μικρών ανθρώπων. Διότι όλοι τον αποφεύγουν, ως να είνε
λωβιασμένος.
— Δεν υποφέρεται αυτό, είπεν ο Γύφτος.
— Εννοώ διατί αναστενάζεις, μάστορη, είπεν ο ξένος. Σου
επροξένησα λύπην. Σε έκαμα ίσως να ενθυμηθής τους ιδικούς σου
καϋμούς και τα βάσανα.
— Εγώ;
— Βέβαια. Διότι και η φυλή σας υποφέρει τα ίδια.
— Ποία φυλή;
— Η φυλή των Αθιγγάνων, είπεν ο ξένος. Δεν είνε αλήθεια ότι σας
μισεί ο κόσμος;
— Αλήθεια είνε, είπεν εν αμηχανία ο Γύφτος.
— Και χωρίς καμμίαν αιτίαν...
— Χωρίς αιτίαν βέβαια.
— Διότι τι κακόν κάμνετε; Σεις είσθε τίμιοι, εργατικοί. Κανένα
δεν πειράζετε. Κυττάζετε την δουλειά σας.
— Ναι, έτσι είνε, εψιθύρισεν αμηχανών ο Γύφτος. Χμου!... Γρου!...
— Ώστε, βλέπεις, είσθε ομοιοπαθείς με τον κύριόν μου. Και διά σας
τουλάχιστον, υπομονή, παρετήρησεν ο ξένος, χωρίς να τον μέλη αν
προσέβαλλε τον φίλον του, διότι είσθε κοινοί και εργατικοί
άνθρωποι και δεν σας κακοφαίνεται και πολύ. Αλλ' εκείνος
φιλόσοφος, άρχων, μεγάλος άνθρωπος! ... Βέβαια πολύ θα
δυσαρεστήται.
— Καθένας το ξέρει, είπεν ο Γύφτος. Χρου!...
— Ξεύρεις, μάστορη, οπού μου έρχεται μία ιδέα; είπεν ο ξένος
αλλάξας τόνον.
— Τι πράγμα;
Όταν δύο είνε ομοιοπαθείς, καθώς ελέγαμεν, δεν παρηγορούνται
ευκόλως;
— Δεν ειξεύρω τι θέλεις να πης, εμορμύρισεν ο Γύφτος.
— Λέγω, όταν δύο άνθρωποι έχουν ένα κοινόν πάθος, μίαν θλίψιν,
ήτις να είνε και εις τους δύο ομοία, τότε με την συναναστροφήν ο
ένας παρηγορεί τον άλλον.
— Ε, ύστερα;
— Λοιπόν, καθώς είνε τώρα η περίστασις, μου φαίνεται, δεν είνε
άσχημον να κάμωμεν οι δύο μας ένα μικρό ταξείδι.
— Τι ταξείδι;
— Δεν είνε πολύ μακράν. Ολίγαις ώραις δρόμος. Και πιστεύω ότι
έχομεν και οι δύο γερά πόδια.
— Διά πού; ηρώτησεν ο Γύφτος.
— Διά την κατοικίαν του αυθέντου μου.
— Να κάμωμεν τι;
— Θα ιδής. Μου φαίνεται, δεν είνε άσχημα, και δεν θα κακοπάθης.
— Πού τον ηύρες τον μουστερή!... είπεν ειρωνικώς ο Γύφτος. Εγώ
τώρα, καθώς είμαι κουρασμένος, και είνε και νύχτα...
— Όχι τώρα, υπέλαβεν ο ξένος. Έχομεν καιρόν. Αύριον, μεθαύριον.
— Και τι δουλειά έχω, να πάγω εγώ εκεί; αντείπεν ο Γύφτος.
— Ίσως θα εύρης δουλειά, επέμενεν ο ξένος.
— Άλλην απ' αυτήν που κάμνω κάθε μέρα;...
— Εάν εύρης καλλίτερην, δεν την αφήνεις;
— Όχι, είπε σταθερώς ο Γύφτος.
— Με τα σωστά σου;
— Αμμή;...
— Λοιπόν την έχεις απ' αγάπη;
— Τι θαρρείς;
— Είσαι λοιπόν ερωτευμένος με το βαρειό και με τη βρεχτούρα!
— Χωρίς άλλο. Καθένας την τέχνη του πρέπει να την τιμά, και ας
είνε και ταπεινή.
— Δεν λέγω. Έχεις πολύ δίκαιον.
— Τότε τι;
— Αλλά χωρίς να παύση να την τιμά, ειμπορεί να την αφήση εις τα
γηρατειά, διά ν' αναπαυθή.
— Και αν αναπαύεται χωρίς να την αφήση; είπε φαιδρώς ο
Πρωτόγυφτος.
— Είσαι λοιπόν αναπαυμένος;
— Τι θέλεις να σου πω; Δεν φθάνει ο νους μου μακρύτερα.
— Αυτό που σου είπα εγώ, επανέλαβεν ο ξένος, δεν θα είνε διά ν'
αφήσης την τέχνη σου. Θα είνε διά να γείνη κάτι καλόν διά σε,
καθώς πιστεύω.
Ο Γύφτος εσίγησεν. Ο ξένος επανέλαβε·
— Θα υπάγωμεν μίαν ημέραν εκεί, θα σε συστήσω εις τον κύριόν μου,
και ποιος ξεύρει;... Ειμπορεί να βγη σε καλό.
— Εμείς οι παραμικροί, οι εργατικοί, είπε πανούργως ο
Πρωτόγυφτος, δεν έχομεν να κάμωμεν τίποτα με τους άρχοντας και
τους μεγάλους.
Ο ξένος ησθάνθη ως νύγμα τον λόγον τούτον του γηραιού Γύφτου και
έμεινε σιγών επί τινας στιγμάς. Είτα επανέλαβε·
— Με εκδικείσαι, φίλε, δι' αυτό που σου είπα πρωτήτερα, αλλά δεν
το είπα με κακόν σκοπόν. Αφού είνε έτσι, συμπάθησέ με.
— Όχι δα, δεν ξεύρω, είπεν ο Γύφτος.
— Και πάλιν, αφού δεν θέλεις, δεν ειμπορώ να σε βιάσω. Αν θέλης
τα ξαναλέμε.
Ο Γύφτος δεν απήντησε δι' ενάρθρου φθόγγου, αλλ' ηκούσθη μόνον έν
πεπνιγμένον &Χμου&, εξελθόν εκ του στόματός του. Συγχρόνως δε
ηγέρθη.
— Πάμε τώρα, είπε.
— Πάμε, είπε και ο ξένος.
Και επέστρεψαν εις την καλύβην. Ο ξένος ηυχήθη την καλήν νύκτα και
απήλθεν εις το κατάλυμά του, εγγύς της παραλίας κείμενον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Τα όνειρα του Μάχτου.
Ο Μάχτος έμεινε τελευταίος εις την κρύπτην του, προσδοκών μέχρις
ου απομακρυνθώσιν οι δυο σύντροφοι. Βαθείαν αίσθησιν είχον
εμποιήσει αυτώ αι προτάσεις και αι παρακελεύσεις του ξένου.
Εσκέπτετο επί μακρόν, τι άρα εσκόπει ο παράδοξος εκείνος άνθρωπος,
και ποίον συμφέρον ηδύνατο να έχη, όπως πείση τον Πρωτόγυφτον να
μεταβή εις την κατοικίαν του μάγου, ή του άρχοντος, ως τον
ονόμαζεν. Όσον άπειρος των πραγμάτων του κόσμου και αν ήτο ο
Μάχτος, τω εφαίνετο, ότι τα πράγματα άτινα έβλεπε και ήκουε δεν
ήσαν συνήθη, και μυστήριόν τι εκρύπτετο όπισθεν του προσωπείου,
όπερ εφόρει ο ξένος. Ο Μάχτος εβασάνιζεν επί πολλήν ώραν την
κεφαλήν του και την φαντασίαν του, προσπαθών να διίδη τι εν μέσω
του σκότους, του εκτεινομένου προ των οφθαλμών αυτού. Εις μάτην.
Ουδέν κατώρθου να μαντεύση. Μόλις τω εφαίνετο ότι έλαμπε φωτεινή
τις ακτίς εις την όψιν του, και πάραυτα το σκότος επυκνούτο και
καθίστατο δεινότερον.
Έμεινεν επί μακράς ώρας εις την θέσιν εκείνην, λησμονήσας εαυτόν.
Η νυκτερινή δρόσος επήνεγκε νάρκην εις το σώμα αυτού, και κάρωσις
τω επήλθεν. Ήτο μεσαία κατάστασις μεταξύ υπνοβασίας και
εγρηγόρσεως, λήθαργος, νάρκωσις και ουχί ύπνος. Τότε αι ελπίδες ας
είχε συλλάβει, οι φόβοι ους είχεν υποστή, αι εικόνες της φρίκης,
τα ινδάλματα της ευτυχίας, εσωματώθησαν, έλαβον μορφήν και όψιν
και παρήλασαν εν σχήματι ονείρων προ των οφθαλμών αυτού. Η πρώτη
διαβάσα μορφή ήτο περικαλλής. Ήτο το πρόσωπον της Αϊμάς, λάμπον ως
αστήρ, και το σώμα αυτής ευωδιάζον ως κρίνον. Τοιαύτην την έβλεπεν
ο Μάχτος εις τους ονείρους του. Αλλά παρήλθε ταχέως, και το κενόν
εξετάθη πάλιν παρελθούσης αυτής. Ο νέος έμεινε κεχηνώς, άναυδος,
τεθαμβωμένος. Εψιθύρισε γλυκυτάτην τινά λέξιν, ήτις τω εφάνη ως
φθόγγος υπερφυούς οργάνου. Την λέξιν ταύτην ουδέποτε ήθελε
τολμήσει ο Μάχτος να προφέρη, αν ήτο εγρηγορώς. Αλλ' εις μάτην.
Εκείνη έγεινεν άφαντος. Ο νέος την εκάλει, αλλά δεν ήρχετο πλέον.
Ήνοιξε τους οφθαλμούς και ήτο σκότος. Έκλεισε πάλιν αυτούς ελπίζων
ότι ήθελεν επανίδει την ποθεινήν εικόνα. Ουδέν. Εν τούτοις η
γλυκεία εντύπωσις έμενεν. Ο νέος ήλπιζεν ότι ηδύνατο εισέτι να την
επανίδη. Φευ! η Αϊμά έφευγε. Την είδε πάλιν, αλλά φεύγουσαν. Ήτο
εντός πλοίου, όπερ ορμητικώς απεμακρύνετο εκ της παραλίας, ο δε
Μάχτος, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος επί της ακτής, και την
απεχαιρέτιζε μακρόθεν. Προσεπάθει δι' ατόλμων και επιμόνων σημείων
και νευμάτων να ελκύση την προσοχήν της, όπως τον ίδη και τω
αποδώση τον χαιρετισμόν. Αλλ' η Αϊμά δεν έβλεπε προς αυτόν. Η
προσοχή της ήτο εις τα κύματα και εφαίνετο αναμετρούσα μετά τρόμου
το πέλαγος, όπερ έμελλε να διαπλεύση. Το πλοίον απήρε. Τότε ο
Μάχτος δεν εδίστασεν, αλλ' ερρίφθη εις τα κύματα. Το πήδημα όπερ
τω εφαίνετο ότι είχε κάμει, δεν ίσχυσε να τον αφυπνίση. Άλλως δε ο
Μάχτος επέμενεν εις το όνειρον τούτο, και δύναται τις να είπη, ότι
αυτομάτως πως το κατεσκεύαζε μάλλον, ή ότι υφίστατο παθητικώς
αυτό. Εφέρετο μεθ' ορμής εις το όνειρον τούτο και εκράτει αυτό
σφιγκτώς. Εξηκολούθει δε να νήχηται ούτως επί πολύ. Και πράγματι
ενήχετο, αλλ' ενήχετο εις το πέλαγος των ονείρων. Το πλοίον έπλεε,
και ο Μάχτος έπλεεν. Εκείνο έφευγεν, αλλ' ούτος δεν ηδύνατο να το
φθάση. Ο άνεμος φούσκωνε τα ιστία, και αι κώπαι υπεβοήθουν τον
δρόμον του σκάφους. Ο Μάχτος μετεχειρίζετο ως κώπας τους βραχίονας
και τους πόδας. Αλλά το πλοίον έφευγε και δεν ηδύνατο να το φθάση.
Μετ' ολίγον ο Μάχτος έβλεπεν αυτό, με τα λευκά ιστία αναπεπταμένα,
ως λάρον, επί του αμετρήτου κυανού πεδίου. Τότε ο κολυμβητής
ευρέθη εν αμηχάνω θέσει. Το πλοίον είχε γείνει άφαντον έμπροσθέν
του, και η γη είχεν ομοίως εξαφανισθή όπισθεν. Εστράφη και δεν
είδε πλέον την ακτήν αφ' ης είχεν αναχωρήσει. Αχανές πέλαγος
εξετείνετο εμπρός και οπίσω και πέριξ και εγγύς και πόρρω και
πανταχού. Ησθάνθη ότι αι δυνάμεις του εξέλειπον κατ' ολίγον και
ήρχισε να βυθίζηται. Πελώριον κύμα έπληξε τους οφθαλμούς αυτού,
και επήνεγκε πνιγμόν εις τον λάρυγγα αυτού. Το σώμα του ήσπαιρεν.
Ολίγου δειν επνίγετο. Ο τρομερός εκείνος κτύπος τον αφύπνισεν.
Ησθάνθη ότι ήτο όλος βεβρεγμένος, και ήτο πραγματικώς. Αλλ' η
υγρότης αύτη προήλθεν εκ του ιδρώτος της αγωνίας, και ο πνιγμός εκ
των δακρύων της θλίψεως και των λυγμών, οίτινες διέσειον το
στέρνον αυτού. Ο Μάχτος δεν επανήλθεν εντελώς εις την κατάστασιν
του εγρηγορότος. Εκοιμάτο εισέτι. Έκλεισεν αύθις τους οφθαλμούς.
Το όνειρον μετεβλήθη. Ενεφανίσθη υπό άλλην μορφήν. Είδεν ο Μάχτος
τον ξένον, τον κακόν εκείνον δαίμονα, ως τον ενόμιζεν. Είδεν αυτόν
και τον πατέρα του, ως τους έβλεπεν εν τη πραγματικότητι προ
ολίγων στιγμών. Ήσαν ομού εν τω ονείρω, ως ήσαν και καθ' ύπαρ προ
μικρού, αλλ' ουχί μόνοι. Τρίτον πρόσωπον ήτο μετ' αυτών. Το
πρόσωπον τούτο ήτο άγνωστον εις τον Μάχτον. Ήτο γηραιός ανήρ
ευπρεπής την περιβολήν και κόσμιος το ήθος. Εκάθητο ούτος επί
σκίμποδος, οι δε δύο ίσταντο όρθιοι ενώπιον αυτού. Ωμίλουν και
εχειρονόμουν. Τας χειρονομίας τας έβλεπεν, έβλεπε και τα χείλη των
κινούμενα, αλλ' η φωνή των δεν ήτο ακουστή. Παράδοξον δε, διότι ο
Μάχτος δεν ίστατο μακράν, αλλ' έβλεπεν αυτούς εκ του σύνεγγυς και
ηδύνατο ν' ακούη. Αλλ' ως φαίνεται, η φωνή των δεν είχεν ήχον.
Τούτο επίστευσεν ο Μάχτος εν τω παραλήρω, εν ώ διετέλει, διότι
άλλως δεν ηδύνατο να ερμηνεύση πώς, ενώ ωμίλουν ενώπιόν του, δεν
τους ήκουεν. Ο Μάχτος δεν επέμεινε πλειότερον εις την λύσιν του
προβλήματος τούτου, και μετέβη εις άλλην απορίαν. Ηρώτα εαυτόν τις
ήτο ο τρίτος ούτος και άγνωστος άνθρωπος, όστις ενεφανίζετο
αποτόμως ούτω εις τας όψεις αυτού. Απωτάτη και συγκεχυμένη, ως
ανάμνησις άλλου κόσμου, τω ήλθε τότε η ηχώ της εσπερινής
συνδιαλέξεως, ην είχεν ακροασθή, και τω εφαίνετο ότι ο ξένος ούτος
ίσως ήτο ο Άρχων, ή ο Μάγος, περί ου ωμίλουν εκτενώς οι δύο φίλοι.
Καθ' ον χρόνον ο Μάχτος διετύπου κατ' όναρ τας σκέψεις ταύτας, η
σκηνή του ονείρου είχε μεταβληθή. Δεν ήσαν πλέον οι τρεις, και
τέταρτον πρόσωπον είχε παρουσιασθή. Αλλά το πρόσωπον τούτο δεν
παρήλθεν επί την σκηνήν άνευ προσωπείου. Ως φαίνεται, είχε λόγους
να καλύπτη την μορφήν. Δεν επεθύμει να φαίνεται τις ήτο. Το
πρόσωπον τούτο εφόρει πυκνόν πέπλον, μακρόν και ποδήρη,
μεταπλάττοντα ου μόνον την μορφήν, αλλά και το σχήμα του σώματος
και το ένδυμα. Ούτε αν ήτο ανήρ η γυνή ηδύνατο να διακρίνη ο
Μάχτος. Οποία μετημφιεσμένα όνειρα! Πόσον επεθύμει ο Μάχτος να
σχίση δι' ενός κινήματος τον πέπλον εκείνον, αλλ' ότε απεπειράθη
να κινηθή, ενόησεν ότι τα μέλη του ήσαν δέσμια, και δεν ηδύνατο ν'
ανορθωθή, ο εφιάλτης τον κατείχεν όλον και αμέριστον.
Μη δυνάμενος να ενεργήση με τας χείρας, ηναγκάσθη ο Μάχτος να
σκέπτηται πλατωνικώς, όπως και πρότερον. Διηπόρει εν εαυτώ, προς
τίνα σκοπόν το πρόσωπον τούτο επαρουσιάσθη ούτω βαθύπεπλον προ των
οφθαλμών αυτού. Εβασάνιζε τον νουν του να εύρη τι εσήμαινεν ο
πέπλος. Εβίαζε την μνήμην του να τω είπη αν είχεν ιδεί άλλοτε
πεπλοφόρους ανθρώπους. Τέλος ανεμνήσθη ότι μόνον εις τους γάμους
ήτο ενιαχού συνήθεια να στολίζωσι με τον αρνητικόν τούτον
στολισμόν τας νεαράς νύμφας, όσαι επεθύμουν να έχωσιν ασπίδα τινά
κατά των βλεμμάτων του κόσμου και να κρύπτωσι την συγκίνησιν και
την αιδώ υπό το ύφασμα. Αλλ' έμελλε λοιπόν να τελεσθή γάμος υπό
τας όψεις του, τόσον ευκόλως και προχείρως; Ο Μάχτος ησθάνθη
φρικώδη οδύνην, Μη είνε η Αϊμά; είπε καθ' εαυτόν. Την έννοιαν
ταύτην δεν ηδυνήθη να μεταβάλη εις λέξιν, την λέξιν δεν ίσχυσε να
εκφέρη εις κραυγήν, και ο πέπλος αυτομάτως έπεσε. Το βλέμμα του
νέου έπεσεν αρπακτικόν επί της μορφής εκείνης. Φρικώδες! Ήτο η
Αϊμά. Δεν ηπατήθη. Τότε ο κλοιός της γλώσσης ελύθη, ο κύφων του
σώματος διερράγη. Ο Μάχτος εξέπεμψε βρυχηθμόν λεαίνης και άμα
ώρμησεν ως σκύμνος προς το θέαμα εκείνο. Ήλπιζεν ότι ήθελε σώσει
την Αϊμάν εκ του βεβιασμένου εκείνου γάμου, διότι ως βεβιασμένον
τον ενόμιζε. Συγχρόνως ο Μάχτος αφυπνίσθη.
Ευρέθη όρθιος και είδε μόνον το σκότος της νυκτός, όπερ περιέβαλλε
πανταχόθεν αυτόν. Ούτε ανθρώπινον ον ήτο πού, ούτε συνέβη τι, ούτε
ψόφος τις ηκούετο. Ενόησεν ότι είχε καταστή παίγνιον των ονείρων.
Επανήλθεν εις την καλύβην λίαν κατηφής.
Ήναψε λύχνον και πλησιάσας σιγά εις την κλίνην, όπου εκοιμάτο
αόρατος η Αϊμά, διότι το σανίδωμα την απέκρυπτεν από των
βλεμμάτων, έτεινε το ους. Ήκουσε την ομαλήν και ηρεμαίαν αναπνοήν
της νέας, ήτις εκοιμάτο ως αρνίον. Ο Μάχτος απεμακρύνθη όλος
αιδήμων. Ησθάνθη πάλιν ευτυχίαν. Η Αϊμά ήτο εκεί και τα όνειρά του
ήσαν όνειρα. Δεν ήσαν ταύτα αξιοπιστότερα, αν και φρικώδη, ή όσον
είνε συνήθως τα μανιώδη όνειρα της ευτυχίας, άτινα οι εγρηγορότες
καθ' εκάστην ονειρεύονται.
Ο Μάχτος δεν κατεκλίθη, φοβηθείς μη και πάλιν ονειρευθή τα αυτά.
Διότι προυτίμα να ονειρεύηται χωρίς να υπνώττη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Αι οδοιπορίαι.
Την επιούσαν ο ξένος δεν ήλθεν εις την καλύβην. Ο δε Πρωτόγυφτος
ήτο όλην την ημέραν σκυθρωπός.
Ψυχρότης επήλθεν, ως φαίνεται, μεταξύ των δύο ηγαπημένων φίλων,
μετά την τελευταίαν συνδιάλεξιν. Αλλ' ο ξένος δεν εμνησικάκει
ευκόλως, και δεν έμελλε να είνε απών επί πολύν χρόνον. Την
μεθεπομένην, άμα τη ανατολή του ηλίου, ο ξένος ηυχήθη την καλήν
ημέραν εις τον Πρωτόγυφτον. Ούτος δε τον υπεδέχθη μετά
φαιδρότητος.
— Και πώς δεν σε είδαμε ψες, τω είπε· τι έγεινες; Μας εκάκιωσες;
Το σημείον τούτο της ευπροσηγορίας ήρεσεν εις τον ξένον, και
προσεπάθησε να κρύψη την χαράν του. Πριν ή απαντήση εις την
ερώτησιν του Γύφτου, απήντησεν εις εαυτόν.
— Θα τον καταφέρω, είπεν ενδομύχως, βαθύτατα, εις τον πυθμένα της
συνειδήσεώς του.
Ακολούθως απήντησε μεγαλοφώνως·
— Εψές δεν ήμουν εδώ.
— Και πού ήσουνα; ηρώτησεν ο γέρος.
— Υπήγα μ' ένα φίλον μου.
— Πού;
— Εις το ψάρευμα.
— Α, είσαι και ψαράς;
— Όχι, δι' ευχαρίστησιν μόνον.
Ο Βούγκος, όστις ήτο εις άκρον απονήρευτος, εκύτταξε κατά πρόσωπον
εις τον ξένον. Ούτος παρετήρησε το βλέμμα αυτού.
— Τι είνε, Βούγκο; τω είπε· τι με κυττάζεις;
— Τίποτε, απήντησεν ο Βούγκος, βαρυνόμενος τους πολλούς λόγους,
και μη θέλων να δυσαρεστήση τον ξένον.
Εν τούτοις ο Βούγκος εγίνωσκε μετά βεβαιότητος ότι εψεύδετο ο
ξένος. Λίαν πρωί της προτεραίας, απομακρυνθείς εκ του χαλκείου ο
Βούγκος, είχεν ιδεί τυχαίως αυτόν επί ημιόνου καθήμενον και
βαδίζοντα προς τα μεσόγεια. Ο Βούγκος δεν είπε περί τούτου λέξιν
εις ουδένα, διότι εβαρύνετο να ομιλή. Αλλ' όμως με όλην την
ευθύτητα της καρδίας του, έλεγε, τώρα καθ' εαυτόν, ότι δεν υπήρχον
δύο απαράλλακτοι άνθρωποι, αποτελούντες έν και το αυτό πρόσωπον,
ουδέ είχεν ο φίλος ούτος την παράδοξον δύναμιν του να διαιρήται
διχή, και ο μεν ήμισυς αυτού να οχήται επί ημιόνου και να οδοιπορή
κατά γην, ο δ' έτερος ήμισυς να επιβαίνη επί λέμβου και ν'
απέρχηται εις αλιείαν κατά θάλασσαν. Τούτο ο Βούγκος το ενόμιζεν
αδύνατον. Αλλ' όμως εσίγησε.
Μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο Λάκων (διότι ο ανήρ εκείνος ήτο
γηγενής, ωνομάσαμεν δε αυτόν ξένον ελλείψει άλλου ονόματος) και ο
Πρωτόγυφτος, δεν ήσαν πλέον εν τω χαλκείω. Είχον απέλθει εις
εκδρομήν. Ουδείς μάρτυς αυτήκοος υπήρχεν, ίνα μαρτυρήση τι είχε
συμβή μεταξύ των δύο. Εικάζεται όμως ότι ο Λάκων εύρε τα
ισχυρότατα των επιχειρημάτων αυτού, όπως πείση τον γέροντα
σιδηρουργόν ν' απέλθωσιν εις επίσκεψιν παρά τω Μάγω. Διότι, ως
φαίνεται, ο Πρωτόγυφτος εκ στιγμιαίας ιδιοτροπίας ή σκαιότητος
έφερε κατ' αρχάς δυσκολίας, αλλ' όμως το δέλεαρ το προσειόμενον
αυτώ υπό του ξένου ήτο ελκυστικόν. Ο Λάκων εφρόντισε να εξάρη δι'
όλης της στωμυλίας αυτού το μέγα εκείνο και μοναδικόν προτέρημα
του &Άρχοντος&, όπερ τοσούτον εξετίμα ο Γύφτος, ήτοι την
ελευθεριότητα.
Και επειδή ο Πρωτόγυφτος ηγάπα τους ελευθερίους, όσον εμίσει τους
φιλαργύρους (όσον ώφειλον να μισώσιν αι δεισειδείς το κάτοπτρον,
αν ήτο δυνατόν να πεισθώσι περί του πραγματικού της δυσμορφίας
των), διά τούτο δεν είχε λόγον όπως αποστρέφηται τον άνδρα
εκείνον, αφού μάλιστα δεν τον είχεν ακόμη γνωρίσει. Λοιπόν απήλθον
ομού εις την επίσκεψιν ταύτην. Εν τω χαλκείω ηγνοείτο πού είχε
μεταβή ο Πρωτόγυφτος. Λέγομεν ηγνοείτο, καθ' όσον δεν είχεν
αναγγείλει πού υπάγει. Αλλ' όμως υπήρχε τις όστις δεν είχεν
ανάγκην της αγγελίας ταύτης, όπως γινώσκη πού απήλθεν ο γέρων, και
ούτος ήτο ο Μάχτος. Και ότι μεν ο Μάχτος εγίνωσκε το πράγμα, τούτο
είνε σαφές. Αλλ' ίσως ώφειλε να το γνωστοποιήση και προς άλλον
τινά, και τούτο τον εβασάνιζεν. Ο νέος εν τη συνειδήσει του ουδένα
λόγον αναβολής εύρισκεν, όπως μη ανακοινώση και σήμερον προς την
Αϊμάν τους φόβους, ους έτρεφεν από τοσούτου χρόνου. Αλλ' οπόσον
επεθύμει να ήτο εύλογος η τοιαύτη αναβολή!
Η απουσία του πατρός του διήρκεσεν επί δύο ημέρας. Ο Μάχτος ήτο
εις τα βασανιστήρια, άνευ ουδεμιάς υπερβολής. Διότι ποία άλλη
βάσανος ηδύνατο να υπάρχη διά τον νέον μείζων της ηθικής βασάνου;
Αλλ' όμως εν κεφαλαίω απεφάσισεν ο Μάχτος να είπη ό,τι ώφειλεν εις
την νέαν κόρην. Εταλαιπωρείτο μόνον να εύρη τον τρόπον καθ' ον
έμελλε να προβή. Εσχεδίαζε λέξεις και φράσεις, κατεσκεύαζε
διαλόγους, προέβλεπεν ερωτήσεις, έπλαττε λύσεις αποριών. Τα πάντα
εις μάτην. Αν επρόκειτο τουλάχιστον περί επιστολής (αλλ' εγίνωσκε
γράμματα ο Μάχτος;) ηδύνατο να σχίση εκατοντάκις τον χάρτην μέχρις
ου κατασκευάση το προοίμιον, και ούτω θα εύρισκεν άψυχόν τι πράγμα
καθ' ου να εκχύση την οργήν του. Αλλά προκειμένου περί στοματικού
διαλόγου, ποίον θετικόν σχέδιον ηδύνατο να καταστρώση ο Μάχτος,
και επί τίνος πράγματος ν' ακονήση τον ζήλον του; Το προχειρότερον
καταφύγιον, όπερ εύρισκεν, ήτο να κτυπά συχνάκις την κεφαλήν του
με την πυγμήν, και ίσως δεν έπραττε κακώς, ουδ' ησθάνετο πόνον
τινά εκ τούτου. Άλλως το μαρτύριόν του ήτο άληκτον. Απεμακρύνετο
της καλύβης, και εκεί εμονολόγει, φανταζόμενος ότι ομιλεί προς την
Αϊμάν περί του προκειμένου. Εκεί τουλάχιστον δεν ηδύναντο να τον
ακούωσι. Μετά διημέρους αγώνας δεν είχε κατορθώσει ουδέ να ορίση
την πρώτην λέξιν, ην έμελλε ν' απευθύνη προς την νέαν. Έλεγε, φέρ'
ειπείν·
— Πώς ν' αρχίσω; Αϊμά, θέλω να σου πω. Όχι, &Αϊμά&, δεν πάγει. Θα
της φανή χωριάτικο. Αδελφή μου, θέλω να σου μιλήσω. Όχι, &αδελφή
μου&, δεν έρχεται καλά. Διότι δεν το συνείθιζα απ' αρχής. Και
μήπως τάχα δεν είνε αδελφή μου; είνε ψεύματα; Δεν ανετράφημεν τάχα
μαζύ; Εγώ θυμούμαι την ημέραν που μας την έφεραν εις το σπίτι μας,
και την επήραν διά παιδί τους οι γονείς μου, ήτο μικρά, πολύ
μικρά. Αυτή δεν θα το θυμάται. Εγώ ήμουν μεγάλος, θα είμαι ως τρία
τέσσερα χρόνια μεγαλήτερος απ' αυτήν. Αυτή θα με νομίζη αδελφόν
της, και έχει δίκαιον. Αδελφός της είμαι. Λοιπόν τι έλεγα; Ειμπορώ
καλά να την ονομάσω αδελφήν. Αδελφή μου, ήθελα κάτι να σου πω.
Πολύ καλά. Αδελφή μου μόνον, χωρίς το όνομα; Αδελφή μου Αϊμά, είνε
καλλίτερα. Αδελφή μου Αϊμά, θέλω να σου μιλήσω. Αδελφή μου Αϊμά, ή
Αϊμά αδελφή μου; ποίον είνε καλλίτερον από τα δύο; Κ' εγώ δεν
ειξεύρω. Δεν είνε το ίδιον; Βέβαια το ίδιον θα είνε. Αλλά διατί
μου φαίνεται πως είνε άλλο πράγμα; Ας ιδούμεν καλά, τι διαφοράν
έχουν. Κάποια διαφορά πρέπει να είνε, διότι άλλο φαίνεται το ένα,
και άλλο το δεύτερον. Αδελφή μου Αϊμά, τι θα πη; Θα πη ότι συ η
αδελφή μου λέγεσαι Αϊμά. Αυτό δεν θα πη τάχα; Βέβαια αυτό. Και
Αϊμά αδελφή μου τι θα πη; Θα πη ότι συ η Αϊμά είσαι αδελφή μου.
Χωρίς άλλο αυτό θα πη. Και διά τούτο μου φαίνεται καλλίτερον.
Διότι το άλλο, σένα, αδελφή μου, σε λέγουν Αϊμά, είνε ανόητον. Το
ξεύρω θα μου πη κ' εκείνη, το ξεύρω πως με λέγουν Αϊμά, δεν έχω
ανάγκη να μου το πης. Τότε τι θα της πω; Όσο και να σπάσω το
κεφάλι μου, δεν θα ευρώ λέξιν να της αποκριθώ. Και τότε θα φανή η
ανοησία μου, θα κοκκινίσω, θα τα χάσω, θα κοντεύση ο ανασασμός
μου, η φωνή μου θα πιασθή, και θα φανώ ανόητος. Κρίμα σ' εμένα!
Καλλίτερον, χίλια μερτικά ή καλλίτερον, είνε να την πω, Αϊμά
αδελφή μου! Αλλά σαν μου πη έξαφνα, εσύ δεν συνειθίζεις να με λες,
Αϊμά αδελφή σου. Τόσον καιρόν μ' έκραζες Αϊμά, και τώρα με λέγεις
αδελφήν σου; Τώρα λοιπόν έμαθες πως είμεθα αδελφοί, διά πρώτην
φοράν; Κεγώ, οπού επίστευα απ' αρχής πως είμεθα αδελφοί, ήμουν
απατημένη; Πρέπει να είνε ψεύματα, διότι μου το λέγεις τώρα διά
πρώτην φοράν. Τότε τι να της πω; Τότε θα της πω ότι τώρα σε
αγαπώ... (ενταύθα η φωνή του Μάχτου ελάμβανε παράδοξον ήχον,
όμοιον με στόνον ηδυπαθείας) πλειότερον παρά άλλην φοράν, και διά
τούτο σε ονομάζω Αϊμά αδελφή μου. Ειμπορώ ποτε να το πω αυτό, αφού
μόλις το είπα τώρα, και το μέτωπόν μου καίει έξαφνα; πόσον καίει!
(ο Μάχτος έφερε την χείρα εις το μέτωπον). Ειμπορώ να το πω
ενώπιόν της; Αν θυμώση; Αν λυπηθή; Αν αγριεύση; Η Αϊμά να
αγριεύση; Η Αϊμά να θυμώση; Δεν ειμπορεί να θυμώση, αλλ' ειμπορεί
να λυπηθή. Και τότε πώς θα την ικανοποιήσω; Είνε ποτε δυνατόν; Και
την ζωήν μου όλην να θυσιάσω, και το αίμα μου να χύσω, δεν ειμπορώ
να πληρώσω έν δάκρυ της. Αλλά τι λέγω; Δεν θα κάμω τίποτε. Είμαι
εις απελπισίαν. (Μετά τινων στιγμών παύσιν, καθ' ην ο Μάχτος
εστέναζε τοιούτους βαθείς στεναγμούς, οίους αι λόχμαι και αι
φάραγγες μόνον ηδύναντο ν' αντηχήσωσιν, επανελάμβανεν): Ω, θάρρος.
Δεν είνε τόσον μεγάλη απελπισία. Εδώ χρειάζεται ενέργεια. Αυτός ο
άνθρωπος έχει κακόν σκοπόν διά την Αϊμάν. Εγώ πρέπει να την σώσω.
Και ποίαν σωτηρίαν ειμπορώ να της κάμω, αφού δεν ειξεύρω τίποτε;
Δεν πειράζει, θα μάθω. Τώρα, πρέπει ν' αρχίσω να ενεργώ. Ανάγκη να
της είπω όσα ειξεύρω, και να μη τα κρύπτω. Τούτο είνε χρέος μου.
Λοιπόν θα την φωνάξω εις τον κήπον... όχι, δεν πρέπει, αυτό είνε
βάρβαρον. Δεν θα την κράξω εγώ να έλθη εις τον κήπον, θα φυλάξω
την ώραν όπου θα ευρίσκεται εκεί. Αυτό είνε το μόνον σωστόν. Το
άλλο δεν ταιριάζει. Πόσον ανόητος είμαι, συλλογίζομαι τώρα δύο
ημέραις πώς ν' αρχίσω την ομιλίαν, με ποίας λέξεις, και το
κυριώτερον είνε εις ποίον μέρος να την ευρώ, διά να της κάμω την
ομιλίαν. Εις τον κήπον, όταν θα είνε εκεί μέσα. Ναι, αυτό είνε
σωστόν. Αλλ' εις τον κήπον, την ώραν που θα ποτίζη τα λουλούδια
της, να υπάγω κ' εγώ να της κάμω ενόχλησιν; Είνε τούτο πρέπον; Θα
δυσαρεστηθή. Αλλά δεν θα υπάγω την ώραν όπου έχει εργασίαν, θα
υπάγω εις άλλην ώραν. Αλλ' όμως η Αϊμά σχεδόν όλας τας ώρας έχει
εργασίαν, δεν κάθηταί ποτε αργή. Ας είνε. Θα της ειπώ πρωτήτερα,
τι ώρα θα είνε εις τον κήπον, χωρίς να κάμνη εργασίαν, διά να
υπάγω να της ομιλήσω. Και τότε πώς θα της φανή; Θα την ξιππάσω
άδικα. Θα λέγη, τι να με θέλη ο Μάχτος, τι έχει να μου πη; Διατί
να της προξενήσω αυτήν την ανησυχίαν; Δεν είνε καλλίτερον να εμπώ
εις τον κήπον, να την χαιρετίσω και να της πω· Αδελφή μου Αϊμά,
συμπάθησέ με, παύσε μίαν στιγμήν την εργασίαν σου, έχω να σου πω
κάτι; Να παύση την εργασίαν της; Και πώς ειμπορώ εγώ να της πω να
παύση την εργασίαν της, ποίον δικαίωμα έχω; Δεν θα της φανή
βάρβαρον αυτό; Δικαίως θα κακιώση, και θα με νομίση χωριάτην, θα
ειπή μέσα της, ο Μάχτος δεν ξεύρει πώς να φέρεται, κρίμα! Και είνε
αδελφός μου. Ύστερα εγώ τι θα πω; Βλέπω ότι του κάκου σπάνω το
κεφάλι μου. Όσο συλλογίζομαι, τόσο χειρότερο το βρίσκω. Κύτταξε
πόσον είμαι πίσω από τον άλλον κόσμο! Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Να
είξευρα πως δεν ειμπορούσα να βγάλω μίαν ιδέαν, δεν θα έκαμνα
τόσον κόπον να συλλογίζωμαι, και να χτυπώ το κεφάλι μου τόσαις
ώραις. Τι να γένη, το κεφάλι δεν αλλάζει. Τώρα πρέπει να πάρω μίαν
απόφασιν. Διότι άλλως δεν ειμπορεί να γένη. Και αφού δεν ειμπορώ
τόσον καιρόν να αποφασίσω τι θα της πω, το καλλίτερον είνε να μη
συλλογίζωμαι τίποτε. Ας το αφήσω εις την τύχην. Ό,τι μου κατεβή
εκείνην την ώραν, εκείνο θα της πω.
Ο Μάχτος, λαβών τέλος την ανωτέρω απόφασιν, ηρκέσθη εις τούτο και
μόνον, δεν ηυτύχησε δε και να την εκτελέση. Την αυτήν εσπέραν ο
Πρωτόγυφτος και ο συνοδοιπόρος του επανήλθον εκ της εκδρομής των.
Η Γύφτισσα ετόλμησε να ερωτήση τον σύζυγόν της πού είχε μεταβή και
διατί δεν ανήγγειλε προς αυτήν ουδέν περί της απουσίας του.
Ο Πρωτόγυφτος ήρπασε την πρώτην πυράγραν, ην εύρε προχειροτέραν,
και τη κατέφερε πληγάς. Ο Βούγκος σπεύσας εκράτησε την χείρα του
πατρός του.
— Διατί την δέρνεις, πατέρα; είπε.
— Άφησε, Βούγκο, να βάλη γνώσι η παληόστριγλα. Χμου! Γρου!...
— Δεν την λυπάσαι, πατέρα;
— Μίαν οργυιά γλώσσα μου πετά έξω από το στόμα η πανούκλα. Γρου!
Κμρου!...
— Πατέρα, δεν σου είπε τίποτε· σε ηρώτησε πού επήγες, είπεν ο
Βούγκος. Πειράζει αυτό;
— Αυτή η λώβα θα μ' ερωτήση πού πήγα; Είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Και ποίος θέλεις να σ' ερωτήση;
— Δεν είνε δουλειά της ν' ανακατόνεται. Γρου!
— Έφυγες χωρίς να μας πης τίποτε, πατέρα, είπεν ο Βούγκος.
— Έπρεπε να πάρω θέλημα από σας; είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Δεν ειξεύραμεν πού ευρίσκεσαι.
— Ήτον ανάγκη να ξεύρετε; Εγώ πήγα εις την δουλειά μου.
Και ουδείς πλέον ετόλμησε να είπη λέξιν. Η δευτέρα απουσία του
Γύφτου διήρκεσεν άλλαις τρεις ημέραις. Και πάλιν ο Μάχτος, παρά
πάσας τας υπονοίας του δεν εθάρρησε να είπη τι εις την Αϊμάν.
Δικαιολογών δ' ενδομύχως την ατολμίαν του προσεπάθει διά της βίας
να πείση εαυτόν, ότι πας φόβος ήτο μάταιος, και αδίκως είχε
βασανισθή.
Ότε επέστρεψεν εκ της δευτέρας εκδρομής ο Πρωτόγυφτος είχε
μεταβεβλημένον το ήθος. Είδος τι υπερηφανείας αήθους έλαμπεν εις
την όψιν του, και παρείχεν έκφρασιν εις τους τραχείς αυτού
χαρακτήρας. Η ταλαίπωρος Γύφτισσα δεν ετόλμησε να τω απευθύνη
ερώτησίν τινα. Εν τούτοις ο Βούγκος εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Λάκωνα
και τω είπε·