συλλαμβάνη υποψίαν τινά. Αλλ' ουδαμού εύρε να στηρίξη ταύτην. Κατ'
αυτόν ο ξένος (αλλά πριν ή συμπληρώση την ιδέαν του ο Μάχτος
ησθάνθη παράδοξον και άγνωστον τέως αίσθημα οδύνης και
σπαραγμού)... Ο Μάχτος επεφυλάχθη και ώμοσε προς εαυτόν να
εξακριβώση το πράγμα και να βεβαιωθή. Συνεφώνησε με την συνείδησίν
του να μεταχειρισθή προς τούτο παν μέσον, διότι ησθάνετο εαυτόν
πολύ δυστυχή. Περιέμενε δε ανυπομόνως πρόσφορον στιγμήν να βάλη
εις πράξιν τα μέσα, άτινα είχε, τουτέστι την ατομικήν του
ενέργειαν.
Εσπέραν τινά, ότε το πρώτον σκότος διεχύνετο υπέρ την γην, ο
ξένος, ον από πολλών ημερών κατεσκόπευεν ο Μάχτος, ένευσε προς τον
Πρωτόγυφτον να τον ακολουθήση, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι της
καλύβης. Βαδίσαντες επί πολύ έφθασαν εις μέρος τι και εκάθισαν. Ο
Μάχτος τους παρηκολούθησεν ησύχως. Έρπων, συνέχων την αναπνοήν,
και προσπαθών να καλυφθή υπό του σκότους και να συγχέηται προς
αυτό, έφθασεν όπισθεν του βράχου εφ' ου είχον καθίσει ο ξένος και
ο Πρωτόγυφτος. Έκυψε προς την γην, έπεσεν απίστομα παρά την ρίζαν
τον βράχου και ηγωνίσθη να κρυβή υπ' αυτόν, προσκολληθείς εις το
έδαφος. Η καρδία του πάλλετε δεινώς. Ο Μάχτος είξευρεν ότι η
πράξις του ήτο κακή, αλλά δεν ηδύνατο να την παραλίπη. Είχεν
ανάγκην να μάθη τι έλεγεν εις τον πατέρα του ο ξένος. Άλλως δεν
ηδύνατο να ησυχάση.
Η υπόνοια, ην είχε συλλάβει ο Μάχτος, ας είπωμεν τούτο, ήτο
περίπου τοιαύτη. Ο νέος υπώπτευσεν ότι ο ξένος ούτος ηράτο της
Αϊμάς, και ήθελε να την νυμφευθή. Προς τούτο λοιπόν
διεπραγματεύετο με τον πατέρα του. Αλλά διατί ο Μάχτος ησθάνθη
τόσην λύπην επί τούτω; Ούτε είξευρε διατί, ούτε είχεν υποπτεύσει
πρότερον τοιούτον πράγμα, ούτε ηδύνατο να είπη ποίαν σημασίαν
είχεν. Αλλ' όμως ησθάνθη σφοδρότατον άλγος, ότε το πρώτον
εφαντάσθη το ενδεχόμενον τούτο.
Ο Μάχτος έτεινε το ους και ηκροάσθη. Οι δύο ομιληταί έλεγον προς
αλλήλους τα εξής·
— Και λέγεις να είνε αυτό; είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Τι άλλο θέλεις να είνε; απήντησεν ο ξένος.
— Δεν ειμπορώ να καταλάβω απ' αυτά, είπεν αύθις ο Γύφτος.
— Και ποίος ειμπορεί να καταλάβη;
— Είνε άλλοι οπού καταλαβαίνουν.
— Δεν βαρύνεσαι!
— Λοιπόν ουδέ συ δεν ειξεύρεις τίποτε;
— Τι ειμπορώ να ειξεύρω;
— Αφού είσαι μέσα.
— Πού μέσα;
— Μέσα στα πράγματα.
— Ε, απ' έξω απ' έξω.
— Πώς απ' έξω;
— Δεν ειξεύρω τα μυστικά.
— Διατί;
— Δεν μ' εμβάζουν μέσα.
— Λοιπόν δεν σ' εμπιστεύονται;
— Φαίνεται.
— Και δεν βλέπεις τίποτε;
— Από πού;
— Από καμμίαν τρύπαν.
— Δεν έχει τρύπαν.
— Δεν ακούεις τουλάχιστον;
— Τι ν' ακούσω;
— Τι λέγουν.
— Δεν ακούεται.
— Δεν μυρίζεσαι τον αέρα, δεν έχει τίποτε σημάδια;
— Τι σημάδια;
— Τίποτε οπού να μπορή να καταλάβη κανείς;
— Τίποτε.
— Κρίμα!
— Διατί;
— Διότι είνε καλά να ειξεύρη κανείς απ' όλα.
— Έχεις συ, μάστορη, τόσην περιέργειαν;
— Δεν λέγω.
— Αλλά τι;
— Αν ήμουν εις την θέσιν σου...
— Ε;
— Και ανεκατονόμουν μ' αυτούς τους διαβόλους...
— Καλά, ύστερα;
— Και ήμουν μέσα εις τα πράγματα, καθώς εσύ...
— Αλλά σου είπα, δεν είμαι μέσα.
— Ας είνε.
— Λοιπόν λέγε.
— Εγώ θα ήμουν μέσα, αν ήμουν εις την θέσιν σου.
— Πιστεύω.
— Και δεν θα με διέφευγεν ό,τι και αν εγίνετο.
— Ας είνε. Λέγε τώρα, τι θέλεις να πης;
— Το είπα.
— Τι είπες;
— Αυτό οπού είπα ίσα ίσα.
— Ήγουν;
— Ότι, αν ήμουν εις την θέσιν σου...
— Ε, και τι;
— Θα τα είξευρα όλα.
— Πιστεύεις;
— Και δεν θα μου διέφευγε τίποτε.
— Αλλά πώς θέλεις να το κατορθώσω εγώ αυτό;
— Δεν ειξεύρω.
— Τότε μη λέγης.
— Διαφέρει, αν ήμουν εγώ.
— Θα το κατώρθωνες;
— Βέβαια.
— Με ποίαν τέχνην;
— Δεν ειξεύρω.
— Αλλ' όμως;
— Αν ήτο τρόπος να ευρεθώ...
— Πού;
— Εις την θέσιν οπού ευρίσκεσαι.
— E, λοιπόν;
— Θα εύρισκα τότε μέσον.
— Λέγεις;
— Πιστεύω.
— Πολύ εύκολα το πιστεύεις.
— Διατί;
— Διότι απ' έξω όταν είνε κανείς ...
— Καθώς συ;
— Καθώς συ.
— Δεν εκατάλαβα.
— Μακράν των πραγμάτων,
— Ναι, αλλ' είχες ειπή ότι και συ ήσο έξω.
— Άλλο πράγμα.
— Λοιπόν;
— Λέγω, όταν είνε κανείς μακράν... Ύστερα του φαίνονται όλα εύκολα.
— Αυτό;
— Όταν όμως είνε πλησίον...
— Τότε;
— Τα βλέπει όλα ζερβοδίμιτα;
— Ζερβοδίμιτα; είπεν ο Γύφτος. Τι θα πη;
— Ζερβανάποδα, ήθελε να πω.
— Α!
— Και μάλιστα εις εσέ...
— Τι;
— Θα εφαίνοντο πλέον ζερβά και πλέον ανάποδα..
— Ε, δα.
— Παρά εις κάθε άλλον.
— Διατί αυτό;
— Διότι θα τα ενόμιζες...
— Θα τα ενόμιζα;...
— Διά μαγείαν.
— Έτσι;
— Βέβαια.
— Πώς τούτο;
— Διότι αυτό λέγουν.
— Ποίοι το λέγουν;
— Ο κόσμος.
— Ε, και θα επίστευα εγώ τούτο.
— Ίσως.
— Αλλά τότε δεν θα είχα ανάγκην να ψάξω.
— Πώς;
— Διά να βεβαιωθώ με τα μάτια μου.
— Ε;...
— Έσωνε να παραδεχθώ τι λέγει ο κόσμος.
— Και ύστερα;
— Και δεν θα εζητούσα πληροφορίας.
— Λέγεις;
— Ούτε σε θα ερωτούσα.
— Όχι δα.
— Ούτε θα έλεγα τίποτε.
— Μη δα.
— Ούτε θα επιθυμούσα να είμαι στην θέσιν σου.
— Αυτά;
— Ούτε θα σου το έλεγα.
— Αλλά τι θάκαμνες;
— Θα εκύτταζα την δουλειά μου.
— Μήπως τώρα;
— Και δεν θα έβγαζα λόγον.
— Αλλά;
— Θα εσιωπούσα.
— Ναι;
— Και θα δάγκανα την γλώσσαν μου.
— Υπομονή.
— Και θα έσφιγγα τα δόντια μου.
— Ε, δα...
— Τι;
— Και θα το έκαμνες αυτό;
— Βέβαια.
— Στο Θεό σου;
— Αλήθεια.
— Αλλά... ξέχασα...
— Τι;
— Με συγχωρείς.
— Διά ποίον πράγμα;
— Είπα, &'στό θεό σου&.
— Ε, και σαν είπες;
— Εξέχασα.
— Τι;
— Ότι σεις οι Γύφτοι δεν έχετε.
— Τι πράγμα;
— Θεόν.
— Ε δα, μη, &τζάνουμ&..
— Πώς;
— Μη το λέγης αυτό, να σε χαρώ.
— Διατί;
— Μην ακούης τι λέγει ο κόσμος.
— Λοιπόν έχετε Θεόν;
— Βέβαια.
— Τότε έσφαλα.
Και ενταύθα ο διάλογος διεκόπη. Ο Μάχτος, όστις ήτο κολλημένος
κάτω εις το έδαφος δεν ενόησε μεν ουδέν πλέον των ημετέρων
αναγνωστών εκ της ανωτέρω συνδιαλέξεως, αλλ' ησθάνθη αμέτρητον
ευτυχίαν. Ο πατήρ του και ο ξένος ωμίλουν περί άλλων πραγμάτων,
και δεν διεπραγματεύοντο περί εκδόσεως της Αϊμάς εις γάμον, όπως
είχεν υποπτεύσει ο νέος. Όθεν ανωρθώθη ηρέμα, προνοών και
φειδόμενος μη καταλάβωσιν αυτόν ωτακουστήν επ' αυτοφώρω, εβώβανε
τον κρότον των βημάτων του και απεμακρύνθη. Άλλως δε ήτο
ανυπόδητος και το βήμα του ήτο φύσει ελαφρόν, πλειότερον δε
ηδύνατο ν' ακουσθή η αναπνοή του ή τα βήματά του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Δισταγμοί.
Παρήλθον πολλαί ημέραι. Ουδέν νεώτερον επισυνέβη. Τα πράγματα
έβαινον ως το σύνηθες.
Και ο Μάχτος δεν είχεν εντελώς καθησυχάσει. Ο ξένος προσήδρευε
πάντοτ' παρά την κάμινον του χαλκείου. Και τούτο μεν, καίπερ
δυνάμενον να φανή αλλόκοτον, ουδεμίαν προυξένει ανησυχίαν. Αλλ' οι
καθημερινοί περίπατοι αυτού μετά του γέροντος Γύφτου, και αι
παρατεταμέναι κατά μόνας συνδιαλέξεις, εις ας ο Μάχτος δεν ηδύνανο
πάντοτε να ωτακουστή, δεν άφηνον τον νέον να κοιμηθή ήσυχος.
Εν τη αμηχανία του ο Μάχτος διενοήθη να είπη τι εις την Αϊμάν περί
του πράγματος. Αλλά δεν είξευρε πόθεν ν' αρχίση. Περίεργον ότι
είχε καταληφθή υπό τόσης συστολής, οίας ηγνόει αν ήτο επιδεκτικός
πρότερον. Ως να έμελλε να είπη κακόν τι προς αυτήν, τόσον εδίσταζε
και εφοβείτο. Και όμως αυτό, όπερ ήθελε να τη ανακοινώση, ήτο
τόσον επαινετόν, ώστε ουδείς λεπτολόγος ηδύνατο να τον ψέξη. Διότι
τι άλλο θα τη έλεγεν, ειμή όσας είχεν υπονοίας, ότι ο πελάτης
εκείνος είχε σκοπούς δι' αυτήν; Είχε τούτο τι το επίψογον;
Εσπέραν τινά η Αϊμά, ως συνήθως, ήτο εν τω κήπω. Ο Μάχτος είχε
κυριευθή υπό πρωτοφανούς οκνηρίας και δεν ηδύνατο να εργασθή.
Είχεν εξέλθει της καλύβης, και στηριχθείς επί του τοίχου έμενε
σύννους. Από καιρού εις καιρόν έρριπτε βλέμματα προς τον κήπον.
Έβλεπε μελαγχολικώς την Αϊμάν, ήτις επότιζε τας ρίζας των βοτάνων
της, και δεν τον παρετήρει. Είτα ο νέος ήρχισε να περιπατή
βραδέως, μεταξύ της καλύβης και του κήπου. Ίστατο κατά διαλείμματα
και πάλιν δεν απεφάσιζεν. Επανελάμβανε δε τον περίπατόν του
θλιβερώς.
Ο Μάχτος είχε κάμει απόφασιν, στερράν και αμετάτρεπτον, ως
ενόμιζε, να ομιλήση την εσπέραν εκείνην προς την Αϊμάν. Αλλά φευ!
ενόησεν ήδη ότι αι στερρόταται αποφάσεις είνε αι
δυσεκτελεστόταται. Εν τη καρδία αυτού συνέβαινε τόσον σφοδρά πάλη,
ώστε ήτο τω όντι θλιβερόν θέαμα να βλέπη τις την κατήφειαν της
μορφής του. Και όμως οι μελαγχροινοί χαρακτήρες του ήσαν όχι
άσχημοι. Ο Μάχτος ηδύνατο να φανή ανεκτός, αν μετρίως
εκαλλωπίζετο. Είχε την συμμετρίαν των χαρακτήρων και την έκφρασιν
του βλέμματος και το ήθος όπερ ονομάζουσί τινες των συγχρόνων
«συμπαθητικόν» ελλείψει άλλης λέξεως δυναμένης να εκφράση
ακριβέστερον το πράγμα. Αλλ' όμως μεθ' όλα τα φυσικά ταύτα δώρα,
την στιγμήν ταύτην εφαίνετο άσχημος, με την σκαιάν εκείνην
κατήφειαν του προσώπου. Ας φαντασθή τις πόσον ασχημότερος θα
εφαίνετο, αν δεν είχε φύσει και μίαν ακτίνα καλλονής.
Βλέπων τις αυτόν, κλίνοντα την κεφαλήν προς το στήθος,
συνεσταλμένος έχοντα τας οφρύς, μορφάζοντα κατά τας δύο άκρας του
στόματος, στενάζοντα υποκώφως, μ' εσταυρωμένας επί του στήθους τας
χείρας, με το πρόσωπον μεμελανωμένον και κάθιδρον, ημίγυμνον το
στήθος και άχαριν τον ιματισμόν, θα ήρχετο εις πειρασμόν να τω
είπη·
— Α, άσχημο λείψανο που θα κάμης, φίλε μου!
Τέλος ο Μάχτος, αφού εδίστασεν επί πολλήν έτι ώραν, εφάνη αίφνης
ότι απεφάσισε, και ώρμησε προς τον κήπον με παράφορον βήμα. Διά
της βεβιασμένης ταύτης σφοδρότητος ήθελεν, ως φαίνεται, να
εμπνεύση θάρρος εις εαυτόν. Έφθασε λοιπόν εις τον κήπον. Αλλά της
καρδίας του οι παλμοί επετάθησαν τόσον, και κατέστησαν τόσον
βίαιοι, ώστε εκινδύνευσε να λιποθυμήση. Συγχρόνως δε τω επήλθε και
ιδέα τις, ιδέα ην τω ενέπνευσεν η δειλία, υφ' ης κατείχετο.
— Ναι, έτσι είνε, είπε καθ' εαυτόν. Δεν ειξεύρω τίποτε βέβαιον.
Δεν έχω αποδείξεις ακόμα. Δεν πρέπει να της ειπώ τίποτε. Αργότερα,
όταν θα μάθω.
Και οπισθοδρόμησε. Κενόν τι έβλεπε και αυτός ότι είχεν ο
συλλογισμός του. Συνεπλήρωσε δε την ιδέαν του ως εξής·
— Όχι δεν θ' αμελήσω. Ορκίζομαι να μάθω. Θα τους ακολουθώ παντού,
θα γείνω ίσκιος τους, θα μάθω τι θέλει &αυτός&. Και όταν το μάθω,
τότε θα της το είπω.
Αφού διενοήθη ταύτα, εξήλθεν εκ του κήπου.
Εν τούτοις η Αϊμά παρετήρησε τα τελευταία κινήματα του Μάχτου, και
εστράφη προς αυτόν. Υπώπτευσεν ότι συνέβη τι.
— Τι είνε, Μάχτο; έκραξε.
Ο Μάχτος δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν.
— Τι θέλεις; επανέλαβεν η νέα.
— Τίποτε, εψέλλισεν ο Μάχτος αμηχανών.
— Τρέχει τίποτε;
— Όχι
— Διατί ήλθες και έφυγες ευθύς; επέμενεν η Αϊμά.
— Ήθελα να κόψω ένα λουλούδι, είπεν ο Μάχτος.
— Δεν κόβεις όσα θέλεις;
Και ο Μάχτος επανελθών εις τον κήπον έδρεψεν ίον τι.
— Αυτό μόνον ήτον; είπεν η νεάνις.
— Βέβαια αυτό.
— Και μ' ετρόμαξες.
— Σ' ετρόμαξα; όχι, Αϊμά.
— Πώς όχι;
— Δεν ήθελα εγώ να σε τρομάξω, Αϊμά, είπε χωρίς να εννοή τι
έλεγε.
— Διατί λοιπόν έρχεσαι έτσι έξαφνα;
— Δεν θέλω εγώ το κακό σου, Αϊμά, επανέλαβεν ο νέος.
— Το ειξεύρω, Μάχτο, οπού δεν μου θέλεις κακόν. Αλλά διατί να
γείνης παράξενος;
— Εγώ;
— Συ βέβαια.
— Εις τι απάνω;
— Έρχεσαι και φεύγεις έξαφνα, χωρίς να καλησπερίσης την αδελφήν
σου.
— Ω, ναι, έχεις δίκαιον, Αϊμά, είπεν ο νέος. Συγχώρησέ με.
Ο Μάχτος εζήτει φιλόφρονας φράσεις και δεν εύρισκε. Δεν ήτο
βεβαίως συνειθισμένος εις το να ομιλή επικαίρως, αλλ' ευτυχώς, αν
και μηδεμιάς έτυχεν ανατροφής, ήτο απηλλαγμένος και πάσης
βαναυσότητος περί την γλώσσαν. Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ην
είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ην
ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. Άλλως ήτο τόσον σκαιός και
αδέξιος, όσον και ειλικρινής, και όχι μόνον δεν ηδύνατο να είπη
ψεύδος, αλλ' ουδέ την αλήθειαν ηδύνατο να εκφράση, αν αύτη ήτο
κολακευτική προς πρόσωπόν τι. Νέος προς νέαν, αγνός προς αγνήν,
πένης προς άπορον, δεν ηδύνατο να έχη πλήμμυραν λόγων ουδέ
φιλοφρονήσεων. Την καρδίαν του μόνην είχε, και αύτη δεν ηδύνατο ν'
αναβή μέχρι των χειλέων.
Ο Μάχτος εστράφη προς την θύραν του κήπου όπως εξέλθη. Η Αϊμά τω
είπεν·
— Έκοψες λουλούδια;
— Έκοψα.
— Πού είνε;
Ο Μάχτος έδειξε το μόνον άνθος όπερ είχε δρέψει.
— Αυτό μόνον; Κόψε και άλλα.
— Δεν θέλω.
— Κόψε και άλλα, επέμεινεν η νέα.
Ο Μάχτος κύψας έδρεψεν άνθη, και απήλθεν ευτυχής. Η αφελής αύτη
εύνοια, η επιδειχθείσα προς αυτόν παρά της κόρης, τω εφάνη ως
μειδίαμα αόριστον της τύχης, προοιωνίζον ευτυχίαν. Η αρχαϊκή αύτη
λιτότης του αισθήματος, η ολιγάρκεια αύτη της επιθυμίας, ήτο λίαν
χαρακτηριστική παρά τω απαιδεύτω εκείνω νέω. Εν τούτοις δεν
παρετήρησεν ότι η νέα δεν τω έδωκεν άνθη με τας ιδίας αυτής
χείρας, αλλά τω είπε μόνον να δρέψη. Αλλά τούτο ήρκει εις αυτόν.
Του λοιπού ο νέος κατελήφθη υπό τοσαύτης αιδημοσύνης, ώστε ουδ'
ετόλμα να θεωρήση την Αϊμάν κατά πρόσωπον. Εκείνη τω ελάλει
πάντοτε κυττάζουσα αυτόν ακλινώς, ούτος εταπείνου τους οφθαλμούς
υπό το βλέμμα της. Ότε η Αϊμά είχεν εστραμμένον αλλαχόσε το
βλέμμα, τότε ο Μάχτος την εθεώρει εξ εγκαρσίων και λαθραίως.
Ησθάνετο δε ηδονήν θεωρών αυτήν ούτω. Τούτο απετέλει την δευτέραν
ευτυχίαν του Μάχτου, ευτυχίαν συνεχή και λιτωτέραν έτι και της
δρέψεως των ανθέων κατά παραγγελίαν αυτής. Περίεργον δε είνε ότι
δεν ετόλμα ουδέ ν' αποδώση τουλάχιστον φανερώς την ευτυχίαν, ην τω
επροξένει αύτη. Πριν ή ανακαλύψη το άγνωστον τούτο αίσθημα,
εγίνωσκε να εκδηλοί διά μυρίων τρόπων την στοργήν αυτού προς την
Αϊμάν. Μειδιάματα, φιλοφρονήσεις, γλυκείς λόγους, όλα δι' αυτήν τα
είχε. Τώρα όμως έπαυσε και να μειδιά και να ομιλή προς αυτήν.
Ενώπιον αυτής ήτο σύννους και κατηφής. Ότε όμως εκείνη ήτο απούσα,
αν ευρίσκετό τις όστις να είπη κακόν λόγον εναντίον της, ο Μάχτος
θα τον εφόνευε. Παρεμέριζεν ότε εκείνη διέβαινε, χωρίς να τη
απευθύνη λόγον. Κοιμωμένης εκείνης, πάσα η μέριμνα του Μάχτου
αφιερούτο εις το να προλάβη μήπως την ενοχλήση τις. Είχε δε
μεταβληθή σήμερον και η τάξις του βίου εν τη καλύβη. Επειδή όλη η
εργασία ήτο αφιερωμένη εις την μεγάλην παραγγελίαν του οψιφανούς
πελάτου, δεν εξετέλουν πλέον συχνάς εκδρομάς προς πώλησιν, ουδ'
ειργάζοντο από του μεσονυκτίου. Η εργασία ήρχιζε περί όρθρον βαθύν
και διήρκει όλην την ημέραν.
Όσον διά τον ξένον, ούτος δεν έπαυε τας εκτενείς συνδιαλέξεις με
τον Πρωτόγυφτον. Ο Μάχτος ενθυμείτο τον όρκον, ον είχεν ομόσει
όπως ανακαλύψη το σχέδιον του ξένου, αν είχε τοιούτον ως προς την
Αϊμάν, αλλ' η ατολμία αυτού ήτο πρόσκομμα. Νύκτα τινά μετά το
δείπνον ο Πρωτόγυφτος και ο ξένος εξήλθον κατά το σύνηθες. Σημεία
τινα είχον επισπάσει την προσοχήν του Μάχτου. Ο γέρος εφαίνετο
κατεχόμενος υπό λογισμού τινος και ήτο σκυθρωπός. Ο ξένος
τουναντίον ήτο φαιδρός. Ηστειεύθη με την Γύφτισσαν, προς ην έλεγεν
αηδώς χαριεντιζόμενος ότι την ερωτεύεται. Η Αϊμά δεν ήτο παρούσα.
— Αλήθεια; έλεγεν η γραία. Με αγαπάς με τα σωστά σου;
— Καλέ τι λες; Δεν το πιστεύεις;
— Και τώρα πώς να κάμωμεν; έλεγεν η γραία προτείνουσα τους δύο
οδόντας.
— Συ ευρέ τον τρόπον, μάτια μου.
— Να με άφηνεν ο γέρος μου, θα μ' έπαιρνες;
— Ακούς εκεί! φτάνει να θέλης.
— Και δεν μπορούμε να τον καταφέρωμε;
— Αυτό κεγώ προσπαθώ.
— Αλήθεια;
— Βέβαια. Δι' αυτό ομιλούμεν κάθε βράδυ.
— Κάθε βράδυ;
— Ναι. Έχω ένα μήνα οπού τον παρακαλώ.
— Δι' αυτό πηγαίνετε οι δύο σας μοναχοί και τα λέτε;
— Σωστά. Δεν το κατάλαβες;
— Πού να το καταλάβω; Και τον παρακαλείς να με αφήση;
— Με τόσα δάκρυα, είπεν ο ξένος ποιήσας χειρονομίαν.
— Και δεν τον κατάφερες ακόμη;
— Όχι. Σε θέλει.
— Τι με θέλει;
— Σε θέλει διά να ζεσταίνεται.
— Γου! έκαμεν η Γύφτισσα. Μη χειρότερα!
— Δεν με πιστεύεις;
— Αλήθεια, γέρο μου;
— Σκάσε, παληόστριγλα, είπεν ο Γύφτος. Χρου!... Γμου!..
Και ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την παιδιάν.
Και αν δεν είχε σκοπόν ο Μάχτος ν' απέλθη προς κατόπτευσιν εκείνην
την νύκτα, η περίστασις αύτη, ότι ηθέλησεν ο ξένος να μνημονεύση
των νυκτερινών συνδιαλέξεων και να δώση εις αυτάς παίζων την
ερμηνείαν εκείνην, ήθελε προκαλέσει την περιέργειαν αυτού, όθεν
ευθύς ως εξήλθον, ηγέρθη και τους ηκολούθησεν.
Οι δύο καλοί σύντροφοι δεν απήλθον μακράν. Εκάθισαν εις άλλο
μέρος, όπου εσχηματίζετο κοίλωμα μεταξύ των βράχων. Η περίστασις
αύτη ήτο ευνοϊκή προς τους σκοπούς του Μάχτου, διότι ηδύνατο να
κρυβή όπισθεν και ν' ακούη ανέτως τι έλεγον. Την δευτέραν ταύτην
φοράν δεν ησθάνετο πλέον τόσον σφοδρούς τους παλμούς της καρδίας,
όσον την πρώτην. Οι δύο ηρμοσμένοι φίλοι ωμίλουν λίαν σιγά. Τούτο
ηύξησε την περιέργειαν του νέου. Ηδυνήθη δε ν' ακούση τινά εκ της
συνδιαλέξεως.
— Ώστε είνε μαγεία χωρίς άλλο; έλεγεν ο Πρωτόγυφτος.
— Δεν είνε μαγεία, φίλε μου, είνε κάθε άλλο πράγμα. Μην πιστεύης
και συ αυτάς τας ανοησίας.
— Τι πράγμα είνε, ειπέ μου. Εγώ, ξέρεις, καλά καλά δεν τα
στοχάζομαι.
— Ο κύριός μου πιστεύει ότι ανεκάλυψε νέον Θεόν. Φαίνεται ότι ο
παλαιός εγήρασε πολύ.
— Νέον Θεόν; είπεν ο Γύφτος. Και τι είνε αυτός ο νέος Θεός;
— Έχει είδωλα και τα προσκυνεί, είπεν ο ξένος.
— Και τι πράγμα είνε αυτά τα είδωλα;
— Τα είδωλα είνε αγάλματα οπού τα προσκυνούσαν οι αρχαίοι.
— Ποίοι αρχαίοι;
— Οι Έλληνες.
— Και πώς τα επροσκυνούσαν;
— Όπως οι χριστιανοί προσκυνούν τας εικόνας, μοι φαίνεται.
— Και σαν τι πράγμα είνε αυτά τα αγάλματα; Πες μου καλά να
καταλάβω, διατί εγώ αργώ να μπω μέσα.
— Τα αγάλματα είνε κάτι μούτρα, κάτι φιγούραις πέτριναις, οπού
παριστούν τους αρχαίους θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα, και τους
άλλους δεν τους θυμούμαι.
— Λοιπόν, έχει τέτοια ο αφέντης σου και τα προσκυνεί;
— Σου το είπα. Και όχι μόνον τα προσκυνεί, αλλά τελεί και
μυστήρια.
— Τι μυστήρια;
— Τα μυστήρια είνε, πώς να σου πω; κάτι πράγματα και φερσίματα
κρυφά, οπού δεν είνε διά να τα βλέπουν ξένα μάτια.
— Και αυτήν την δουλειά κάνει ο αφέντης σου;
— Ναι. Και μαζεύει και άλλον κόσμον. Έχει μαθητάς.
— Πολλούς;
— Παραπολλούς. Και αυτοί είνε τα πρώτα ονόματα. Οι πλέον
γραμματισμένοι της χώρας. Όλοι οι άρχοντες, όλοι οι πρόκριτοι,
όλοι οι λογιώτατοι είνε με το μέρος του. Ο σκοπός του όμως είνε
πολύ μακράν διά να επιτύχη.
— Διατί;
— Διότι έχει σκοπόν να διαδώση αυτήν την θρησκείαν εις όλον το
έθνος.
— Αληθινά;
— Σωστά. Ο κύριός μου δεν χωρατεύει.
— Και αν το επιτύχη αυτό, τι θα κερδήση;
— Θα δοξασθή εις όλον τον κόσμον.
— Θα δοξασθή; Δεν το καταλαβαίνω εγώ αυτό.
— Πού να καταλάβης συ; Ημείς οι απλοί δεν εννοούμεν απ' αυτά.
Εκείνος όμως δεν έχει άλλον σκοπόν παρά την δόξαν.
— Ειπέ μου καλά να καταλάβω τι θα πη δόξα.
— Δόξα θα πη, να έχουν να κάμουν όλοι δι' όνομά σου, κ' εκείνοι
που σε γνωρίζουν κ' εκείνοι που δεν σε γνωρίζουν, και άμα σε
βλέπουν να λέγουν: &Να, ο Πρωτόγυφτος!& Δόξα θα πη να σε ξέρουν
και όσοι δεν σε είδαν, και όσοι είνε μακράν, εις άλλον τόπον. Δόξα
θα πη να σε ξεύρουν όχι μόνον οι ζωντανοί αλλά και...
— Οι πεθαμένοι, είπεν ο Γύφτος· πώς γίνεται αυτό;
— Με συγχωράς, δεν το είπα καλά. Άλλο ήθελα να πω. Ήθελα να πω να
σε ξεύρουν όχι μόνον όταν είσαι ζωντανός, αλλά και όταν θα είσαι
αποθαμένος.
— Α! είπεν ο Γύφτος. Κατάλαβα.
— Καθώς είνε εις ημάς τους μικρούς όταν σφάλωμεν, όπου δείχτουν
με το δάχτυλο και λέγουν· Να, &ο ποίσος, ο δείξος!& Όταν όμως
κάμωμεν κανένα καλόν, κανένας δεν μας λέγει ούτε καλημέρα. Έτσι
είνε εις αυτούς τους μεγάλους, είτε καλόν κάμουν είτε κακόν,
δοξάζονται.
— Δοξάζονται, επανέλαβεν ο Γύφτος· κατάλαβα...
— Κ' εγώ επίτηδες το είπα, διά να καταλάβης. Ώστε βλέπεις, ότι
αυτός ο κύριός μου δεν είνε μικρός άνθρωπος. Έχει τον διάβολον
μέσα του. Σκοπεύει μεγάλα πράγματα να κατορθώση.
— Ναι, αλλά δι' αυτό δεν μας μέλει.
— Μας μέλει διά ένα άλλο πράγμα, και υπομονή. Κάθε λόγος με την
σειράν του.
— Ακούω.
— Ο κύριός μου έχει πολλά και καλά χαρίσματα. Είνε άνθρωπος σοφός
και δεν καταδέχεται να έλθη εις τα ταπεινά. Δεν έχει τα μικρά
ελαττώματα των κοινών ανθρώπων.
— Το πιστεύω.
— Πρώτον είνε οπού δεν λέγει ποτέ ψεύματα. Δεύτερον δεν θέλει να
κάμη κακόν εις κανένα. Τρίτον κάμνει καλόν, όσον ειμπορεί.
— Αυτό;
— Βέβαια. Έπειτα δεν λυπάται ποτέ τα χρήματα. Όχι μόνον δεν τα
λυπάται, αλλά δεν τα εκτιμά ποσώς. Δεν τα βλέπει εμπροστά του ούτε
ως λιθάρια. Τα καταπατεί ως χαλίκια. Πλειότερον εκτιμάς εσύ ταις
σκωριαίς παρά εκείνος το μάλαμμα.
— Αληθινά; είπεν ο Γύφτος μετά θαυμασμού.
— Αληθινά, επανέλαβεν ο ξένος. Και είνε φυσικόν. Διότι εκείνος
δεν ειμπορεί να έχη ανάγκην από χρήματα.
— Είνε δα πολύ πλούσιος, θα πη;
— Όχι ότι είνε πλούσιος. Αλλά ειμπορεί να έχη όσα χρήματα θέλει.
— Δεν το αγροικώ αυτό τι θέλει να πη.
— Θέλει να πη ότι δεν είνε πλούσιος με δικά του χρήματα, αλλά
είνε με ξένα. Όσαις χιλιάδαις υπέρπυρα επιθυμήση, του τα στέλνουν
οι φίλοι του.
— Ποίοι φίλοι του;
— Σου είπα ότι έχει με το μέρος του όλους τους μεγάλους. Και
εκτός απ' αυτό είνε και ο ίδιος εις τον Μωρέαν άρχων. Είνε
νομοθέτης του Μωρέως. Αυτός βάζει όλους τους νόμους εις τον τόπον
αυτόν. Οπού θα πη απ' αυτόν εξαρτώνται οι νόμοι και οι προφήται.
Λοιπόν ερωτάς ύστερα πού ευρίσκει τα χρήματα; Ο κύριός μου έχει
χιλιάδαις χιλιάδων φλωρίων εις την διάθεσίν του.
— Μεγάλο πράγμα αυτό, είπεν ο Γύφτος στενάζων.
— Και δι' αυτό ο κόσμος δεν έχει άδικον να τον λέγη μάγον.
Περισσότερον από τα άλλα όλα, τούτο μου φαίνεται να τον κάμνη
μάγον. Διότι είνε άπορον πού τα ευρίσκει τα χρήματα.
— Λοιπόν είνε μάγος;
— Το είπαμεν, ότι αυτό λέγει ο κόσμος. Διότι τον βλέπουν και
κάμνει μερικά πράγματα ανεξήγητα. Καθώς τα μυστήρια, όπου σου
έλεγα. Και τι δεν λέγουν; Όλοι οι χωρικοί, αν πλησιάσουν εις
εκείνο το μέρος, κάμνουν τον σταυρόν των. Όλα τα λαδικά καταρώνται
κάθε ημέραν το όνομά του. Υπάρχουν οπού ορκίζονται ότι είδαν με τα
μάτια των φαντάσματα σιμά εις το σπήλαιον. Εις όλα τα χωρία
διηγούνται ότι ο κύριός μου υπέγραψε συμβόλαιον με τον διάβολον,
να τον υπηρετήση πιστά εις τον κόσμον αυτόν και εις τον άλλον να
πάρη την ψυχήν του. Και την υπογραφήν του ο κύριός μου την έβαλε
με το αίμα του, καθώς λέγουν.
— Με το αίμα του;
— Ναι. Τώρα τι να πιστεύσης; Το σωστόν είνε ότι δεν ομοιάζει με
τους άλλους ανθρώπους, και έχουν δίκαιον να του τα ψάλλουν αυτά.
Και ενώ, καθώς σου είπα, κακόν εις κανένα δεν έκαμε, πάλιν δεν του
θέλουν καλόν. Πού να έκαμνε και κακόν! Αλλά τον κατατρέχουν μόνον,
διότι ο τρόπος της ζωής του δεν ομοιάζει με των άλλων ανθρώπων.
Όπου να πας, δεξιά, αριστερά, παντού ο &Μάγος& ακούεις, &Ο Μάγος.&
Ο μικρός λαός τον έχει γραμμένον εις μαύρο χαρτί. Καλόν κανείς δεν
του λέγει. Όταν υπάγη το πρωί ο χωρικός εις την δουλειά του, και
κάμη τον σταυρόν του, κοντά εις τα άλλα οπού θα παρακαλέση, θα
είπη: «Γλύτωσέ με, Θεέ μου, από τον Μάγον». Όταν καθίση το
μεσημέρι να γευματίση, θα ευχηθή να μη τον μπουκώση ο Μάγος, Όταν
θα πλαγιάση την νύκτα, παρακαλεί να μην ίδη τον Μάγον εις το
όνειρόν του. Όταν εξυπνήση την αυγήν, παρακαλεί να μην απαντήση
τον Μάγον εις τον δρόμον και του φέρη δυστυχίαν. Εάν είνε καμμία
γυνή έγκυος, εύχεται να μην ομοιάση με τον Μάγον το παιδί που θα
κάμη. Αν είνε γάμος ή βάπτισις, ο σύντεκνος και οι προσκαλεσμένοι
εύχονται να μη κάμη κακόν ο Μάγος εις τους νεονύμφους ή εις τον
νεοφώτιστον. Αν είνε κανείς διά τον άλλον κόσμον και ψυχομαχή,
εξορκίζουν με ευχάς και με θυμιάματα τον Μάγον, να μη τυχόν
εμποδίση με την αόρατο παρουσίαν του τον μισοπεθαμένον, και δεν
υπάγη κατευόδιον εις τον κάτω κόσμον. Τέλος αν βήξη κανείς ή
πταρνισθή, ο πρώτος λόγος του άλλον οπού θα τύχη εκεί, δεν είνε το
να ευχηθή υγείαν εις εκείνον που πταρνίζεται, αλλά «εξορκίζω σε,
Μάγε». Και έτσι νομίζει ότι εξοφλεί από κάθε εναντίον.
Ο Γύφτος ήκουε χωρίς να ομιλή. Ο ξένος επανέλαβε μετά μικράν
παύσιν·
— Σε βεβαιόνω, τον λυπούμαι καμμίαν φοράν τον δυστυχή τον κύριόν
μου, δι' αυτά που υποφέρει αδίκως. Ενώ είνε τόσον καλός! Και έχει
τόσα χαρίσματα!
— Κ' εγώ τον λυπούμαι, είπε ψυχρώς ο Γύφτος, ως να έλεγε· Μοι
είνε αδιάφορον.
— Και δικαίως. Διότι είνε πολύ φιλάνθρωπος.
— Σωστά, είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Και δεν λυπάται τα χρήματα, ούτε ως άμμον.
— Το μεγαλείτερο αυτό είνε, είπεν ο Γύφτος, και ηκούσθη ο κρότος
της γλώσσης επί των χειλέων του.
— Και ειμπορεί να δώση πολλά, να κάμη έναν άνθρωπον πλούσιον διά
το τίποτε.
— Διά το τίποτε; αντήχησεν ο λάρυγξ του Γύφτου.
— Με μικράς υπηρεσίας και εκδουλεύσεις.
— Τι εκδουλεύσεις; ηρώτησε μετά μεγίστης περιεργείας ο
Πρωτόγυφτος.
— Εκδουλεύσεις φιλικάς. Και όχι δυσκόλους. Ο κύριός μου ο
ταλαίπωρος έχει καϋμόν, διότι ο κόσμος ο μικρός δεν του θέλει το
καλόν του. Είνε αληθές ότι οι μεγάλοι είνε όλοι φίλοι του. Αλλά
φαίνεται ότι αηδίασε πλέον να έχη όλο με μεγάλους να κάμη. Έπειτα
δε τους έχει πάντοτε προθύμους εις την συναναστροφήν του.
Ευρίσκεται αναγκασμένος να ζη πάντοτε εις την μοναξίαν, ένεκα οπού
κανείς από τους γείτονας δεν θέλει να ζυγώση εις το σπήλαιον, και
επιθυμεί την κοινωνίαν των ανθρώπων.
— Πρωτήτερα μου τον εψήλωσες πολύ, παρετήρησεν ο Γύφτος· τώρα
άρχισες να τον κατεβάζης ολίγο παρακάτω.
— Είνε σωστόν, αλλά έτσι είνε τα πράγματα του κόσμου, είπεν ο
ξένος φιλοσοφικώς. Εγώ τα έμαθα αυτά από τον κύριόν μου και δεν
ξιππάζομαι. Όσον υψηλά και αν είνε κανείς, δεν ειμπορεί να έβγη
έξω από την ανθρωπίνην φύσιν, ουδέ είνε ευχαριστημένος να ζη
μοναχός του ως αγριόχοιρος. Η ψυχή του ανθρώπου αισθάνεται βαθύ
σκότος και ερημίαν, όταν όλοι τον εγκαταλείπουν και ζη πάντοτε
μόνος του. Κρίνε το από τον εαυτόν σου, αν θέλης.
— Δεν στοχάζομαι καλά, αλλ' έτσι πρέπει να είνε, απήντησεν ο
Γύφτος.
— Λοιπόν βαρύνεται κανείς τον κόσμον αυτόν. Ποίος ειξεύρει πόσας
κρυφάς και βαθείας πληγάς θα έχη ο καϋμένος ο κύριός μου, και
πόσον θα πονή μέσα του.
— Και αυτό γίνεται.