέ μου.

— Πού να είσαι;

— Τι είνε πώπαθες, μικρέ μου; έλεγεν η Γύφτισσα.

— Η Αϊμά πού πάγει; επανέλαβε δεκάτην φοράν ο Μάχτος.

— Διατί κάμνεις έτσι, μικρό μου; Πες τι έχεις.

— Κ' εγώ ήθελα να της πω, έλεγεν ο Μάχτος χωρίς ν' απαντήση εις

την Γύφτισσαν.

— Και τι ήθελες να της πης;

— Ήθελα να της πω να φυλάγεται.

— Τι να φυλάγεται;

— Να φυλάγεται απ' εκείνον τον άνθρωπον.

— Ποίον άνθρωπον;

— Εκείνον τον μουστερήν μας.

Ο Μάχτος ανωρθώθη, και ανένηψεν ολίγον. Αυθορμήτως δ' έσπευσε να

είπη τας σκέψεις του προς την Γύφτισσαν.

— Αυτός ο άνθρωπος, μάννα, δεν έρχεται εδώ διά καλό.

— Πώς το ξεύρεις, μικρό μου;

— Το ξεύρω, είπεν ο Μάχτος.

— Και ποιος σου το είπεν;

— Εγώ το λέγω.

— Και διατί έρχεται;

— Έρχεται διά την Αϊμάν.

— Διά την Αϊμάν;

— Ναι.

— Της θέλει κακόν;

— Βέβαια.

— Και σαν τι κακόν της θέλει;

— Όλα τα κακά.

— Ποια είνε αυτά τα κακά, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.

— Θέλει να την πάρη.

— Να την πάρη;

— Βέβαια.

— Τι πάρσιμο είν' αυτό;

— Θα καταφέρη τον πατέρα μου, είπεν ο Μάχτος.

— Τόσο το καλλίτερον, είπεν η Γύφτισσα.

— Τι λες, μάννα; είπε τρέμων ο Μάχτος.

— Φτάνει να μη γυρεύη προίκα, είπεν η Γύφτισσα. Θα λείψη και ο

μπελάς της.

— Αυτή που σου κάνει όλαις ταις δουλειαίς;

— Καλαίς είνε η δουλειαίς, Μα το &μούχτι& είνε πιο καλλίτερο.

— Ποιο &μούχτι&;

— Τα άσπρα, είπεν η Γύφτισσα, και ήστραψαν οι οφθαλμοί της, ως να

έβλεπεν τω όντι άσπρα λάμποντα ενώπιόν της.

— Α! έτσι; είπεν ο Μάχτος αισθανθείς αγανάκτησιν. Θέλετε σεις να

την πωλήσετε; Δεν σας μέλει τίποτε! Α, εντροπή!...

Ο Μάχτος ηγέρθη.

— Εγώ όμως δεν θα σας αφήσω, έκραξε. Διά πώλημα την είχατε τόσον

καιρόν εδώ; Ο Θεός θα σας τιμωρήση...Και αν ο Θεός το δεχθή, εγώ

δεν το δέχομαι...

Ο Μάχτος είχεν αλλοιωθή όλος απαγγέλλων τας λέξεις ταύτας. Το όμμα

του έλαμπε παραδόξως, και το ανάστημά του ωρθούτο στιβαρώς. Τα

δάκρυα είχον ξηρανθή επί της μορφής αυτού, και τα ίχνη αυτών

εφαίνοντο επί των παρειών μεμιγμένα μετά της ασβόλης, ήτις συνήθως

έχραινε το πρόσωπον αυτού. Η δε Γύφτισσα ουδέν ενόει εκ της

αγανακτήσεως, ην εξέφραζεν η στάσις αύτη. Τον εθεώρει μετ'

εκπλήξεως και δεν εύρισκε λέξιν να είπη.

Ο Μάχτος εξήλθεν εκ της καλύβης, καταλιπών αυτήν άναυδον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Αι δύο πληγαί.

Μέχρι τινός είχεν αποσπασθή εκ της διανοίας του Μάχτου η επί τη

απουσία της Αϊμάς μέριμνα. Αλλ' άμα εξελθών, ανεμνήσθη ότι ώφειλε

να φροντίση περί τούτου. Ήρχισε δρομαίως να βαδίζη επί της οδού

της αγούσης εις την κώμην. Ότε προέβη πολλά βήματα, είδε συρροήν

λαού, ανδρών, γυναικών και παίδων, αποφράττουσαν την δίοδον παρά

τινα μάνδραν. Ετάχυνε το βήμα. Διαβάτης αποσπασθείς εκ του ομίλου

ήρχετο προς αυτόν.

— Τι τρέχει; τον ηρώτησεν ανυπομόνως ο Μάχτος.

— Δεν ξεύρω κεγώ, απήντησεν ο διαβάτης. Γυναίκες, θαρρώ, μάλωσαν

αναμεταξύ τους.

Ο Μάχτος εδιπλασίασε την ταχύτητα του βήματος. Να είνε τάχα η

Αϊμά; ηρώτησε καθ' εαυτόν. Προσεγγίσας εις τον όμιλον επείσθη ότι

δεν είχεν απατηθή.

Η Αϊμά, χωρίς ν' αναγγείλη εις την Γύφτισσαν, είχε φορτωθή προ δύο

ωρών κάνεον πλήρες φορεμάτων και απήλθεν εις τον αιγιαλόν,

σκοπούσα να πλύνη αυτά εις το αλμυρόν ύδωρ και ακολούθως να τα

&ξεγλυκάνη&. Αλλ' ετιμωρήθη διά την καλωσύνην της. Ότε είχε

τελειώσει το έργον και φορτωθείσα εκ νέου το κάνεον επανήρχετο εις

τα ίδια, οι παίδες του δρόμου, ζητούντες διασκέδασιν, εύρον

τοιαύτην εις το να λιθοβολώσι το κάνεον επί της κεφαλής αυτής,

αμιλλώμενοι τις να φανή δεξιώτερος σκοπευτής. Ατυχώς λίθος τις

εκτύπησε την Αϊμάν εις το μέτωπον. Η νέα ησθάνθη σκοτοδίνην,

εκάθισεν εις το μέσον της οδού, κατεβίβασε τρέμουσα το κάνεον από

της κεφαλής της, και προσεπάθει να επίσχη το ρέον αίμα. Ιδόντες το

πάθημα οι παίδες ετράπησαν εις φυγήν και ήρχισαν να επιρρίπτωσιν

εις αλλήλους την μομφήν του αδικήματος. Εν τούτοις παροδίτης τις

εσπλαγχνίσθη την κόρην κλαίουσαν, και ήλθε πλησίον αυτής.

— Τι έχεις μικρά; τη είπε.

Η Αϊμά έδειξε την πληγήν της, ην συνέσφιγγε με την χείρα.

— Ποίος σ' εκτύπησε;

— Κάτι παιδιά, είπεν η Αϊμά.

Ο παροδίτης απέσυρεν εκ του θυλακίου το μανδύλιόν του και έδεσε το

τραύμα της κόρης.

— Σηκώσου να πάμε εις το σπίτι σου, είπεν ο ελεήμων διαβάτης. Πού

θέλεις να πάμε; Εγώ βαστώ το πανέρι σου με τα ρούχα.

Συγχρόνως από της άλλης άκρας της οδού ηκούσθησαν φωναί

γυναικείοι, αραί, ύβρεις και βλασφημίαι.

— Να χαθής, κλέφτρα! Να χαθής! έκραζε νέα τις γυνή.

— Μεγάλο άδικο, και ο Θεός να σε κρίνη. Μαύρη φωτιά να σε κάψη

και κακή ανάγκη να σε θερίση, απήντα γραία τις. Χαΐρι και προκοπή

να μην ιδής, και σαν φείδι κολοβό να σέρνεσαι χάμου. Μεγάλο

ξαφνικό να σ' ευρή και κακό μαντάτο να σούρθη, να κρένεσαι και να

καίεσαι και μερωμό να μην έχης, όσο σου έκλεψα εγώ ρούχα. Ναι.

Η Αϊμά είχεν εγερθή και ο άνθρωπος εκείνος ηθέλησε να φέρη αυτός

το κάνεον. Εν τούτοις η νέα δεν επείσθη και έλαβε το κάνεον υπό

την μασχάλην της. Την αυτήν στιγμήν συνήντησε την γραίαν, ήτις

έκρωζε τας ανωτέρω βλασφημίας. Ήτο δε αύτη η γνωστή Εφταλουτρού.

Άμα ιδούσα η Εφταλουτρού την νέαν, δεν παρετήρησεν ούτε το δέμα

περί το μέτωπόν της, ούτε την οδύνην ην εξέφραζεν η μορφή της. Έν

μόνον είδε. Το κάνιστρον με τα ενδύματα. Τότε δεν έχασε καιρόν,

αλλ' έβαλεν ισχυράν κραυγήν, οποίαν μόνον νέα γυνή φωνασκός

ηδύνατο να βάλη.

— Έλα εδώ! έκραξεν αγρίως η Εφταλουτρού προς την εκείθεν της

αιμασιάς γυναίκα, ήτις εμέμφετο αυτήν επί κλοπή. Έλα εδώ να ιδής,

ποιά σου έκλεψε τα ρούχα σου.

Ακούσασα την πρόσκλησιν ταύτην η άλλη γυνή δεν έχρηζε μεγάλης

νοημοσύνης όπως εννοήση. Έσπευσε να φθάση εντεύθεν του φράκτου,

και έρριψεν άπληστον βλέμμα επί του κανίστρου της Αϊμάς. Χωρίς δε

να ερευνήση προσεκτικώτερον, ενόμισεν ότι εβεβαιώθη περί του

πράγματος, διότι η σύμπτωσις κατέπληξεν αυτήν.

Ως φαίνεται, η γυνή αύτη είχεν ηπλωμένα ενδύματα προς στέγνωσιν

επί τινος φράκτου, άτινα εκλάπηοαν, και αι υπόνοιαί της είχον

πέσει επί της Εφταλουτρούς, περιπολούσης πάντοτε εκεί τριγύρω.

— Α! έκραξε· συ είσαι που ταις κάμνεις αυταίς ταις δουλειαίς,

κυρά αρχόντισσα γυφτοπούλα; Μπράβο σου.

Η Αϊμά έμεινεν άναυδος. Δεν είξευρε τι να είπη. Εν τη παραζάλη

ταύτη ελησμόνησε και το κάταγμα του μετώπου, όπερ έπαθε, προ

μικρού.

— Μπράβο σου, δεν τώλπιζα· έκραξεν αύθις η γυνή.

— Εγώ; είπε μόνον η Αϊμά. Όχι.

— Αυτή είνε, αυτή είνε· επέμενεν η γραία Εφταλουτρού.

— Όχι, όχι· είπεν ο προστάτης της Αϊμάς. Αυτή δεν είνε τέτοια.

— Αυτή είνε, σου λέγω· έλεγεν η Εφταλουτρού. Και επέμενε διά

νευμάτων και διά κτυπημάτων της ράβδου επί του εδάφους να βεβαιοί

τους ισχυρισμούς αυτής. Είνε δε περίεργον ότι η Εφταλουτρού κατά

την παρούσαν περίστασιν δεν εξεστόμιζεν ούτε ύβρεις, ούτε

βλασφημίας. Αφού ανεκάλυψε τοιούτον θύμα τόσον ευάλωτον, και αφού

είχε πράγματα υπό τας όψεις της, οι πολλοί λόγοι τη εφαίνοντο

κενός και μάταιος ήχος.

— Αυτά είνε, επέμενε λέγουσα, αυτά. Δεν βλέπεις τα ρούχα;

Η γυνή ουδ' έλαβε τον κόπον να παρατηρήση μετά προσοχής τα

ενδύματα, αν ήσαν τα εδικά της. Και αν υπήρχεν ομοιότης ή διαφορά,

δεν ήτο ικανή, παραφερομένη υπό του θυμού, να εξακριβώση τούτο.

Τέλος τα φαινόμενα έπειθαν αυτήν να επαναλαμβάνη·

— Μπράβο, κυρά γυφτοπούλα, είσαι και τέτοια; Ποιος το πίστευε;

— Όχι, έλεγεν η Αϊμά, όχι. Αυτά τα ρούχα είνε εδικά μου.

— Κύτταξε, κυρά, είπεν ο ανήρ ο συνήγορος της Αϊμάς, κύτταξε να

ιδής αν ήνε τα ίδια. Αυτή η νέα φαίνεται φρόνιμη, δεν πιστεύω να

σου έκλεψε.

— Αυτά είνε τα ρούχα, έλεγε προπετώς η Εφταλουτρού, λησμονούσα

ότι δεν ήτο έργον αυτής να βεβαιώση το πράγμα. Αυτά είνε τα ρούχα,

τα έκλεψε.

— Και πώς πετιέσαι εσύ, γρηά; είπεν ο ξένος. Από πού ξεύρεις ότι

τα έκλεψε;

— Τέτοια είνε αυτή, τέτοια, επέμενεν η γραία, αγωνιζομένη να

κρατή την νέαν γυναίκα υποχείριον, διότι εφοβείτο μη αύτη

μεταπεισθή.

Το παίρνεις στην ψυχή σου, γρηά; επανέλαβεν ο ξένος.

— Στην ψυχή μου και στη συνείδησί μου, απήντησεν η Εφταλουτρού,

θέτουσα δραματικώς την χείρα επί του στήθους.

Τοσαύτην δε πεποίθησιν ενέφαινε το ήθος αυτής και ο λόγος, ώστε

και αυτός ο αυθόρμητος συνήγορος της Αϊμάς ήρχισε να κλονίζεται.

Επί τέλους δεν εγνώριζε την νέαν και ήτο ενδεχόμενον να είνε και

κλέπτρια, όπως εβεβαίου η Εφταλουτρού. Ήρκει ότι περιέδεσε με το

μανδύλιόν του το τραύμα της δυστήνου κόρης, ήρκει ότι είπεν ένα

καλόν λόγον προς υπεράσπισιν αυτής, και ηδύνατο ευλόγως να νομίζη

ότι εξεπλήρωσε το χρέος του. Του λοιπού ας εμερίμνα αυτή περί

εαυτής.

Η γραία ιδούσα τον δισταγμόν του ξένου, ενόησεν ότι έπρεπε να

επιμείνη όπως κερδίση την δίκην.

— Είμαι ογδώντα τριών χρόνων, είπε, και ψέμμα ακόμα ως τώρα δεν

εβγήκεν από τα χείλη μου. Σας λέγω ότι αυτά είνε τα ρούχα.

— Και πώς τα ξεύρεις ότι είνε αυτά; ηρώτησεν ο ξένος

— Τα είδα απλωμένα.

— Και το πανέρι πού ευρέθη; Είνε και αυτό της κυράς;

— Δεν ξεύρω διά το πανέρι, ειμπορεί να είχεν αυτή, η Γυφτοπούλα,

πανέρι με ρούχα δικά της. Και επειδή θα ήτον μισοάδειο, επήρε και

τα ξένα ρούχα διά να το απογεμίση.

Εις τον ξένον οι τελευταίοι λόγοι της Εφταλουτρούς δεν ενέπνευσαν

την αυτήν εμπιστοσύνην. Τω εφάνη ότι διέγνω πανουργίαν.

— Άμε στο καλό, γραία, δεν λες αλήθεια.

— Αλήθεια λέγω, είπεν η Εφταλουτρού απτόητος.

— Δεν ειμπορώ να πιστεύσω.

Εν τω μεταξύ η νέα γυνή είχεν αρπάσει από των χειρών της Αϊμάς το

κάνεον με τα ενδύματα και έφυγεν. Η παιδίσκη διατελούσα εν

σκοτοδίνη δεν ηδυνήθη ναντιστή, ουδ' απεπειράθη τούτο.

— Έτσι δα, αρχοντοπούλα γύφτισσα, έκραξε μανιώδης η γυνή. Μου τα

πήρες, σου τα παίρνω. Είμεθα ίσα ίσα.

— Πώς παίρνεις τα ρούχα; έκραξεν ο ξένος ορμήσας να αρπάση το

κάνεον. Αλλ' η γυνή είχε διασκελίσει ήδη τον φράκτην και έτρεχεν

εις την οικίαν της.

— Καλά έκαμεν, είπεν η γραία χαιρεκακούσα. Άλλη φορά να βάλη

γνώσιν αυτή.

Την τελευταίαν λέξιν επρόφερεν η Εφταλουτρού μετ' ανεκφράστου

μίσους. Η δύστηνος Αϊμά είχε χάσει τοσούτον τας δυνάμεις της, ώστε

τα πάντα τη εφαίνοντο όνειρον. Ούτε διά λόγου ούτε δι' έργου

ηδύνατο να υπερασπισθή. Ησθάνετο πικρίαν, ησθάνετο πόνον. Εις τον

τόπον είχον συρρεύσει δέκα ή δεκαπέντε άνθρωποι, παροδίται ή

γείτονες. Η αισχύνη επίεζεν αυτήν ως σιδηρούς χλοιός. Τη εφαίνετο

ότι είχε πίει χολήν και όξος. Οι οφθαλμοί της έπασχον διαλείψεις

σκότους και φασμάτων, τα ώτα της εβόμβουν δυσήχως και φοβερώς. Τα

γόνατά της εκάμφθησαν, και έπεσεν ως σωρός επί του εδάφους.

Την στιγμήν εκείνην έφθασεν ο Μάχτος τρέχων και πνευστιών. Δι'

ενός βλέμματος είδε την ταραχήν και τον πόνον της Αϊμάς, είδε το

δέμα όπερ έφερε περί το μέτωπον και έπεσε παρ' αυτήν έξαλλος.

— Τι έχεις, Αϊμά; είπεν.

Η νεάνις δεν ηδυνήθη να αρθρώση λέξιν, είδε μόνον τον Μάχτον και

εφάνη ως να μη τον εγνώριζε.

— Τι έπαθες, Αϊμά: επανέλαβεν ο νέος.

Ο υπερασπιστής της Αϊμάς έσπευσε ν' απαντήση αντ' αυτής.

Της έσπασε το κεφάλι μία πέτρα.

— Ποιος; Ποιος την έρριξεν; έκραξεν ο Μάχτος περιβλέπων

απειλητικώς.

— Κανένα παιδί του δρόμου, είπεν ο ξένος, την έρριξε κ' έφυγε.

— Α, αδελφή μου, είπεν ο Μάχτος, και υπό τον οίκτον ον εξέφραζεν

η λέξις αύτη διέλαμπεν είδος τι χαράς.

— Είνε αδελφή σου; είπεν ο ξένος.

Αδελφή μου, απήντησεν ο Μάχτος. Σηκώσου, Αϊμά, να πάμε στο σπίτι.

Σου πονεί πολύ;

— Όχι, είπεν η Αϊμά, αρχίσασα να συνέρχηται εις εαυτήν.

Συγχρόνως δε απηύθυνε προς τον ξένον νεύμα τι· το νεύμα τούτο δεν

ενόησεν εκείνος, είχε δε την εξής έννοιαν·

— Μη λέγης τίποτε εις τον Μάχτον διά το πανέρι με τα ρούχα.

Ευτύχημα δε ήτο ότι ο ξένος δεν ενόησεν, Αν ενόει, ήθελε χάσει

πάσαν αγαθήν υπόληψιν περί της Αϊμάς, διότι η φυσικωτάτη ερμηνεία,

ην ηδύνατο ν' αποδώση, θα ήτο, ότι η νέα ήτο τω όντι ένοχος

κλοπής, και δεν ήθελε να περιέλθη το αίσχος της εις γνώσιν του

αδελφού της.

Άλλως δε, εις ουδένα των παρόντων επήλθεν η ιδέα να είπη εις τον

Μάχτον τι είχε συμβή· ευλόγως περιέμενον πάντες να ομιλήση η νέα.

Αλλ' αύτη εσίγα. Το πλήθος κατείχετο υπό μεγίστης περιεργείας.

Ουδείς ηδύνατο να προΐδη ότι ήθελεν αποσιωπήσει η Αϊμά τα

συμβάντα.

Εν τω μεταξύ η Εφταλουτρού, χωρίς μηδείς να την παρατηρήση, είχε

λάβει την ράβδον της υπό μάλης, είχεν οξύνει το βήμα της και

έφυγεν ηρέμα, κλίνουσα με την ετέραν των πλευρών προς την γην.

Τούτο συνέβη από της πρώτης στιγμής καθ' ην ενεφανίσθη ο Μάχτος.

Το πλήθος έμενε με στόματα κεχηνότα και περιέμενε την εξήγησιν.

Αξιοσημείωτον δε είνε πως η Εφταλουτρού, ούσα εκ των κυριωτάτων

προσώπων της σκηνής κατώρθωσε να εκφύγη χωρίς οι θεαταί να

παρατηρήσωσι τούτο. Αλλ' η γραία αύτη ήτο εξ εκείνων των προσώπων,

άτινα ευκόλως εισδύουσι πανταχόσε, και ευκόλως πάλιν

εξαφανίζονται.

Ο Μάχτος έλαβε την Αϊμάν από του βραχίονος και την εβοήθησε

νανορθωθή.

— Πάμε, αδελφή μου.

— Πάμε, είπεν η νέα.

— Εμείς σ' εχάσαμεν τόσην ώραν, Αϊμά. Δεν μου λες πού ήσουν;

— Υπήγα εις δουλειά, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Εις τι δουλειά;

— Να πλύνω.

Την στιγμήν ταύτην η προσοχή του πλήθους επετάθη τα μέγιστα.

Περιέμενον πάντες νακούσωσι την ιστορίαν, ης είχον γείνει

αυτόπται, εν τούτοις. Αλλά το διαφέρον εστρέφετο εις άλλο σημείον.

Επερίμενον να ίδωσι τον θυμόν του Μάχτου, ίσως και απόπειράν τινα

βιαίαν αυτού, και ούτω το σκανδαλώδες και περίεργον του πράγματος

θα εξηκολούθει παριστώμενον εις μήκος. Ποίαν καλλιτέραν ψυχαγωγίαν

ηδύναντο να εύρωσι τόσοι άνθρωποι; Και αν είχε τις εξ αυτών

εργασίαν, προθύμως ήθελε την αφήσει όπως ψυχαγωγηθή. Πολλώ μάλλον

αν ήσαν αργοί.

— Να πλύνης; επανέλαβεν ο Μάχτος.

— Ναι, είπεν η Αϊμά.

— Και πού είνε τα ρούχα που έπλυνες;

— Τα άπλωσα σιμά 'στη βρύσι, είπεν η Αϊμά, προτιμήσασα να ψευσθή.

Το πλήθος ήκουσε μετ' απείρου εκπλήξεως τον λόγον τούτον. Προφανώς

η «Γυφτοπούλα» αυτή ήτο όχι μόνον κλέπτρια θρασεία, αλλά και

ψεύστρια αναιδής. Τούτο ήτο αυταπόδεικτον και ψηλαφητόν προς

πάντας. Τα πειστήρια έκειντο προ οφθαλμών. Τις ηδύνατο να τολμήση

ναμφιβάλλη; Η Αϊμά κατεδίκαζεν εαυτήν. Ήτο αυτοκατάκριτος. Εάν

άγγελος εξ ουρανού ετόλμα να παρουσιασθή όπως είπη ότι δεν ήτο

αληθές τούτο, ουδείς θα τον επίστευε. Πας τις ηδύνατο ευκόλως να

διαψεύση αυτόν, μεθ' όλην την ουρανίαν καταγωγήν του.

Και αυτός ο υπερασπιστής της Αϊμάς επείσθη ήδη περί του πράγματος.

Εκύτταζε να ίδη την Εφταλουτρού, όπως αιτήση παρ' αυτής συγγνώμην

διότι την είχεν υποπτεύσει. Αλλ' η Εφταλουτρού είχε γείνει άφαντος

και, ως φαίνεται, δεν ηγάπα τους θριάμβους.

Εν τούτοις ο ξένος, όστις ήτο ειλικρινής και δεν ηδύνατο να

υποφέρη τα ψεύδη, παρετήρησεν ατενώς την Αϊμάν, και τη είπε·

— Στη βρύσι, είπες, τα άπλωσες τα ρούχα, 'σ τη βρύσι;

Η Αϊμά τω απηύθυνεν ικετικόν βλέμμα. Αλλ' εκείνος το απέκρουσεν.

— Είνε αλήθεια ότι τα άπλωσες τα ρούχα 'στη βρύσι; επανέλαβεν

αδυσωπήτως.

— Ναι, εψέλλισε τρέμουσα η Αϊμά.

Ο ξένος εδίστασε, και είτα εκίνησε τους ώμους και απεμακρύνθη

λέγων·

— Τι με μέλει εμένα, το κάτω κάτω;

Ο Μάχτος συνέλαβεν υποψίαν τινά. Αλλ' απείχε πόρρω του να φαντασθή

τι είχε συμβή.

— Τι τρέχει, Αϊμά; Τι σου έλεγε;

— Τίποτε, είπεν η Αϊμά.

Ο Μάχτος δεν επέμεινεν. Ησθάνετο την ανάγκην ναπομακρυνθή εκείθεν

ίνα αποφύγη το οχληρόν εκείνο πλήθος αυτός και η αδελφή του.

Απεμακρύνθησαν δε βραδέως, αλλά το πλήθος τους ηκολούθησε διά του

βλέμματος. Ήσαν δε πάντες ειπέρ ποτε πεπεισμένοι ότι η Αϊμά ήτο

κλέπτρια. Τα βλέμματα άτινα αντήλλασσον προς αλλήλους τοιαύτην

είχον έννοιαν, και ηδύναντο να διερμηνευθώσι διαλογικώς ούτω·

— Α, τι ξετσιπωσιά!

— Του διαβόλου η γύφτισσα.

— Δεν την μέλει τέσσαρα.

— Έκλεψε και δεν θέλει να το πη.

— Και τι ψεύτρα!

— Μπροστά 'στά μάτια μας να πη φοβερό ψεύμα!

— Τέτοιοι είνε, αυτοί οι Γύφτοι!

— Κατηραμένη φυλή.

— Κλέφταις και ψεύταις.

— Άθεοι.

Και το πλήθος διελύθη. Έκαστος δε απεκόμιζεν ως λάφυρον έν ράκος

εκ του διαρραγέντος πέπλου της αθωότητος. Έκαστος έφερεν ένα

λίβελλον εκ των σκληρών ψόγων κατά της πτωχής παιδίσκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Η αγορά και η πώλησις.

Την νύκτα, την μετά την αυτήν εκείνην ημέραν, καθ' ην συνέβησαν τα

ανωτέρω εκτεθέντα, δύο άνδρες οδοιπόρουν εν μέσω δάσους πιτύων,

οκτώ ή δέκα μίλια μακράν της Μονεμβασίας. Φθάσαντες εις μέρος τι

επίπεδον, κατέβησαν από των υποζυγίων εφ' ων εκάθηντο και ήρχισαν

να συνομιλώσιν. Ο έτερος ήτο ανήρ εξηκοντούτης, λίαν σοβαρός το

ήθος και κόσμιος την αναβολήν. Εκ πρώτης όψεως, αν και ήτο νυξ, το

δε φέγγος της σελήνης μόλις κατέβαινε διά των πυκνών κλώνων των

δένδρων εις τας δύο ταύτας μορφάς, εκ πρώτης όψεως ηδύνατό τις να

νοήση την διαφοράν, την απόστασιν, το χάσμα, όπερ υπήρχε μεταξύ

των δύο τούτων ανδρών. Ο Πρωτόγυφτος επέβαινεν εφ' ημιόνου, και

εκάθητο επί του σάγματος αυτού μετά τόσης συστολής και δισταγμού,

ως να μη είχε βεβαιότητα περί του πράγματος. Ο δε συνοδοιπόρος

αυτού εκάθητο επί ίππου όλως αγερώχως και εφαίνετο δεξιός ιππεύς.

Ότε επέζευσαν, ο Πρωτόγυφτος εβάδισε παρά τον συνοδοιπόρον του

σχεδόν κεκυφώς, ούτος δε είχεν όρθιον το ανάστημα. Πάντα τα

κινήματα του Γύφτου εφαίνοντο αβέβαια και συγκεχυμένα. Τα δε

κινήματα του ξένου είχον το ευχερές, το άφροντι και αβίαστον, όπερ

ιδιάζει εις τους ανθρώπους τους συνειθισμένους να άρχωσι. Τοιούτος

ήτο ο συνοδοιπόρος του Γύφτου. Εκάθισεν ούτος υπό δένδρον τι. Ο

Γύφτος έμεινεν όρθιος. Ο ξένος προσεκάλεσεν αυτόν να τον μιμηθή. Ο

Γύφτος επέμεινε να μείνη όρθιος, και τότε ο ξένος ηναγκάσθη να

μετέλθη έκτακτόν τι μέσον, να σύρη αυτόν εκ της χειρίδος, ίνα τον

βιάση. Ο Γύφτος δεν ηδύνατο ν' αντιστή επί πλέον, και υπήκουσεν.

— Ελέγαμεν λοιπόν, μάστορη; είπεν ο ξένος με καθαράν φωνήν.

— Τι διατάττει ο άρχων, είπεν ο Γύφτος με φωνήν υποτρέμουσαν

— Να μην έχης κανένα δισταγμόν, είπεν ο άρχων.

— Τι θέλει ο άρχων;

— Επείσθης ότι σου θέλω το καλόν σου;

— Με την ψυχήν μου, είπεν ο Γύφτος.

— Και δεν δύναμαι να σου φέρω ποτέ δυστυχίαν;

— Βέβαια.

— Λοιπόν διστάζεις;

— Όχι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος χθες;

— Ό,τι τον επρόσταζεν ο άρχων μου.

— Ώστε ενόησες πολύ καλά;

— Βέβαια.

— Επανάλαβε ό,τι σοι είπε, διά να ίδω αν ενόησες.

Ο Πρωτόγυφτος έξυσεν ολίγον την κεφαλήν, υπετονθόρυσε με τον

λάρυγγα έν πεπηγμένον &γρου χμου!& και είτα είπεν·

— Ειμπορεί να μη τα καταφέρνω καλά. Αν ήθελεν ο άρχων να με

βοηθήση

— Λοιπόν πρέπει να τα είπω εγώ αντί σου;

— Αν αγαπά ο άρχων.

— Υπομονή τότε. Ειξεύρεις ότι αυτήν την στιγμήν φθάνει εδώ ο

Θεόδωρος να μας εύρη;

— Ειξεύρω

— Και δεν θα είνε μόνος του.

Ο Πρωτόγυφτος εκύτταζε τον ξένον απορηματικώς.

— Θα είνε με δύο οπλισμένους ανθρώπους, επανέλαβεν ο άρχων.

— Με δύο ωπλισμένους; αντήχησεν υποκώφως η φωνή του Γύφτου.

— Ναι.

— Δεν το είξευρα.

— Και εν ανάγκη θα γείνουν τρεις, τέσσαρες, ημίσεια δωδεκάς

— Το πιστεύω.

— Δεν μας είνε δύσκολον.

— Ειξεύρω ότι ο άρχων έχει εξουσίαν εις τον τόπον.

— Διότι την απέκτησα.

— Βέβαια.

— Ώστε δεν έχεις δισταγμούς.

— Αλλ' ας μοι είπη ο άρχων...

— Δεν εφάνης πρόθυμος, φίλε, εις εκείνα τα όποια σοι είπεν ο

υπηρέτης μου Θεόδωρος.

— Πώς το λέγει ο άρχων;

— Έδειξες προθυμίαν;

— Ναι.

— Τότε δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν.

— Έχει δίκαιον ο άρχων.

— Λοιπόν ας ανακεφαλαιώσωμεν.

— Ναι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος;

— Μοι είπε...

— Τι;

— Μοι είπεν ότι ο άρχων...

— Ότι ο άρχων;

— Ότι ο άρχων έχει ανάγκην...

— Ο άρχων δεν έχει ανάγκην, είπεν αγερώχως ο ξένος.

— Δεν ειξεύρω να μιλήσω καλά, ετραύλισε συνεσταλμένος ο Γύφτος.

— Δεν πειράζει. Ήθελες να είπης ότι ο άρχων επιθυμεί.

Η Γυφτοπούλα · 第 6 / 23 段