Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο _συμβιβασμός_, τι φρόνιμα που

οικονομιέται, τι _συμβιβαστικά_ που τα _συμβιβάζει_ όλα ο

_συμβιβασμός_. Σε λέει που κάμνει δυο πράματα να πηγαίνουν πλάγι

πλάγι, να πάρουν τον ίδιο δρόμο• μα αν είναι να μάθης αφτός ο δρόμος

πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο _συμβιβασμός_ αφτό δε στο λέει, κι

από κει μπορείς να καταλάβης όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως

ο ίδιος δεν το ξέρει να στο πη. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε

πράμα μια αρχή κ' ένα τέλος. Ο καημένος ο _συμβιβασμός_ προσπαθεί να

βρη τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει

ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρη τη μέση; Του

κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή

συμβιβάζουσιν_, και σ' αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουν την ίδια

γλώσσα• Δεν μπορεί να συφωνήση ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη

φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που _συμβιβάζουν ή

συμβιβάζουσιν_ και θα διής που κ' οι δυο τους έχουν άλλη γραμματική,

γράφουν άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σε λέει που παραδέχεται την ονομαστική

_πατέρας και μητέρα_. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβη, είναι σα να σ'

έλεγε που παραδέχεται _ισοσύλλαβα_ αντίς περιττοσύλλαβα_. Κι ως τόσο

σε λίγο θα σε πη• — «Όσο για την ονομαστική _πόλις, βρύσις_, με

φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το _σ_» — και νάσου

περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην του ρωτάς να στο

ξηγήση• έτσι του _φαίνεται_. Ο δέφτερος πάλε βγάζει κι αποφασίζει που

για τα ρήματα θα βάλη τη δημοτική κατάληξη της κοινής — _ουν_• όσο

για τα ονόματα, λέει, θα κάμη την κατάληξη αρχαία και _νομίζει_ πιο

καλό να γράφη _αι ώραι, αι ημέραι_. Μ' αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε.

Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τάλλο; μη βασανίζεσαι να το βρης. Μη

γυρέβης να μάθης τους λόγους. Έτσι τώρισε το κεφαλάκι του, και του

φτάνει Ένας τρίτος πάλε σε φτειάνει άλλο κανόνα, _συμβιβάζει_ και

του λόγου του• με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ' ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος

σε κάμνει _παραχωρήσεις_ — και ποιος τον είπε να παραχωρήση τίποτις;

— «Ναι βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο• παραδέχουμαι το _να_, μα

μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε _η_ στην υποταχτική και να γράφουμε

_να νομίζητε_ αντίς _να νομίζετε_» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί

το καημένο του το μυαλό. Μη ζητής να σε πη γιατί έχει _η_ η αρχαία

και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το _ε_. Εδώ τα μπερδέβει. Ως τόσο

περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση του, και καμαρώνει τη

φρόνησή του.

Έτσι πηγαίνουν και λεν. Άλλα μη γυρέβης. Πού τέχνη; πού σύστημα; πού

μάθηση; Σύστημα δε θέλουν — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο

_συμβιβασμός_ δε βασίζεται πούπετις, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα.

Δεν έχει χώμα πού να πατήση• όπου τύχη τρέχει• πετά με τον άνεμο σαν

το λωλό το φύλλο. Για τούτο κ' οι _συμβιβασμοί_ δε συμβιβάζονται

αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα να _συμβιβασθώσιν, να

συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι_, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι

_συμβιβασμοί_ ο ένας με τον άλλο κ' ύστερα να μας κατηχίσουν. Το κάτω

κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε

έναν απ’ αφτούς που μιλούν όλο για μάθηση, για γραμματική και που λεν

τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σε γράψη σ' αφτή τη γλώσσα, που

καταφρονεί τόσο, μια μόνη σελίδα χωρίς να κάμη λάθος. Δε θα μπορέση!

Θανακατώση μαζί τύπους κάθε λογής.

Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστή λέξες από την

αρχαία και με τι τρόπο θα τις συγυρίση για να φαίνουνται δημοτικές,

για να μπορέση, μια μέρα να τις παραδεχτή ο λαός. Δε διακρίνει την

κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε

μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει που υπάρχει μια γραμματική της

κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήση, να τους

μάθη, κάμνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της

γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πη _εκείνος_ άβριο _κείνος_, το πρωί

απάνω κάτω το βράδυ _απάνου κάτου_, κάπου δεν και κάπου δε• μα πότε

χρειάζεται το ένα και πού ταιριάζει τάλλο μήτε τωνειρέφτηκε στη ζωή

του κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάμνει

τον περήφανο, φωνάζει που όρια δεν αρέσει. Θέλει λεφτεριά. Δεν το

λέγαμε και πριν; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα

τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά

στο καθένα• — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστήτε όπως σας το προστάζω

γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτές σας.» — Δεν είναι τυραννία; — « Και

ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχης; Πρέπει

να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να

σε δείξω!» — Τέτοια λόγια της λέει ο _συμβιβασμός_ κ' έχει δίκιο•

πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη

πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση

τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάη και θα σταθή. Οι πλανήτες τον

ίδιο γύρο θα κάμουν κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγουν — ή

πρέπει να χαθούν. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θανοίξουν, κι όχι

το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να

προχωρήση. Όταν έλεγαν οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για

γνώση, υποθέτω που ήθελαν τέτοια να πουν• εννοούσαν, ο καθένας και το

κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπεράσουν τα φυσικά τους όρια. Σ'

αφτή την αρχή είταν η φρονιμάδα τους όλη.

Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους

αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρη, λέει άλλα. Κάμνει όπως του

φανή, κ' οι αρχαίοι, έλεγαν ίσια ίσια να μην κάμνη κανείς όπως του

φαίνεται, αλλά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το _μέτρον_ των αρχαίων ο

συμβιβασμός το γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση,

όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν

μπορούν όμως οι αθρώποι να φτειάξουν όρια του κεφαλιού τους• τα όρια

τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει νακούμε, όχι τη σοφία τη δική

μας. Ο _συμβιβασμός_ δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα• δε λογαριάζει

για τίποτις μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους

φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε

τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανή ο

_συμβιβασμός_, για να διούμε ταξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι

φυσικοί νόμοι ναλλάξουν και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουν.

Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέη που το _Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της

σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο _συμβιβασμός_. Ο _συμβιβασμός_ το

ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση

στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν κοιτάξης καλά, κρυφτεί μέσα της

κατιτίς άλλο παρά σοφία. Το παρατήρησαν και στην Εβρώπη• ο σπουδαστής

ο γραικός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην

Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό τι του πης. Μα γρήγορα

σταματά• ίσια μ’ ένα βαθμό θα προκόψη κι όχι παρέκει. — ή γιατί

νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος

είναι ο Γραικός• όλα ταρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με

καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσης, τον κόσμο θα τον

κάμουμε δικό μας. Κι αλήθεια θα τον κάμναμε δικό μας, γιατί μέσα μας

έχουμε κάτι και μεις. Μα.... είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει.

Όλα ταρχινούμε, τίποτις δεν τελειώνουμε. Τίποτις δεν μπορούμε να

τελειωποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή

μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη,

στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε,

— για να πούμε μια αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε _επιμονή_.

Πάντοτες μνίσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να

πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσια με την άκρη, ίσια με το

τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό κι ο _συμβιβασμός_ δεν έχει να πη

μόνο για τη γλώσσα• έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ' όλα

_συμβιβάζομεν_, όλα τα κάμνουμε μισά, γιατί και το κεφάλι μας είναι

μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και

μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε που το μισό που

κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε

λέγοντας που τέτοιο είταν των αρχαίων το σύστημα, που αφτό θα πη _παν

μέτρον άριστον και μηδέν άγαν_. Τα κάτω κάτω, ο _συμβιβασμός_ άλλο

τίποτις δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η ανημποριά σε κάθε πράμα

και σε κάθε εργασία.

Εμένα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα

χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι• χαίρουμαι που είναι στον

κόσμο κι ο _συμβιβασμός_. Αφτός θα φανή ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο

τρέχω μέσα στα κύματα που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα

μ' αφήση να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να

συμβιβάζω, θα χαρούν όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούν. Όλοι μαζί μου θα

_γοητευθώσιν_. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μ’ έμαθε να _συμβιβάζω_ τον ένα

με τον άλλο τους χίλιους _συμβιβασμούς_ που λουλουδιάζουν την ώρα που

μιλούμε στωραίο χώμα της πατρίδας. — « Να σε δείξω τι σύστημα έχουμε

όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε _γράφουσιν_ όλο να κλίνης, μήτε

_γράφουν_. Άμα βάλης ένα _γράφουν_ εδώ, ένα _γράφουσιν_ εκεί, κάμνεις

του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνον η _μητέρα_• κάπου κάπου κοίταξε

να χώσης και μια ονομαστική _μήτηρ._ Πες αι _ώραι κ' οι ώρες, πες η

πόλις κ' η ράχη, μη νομίζητε_, αλλά και _μη νομίζετε_. Για να μη σε

λείψη κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχη να γλυστρήσης πούπετις ένα

ουδέτερο το _φαγείν_. Οι λόγιοι θα σε πουν που πρέπει να το κάμης

_φαγείον_. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο

σοφός από τους σοφούς και τους λες• — « Όχι! γιατί είναι απαρέφατος

το _φαγείν_.» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ• κολακέβεσαι

με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και

τούτο μην το παρακάμης. Πρόσεχε νάχης μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον

άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω

κείται η αρετή. Να σε πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε

φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα

όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχης και συ και να φαίνεσαι φρόνιμος σ'

ό τι κάμης και σ' ό τι πης. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής• πρέπει να ζη

κανείς senza infamia e senza lode.

Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ' αγαπήσουν όλοι οι _ομογενείς_.

Φτάνει να μην πιάσης και γράψης τίποτις. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις

τάχατις πως μπορείς να γράφης σαν και μας, να βγης άξαφνα ποιητής και

να μάθης τι θα πη τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι

δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους

συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει, τι κάμνει; κανονίζει, και να διής

που μια μέρα όλοι θα παραδεχτούν την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά

δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζης

στο νου σου _letteratura_ (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι

αχώνεφτη σε τίναζε καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στάχερα να γυρέβης.

Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι

στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν

ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην

ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και

γλωσσολογία.»

Για νακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.

ΚΒ'.

Οι αρχαίοι.

Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Με φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ

γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος

και γέμισε τη γις. Από δω μας ήρθαν και νους και σκέψη κ’ ιδέες. Αφτή

μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λεν και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο

λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες

όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα•

τον ουρανό που βλέπεις, τον έβλεπαν και τότες οι μεγάλοι• τον

ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοίταζαν τα μάτια τους κάθε

μέρα. Μέσα σ' αφτή την ατμοσφαίρα γεννιούνταν οι φωτερές ιδέες,

έβγαιναν ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανέβαιναν οι γενναίοι στην

Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσαν που θωρείς τώρα και συ.

Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τους λόφους και τα

βουνάκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα. Τι ωραία, τι χαδεφτική

μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε

κάθε γραμμή. Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία έγλυψε τη γις,

έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα

με της πιο χαριτωμένες, με της πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με

πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Τάχει όλα ταιριασμένα,• εδώ

ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκαν από το χώμα, σα να

είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουν τόση

φαιδρότητα και τέχνη.

Αιώνια χώρα θα μείνης — και μη σε μέλη! Μπορεί να σε καταπατήσουν οι

βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούν. Ήσυχη να

είσαι! Θα καταστραφούν τα σκυλιά και θα χαθούν οι βάρβαροι• μια μέρα

θα δέρνουνται και θα κλαιν την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα

βασιλέβης• εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η

γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι

του Δία!

Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθή που να του

μοιάξη• μπορούμε να τόχουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ό τι και μεις δε

θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος έννοιωθε μέσα του τι

θα πη τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθη κανείς, ποιο

είναι το καλό και τωραίο. Δεν είχε δασκάλο παρά τη φύση. Για να

γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμη• χρειάζεται η

συνέργεια ολωνών πρέπει να τα καταλάβουν όλοι κι όλοι να ταρέσουν.

Καλλιτέχνης είταν ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του• ο

νους του μπήκε σα βούλλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους

ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολώνες, μας

άφησε την καλήτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πη ειλικρίνεια και

τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει• δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες• βάλε

μια πέτρα απάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο

απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώση τον

κόσμο, να μας γελάση με τέχνες, με σοφίες και με γύρους. Δεν είταν ο

σκοπός τους να φαντάξουν. Ένα μόνο κυνηγούσαν, πώς να πουν την ιδέα

τους, πώς να την παραστήσουν απλά και φυσικά, για να την καταλάβη ο

καθένας• δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κ' ίσια ίσια γιατί δεν

είχαν άλλο σκοπό κατώρθωσαν κ' είχαν τόση τέχνη.

Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος• για

τούτο σας μιλώ με τόση ζωηρότητα. Να μάθετε τι τρέχει• ίσως δεν

ταποδείχτω, μα πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί.

Οι αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν είμουν παιδί στα σκολειό, δε μ'

έρχουνταν τα λόγια τους• με φαίνουνταν όλο πως οι αρχαίοι άλλο

τίποτις δεν είταν παρά ένα σωρό δασκάλοι• έτσι το θαρρούσα, ίσως

γιατί δασκάλοι με τους παράδιδαν• τους είχα για κατσούφηδες,

μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να πω το κάτω κάτω, βαρετούς

με τα παραπάνω. Λαχταρούσα πότε να φέξουν οι διακοπές. Όταν πήρα

μοναχός μου να τους σπουδάξω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα που πιο

γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην

καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το

χειμώνα, — όταν πέφτουν όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα

κοντά στη φωτιά μου, — πολύ μ' αρέσει να κουβεντιάζω με τους

αρχαίους! Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλοια κάμνουμε μαζί!

Πόση χαρά με περεχύνουν τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουν•

πόσο κλαίω, άμα δακρίσουν• πόσο με διασκεδάζουν τα παραμύθια τους και

πόσο με γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η ψηλή τους φιλοσοφία και

ποίηση. Τάχουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάμνουν τον περήφανο• φτάνει να

τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχης για σοφολογιότατους

και με πολλή καλοσύνη σε ξεσκεπάζουν τις ιδέες τους, σε φανερώνουν

τις ομορφιές τους και πιάνουν τα λόγια. Πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι!

Όλο πιθυμούσα νανταμωθούμε καμιά μέρα.

Ταξιώθηκα κι αφτό, ό τι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι• γρήγορα

γρήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθή μέσα στα κελλάρια. Έτσι

κρύφτηκαν όλοι και στους δρόμους δε φαίνουνταν πια ψυχή. Ο ήλιος

φωτοβολούσε, που σε θάμπωνε τα μάτια. Όλα τάβλεπες κάτασπρα, η Αθήνα

γυάλιζε σαν τη ζάχαρη• έλεγες που είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την

αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι• πρέπει να είμαι πάντα στο ποδάρι.

Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού νανεβώ, στάθηκα κάτω μια

στιγμή και κοίταξα απάνω, να διώ. Τι βλέπω; όλους τους αρχαίους

μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους

μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους είταν κάπως χλωμά, μα πάντοτες

ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσαν και

μιλούσαν αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του Beulé•

άλλοι πάλε έρχουνταν ίσια με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο,

καθούντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και πρόσμεναν — ποιος ξέρει τι; ίσως

καμιά παράσταση που δε θα γίνη ποτές. Άλλοι είταν καθισμένοι με την

αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοίταζαν το χόρτο που είχε

φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσαν τη θάλασσα μπροστά τους. Είχαν

ομιλίες κ' έσκυφτε ο ένας να πη κάτι ταλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα

γόνατά του• θυμούνταν που τρίβοντας τα γόνατά του είχε πεθάνει και

γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαίρουνταν όλοι τους

να τον ακούν. Είταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διής τον

ήσυχο το γέρο, όταν είχε στο νου του να πη καμιά νοστιμάδα ή να κάμη

κανένα χωρατά• τότες είταν που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα

ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην προσέχη

έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο

να κατεβάζη τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα

νάκαμνε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας

πως μοιάζει τάβρος.

Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, διγούνταν παρέκει κάτι ιστορίες που

τελειωμό δεν είχαν. Κάθουνταν τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον άκουγαν

όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης

μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώση την αλήθεια. Μάζωνε

πληροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους

γέρους, πολεμούσε να διαβάση τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες

χαμογελούσε το λιοντάρι• έβλεπε που το έργο του είχε μείνει στους

αιώνες και που μοναχός του, πριν ακόμη μάθη ο κόσμος τι θα πη

επιστήμη και κριτική τέχνη, είχε δείξει την αληθινή, τη μόνη μέθοδο

της επιστήμης και της ιστορίας.

Ένας γέρος, με τα μαλλιά σαν το χιόνι, ήμερα και γλυκά τραγουδούσε

κάπου κάπου της άνοιξης την καλοσύνη, του αηδονιού τη λαλιά, του

Κολωνού την ωραιότητα και την ασπράδα. Είταν ο Σοφοκλής, ο

μεγαλήτερος απ' όλους, ο Σοφοκλής που άναφτε η καρδιά του και που

έβγαζαν οι στίχοι του φωτιά, κάθε φορά που μιλούσε για την ουράνια

Δίκη, για τις Ερινύες που τους φονιάδες φονέβουν• κρύφτουνται οι

Ερινύες μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους — κ' οι βράχοι θα

καταντήσουν τρομάρα για όσους δεν είδαν που πίσω από τους βράχους

είναι κρυμμένες οι χαλκόποδες θεές. Ο καλός ο Αισκύλος μονολογούσε•

πότε τον έβλεπες σαν ιερέας να λητουργά, πότε να πολεμά σα

στρατιώτης. Συνήθιζε πού και πού να βάζη στις τραγωδίες του μέσα και

δυο τρεις ξένες λέξες• τις είχε μάθει στους περσικούς πολέμους. Από

μακριά, ο Εβριπίδης τους κοίταζε και τους δυο. Γελούσε σαν το

μαριόλο. Όταν έκλαιγε, έκλαιγε σατυρικά. Κανείς όμως δεν είχε τη φωνή

του, κανείς δεν είχε το πάθος του, άμα έψαλνε την αγάπη. Έγραφε κείνη

την ώρα μια στροφή κι αντιστροφή για μια του τραγωδία• μόλον τούτο

δεν έμοιαζε λυπημένος. Είταν όλος χαρά και με φάνηκε πως τα έξυπνα

του τα μάτια μιλούσαν κ' έλεγαν κρυφά κρυφά• — «Στάσου, να τους

πιάσουμε τους Αθηναίους με τους δωρισμούς που όλο γυρέβουν. Κανένα

χορό να τους φτειάξω, που τίποτις να μην καταλάβουν ούτε κείνοι ούτε

οι σοφοί Εβρωπαίοι κατόπι.» Ο Αριστοφάνης δεν του τα μασούσε• τον

έκαμνε κουρέλλι. Τάλεγε χοντρά κι ως τόσο πάντα με χάρη• ήξερε που

είταν αρχαίος, και που του το συχωρνούσαν οι δασκάλοι να μιλή χυδαία.

Οι Αθηναίοι έσκαναν από τα γέλοια.

Ο Περικλής, ο αληθινός πατέρας της δημηγορικής τέχνης, μ' ένα του

λόγο κόρωνε το λαό ή τον ησύχαζε πάλε• γίνουνταν αστραπή και βροντή,

αναποδογύριζε την Ελλάδα — κ' έμοιαζε θεός. Ο Δημοστένης, άλλο θεριό.

Αχ! τι φωνή είταν εκείνη! Σαν τις φλόγες πετούσαν τα λόγια του κι

άναφταν τις καρδιές• είταν πυρκαϊά. Λες να είταν ο Φίλιππος κανένας

Σλάβος, για να τα βάλη μαζί του ο Δημοστένης με τέτοιο θυμό; Ας έχουν

τη Μακεδονία τους, έλεγε, κι ας μας αφήσουν εμάς την Ελλάδα. Και

δόστου και δόστου! Χτυπούσε κι όλο χτυπούσε, σαν τον Ήφαιστο με το

σφυρί. Θα ξανακούσουμε καμιά μέρα τέτοιο κακό; Ας το δώσουν οι θεοί!

να χαρούμε και μεις, αφού είδαμε τόσα. Τι δύναμη που την είχε! Τι

καλά που μιλούσε τη γλώσσα του δήμου! έβαζε στους λόγους του μέσα τις

πιο γνωστές, τις πιο συνηθισμένες λέξες, τις κοινές φράσες του λαού.

Φανταστήτε το Δημοστένη να μιλή την καθαρέβουσα! Δεν είναι πια

Δημοστένης• είναι δάσκαλος. Όχι! με τους χωρατάδες, με τα γέλοια, με

την ειρωνεία που καίει, με το πάθος που μπαίνει ίσια μέσα στη ψυχή,

με την τρομερή λογική που θέλεις δε θέλεις σε καταπείθει, το σκοπό

του όλο κυνηγούσε• έρριχτε το Φίλιππο στη λάσπη• τον έκαμνε μασκαρά!

Ο φίλος ο Αριστοτέλης είχε άλλες φροντίδες. Κοίταζε πώς να πλουτίση

τον αθρώπινο νου, πώς να χωρέση το κεφάλι του αθρώπου πιώτερη μάθηση,

πιώτερες γνώσες, πώς να καταλογήση όσα ξέρει, πώς να κάμη την

επιστήμη να προδέψη• στάθηκε ο πρώτος δάσκαλος της Εβρώπης.

Περπατούσε με τους μαθητάδες του κ' έλεγε λόγια που μπορούσε κι ο

Πλάτωνας να τακούση. Τα σημείωναν οι μαθητάδες γρήγορα γρήγορα και

στα πεταχτά• έτσι σώθηκαν πολλά του Αριστοτέλη. Όταν τα βλέπουμε

τυπωμένα, μας έρχουνται κάπως ξερά και ψυχρούτσικα• μα τώρα που τον

άκουγα, που τον είχα μπροστά μου, έννοιωθα την καλοσύνη του όλη, την

τρυφερή του ψυχή, της καρδιάς του τη γλυκήτητα και τη χάρη. Ποιος

μπόρεσε ποτές και ποιος θα μπορέση να μιλήση με τόση αγάπη και με

τόσο ύψος για το θεό; Ποιανού μάτια είδαν τόσο καθαρά και χάρηκαν

τόσο πολύ να διούν τη Δικιοσύνη; Την όψη της, λέει, μήτε ο εσπερινός

την αξίζει μήτε ο αβγερινός• η φύση τόσο ωραία δεν είναι! Ποιος

εννόησε καλήτερα που η ενέργεια είναι ο γενικός νόμος του κόσμου; Κι

όταν κλαις κι όταν έχεις κανέναν καημό και λυπάσαι, έλεγε την ώρα που

τον άκουγα στην Ακρόπολη, μπορεί μόλον τούτο να μην είσαι

δυστυχισμένος, αφού μέσα σου νοιώθεις την ψυχή σου κ' ενεργή. Κανένας

καρδιογνώστης δεν ανάλυσε με τέτοια δύναμη κι αλήθεια κάθε πάθος της

καρδιάς μας. Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη, για να ξεδιαλύση τα

μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή

και νου πιο γενναίο. Τόσο λαμπρά δε μίλησε κανείς για τη φιλία, που

δεν αρέσει τη μοναξιά και που χαίρεται περισσότερο με την αγάπη που

χαρίζει παρά με την αγάπη που παίρνει. Άνοιγε η καρδιά μου να τον

ακούω. Μ' έρχουνταν όλο να πάω να του φιλήσω το χέρι.

Ο Ξενοφώντας κι ο Πλάτωνας φιλοτιμιούνταν ποιος θα μιλήση πιο καλά

για το Σωκράτη. Ο Ξενοφώντας τάλεγε στρατιωτικά κι απλά. Ο Πλάτωνας

έβαζε και τον Πλάτωνα μέσα. Φαιδραίνουνταν η ψυχή με τη μιλιά του.

Όλα του τα λόγια είταν ένα χαμογέλοιο. Δεν κοίταζαν τα μάτια του κατά

γης• έλεγες μάλιστα πως μόλις πατούσε το χώμα. Κοίταζε ψηλά ψηλά στον

ουρανό, σα να γέμιζε φως ο μεγάλος του νους. Σε φαίνουνταν που

θωρούσε, μέσα μέσα στα γαλάζια τουρανού, ολωνών των πραμάτων τη μορφή

και τις ιδέες, και τον περεχούσε εξαίσια χαρά που τέλος

ξεσκεπάζουνταν μπροστά του η αλήθεια.

Το Ταξείδι μου · 第 10 / 14 段