Πίσω στον Παρθενώνα είταν ίσκιος και στον ίσκιο μέσα κάθουνταν οι

αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Παρμενίδης ο Ελαιάτης, ο Εμπεδοκλής, ο

Ξενοφάνης. Λίγο λίγο προχωρούσαν• ο ήλιος όξω είχε τόση δύναμη, τόσο

φως, που το μέρος εκείνο φαίνουνταν ακόμη πιο μάβρο• έμοιαζε σα να

είταν κανένα βαθύ βαθύ σκοτάδι• έλεγες πως έβγαιναν οι φιλόσοφοι μέσα

από κανένα χάος και πως πίσω τους είχανε νύχτα και καταχνιά. Όσο

πρόβαιναν όμως, τόσο πιώτερο έλαμπε, τόσο πιώτερο γέμιζε αχτίδες το

πρόσωπό τους. Ο Ηράκλειτος μιλούσε για τα ποτάμια που τρέχουν και για

τον κόσμο που σαν ποτάμι περνά. Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του

κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψη και δίδασκε πως όλα

ξαναγεννιούνται. Για τούτο χαίρουνταν και γελούσε. Ο Αναξαγόρας τους

κοίταζε κ' έλεγε πως χρειάζεται Νους για να στρώση τον κόσμο, για να

συγυρίση τη φύση, για να ξεχωρίση τάτομα και να ζωντανέψη την ύλη. Με

πόση διάνοια, με πόση κρίση και γνώση, πρώτοι τους εκείνοι, όταν

ακόμη σώπαιναν οι γλώσσες και τα κεφάλια, κατάλαβαν την ύπαρξη και τη

φύση, είδαν πως μια και μόνη αρχή, ένας γενικός νόμος κυβερνά τον

Κόσμο, πως ο ουρανός κ' η γις, πως όλα τα φαινόμενα που βλέπεις είναι

το ίδιο πράμα και μέσα τους έχουν ένα σύστημα μοναδικό που ενώνει το

καθετίς το ένα με τάλλο. Πολύ πιο σοφοί, πολύ πιο μεγάλοι στάθηκαν

εκείνοι κι από το Σωκράτη κι από τους άλλους. Κουβέντιαζαν κρυφά

κρυφά αναμεταξύ τους και δεν μπορούσες ν’ ακούσης τι έλεγαν. Κοντά

στους φιλοσόφους και λίγο πιο πίσω, γιατί έμοιαζαν ακόμη πιο παλιοί,

στέκουνταν ένα σωρό τραγουδιστάδες. Ανέβαιναν και κείνοι στην

Ακρόπολη. Έρχουνταν από την Αιολίδα κ' είχαν περάσει κάμποσα χρόνια

στην Ιωνία. Διγούνταν παραμύθια του λαού κι αθάνατες ιστορίες. Είχαν

όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα, Όμηρος. Ένας όμως που

έμοιαζε σα λοχαγός, περπατούσε μπροστά, έκρυφτε τους άλλους με τη

μεγάλη του ράχη, με τωραίο του το κεφάλι και τους περιμάζωνε πίσω του

με τρόπο που δεν τους έβλεπες πια και που φαίνουνταν ο μόνος Όμηρος

εκείνος να είναι. Οι φιλόσοφοι κ' οι τραγουδιστάδες είχαν ομιλίες.

Έλεγαν οι φιλόσοφοι• — « Ο νους του αθρώπου είταν κοιμισμένος• πρώτοι

του δώσαμε ζωή. Φιλοσοφία δεν ήξερε και του μάθαμε φιλοσοφία.» —

Έλεγαν οι τραγουδιστάδες• — « Η φαντασία του αθρώπου είταν

κοιμισμένη• πρώτοι της δώσαμε ζωή. Ποίηση δεν ήξερε και του μάθαμε

ποίηση.» Αθάνατα λόγια! Αθάνατος ο λαός που μπόρεσε μια μέρα να τα

πη!

Τι να σας τα πολυλογώ; Τι να περάσω έναν έναν όσους απάντησα στην

Ακρόπολη; Όλες οι δόξες της Ελλάδας βρίσκουνταν εκειπέρα• άκουσα και

τον Ησίοδο να παραπονιέται γλυκά για τον αδερφό του, και να βάζη μέσα

στον κατάλογό του τους ολύμπιους θεούς και τους ηρώους• τον

Ιππώναχτα, τον Αρχίλοχο που σκότωναν άθρωπο μ' ένα τους στίχο• τον

Αλκαίο, τον καλό σοβαρό και φρόνιμο Ανακρέοντα, την αθάνατη Σαφώ που

έμοιαζε φλόγα• τον Αλκμάνα, τον Ίβυκο, το Στησίχορο το γενναίο, το

θρήσκο Σιμωνίδη τον Κείο. Κάπου κάπου έβλεπα και κάτι σκιές,

κατάχλωμες και σα μισοσβισμένες που περπατούσαν κάτω μακριά, τον

Ορφέα, το Λίνο, το Μουσαίο• μέσα σ' αφτές τις σκιές βρίσκουνταν κι

άλλες δυο• ίσως είταν ο Πυθαγόρας η μια κι ο Λυκούργος της Σπάρτης η

άλλη. Όσοι στέκουνταν μπροστά στον Παρθενώνα φαίνουνταν πολύ

καλήτερα. Είδα τον Ισοκράτη, που όλο διώρθωνε τα γραψίματά του, το

Λυσία, τον Υπερίδη, το Λυκούργο, τους δέκα ρητόρους, τους σοφιστάδες,

το Μέναντρο και τους κωμικούς, το σοφό τον Επίκουρο, τον Παναίτιο,

τον Ποσειδώνιο, το Ζήνωνα και τους άλλους φιλοσόφους. Είταν κι ο

Πλούταρχος εκεί, με πρόσωπο γελαστό, κοντούτσικος, με παχούτσικα

μάγουλα και γενναία όψη• είταν κι ο Λουκιανός ο παιχνιδιάρης•

πολεμούσαν του κάκου κ' οι δυο τους νανεβούν ίσια με τον Παρθενώνα.

Είταν άλλοι πολλοί, μα πού να τους θυμηθώ; Μόνο το Θεόκριτο δεν είδα•

οι αρχαίοι δεν τον ήθελαν πλάγι τους και του έλεγαν πως είναι μαϊμού.

Μαζί με τους Αλεξαντρινούς τον είχανε μέσα στο Μουσείο.

Οι αρχαίοι περπατούσαν, κάθουνταν, πήγαιναν εδώ και κει, έπιαναν

κουβέντες, γελούσαν και φιλοσοφούσαν. Παρατήρησα όμως που πάντα

γύριζαν τη ράχη τους στο Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πολύ μ' αρέσουν οι

αρχαίοι! Παρατήρησα κι άλλο ένα• οι αρχαίοι δε μιλούσαν αρχαία,

μιλούσαν τα ρωμαίικα. Οι αρχαίοι πήραν τον ίδιο δρόμο που πήρε κ' η

γλώσσα τους• κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια και κάθε

αιώνα λίγο λίγο μεταμορφώνουνταν η γλώσσα τους• όσο περνούσε ο

καιρός, τόσο πιώτερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. Οι αρχαίοι, που

έζησαν και κείνοι μαζί με τη γλώσσα, αφού και τώρα τους έβλεπα ακόμη

στην Ακρόπολη, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν οι ίδιοι, μίλησαν τη

δημοτική• — «Άλλαξαν οι καιροί, μ' έλεγαν, αλλάξαμε και μεις. Μοναχό

του έγινε το πράμα, απλά και φυσικά. Χίλιες φορές αλλάξαμε γλώσσα κι

άλλη δουλειά δεν κάμναμε. Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που

μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας

είταν πάντα να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας και για τούτο

είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. Αν έπρεπε να μιλούμε σήμερα

απαράλλαχτα και σωστά σαν που μιλούσαμε τότες, ποιος θα μας

καταλάβαινε; ίσως δυο τρεις φιλόλογοι στην Εβρώπη• στην Ελλάδα βέβαια

μήτε μισός φιλόλογος δε θάννοιωθε τι λέμε. Τα ξεχάσαμε κι όλας.

Βλέπουμε μάλιστα που σήμερα ξέρουν τη γλώσσα μας στην Εβρώπη πολύ πιο

καλά παρά που την ξέραμε στα χρόνια μας. Βρίσκουν ένα σωρό πράματα

που μήτε είχαμε ιδέα• ετυμολογούν τις λέξες που συνηθίζαμε καθημερνά,

χωρίς να φανταστούμε που είχαν καμιά συγγένεια μ' άλλες γλώσσες και

που τις ίδιες ρίζες μπορείς ναπαντήσης στα σασκρίτικα και σε πολλές

άλλες γλώσσες. (Είταν τόντις προκομμένοι οι αρχαίοι• να που ήξεραν

και σασκρίτικα!). Μόλον τούτο δεν είπαμε ποτές τη γλώσσα μας βάρβαρη.

Σήμερα στην Ελλάδα, όσο μπορέσαμε να καταλάβουμε, όποιος δεν ξέρει να

ετυμολογήση μια λέξη ή να ξηγήση έναν τύπο, δεν πάει να μάθη στο

σκολειό, μόνο θα πη τη λέξη βάρβαρη και βάρβαρο τον τύπο, γιατί

νομίζει πως ό τι εκείνος δεν ξέρει, δεν μπορεί και να είναι σωστό.»

Αναστέναζαν οι αρχαίοι και παραπονιούνταν• — «Αχ! παιδί μου, να

ήξερες τι σκοτούρες που μας έδωσε η γλώσσα μας! Όταν αρχίσαμε να

γράφουμε, είχαμε κάμποσες δυσκολίες. Η γλώσσα μας μορφωμένη δεν είταν

ακόμη. Ρώτα τον Πλάτωνα να στο πη• για να φτάξη η γλώσσα του ομηρικού

στίχου στην αττική φράση, για να γίνη η ομηρική γλώσσα ό τι έγινε

κατόπι στον καιρό της χρυσής μας εποχής, χρειάστηκε δουλειά και

κόπος. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να κάμουμε τη γλώσσα μας κάτι να είναι

και να φαίνεται. Τώρα που το κατωρθώσαμε, μας βγήκε άλλος μπελάς στο

κεφάλι• μας έβαλαν την καθαρέβουσα στη ράχη. Πρέπει να τη φορτωθούμε,

σα να είταν τάχατις γλώσσα δική μας, σα να είταν παιδί μας και σα να

την είχαμε κάμει ποτές.»

Κάποτες θύμωναν οι αρχαίοι• — « Η καθαρέβουσα! Είναι άξιοι να κάμουν

τον κόσμο να πιστέψη πως τόντις μπορέσαμε να μιλήσουμε τέτοια βάρβαρη

γλώσσα! Πάντα μιλήσαμε τη γλώσσα του καιρού που ζούσαμε. Αλλιώς πώς

θα είτανε δυνατό να σωθούν οι ραψωδίες αφτωνών που βλέπεις εκειπέρα,

πίσω στον Παρθενώνα; Α δεν είταν του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο

λαός; πώς θα την ήξερε; Πώς θα πήγαιναν οι Αθηναίοι στα θέατρα

νακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα το κατώρθωνε ο

Δημοστένης να βάλη φωτιά σ' όλη την Ελλάδα; Ποιος θάδινε προσοχή στα

λόγια του Δημοστένη, αν ο καθένας δεν είταν άξιος να τα καταλάβη;»

Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! φρόνιμα μιλούσαν. Οι αρχαίοι

κάπου κάπου άνοιγαν το στόμα κι απορούσανε σαν τα παιδιά. Έβλεπαν

κάθε μέρα στην Ακρόπολη Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και δεν ήξεραν

καλά καλά τι λογής αθρώποι είταν. Άξαφνα με ρώτηξαν• — « Τι πράματα

είναι τούτοι με τα ψηλά καπέλλα και τα κοντά τα ρούχα; Τώρα που σ’

ήβραμε, για πες μας λιγάκι.» — « Αφτοί, τους κάμνω γω, είναι ξένοι.

Λέγουνται Γκέτες, Σαικσπείρος και Βολταίρος. Καλοί μου προγόνοι,

βλέπετε που δεν έχουν ελληνικά ονόματα• σαν που συνηθίζατε να λέτε

στον καιρό σας, είναι βάρβαροι.» — «Βάρβαροι! σώπα, παιδί! Αν είναι

αφτοί που λες, τους ξέρουμε γιατί κουβεντιάζουμε συχνά μαζί στους

ηλύσιους κάμπους• εκεί κάτω, φορούνε χιτώνα σαν και μας• για τούτο

δεν τους γνωρίσαμε τώρα με τα φωκόλα. Μη λες βαρβάρους τέτοιους

άντρες• είναι δικοί μας. Ό τι κάμαμε στα χρόνια μας, τόκαμαν εκείνοι

στα δικά τους. Είναι ίσια με μας και μη σε μέλη.» — « Έλεγα μόνο...,

προσπάθησα να το διορθώσω, γιατί δεν έγραψαν τη γλώσσα σας και μόνο

με τη γλώσσα την αρχαία νόμιζα που μπορούσε κανείς να γράψη αθρωπινά.

Ο Σαικσπείρος τουλάχιστο μεταφράστηκε.» Είδα που ο λόγος μου δεν τους

άρεσε. Σιγά σιγά μουρμούριζαν• — « Την αλήθεια, την αλήθεια, παιδί

μου!» Δεν είπα πια γρυ• μόνο, για να μην τα χαλάσουμε, που τα

πηγαίναμε τόσο καλά, έπιασα τα γόνατά τους σαν τον ικέτη• έπειτα πήγα

να κάτσω χαμηλά χαμηλά κατά γης, να τους κοιτάζω.

Τους έβλεπα τώρα συλλογισμένους• δεν περπατούσαν πια. Είχαν τα μάτια

τους κάτω στην πόλη και πρόσμεναν. Άλλο στην Ακρόπολη δεν ακούγουνταν

παρά σιωπή. Μ' έπαιρνε ύπνος και κόντεβα να κοιμηθώ. Με ξύπνησε

άξαφνα η φωνή τους• — « Για να σου πω! Οι _ομογενείς_ τι φτειάνουν

εκεί κάτω;» — Έκαμνα τον πεθαμμένο και μιλιά δεν έβγαζα από το στόμα

μου•― « Μπας και βουβάθηκες, που δε λες τίποτις» με κάμνει ο

Αριστοφάνης. — «Μπαμπάκα μου, του λέω, οι απόγονοι σας, όταν

πολεμούν, είναι θεριά και δεν είναι άθρωπος στον κόσμο να βγη μ'

αφτούς• όταν πιάσουν κοντύλι να γράψουν,... τότες... τότες... είναι

και τότες θεριά.» Χαμωγέλασαν οι αρχαίοι με πολλή καλοσύνη•

— «Είσαι ακόμη παιδί και δεν έμαθες να φαίνεσαι μεγαλόκαρδος με τους

αθρώπους. Το παραμικρό λάθος, δεν το συχωρνάς και κανένα δε σε

ξεφέβγει. Ίσως πάλε γνωρίζεις τόσο καλά τα λαττώματα του Γραικού,

γιατί τάχεις εσύ ο ίδιος• αφού κατατρέχεις τόσο πολύ μερικές του

ιδέες, θα πη που τις είχες πρώτα και συ. Εμείς, είμαστε γέροι•

κρίνουμε πιο ήσυχα, πιο σωστά. Με μιας η Ρώμη δεν έγινε Ρώμη, έλεγαν

οι γειτόνοι μας. Κάθε πράμα θέλει καιρό. Μη φοβάσαι• οι δασκάλοι

αιώνιοι δεν είναι και θα τελειώση μια μέρα το κακό. Να τους λες

_περαστικά!_ όταν τους ακούς. Τι τάχατις; Νομίζεις που και μεις δεν

έχουμε την έννοια σας; Όλα θα τα σιάξη ο καιρός. Εδώ που μας βλέπεις,

ερχούμαστε συχνά και κοιτάζουμε κάτω να διούμε αν άξαφνα δε φανή

κανένας που να μοιάζη τους ξένους εκείνους, που να μοιάζη και μας.

Κάπου κλαίμε που δεν έρχεται κανείς. Ο Εβριπίδης, με τη μελαχολική

του ψυχή παρηγοριά δεν έχει. Ποιος θα μας μιμηθή μια μέρα; Ό τι

κάμαμε στον καιρό μας, ποιος θα το ξανακάμη στο δικό σας; Ποιος θα

μιλήση γλώσσα ζωντανή σαν τη γλώσσα που μιλούμε σήμερα και μεις οι

ίδιοι, για να μη φαίνεται πως κόπηκε η σειρά και που δεν υπάρχει πια

ελληνική φιλολογία;

Ίσως πάλε φταίμε μεις, που δεν έγινε τίποτις ίσια με τώρα. Ξέρεις τι

θα πη, ένας λαός να μας έχη προγόνους; Ξέρεις τι βάρος είμαστε; Για

κοίταξε την Ακρόπολη καλά• στέκεται ίσια ίσια απάνω στην Αθήνα, σα να

είναι έτοιμη να πέση απάνω της να την πλακώση. Τέτοια τύχη έχουν κ'

οι δικοί μας• η αρχαία δόξα όλο πάει να τους πλακώση. Τα καημένα μας

τα παιδιά! Να τα λυπάσαι και να ταγαπάς! Ό τι μπορούν το κάμνουν. Όλο

γράφουνε μέρα νύχτα. Διές ο Θανάσης πόσο κοπιάζει! Διές το

Μαστρογιάννη πόσο ιδρώνει! μούσκεψε και το χαρτί που γράφει. Είναι

φυσικό να μας μιμούνται και να θαρρούν πως το κατορθώνουν, κλέφτοντας

τη μια λέξη και την άλλη. Είναι αλήθεια που δεν κλέφταμε τίποτις

εμείς κ' έτσι δε μας μιμούνται σωστά. Τι να γίνη; Κάμνουν τους

άντρες, σαν τα παιδάκια που παίζουν και τους διασκεδάζει το παιχνίδι.

Μας διασκεδάζει και μας. Όλο να χολοσκάνη κανείς δεν αξίζει! Θα το

μάθης και συ κατόπι, άμα γεράσης. Βάλε που είμαστε και πεθαμμένοι.

Δεν έχεις ιδέα τι βαρετό, τι μονότονο πράμα που είναι ο θάνατος! Όσο

μπορεί κανείς, πρέπει να παίρνη το θάνατο λαφριά. Η καθαρέβουσα έχει

τα καλά της• να διής που κάπου κάπου, όταν τύχη και μας πιάση

σταναχώρια, τη φέρνουμε απάνω στην Ακρόπολη και περνούμε λαμπρά.»

Αλήθεια, μόλις το είπαν κ' ήρθε τρεχάτα ίσια με το μέρος που κάθουνταν

οι αρχαίοι, ένα παιδί ασπροντυμένο• έφερνε μέσα στην ποδιά του ένα

σωρό φημερίδες και βιβλία• από πίσω του έρχουνταν όσοι είχανε γράψει

τα βιβλία κι όσοι γέμιζαν κάθε μέρα τα δημόσια φύλλα. Βρέθηκα και γω

μέσα σ' αφτούς. Τότες είδα μια ομηρική σκηνή. Αμέσως κατέβηκαν από

τον Παρθενώνα τους οι αρχαίοι κ' έκατσαν όλοι με την αράδα στου

Διόνυσου το θέατρο. Με φάνηκαν πιο μεγάλοι, πιο αρχαίοι παρά ποτές•

έλεγα πως έβλεπα τους τρομερούς θεούς στον Όλυμπο καθισμένους. Έβαζαν

τον καθένα να διαβάση όσα είχε γραμμένα ή σε βιβλίο ή μέσα σε καμιά

φημερίδα. Φαίνεται πως τέτοια συνήθεια είχαν οι αρχαίοι και πως μια

φορά το χρόνο έφερναν τους ομογενείς στο Διονύσιο που δε βρίσκεται

τόσο ψηλά και που δε μοιάζει να είναι τόσο αρχαίο σαν τον Παρθενώνα.

Έβγαινε στη μέση ο καθένας με το βιβλίο στο χέρι, κι αρχινούσε να

διαβάζη• τι να κάμης όταν τέτοιοι αθρώποι σε προστάζουν; Άμα πέρασε

το πρώτο του κατεβατό ο πρώτος που έπρεπε να διαβάση, τους άκουσα και

πάτησαν ένα γέλοιο, που κόντεψε τόντις η Ακρόπολη να πλακώση την

Αθήνα. Τα χρειάστηκα κ' έφυγα μάνη μάνη, να μη με βάλουν και μένα στη

μέση• είναι ώρες που πολύ πολύ δε μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! Νόμιζα πως

έβλεπα, στον Όλυμπο απάνω, τους αθάνατους θεούς να ξεκαρδίζουνται από

τα γέλοια, όσο τους κερνούσε κουτσαίνοντας ο Ήφαιστος.

ΚΓ'.

Λόγος.

Όταν κατέβηκα στην Αθήνα, έμαθα κάμποσα πράματα που δεν ήξερα• κάπου

χαίρουμουν, κάπου λυπούμουν. Ο Κομπέτος είχε παραιτηθή κι ο Κόντος

δεν έβρισκε πια τι να γράψη• ο Χωριατάκης έγραφε βρισιές. Οι

δασκάλοι, όλοι μαζί, μιμούνταν τους αρχαίους, μάλιστα τον Αριστοφάνη,

και για τούτο φώναζαν όλη ώρα• Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ. Οι Αθηναίοι ήθελαν

Ακαδημία και γύρεβαν Ακαδημαϊκούς. Οι κωμωδίες και τα δράματα

πλήθαιναν κάθε μέρα• είτανε λόγος να χτίσουν το θέατρο με χαρτί αντίς

πέτρες. Ένας νέος Κοντιστής είχε κάμει έναν τόμο αλάκαιρο επί Κόντου•

σκάλιζε στους αρχαίους για να μάθη αν οι Αττικοί γνώριζαν τόνομα

Κόντος κι αν πρέπει να τονίζουμε σήμερα Κόντος ή Κοντός. Οι femmes

savantes — αι κομψευόμεναι γυναίκαι (δε μ' αρέσει η ονομαστική

πληθυντική _γυναίκες_• είναι πάρα πολύ χυδαία• ο καθένας την έχει και

τη λέει) — αι κομψευόμεναι γυναίκαι ζούσαν και βασίλεβαν. Ο Μολιέρος

τις είχε ξεπαστρέψει μόνο στη Γαλλία. Στη Γαλλία κατάντησε όλος ο

κόσμος να τις παίρνη στο ψιλό. Δόξα σοι ο θεός, σώζουνται ακόμη στην

Ελλάδα• στην Ελλάδα όλος ο κόσμος τις δοξάζει. Ένα μόνο σε συβουλέβω,

όταν τύχη και σ' αραδιάσουν ελληνικούρες, να μην τις διακόψης.

Με τους τόπους αλλάζουν οι συνήθειες, αλλάζει κ' η γνώμη. Φανταστήτε

τώρα, στη Γαλλία, καμιά σκολαστική γυναίκα να κάθεται να λέη• _η χιών

τήκεται_, αντίς _λειώνει το χιόνι_, ή τα _τούβλα_ να τα πη

_πλίνθους_. Δεν είναι της μόδας και δεν ταιριάζει. Στην Αθήνα και

στην Πόλη, όσο πιο σκολαστική, τόσο πιο παινεμένη. Τα κάτω κάτω, δε

θέλω να κακολογώ τις γυναίκες. Στην Αθήνα και στην Πόλη τις είδα

πάντα γεμάτες ομορφιά και χάρη. Να σας πω όλη την αλήθεια, τις

φοβούμαι κι όλας. Αλλοίμονο, αν πέσω στη γλώσσα τους. Μάλιστα θα τα

πιθυμούσα πολύ να τις έχω μαζί μου• χωρίς τη γυναίκα, δε γίνεται καλή

γλώσσα• η μάννα τη μαθαίνει του παιδιού της, και ταθάνατα έργα, τα

έργα που δώσανε στους λαούς εθνική γλώσσα και φιλολογία, γράφηκαν

πάντα, στη νέα μας την Εβρώπη, για να τα διαβάση καμιά γυναίκα.

Έπρεπε τόντις οι γυναίκες να είναι μαζί μας• θα είταν πια γενναίο —

_ήθελε είσθαι πλέον ιπποτικόν, ως έπος ειπείν_ — αν οι γυναίκες μας

διαφέντεβαν, αντίς να μας κατατρέχουν, αφού το κάτω κάτω εμείς

είμαστε οι λίγοι κι ως τόσο τολμούμε. Έπρεπε να τις αρέση το θάρρος

κι ο πατριωτισμός. Και τι; Θα πιάσουν τώρα να μιλούν αρχαία; Θα

γράφουν του αντρός των• — « Αππαπαί! ατταταιάξ! πότ' ουν, πότε

ελεύση, ώ 'ναξ, πεσών εις τας εμάς αγκάλας;» Θα φωνάζουν του μωρού

τους• — « Τω μαστώ επέχω σοι, βρέφος• συ δε έλξον κατασιωπήσαν»; ή θα

λεν κάθε τόσο _φιλώ_, όπου είναι να πουν _αγαπώ_; ή θα _συμβιβάζουν_

και κείνες, για να μας τα μπερδέψουν όλα και να βάλουν την αρχαία με

τη νέα μαζί; ή θα μαθαίνουν την άνοστη, τη βάρβαρη την καθαρέβουσα

που τίποτις δεν είναι και που νόημα δεν έχει; Αχ! οι γυναίκες μπορούν

το έθνος να σώσουν και δεν το κατάλαβαν. Ας καταλάβουν τουλάχιστο

ποιο είναι το συφέρο τους, με τι τρόπο θα φαντάξουν καλήτερα και πώς

θα μας αρέσουν παραπάνω. Η γυναίκα θέλει αφέλεια κι απλότητα• αφτά

είναι ταληθινά της στολίδια. Η δασκάλισσα δεν μπορεί νάχη, ό τι κι αν

κάμη, της αγράμματης τη νοστιμάδα. Μια χωριανή, με τη φυσική της

χάρη, πάντα πιώτερο θα σε μαγέψη παρά η πολίτισσα που κορακίζει. Στη

γλώσσα, δε χρειάζεται κερατσισιά. Ας μην είναι κι αγράμματες, σα δε

θέλουν• ας μάθουν τη δύσκολη τέχνη να φαίνουνται πως δεν ξέρουν και

μας φτάνει, γιατί δεν ταιριάζουν ελληνικούρες στα κοραλλένια χείλια

τα γυναικήσια.

Ας έχουμε καλές ελπίδες. Όλα διορθώνουνται με τον καιρό. Ο κόσμος

κυβερνιέται με των αθρώπων τη γνώμη. Των αθρώπων η γνώμη αλλάζει κάθε

ώρα. Είναι σαν τις φορεσιές• πότε αρέσει η μια, πότε η άλλη. Ένα

πράμα που το νομίζαμε πρώτα κακό, άξαφνα μας φαίνεται καλό, κ' ένα

άλλο που φαίνουνταν πέρσι καλό, το λέμε κακό του χρόνου. Συχνά

μάλιστα τυχαίνει σήμερα να βρίζουμε όσα λατρέβαμε χτες. Έτσι και με

τη γλώσσα• είναι μόδα. Οι δασκάλοι παν και λεν που οι γλώσσες δεν

αλλάζουν. Έπρεπε πρώτα να μας βεβαιώσουν που κ' οι ιδέες τους δε

θαλλάξουν ποτές. Φανταστήτε τι παράδοξο πράμα που θα είταν, αν έβαζε

κανείς όλα του τα δυνατά για να μας αποδείξη που θάχη πάντα την ίδια

γνώμη, κι ας περάσουν πενήντα χρόνια, ή ακόμη περισσότερα. Ως τόσο

τέτοια πράματα μας λεν οι δασκάλοι• λογαριάζουν πως βαθμηδόν η γλώσσα

θα προχωρήση, θα διορθωθή και που σε πενήντα ή εκατό χρόνια θα

μιλούμε πια όλοι μας σαν τον Ξενοφώντα. Είναι σα να λογάριαζαν που σ'

αφτό το διάστημα, όχι μόνο εκείνοι θάχουν τις ίδιες ιδέες για τη

γλώσσα, μα που και τα παιδιά τους και των παιδιών τους τα παιδιά θα

τις έχουν ίδιες κι απαράλλαχτες όλη τους τη ζωή. Τέτοια ακούς κάθε

μέρα στην Ελλάδα κι όποιος στα λέει, στα λέει με τα σωστά του• δε

γελά.

Ας ελπίζουμε που τα παιδιά μας θα είναι πολύ πιο φρόνιμα και θα

κρίνουν πιο ορθά. Πολύ κρίμα θα είτανε να χαθή μια γλώσσα σαν τη δική

μας και μεγαλήτερο κρίμα ακόμη να μην καταλάβη ποτές του ο Γραικός,

αφού είναι έξυπνος κ' έχει νου, τι γυρέβει σήμερα από μας, τι μας

προστάζει να κάμουμε η επιστήμη κ' η αλήθεια. Θα βάλουμε γνώση κ'

είμαι ήσυχος. Γιατί προσπαθούμε να μιλούμε την αρχαία; Μόνο και μόνο

γιατί θαρρούμε που μ' αφτό τον τρόπο δείχτουμε μάθηση κ' εβγένεια

ψυχής. Άμα διούμε που το μόνο λάθος είναι να λέμε πατήρ αντίς

πατέρας, άμα καταλάβουμε που η μόνη μας ντροπή είναι ναμελούμε την

εθνική μας γλώσσα, που η μόνη δυσκολία είναι να την ξέρουμε καλά και

να τη μιλούμε με την ίδια τέχνη που τη μιλεί ο λαός, τότες αμέσως θα

πιάσουμε άλλο σύστημα. Άλλη δουλειά δε θάχουμε, άλλο δε θα πολεμούμε

παρά πώς να μάθουμε τη γλώσσα μας. Θα πάρουμε δασκάλο το βαρκάρη, θα

δίνουμε προσοχή στα λόγια του, θα τρέχουμε να σπουδάζουμε τη γλώσσα

μας στου ράφτη και στου ποδηματά, σαν που τόκαμναν, είναι τώρα καιρός

και χρόνια, στη Γαλλία, όταν άρχισε να μορφώνεται η γαλλική φιλολογία

και να φυτρώνη η ποίησή της. Θα μας πιάση φόβος μήπως μας ξεφύγη

άξαφνα καμιά ελληνικούρα, καμιά από κείνες τις ελληνικούρες που μας

έρχουνται σήμερα πιο νόστιμες, πιο μυρωδάτες από τα λουλούδια της

παράδεισος. Οι προκομμένοι, οι σοφοί που για την ώρα μόλις είναι

άξιοι να πουν πέντε λέξες χωρίς να βάλουνε μέσα τουλάχιστο πεντέμισυ

αρχαίες, θα φωνάζουν της καθαρέβουσας• _Ύπαγε, Σατανά_ — κι άλλη

ελληνικούρα δε θα πουν πια στη ζωή τους.

Ο Γραικός θα τιμήση τη γλώσσα του, άμα διή που κ' η γλώσσα του τον

τιμά. Θα φαίνεται σ' όλους παράξενο πώς μπόρεσε τόσο καιρό και μας

έμεινε η γλώσσα μας άγνωστη, κρυμμένη σαν το μάλαμα μέσα στις φλέβες

της γης. Θα πιαστή το φιλότιμό μας• δε θα θέλουμε να λεν πως μόνοι

μας εμείς είμαστε πίσω από τους άλλους λαούς, που παντού κατάλαβαν τι

αξίζει η γλώσσα μας και που στην Ελλάδα δεν τόννοιωσε ακόμη κανένας.

Ο Γραικός έχει κρίση και πνέμα ζωηρό. Σε μια ώρα καιρό προκόφτει όσο

δεν προκόφτουν άλλοι σε χίλια χρόνια. Απάντησα μια μέρα ένα δασκάλο

σ' ένα μικρό χωριό, κοντά στην Πόλη• πήγαινα να διώ το σκολειό του

χωριού. Η μητέρα του δασκάλου, μια καλή και γελαστή γριά, ήρθε πλάγι

μου να με παινέση το σκολειό, να με πη δα που ο γιος της ήξερε να

δίνη καλά μαθήματα, και που τον περασμένο χρόνο είχαν _ξέταξη_ τα

παιδιά κι αποκρίθηκαν πολύ ωραία. Ο δάσκαλος, άμα άκουσε τη λέξη

_ξέταξη_, ταράχτηκε, κατέβασε τα φρύδια του, έγνεψε της μάννας του

και της είπε να φύγη. Φοβούνταν ο δύστυχος μήπως παρατηρήσω τη λέξη

και σηκωθώ να πω στην Εβρώπη πως μιλούμε πρόστυχα στην Ανατολή. Πήγα

κοντά στο δασκάλο και του είπα σταφτί• — « Πες της γριάς να κοπιάση

πάλε μέσα. Ήρθα από την Εβρώπη μόνο και μόνο για να μάθω τη γλώσσα

που μιλεί.» Σάστισε το δασκαλάκι• — «Μπα! λέει, αφτή τη γλώσσα την

ξέρω και γω. Να στη μιλήσω, αφού θέλεις να τη μελετήσης.» Κι άρχισε

αμέσως να μιλή σαν τη μάννα του.

Θα διήτε που μια μέρα θα καταντήση ντροπή να γράφουμε την

καθαρέβουσα. « Τέτοια γλώσσα είχαμε και μιλούσαμε, θα λεν! Και πώς δε

βλέπαμε την κακοριζικιά της;» Η δημοτική δε θα κρύφτεται, δε θα

τραβιέται, δε θα φοβάται πια τότες να φανή, σα να είταν κανένα

ντροπαλό, αρρωστιάρικο, ραχιτιάρικο, ψωριάρικο παιδί που δεν τολμά να

βγη όξω στο δρόμο, γιατί όλο νομίζει που θα το περιπαίξη ο κόσμος. Η

καθαρέβουσα θα κρύφτεται και θα τραβιέται, και θα φοβάται να μη διούν

τη δική της την ανοησία. Έβρισε τη γλώσσα μας, την είπε πρόστυχη,

χυδαία, βρώμικη• μ' αφτά τα λόγια έβρισε και το έθνος που είχε κάμει

τη γλώσσα. Τώρα δε θα της τα μασήσουν και κεινής. Οι δασκάλοι δε θα

σηκώνουν πια τη μύτη τους, γιατί σ' όλα θα ξέρουμε να τους

αποκριθούμε. Θάχουμε να τους δώσουμε απάντηση, για κάθε λόγο που θα

βγη από το στόμα τους.

Δε θα σας λεν που η γλώσσα του λαού είναι γεμάτη _λάθη_, γιατί θα

τους πήτε τότες εσείς• — « Πιάστε και γράψτε αφτή τη βάρβαρη γλώσσα,

χωρίς να κάμετε ένα _λάθος_. Θα το καταφέρετε;» Δε θα σας λεν που η

γλώσσα του λαού είναι ακανόνιστη και που δεν έχει γραμματική, γιατί

θα τους πήτε τότε εσείς•

— « Πώς η ονομαστική _πατήρ_ έγινε πατέρας κι όχι _πατήρος_; πώς ο

λαός αλλάζει τους αρχαίους τύπους μ' ένα τρόπο κι όχι μ' έναν άλλο;

πώς μπορεί από το _άνθρωπος_ να βγη _άθρωπος_, ποτές _άνρωπος_ ή

_άρωπος_ ή _άνθωπος_; πώς μπορεί η _ημέρα_ να λέγεται _μέρα_, όχι

όμως _ημέρ_; Και στους δυο αφτούς τους τύπους ένα φωνήεντο χάνεται.

Πώς χάνεται το _η_ κι όχι το _α_; Πώς χάθηκε το _ν_ στη λέξη

_άνθρωπος_, και πώς είναι αδύνατο να χαθή το _ρ_; Πώς σπουδάζουν

παντού στην Εβρώπη τη δημοτική κι όχι την καθαρέβουσα; Πώς, όταν ένας

γλωσσολόγος θέλει να παραστήση την ιστορική σειρά της ελληνικής

γλώσσας από τα παλιά τα χρόνια, δε λέει γρυ για την καθαρέβουσα,

μάλιστα μήτε τη συνορίζεται και προσπαθεί μόνο και μόνο να μάθη τους

φωνολογικούς νόμους της γλώσσας του λαού;» Δε θα σας λεν οι δασκάλοι

που η γλώσσα μας έχει πλάγι πλάγι τον ένα με τον άλλο τύπους

αντίθετους και διαφορετικούς, που κάποτες λέει _πως_ αντίς _ό τι_,

κάποτες _που_, κάποτες _τίποτις_, κάποτες πάλε _τίποτες, τίποτι ή

τίποτας_, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι αρχαίοι έκαμναν τα

ίδια, που έλεγαν _ότι_ και _ως_ ή απαρέφατο χωρίς _ότι_ και χωρίς

_ως, μείζονες και μείζους, μικρός και σμικρός, ένεκεν και ένεκα_, που

είχαν αόριστο πρώτο κι αόριστο δέφτερο, κι άλλα τέτοια πλήθος, που κι

αφτή η καθαρέβουσα, μ' όλη της την περηφάνεια, κάποτες γράφει _εστί_,

κάποτες _είναι_, κάποτες απαρέφατο, κάποτες _να_, που πολύ πιο άτοπα

φέρνεται από την αρχαία κι από τη νέα μαζί, αφού ανακατώνει και δεν

έμαθε να ξεχωρίζη δυο γλώσσες, δυο γραμματολογικά συστήματα, δυο

χρονολογίες, δυο στάδια του αθρώπινου νου κ' έχει τη συνήθεια να μην

ξέρη μήτε τι γράφει, μήτε τι πρέπει να γράψη.

Δε θα φωνάζουν οι δασκάλοι που έχουμε χίλιες γλώσσες στην Ελλάδα και

στην Ανατολή, που σε κάθε τόπο μιλούν άλλη γλώσσα, που αφτές οι

χίλιες γλώσσες έχουν αναμεταξύ τους χίλιες διαφορές, που μ' αφτό τον

τρόπο δεν ξέρουμε ποια γλώσσα να γράφουμε, — γιατί θα τους πήτε τότες

εσείς που οι αρχαίοι είχαν ακόμη πιώτερες γλώσσες και πιώτερες

διαφορές, που είχαν ομηρική, αιολική, δωρική, βοιωτική, ιωνική,

αττική, άλλες τόσες στη στεριά, στα νησιά άλλες τόσες και που τις

έγραφαν όλες. Δε θα σας λεν που η κοινή μας η γλώσσα παίρνει έναν

τύπο από δω κ' έναν τύπο από κει, έναν από την Αθήνα κ' έναν από την

Πόλη, που έτσι έχει ανωμαλίες, που σε μια λέξη βάζει ένα γ μέσα σε

δυο φωνήεντα, που σ' άλλη λέξη βγάζει το γ, — γιατί θα τους πήτε

τότες εσείς που οι ίδιες ανωμαλίες βρίσκουνται στην αρχαία, που κ' οι

αρχαίοι πολλά έβαζαν εκεί που δεν έπρεπε να τα βάλουν, που έλεγαν

_αλείφω_ με _α_, _λείπω_ χωρίς _α_, _εμέ_ με _ε_, _συ_ χωρίς _ε_, που

αν οι δασκάλοι δεν το ξέρουν ακόμη, πρέπει να πα να το μάθουν και που

είναι καιρός. Δε θα σας λεν που δεν έχουμε μια κοινή, γενική, μια

πανελλήνια γλώσσα, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — «Για μίλησε τη

γλώσσα που μιλείς, να σε δείξω που κάθε Γραικός θα σε καταλάβη.» Δε

θα σας λεν — « Εμείς έχουμε σκοπούς πραχτικούς. Μπορεί η γλωσσολογία

νάχη δίκιο και να μιλή καλά ο λαός• μα θέλουμε να κάμουμε μια γλώσσα

που να συνεννοούνται όλοι οι Έλληνες αναμεταξύ τους, και για τέτοιο

σκοπό ποια άλλη γλώσσα θα πάρουμε παρά την αρχαία, που έχει τη

γραμματική της, που έχει τύπους ωρισμένους, που θα είναι η ίδια

γλώσσα για τον καθένα;» Δε θα κάμνουν πια έτσι το φρόνιμο, το

γνωστικό, δε θα σας λεν τέτοια λόγια κάτι μωρά παιδιά με τις άσπρες

τρίχες, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Μίλησε την καθαρέβουσα ή

σα θέλεις την αρχαία στο βαρκάρη, στο χωριανό, στο λαό, να διούμε θα

νοιώση τι του λες; Πιάσε και πες του _πατέρας_. Κάθε άθρωπος θα σε

καταλάβη αμέσως, όπως κι α λεν τον _πατέρα_ στον τόπον του, ή

_φέντη_, ή _αφέντη_, ή _κύρη_, ή _μπαμπά_. Εκεί που ο πιο πρόστυχος

άθρωπος ξέρει τι θα πη η _γυναίκα μου, το παιδί μου, η κόρη μου_,

σοφίστηκες εσύ που πρέπει να του αλλάξουμε τη γλώσσα, κι από τώρα και

μπροστά να κάμουμε το βαρκάρη να κλίνη _η γυνή, της γυναικός, η

σύζυγος, της συζύγου, ο παις, του παιδός, τους παίδας, η θυγάτηρ, της

θυγατρός, τας θυγατέρας_. Και τέτοιο άνοστο πράμα έρχεσαι και μας το

βαφτίζεις κοινή γλώσσα, σκοπό πραχτικό! Ο βαρκάρης, που έχει γνώση

και που ξέρει τη γραμματική του καλήτερα από σένα, τι θα κάμη; θα πη

_της σύζυγος ή της γυνής_. Και να σου ταρχαία που του έμαθες!»

Το Ταξείδι μου · 第 11 / 14 段