λαού, που του προκομμένου η γλώσσα έχει κάποια σημασία, που η χυδαία
είναι patois και που για τα patois δεν πρέπει κανείς να μιλή. Θα τους
πήτε τότες εσείς• — « Μια εθνική γλώσσα δεν είναι patois, γιατί ένα
έθνος δεν είναι χωριό και μόνο τα χωριά έχουν patois. Λεν patois ένα
ιδίωμα, που λίγοι το ξέρουν και που λίγοι το μιλούν. Τέτοια σημασία
έχει αφτή η λέξη. Αν το συλλογιστής καλά, θα διής μάλιστα που το
σωστό το patois είναι η καθαρέβουσα, αφού τόντις λίγοι την ξέρουν και
λίγοι τη μιλούν και πουθενά ο λαός δεν τη συνηθίζει. Μα και το patois
για την καθαρέβουσα δεν ταιριάζει• η καθαρέβουσα δεν έχει μήτε χωριό
δικό της. Άμα θέλει γαλλικές λέξες για να μας δείξη τι είναι η γλώσσα
μας, πρέπει και μεις να της βγάλουμε όνομα γαλλικό και να την πούμε
όχι patois, μα πολύ πιο σωστά jargon».
Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που βαθμηδόν η αρχαία θα γυρίση πίσω, γιατί
θα τους πήτε τότες εσείς• — « Η αρχαία δεν έγινε αρχαία βαθμηδόν.
Απαρχής είταν αρχαία και την ήξερε ο λαός. Σπουδάζετε την αρχαία στο
σκολειό, κι αφτό είναι που σας μπέρδεψε, που σας χάλασε όλες σας τις
ιδέες• θαρρείτε πως όλες οι γλώσσες γίνουνται στο σκολειό και που από
κει βγαίνουν. Έτσι μήτε μπορείτε να καταλάβετε πώς μορφώθηκαν όλες οι
γλώσσες του κόσμου. Για να καταντήση μια γλώσσα να είναι κοινή, για
να μιλιέται παντού, πρέπει πρώτα κάπου να γεννήθηκε. Πρέπει πρώτα
νάρχισε να μιλιέται σε κανέναν τόπο που και τα μωρά παιδιά τη
μιλούσαν, άμα έτρεχε η γλώσσα τους. Πρέπει νάχη πατρίδα όχι το
βιβλίο, όχι το σκολειό, μα ένα μέρος που να φαίνεται και στο χάρτη.
Πρέπει νάχη μια γεωγραφική βάση. Σήμερα η αρχαία άλλη βάση δεν έχει
παρά των δασκάλων τα κεφάλια. Τα κεφάλια όμως δεν είναι χώμα, δεν
είναι κομμάτι γις• δεν έχουν καμιά γεωγραφική σημασία.»
Δε θα σας ρωτούν κάθε ώρα οι δασκάλοι• — «Για ποιο λόγο λέει έτσι ο
λαός κι όχι αλλιώς; Έχει νόημα ένας τέτοιος τύπος;» Θα τους πήτε
τότες εσείς• — «Δεν είναι δουλειά σας να το ξέρετε. Αν κανείς σας
ζητήξη γιατί λεν οι αρχαίοι _πατήρ_ κι όχι _πατέρ_, τι θαποκριθήτε;
τίποτις! Ίσως πήτε μόνο• τόλεγαν έτσι, γιατί έτσι τόλεγαν. Το ίδιο να
λέτε και για τη γλώσσα του λαού. Έτσι το λέει, γιατί δεν το λέει
αλλιώς. Δεν είναι του καθενός έργο μήτε δουλειά του καθενός να είναι
γραμματολόγος, όπως δεν είναι και του καθενός δουλειά να ξέρη χυμία ή
φυσική. Ως τόσο τα χυμικά και φυσικά φαινόμενα που δε σπούδαξε ο
ίδιος, δεν τα λέει βάρβαρα και δε νομίζει πως δεν έχουν το λόγο τους.
Αφτό να κάμετε και με τη γλώσσα. Η δουλειά σας είναι πρώτα να
παραδέχεστε τους τύπους του λαού• της γραμματικής χρέος είναι να τους
ξηγήση.»
Τα παιδιακήσια τα λόγια δε θάχουν πια καμιά πέραση στην Ελλάδα.
Κανείς δε θα λέη που η γλώσσα του λαού θέλει διόρθωση, γιατί ο
άθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα να διορθώνη τους φυσιολογικούς και
ψυχολογικούς νόμους, να σιάζη το ένα και να στρώννη τάλλο. Ένας
άθρωπος μοναχός του δεν έχει αρκετή σοφία για ναποφασίση πως εκείνος
έχει δίκιο και που όλο το έθνος έκαμε λάθος να μιλήση τη γλώσσα του
φυσικά. Άξαφνα αλλάζουν οι ιδέες, προκόφτουν τα κεφάλια,
καταλαβαίνουμε πράματα που δεν τα καταλαβαίναμε πριν και βλέπουμε που
εμείς είχαμε άδικο και που το πλήθος, ο λαός, το έθνος είχαν τη σωστή
κρίση, και χωρίς να τρέχουνε στο σκολειό, κατάλαβαν την επιστήμη και
την αλήθεια.
Σήμερα, για να βγη στη μέση η δημοτική, για να γράφεται και να
μιλιέται, πρέπει πρώτα να δικιολογηθή, πρέπει να ζητήξη συμπάθειο,
πρέπει να πάρη δικηγόρο, σα να είταν μπροστά στο δικαστή και σα να
είχε ανάγκη ναποδείξη πως είναι αθώα και που δε σκότωσε άθρωπο. Μια
μέρα θα φέρουμε την καθαρέβουσα στο κριτήριο και θα πρέπη να
δικιολογηθή εκείνη. Θα της φωνάξουν απ' όλα τα μέρη• — « Πώς τόλμησες
να μας σηκώσης τη γλώσσα μας; Πώς ήρθες εσύ, με την ψεφτοσοφία σου
και μας κατάστρεψες τη γλώσσα του λαού, και μας χάλασες την αρχαία;
Τι μιλείς για _λάθος_; Δε βλέπεις που εσύ η ίδια, από πάνω ως κάτω,
δεν είσαι παρά λάθος; Τι φτειάνεις
τύπους κάθε μέρα; Τι αφανίζεις τη γλώσσα του λαού μας; Έγινες σαν τον
Πλάστη και θέλεις να μορφώνης και να σιάζης; Ποια είσαι; Νόμους του
κεφαλιού σου θα μας βγάλης; Τους μόνους κι αληθινούς νόμους πρέπει να
τους γυρέψης στη γλώσσα του λαού, και τη γραμματική του πιστά να την
ακουλουθήσης. Έτσι τουλάχιστο δε φτειάνεις γλώσσα• φτειάνει ο λαός τη
δική σου — κι αφτό είναι το μόνο σωστό.»
Ο λαός είναι που μιλεί την αρχαία. Ένας αρχαίος τύπος, για ναλλάξη,
έπρεπε αδιάκοπα κι από τα παλιά τα χρόνια ίσια με τώρα, να βρεθή στο
στόμα του λαού, γιατί αλλιώς δε θάλλαζε ποτές. Ο ίδιος άθρωπος που
είπε πρώτα _φιλέω_, είπε λίγο λίγο _φιλώ_ και κατάντησε σήμερα να
προφέρνη _φιλό_. Μ' αφτό τον τρόπο, κάθε λέξη που θα σε πη ο λαός
είναι αρχαία, γιατί κάθε ώρα την έλεγε διαφορετικά κι ως τόσο είταν
πάντοτες η ίδια. Άμα πας να ξεσκονίσης τα βιβλία και ναρπάξης μέσα τη
λέξη που σ' αρέσει, δε μιλείς αρχαία• παίρνεις μια λέξη από τους
αρχαίους, μα αφτή η λέξη δεν έχει ιστορική σειρά, δεν την είπε πάντα
ο λαός• αρχαία δεν είναι.» Κ' έτσι θα σωπάση η καθαρέβουσα.
Θα είναι τόντις μια χρυσή εποχή, η εποχή που σας λέω. Θα χαίρεστε
όλοι, θα χαίρουμαι και γω μαζί σας, αν τύχη και ζήσω ίσια με τότες.
Μα δεν το πιστέβω. Μήτε πιστέβω να ζη ο εγδότης που δε θέλησε να
τυπώση τα βιβλίο μου. Θα το τύπωνα χάρισμα, σε μια τέτοια εποχή,
δίχως να βγη από την τζέπη μου παράς• μάλιστα θα κέρδιζα παράδες•
τώρα θα κερδίσω μόνο βρισιές. Έχω δίκιο που σας τη λέω χρυσή εποχή.
Πολλά θάματα θα διήτε. Οι δασκάλοι θα περηφανέβουνται που μιλούνε σαν
το λαό. Ο Χατζιδάκης θα με βρίζη πρόστυχα. Όνοι δε θα βρίσκουνται πια
πούπετις• θα είναι όλοι γαϊδάροι. Ο Κόντος θα με διαβάζη και δε θα
θυμώνη• θα γράφη Παρατήρησες ή Παρατηρήσες και πάλε θα βασανίζεται
για τον τόνο. Στα σκολειά θα παραδίδουν το _Ταξίδι μου_• μα οι
προκομμένοι θα φωνάζουν κ' οι δασκάλοι θα παραπονιούνται που η γλώσσα
μου δεν είναι αρκετά δημοτική. Καθαρέβουσα θα καταντήση η γλώσσα που
γράφω τώρα κι όσα λέω τους δασκάλους, θα με τα πουν εμένα. Η αρχαία
θα μας φαίνεται χυδαία και βάρβαρη. Οι κυρίες στα σαλόνια θα
φιλοτιμιούνται ποια να μιλήση καλήτερα τη γλώσσα του λαού, ποια να
μας δείξη πως την έμαθε. Θα κάμνουν το γραμματισμένο• θα γίνουνε
σκολαστικές, από την τρομάρα που θάχουνε μήπως τύχη και μας πετάξουν
καμιά δοτική, από τον πόθο τους να καταλάβουμε πως ξέρουν πια και
κείνες τι θα πη γραμματική, τι θα πη επιστήμη, που γνωρίζουν όλους
τους φωνολογικούς, όλους τους μορφολογικούς νόμους της εθνικής μας
γλώσσας.
Πότε θάρθη αφτός ο καιρός; Ώςπου νάρθη, παρακαλώ τουλάχιστο τις
κυρίες να μη φιλονεικούν κάθε λίγο για την προφορά και για τη γλώσσα•
δεν ταιριάζει και θα το καταλάβουν κατόπι. Τι θα πουν οι σπουδαίοι,
οι σοβαροί άντρες, όταν τις ακούσουν; Άμα διούν που και γυναίκες
ανακατώνουνται σε ζητήματα της επιστήμης, αμέσως θα μυριστούν που ο
τρόπος μας να μελετούμε αφτά τα ζητήματα δεν έχει τίποτις να κάμη με
την επιστήμη• ο μόνος λόγος που έχουμε να φωνάζουμε, να μαλλώνουμε
για την προφορά, είναι που είμαστε Γραικοί• ένας τέτοιος λόγος όμως
δεν είναι επιστημονικός• αν είμεστα Άγγλοι ή Γάλλοι, θα φρονούσαμε
σαν τους άλλους, γιατί θα βλέπαμε την αλήθεια χωρίς πρόληψη. Η
γυναίκα πρέπει να ξέρη μόνο να λέη• σ' αγαπώ. Οι δασκάλοι, όσο κι αν
το θέλουν, ποτές δε θα κάμουν κανέναν άθρωπο να ξεχάση το φιλί• με το
φιλί θα χαρή κάθε μάννα το πρώτο χαμογέλοιο του παιδιού της• ένα φιλί
μας γέννησε όλους κι άμποτες όλοι μας να πεθάνουμε μ' ένα φιλί στα
μάτια! Το φιλί είναι όλη μας η ζωή• η κούνια είναι ένα φιλί, ένα φιλί
η αγάπη, ο τάφος ένα φιλί! Οι δασκάλοι δε θα μας το πάρουν έτσι και
τη γλώσσα μας δε θα μας την πάρουν. Ας το θυμηθούν κι αφτό οι κυρίες
κι ας μην ξεχάσουν ποτές μήτε το φιλί μήτε τη γλώσσα που το λέει
έτσι. Για την ώρα, όση όρεξη κι αν έχω να τις κολακέψω, δεν μπορώ να
πω πως μιλούν όμορφη γλώσσα.
Η γλώσσα μπορεί να μην είναι καλή• μα το φαγί που τρως στην Πόλη, στη
Χιο και στην Αθήνα, δεν τόχουν πουθενά στην Εβρώπη. Δεν έχουν πουθενά
οι γυναίκες τόση φιλοφροσύνη και νοστιμάδα, τόσο πνέμα οι άντρες και
τόσο ζωηρό νου. Είδα σωρό κόσμους στην Αθήνα. Είδα και κάμποσους
νέους• έκαμναν όλοι στίχους. Θάρρος, παιδιά, κι όλο μπρος! Με τις
δημοτικές σας φημερίδες, με τα πεζά διγήματα και με τους στίχους,
κάτι θα καταφέρετε και σεις. Ο σκοπός σας είναι μεγάλος κ' έχετε
δίκιο. Φτάνει κάπου κάπου να πηγαίνετε στην Ακρόπολη, νακούτε τι σας
λεν οι αρχαίοι• προσέξτε να μη σας βάλουν καμιά μέρα στο Διονύσιο.
Μάθτε τη γλώσσα, να διήτε τι καλή που είναι• άλλη δε θα θέλετε να
γράφετε. Όλα μπορείτε να τα πήτε με την εθνική μας γλώσσα, φτάνει
πρώτα νάχετε να πήτε κάτιτις και να βρίσκουνται δυο ιδέες στο κεφάλι
σας• μόνο να μην τη μισοξέρετε, να τολμάτε, και να μη φοβάστε τον
κόπο που θα σας δώση η δουλειά. Ο νους κ' η φαντασία έχουν την αξία
τους• μα μην ξεχνάτε τη γραμματική. Τη γραμματική πάντα στο
προσκέφαλο!
Τη φαντασία για τίποτις δεν την έχω• την ποίηση δεν την ψηφώ.
Φαντασία και ποίηση μπορεί νάχη ο καθένας, μάθηση δεν μπορεί, γιατί
χρειάζεται θέληση και κόπος• αφτά δεν τάχουν όλοι, και χωρίς μάθηση,
χωρίς τη γραμματική, οι πιο ωραίες φαντασίες, η πιο ψηλή ποίηση
ξεπέφτει. Χωρίς τη γραμματική, δε διαβάζεται μήτε ο Σαικσπείρος.
Γιατί είναι γλώσσα του λαού, θαρρεί ο καθένας πως είναι έφκολη και τη
γράφει χωρίς να τη σπούδαξε ποτές. Μη νομίζετε πως είναι ντροπή να
μαθαίνη κανείς όσα δεν ξέρει. Ο πιο προκομμένος μπορεί να προκόψη. Σε
κάθε ηλικία μπορεί κανείς να πάη στο σκολειό. Το μεγαλήτερο σκολειό,
το πιο δύσκολο μάθημα είναι η γλώσσα του λαού. Κανένα βιβλίο δεν
αξίζει τη διδαχή που βγαίνει από του λαού το στόμα. Τις καλήτερες
ώρες της ζωής σας, τις πιο αγαπημένες σας ώρες θα τις περάσετε με τη
γράμματική στο χέρι. Έτσι τάλεγα με το Λάμπρο μια μέρα• ο καλός ο Μ.
ο Λάμπρος με γύρισε, παντού. Τι πρόθυμος, τι δραστήριος άθρωπος! Σε
μια ώρα καιρό, με πήγε στα Δημοτικά, στον Παρνασσό, στα
βιβλιοπουλεία. Όλα πρόφταξα να τα διώ — και μαζί του όλα μ' άρεζαν.
Από τη χαρά μου τον έταξα και γω, — αν αδειάσω και μ' αφήσουν οι
δασκάλοι, — να γράψω καμιά μέρα και ναφιερώσω στον Παρνασσό μια
_Σύντομη γραμματική της γλώσσας μας για τα παιδιά_. Ίσως μπορέσουν
και γέροι να τη διαβάσουν.
Οι Αθηναίοι έχουν καλό σύστημα το καλοκαίρι• την ημέρα κρύφτουνται
στα σπίτια τους, το βράδυ κάθουνται στους καφενέδες — με συμπάθειο!
στα καφεΐα, ή μάλιστα εν τοις καφείοις, ή κάλλια εντός των καφείων.
Είναι γελαστός, χαρούμενος λαός κι αγαπά να διασκεδάζη• η Αθήνα
κατάντησε Παρισάκι. Ένα βράδυ πήγα και γω στον καφενέ. Στην Αθήνα,
ακόμη και σήμερα, γίνουνται πολλά σαν που είτανε συνήθειο να
γίνουνται στα παλιά χρόνια, στους βαγγελικούς καιρούς• βγάζει λόγο
κανένας και λέει την ιδέα του. Οι άλλοι κάπου ρωτούν τι γνώμη έχει ο
ρήτορας για το τάδε ή το τάδε• πρέπει ο ρήτορας να δώση απάντηση. Ο
Αθηναίος είναι περίεργος και του αρέσει να ρωτά• είναι φιλόμαθος
λαός. Διάβασα μια μέρα σε μια φημερίδα για ένα γλωσσολόγο που μιλούσε
για τη γλώσσα. Αφού τα είχε πει όλα — έτσι έλεγε το φύλλο — βγήκε
ένας να του ρωτήξη κατιτίς ακόμη• με τον ίδιο τρόπο ρωτούσαν οι
Φαρισαίοι το Χριστό, « Ερωτηθείς δε ο κ. Χ.», έγραφε η γαζέττα,
«απεκρίθη» Τόντις _απεκρίθη_ ο κ. Χ. με μεγάλη προθυμία και χτύπησε
όλο τον κόσμο, εμένα μέσα στους άλλους• η γαζέττα τύπωνε το λόγο του.
Χωρίς να χτυπήσω άθρωπο, και χωρίς να τυπώση τα λόγια μου καμιά
γαζέττα, τόπαθα και γω σαν τον κ. Χ. Στον καφενέ που κάθουμουν, είταν
κάμποσοι φίλοι μου μαζωμένοι και με ρώτηξαν — « Κύριε καθηγητά, τι
ιδέαν έχετε περί ξένων λέξεων;» Τώρα είμουν και γω _ερωτηθείς_. Τους
είπα απάνω κάτω τέτοια λόγια•
«Άνδρες Αθηναίοι, άνδρες Κορίνθιοι, άνδρες Αρκάδες, άνδρες Μωραΐται
και επίλοιποι άνδρες, — πολύ να προσέχετε τους τενεκέδες! Δεν ξέρετε
τι μπορεί άξαφνα να βγη ένας τενεκές. Βλέπω τι θα με πήτε — « Έφκολα
γνωρίζεις τον τενεκέ. Ο τενεκές είναι μέταλλο κι αμέσως φαίνεται. Δεν
μπορεί τίποτις να βγη.» Μην το νομίζετε. Δε σημαίνει που ένας τενεκές
δεν έχει μάτια, αφτιά, κεφάλι και νου. Κάποτες τυχαίνει να μην είναι
τενεκές ο τενεκές και να είναι άθρωπος. Βάλτε λοιπό την προσοχή σας•
μην κάμετε ποτές σας κανέναν τενεκέ πρωθυπουργό.
Άμα κάμετε καλό πρωθυπουργό, αμέσως πιάνετε άλλη δουλειά. Πρώτα
μαζώξτε χρήματα όσα μπορείτε• ας δώση παράδες ο καθένας. Τότες έχετε
στρατό• ο στρατός ποτές να μην ξαρματωθή γιατί χαθήκετε, να στέκεται
πάντοτες στο ποδάρι, να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση. Μα για να
στέκεται ο στρατός πάντοτες στο ποδάρι, για να είναι έτοιμος για κάθε
περίσταση, χρειάζουνται πεκούνια. Κοιτάξτε με κάθε τρόπο ναγοράσετε
κανόνια, τουφέκια, μπαγιοννέττες, μπαρούτι, μπάλλες, σπαθιά. Τους
αθρώπους τους έχετε. Θέλετε μόνο λίρες. Μην ξεχνάτε την αρμάδα•
παραγγείλτε φρεγάδες θαρακωτές, καράβια και βαπόρια ντουζίνες• άμα
πλερώσετε, έφκολα σας φτειάνουν και φρεγάδες και βαπόρια στις
καλήτερες φάμπρικες; Ποιο είναι το προτιμότερο, καβαλλαρία, πεζικό ή
ναφτικό; Απ' αφτά τα τρία ποιο συφέρει περισσότερο. Μπορεί να
σκεφτούμε ξεχωριστά για το καθένα. Να σας πω την ιδέα μου• το
προτιμότερο με φαίνεται, νάχη κανείς και τα τρία μαζί. Με το πεζικό
φυλάγουνται λαμπρά τα σύνορα• με την καβαλλαρία πηδάτε και πάτε
παρέκει• με το στόλο, φτάνει να τύχη κατάλληλη ώρα, κι αμέσως
αρπάζετε κανένα νησί• το νησί σας δίνει φόρους και σας βάζει ένα σωρό
παράδες στην κάσσα.
Μπορεί τώρα να πάρουμε κι άλλα μέτρα. Για νάχετε πιώτερους παράδες,
σηκώνετε μερικά σκολειά κ' ένα δυο Πανεπιστήμια. Τι θα τα κάμετε τα
τόσα; Μήτε γρόσια, μήτε δόξα, μήτε κομμάτι χώμα δε σας έδωσαν ίσια με
τώρα. Κατάλαβα τι σας βαστά να τα σηκώσετε. — « Καλά! λέτε• αμέ τα
βιβλία κ' οι οκάδες χαρτί που είναι μέσα; Τι θα γίνουν; Άλλος μπελάς
πάλε τούτος.» — Σωστός ο λόγος. Κι αφτό θέλει σκέψη. Ελάτε λιγάκι να
το συλλογιστούμε μαζί. Ίσως κάτι βγη. Για σταθήτε! Με φαίνεται που το
χαρτί κάθε πράμα μπορεί να το κάμετε. Το χαρτί πάντοτες είναι
χρήσιμο. Πρώτα πρώτα, τόχετε στουπί για τα τουφέκια. Όταν πάτε στον
πόλεμο, μπορείτε να τυλίξετε μέσα τα παπούτσια σας, δε λέω το φαγί
σας, μάλιστα αν είναι λαδερό, γιατί λιγδώνει και γίνεται γρήγορα
μούσκεμα το χαρτί. Μα και για φαγί ταιριάζει, φτάνει να είναι
σταφίδες, τσίροι, ψωμί ή τυρί ξερό. Βλέπετε που το βολέψαμε κι αφτό.
Το κάτω κάτω, και για κάτι άλλες δουλειές είναι καλό το χαρτί. Είναι
ανάγκη να κάθουμαι τώρα να σας λέω για τι δουλειές;
Θα σας πω ακόμη κι άλλο. Όταν οι Αουστριακοί κρατούσαν τη Βενετία,
είταν αδύνατο να διής τσιγάρο σε βενετσιάνικο στόμα. Οι Βενετσιάνοι,
που κάπνιζαν πρώτα σαν το καμίνι, έπαψαν άξαφνα να καπνίζουν. Οι
Αουστριακοί είχαν τα καπνά και κάλλια βασανίζουνταν ο Βενετσιάνος
ολημέρα, παρά να κάμη τον Αουστριακό να κερδίση μισό παρά. Κάτι θα πη
ηρωισμός, ομόνοια, ζωντανό μίσος, έχτρα που μάτι δε σφαλνά, που μέρα
νύχτα βιγλίζει. Πολύ σας τα συστήνω κι αφτά.
Τόσα είχα απάνω κάτω να σας πω για τις ξένες λέξες. Όταν κάμετε καλό
στρατό, όταν αφήσουν το τσιγάρο στην Ανατολή, όταν άλλο δε βάλετε στα
νου σας παρά μπαρούτι και φωτιά, τότες πάλε βρίσκουμε καιρό και
φιλολογούμε. Οι ξένες λέξες κανένα κακό δε μ' έκαμαν• τις έχω μάλιστα
ανάγκη για να πω πολλά πράματα που δε μ' έρχεται και δε γίνεται να τα
πω αλλιώς• έτσι τις έκαμα δικές μου• τις έβαλα να δουλέβουν την ιδέα
μου. Δεν ταιριάζει να κάμνουμε τους περήφανους με τις λέξες κι όχι με
τους αθρώπους, να μη θέλουμε τούρκικα και να καλοπιάνουμε τους
Τούρκους. Είναι περιττό να καθαρίζουμε τη γλώσσα που δεν τόχει ανάγκη
και δε βρωμά• κάλλια να καθαρίσουμε την Ανατολή. Το τουφέκι από τη
γλώσσα μας να το βγάλουμε, δε γίνεται, γιατί σκοτώνει Τούρκο• πολύ
πιο φρόνιμο να βγάλετε τον Τούρκο από τα νησιά κι από τις επαρχίες,
γιατί ο Τούρκος μπορεί να σκοτώση χριστιανούς. Σκοτώνει τους
χριστιανούς ο καταραμένος και τι βγαίνει τότες; Ας λέμε όσο θέλουμε
_πυροβόλον_ κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Αχ! τάπιστα τα σκυλιά, τους
συχαμένους τους βαρβάρους! Ποιος είναι Γραικός και μπορεί άλλο να
γυρέβη, άλλο να ποθή μέρα και νύχτα παρά να πάρη την ψυχή τους; Ποιος
μπορεί σήμερα να λέγεται άθρωπος, ποιος μιλεί για πολιτισμό κι αφίνει
τέτοια ζώα στον κόσμο; Ομπρός λοιπό, τα παιδιά• ορμήστε, παλληκάρια,
στο κριάς, στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε, — κι όταν μπορείτε. Αν
έχετε τουφέκια, πάρτε τα τουφέκια• αν τα τουφέκια σας λείψουν, πάρτε
πέτρες• αν και πέτρες δε βρεθούν, πολεμήστε με τα νύχια• αν τα νύχια
σπάσουν και κείνα, με το στόμα, με τη γλώσσα, με τα δόντια, ρουφήξτε
αίμα, δαγκάστε πρόσωπο, φάτε κόκκαλα. Όξω, όξω πρώτα τους ξένους. Για
τις ξένες λέξες βλέπουμε κατόπι.»
ΚΔ'.
Ξένη γλώσσα.
Τα σπίτια στην Αθήνα είναι ωραία. Με πολύ γούστο τα κάμνουν και δεν
είταν έφκολο πράμα, κοντά στην Ακρόπολη, να φτειάξουν παλάτια και να
χτίσουν πόλη που να φαντάζη, που νάχη τόση χάρη. Οι πέτρες είναι
πέτρες σωστές, κι όχι μουκαβάς. Το μάρμαρο ψέφτικο δεν είναι• είναι
μάρμαρο αληθινό. Το κακό είναι όμως που το σπίτι το λεν _οικία_ και
_οίκος_• μ' αφτό τελειώνει η αλήθεια κι αρχίζει —... πώς να το
φέρουμε; ας πούμε κ' ένα δυσάρεστο... — αρχίζει η ψεφτιά. Να μη
θυμώσης και θα με καταλάβης• μάλιστα θα διής που άλλη λέξη δεν έχει.
Μιλούμε για το καλό κι όχι για να βρίσουμε. Αν είναι πάλε και θυμώση
ο αναγνώστης μου, ας το ρίξη στους δασκάλους• γιατί κοιτάξτε τι
τρέχει. Όταν ο Γραικός είναι μοναχός του και μιλεί για λόγου του,
μέσα στο νου του λέει σπίτι. Άμα ανοίξη το στόμα μπροστά σε κανέναν
ξένο ή και σ' ένα δικό του, θυμάται που πρέπει να το πη αλλιώς• το
μεταφράζει στη στιγμή και στο βγάζει _οικία_. Ο άλλος ο Γραικός που
τον ακούει, σπίτι ξέρει και κείνος — να μην πη πως δεν το ξέρει έτσι,
γιατί τότες εμείς του λέμε που ξέχασε τη γλώσσα του. Ως τόσο, τι
κάμνει; όταν ακούση οικία, γρήγορα γρήγορα μέσα του λέει• « Για σπίτι
μιλεί.» Το μεταφράζει την ίδια ώρα κ' έτσι τρέχουν τα λόγια. Και για
κάθε λέξη, για το _ψωμί, το τυρί, το κρασί, για το νερό, τη φωτιά,
για τα μάτια, τα δόντια, τα φρύδια, τα ποδάρια, τα χέρια, τα μπράτσα,
τα παιδιά, ταγώρια και τα κορίτσια_, γίνεται η ίδια εργασία μέσα στο
νου του• μεταφράζει. Άλλα έχει μέσα του ο Γραικός κι άλλα λέει. Δεν
είναι μόνο το στόμα που λέει μάθημα, μα και ταφτιά δεν κάμνουν άλλη
δουλειά στην Αθήνα και σ' όλη την Ανατολή παρά αιώνια να μεταφράζουν.
Τώρα μπορεί να με ρωτήξης σε τι χρησιμέβουν όλα αφτά τα μεταφράσματα
και τι βγαίνει από την κωμωδία; Ανόητος που δεν το βλέπεις! Δεν το
κατάλαβες ακόμη; Με τη μετάφραση πρώτα θα δείξουμε στους ξένους που η
γλώσσα μας δεν άλλαξε συλλαβή και που έμεινε αιώνες η ίδια. Ο
Περικλής, όταν αποχαιρετούσε την Ασπασία, βέβαια θα της έλεγε• —
«Φιλτάτη, υπάγω εις την οικίαν.» — Έτσι το λέμε και μεις σήμερα. —
Δέφτερο, λέγοντας οικία αντίς σπίτι, ανεβαίνουμε κομμάτι• φαντάζει ο
ένας μπροστά στον άλλο• ο Γραικός καμαρώνει το Γραικό. Βλέπει αμέσως
ο ένας που έμαθε ο άλλος δυο τρία ελληνικά και για να μη μείνη πίσω
και κείνος, κάμνει πως τον καταλαβαίνει. Δεν είπαμε και πριν που μόνο
οι αρχαίες λέξες έχουν εβγένεια; Έτσι και μεις με μια μόνη λέξη
φανερώνουμε την εβγένεια της ψυχής μας. Όλη μας η εβγένεια είναι στα
λεξικά. Ίσως δεν έχουμε κι άλλη να δείξουμε• συφέρει λοιπό να λέμε
_οικία_ κι όχι _σπίτι_. — Είναι κ' ένα τρίτο. Όσο κι αν πολέμησαν οι
δασκάλοι, όσο κι αν αναποδογύρισαν το κάθε πράμα, δεν κατόρθωσαν όμως
να βγάλουν από τη γλώσσα μας μερικούς τύπους δημοτικούς• δεν έδιωξαν
ακόμη το καημένο, το σακατεμένο το _θα_• δεν ξερρίζωσαν το βάρβαρο
_να_. Δεν ξωλόθρεψαν όλους τους ξενισμούς• κάθε φορά που λέμε
_Μάρτης, Μάης_ και τους άλλους μήνες, ακόμη και σήμερα μιλούμε
λατινικά, γιατί ο Μάρτης, ο Μάης κ' οι άλλοι μήνες ελληνικές λέξες
δεν είναι• λατινικά μιλούμε, άμα πούμε τον _Κωσταντίνο_ κι άλλα
τέτοια. Τι να κάμουμε; Να μη λέμε _Μάρτης, Μάης και Κωσταντίνος_; Να
μη γράφουμε το _θα_ και το _να_; Το συλλογιούνται κ' οι δασκάλοι.
Τουλάχιστο το διορθώνουνε. Βάζοντας στην ίδια φράση το _θα_ ή το _να_
μαζί με το _σπίτι_, έχεις δυο βάρβαρους τύπους αντίς έναν• όταν όμως
πης ένα _θα_ και πιο κάτω χώσης έναν _οίκον_, τότες μοιάζει σα να μην
άλλαξε η γλώσσα. Πες• «θα υπάγω εις τον οίκον» ή «Θα υπάγω εις το
σπίτι.» Σύγκρινε τα και τα δυο. Ποιο σε φαίνεται πιο ελληνικό; Ποιο
λες από τα δυο να συνήθιζε ο Περικλής; Βέβαια το πρώτο. Κατάλαβες;
Εκεί που το _θα_ μπορεί να σε προδώση αν το βάλης με ξένη λέξη και να
δείξη που η γλώσσα σου άλλαξε, άμα ταιριάξης, το _θα_ με μια λέξη
αρχαία, γίνεται αρχαίο και το _θα_. Έτσι έσιαξες τις ανωμαλίες• έτσι
ξελληνίζεις τους ξενισμούς. Φτάνει να κάμης το _Μάρτη Μάρτιον, τον
Κωσταντίνο Κωνσταντίνον_• αμέσως πάστρεψες, ξέπλυνες τη γλώσσα. Τώρα
βλέπεις που με τη μετάφραση κάμποσα κατάφερες.
Ας είναι πάλε καλά οι Ρωμαίοι! Χωρίς τους Ρωμαίους, θα μνίσκαμε στα
κρύα του λουτρού. Δε θα ξέραμε τι μήνα έχουμε• τα χρόνια θα περνούσαν
και δε θα το νοιώθαμε• δε θα μπορούσαν οι δασκάλοι να προδέψουν•
πάντα θα κοπάνιζαν τα ίδια. Με το μηνολόγι που μας έδωσε η Ρώμη,
ξέρουμε τουλάχιστο τι μας γίνεται. Οι Ρωμαίοι μας έμαθαν πολλά
χρήσιμα πράματα• χάρη στους Ρωμαίους έχουμε _σπίτι_ και καθούμαστε•
χάρη στους Ρωμαίους ανοίγουμε και σφαλνούμε _πόρτες_. Ας ήναι καλά κ'
οι αρχαίοι! Κάμποσα τους χρωστούμε. Α δεν είταν οι αρχαίοι, δε θα
ξέραμε πώς να πούμε τον _άθρωπο_. Χωρίς τους αρχαίους, κι αφτή η
Αθήνα όνομα δε θα είχε. Είναι τόντις κρίμα που αφτές οι δυο λέξες
_άνθρωπος_ και _Αθήναι_ είταν ξένες στην αρχαία γλώσσα. Ελληνική ρίζα
δεν έχουν κι από κάπου θα τις έκλεψαν οι προγόνοι μας. Οι δασκάλοι
τούτο δεν το ξετάζουν• οι δασκάλοι δεν ξετάζουν που η λέξη _πόρτα_
βρέθηκε στη γλώσσα μας από του Ιουστινιανού τα χρόνια. Ακούν τους
Ιταλούς να λεν _πόρτα_• νομίζουν αμέσως που μας τόμαθαν οι Ιταλοί.
Γράμματα δεν ξέρουν οι καημένοι• για τούτο βρίζουν και κατατρέχουν
αφτή τη λέξη• το _Μάρτη και το Μάη_ τους αφίνουν ήσυχους. Μόλον
τούτο, όσο αρχαίος είναι ο _Μάρτης_, τόσο αρχαία είναι κ' η _πόρτα_,
μάλιστα πιο αρχαία. Οι δασκάλοι δε λεν τίποτις μήτε για τη λέξη
_άνθρωπος_ μήτε για τόνομα _Αθήναι_ — κι ως τόσο θα σε πουν πολύ
σοβαρά που ξένες λέξες δε θέλουν. Όρος• «ξένες λέξες είναι όσες
θαρρούν ξένες οι δασκάλοι. Άμα δεν ξέρουν οι δασκάλοι, ξένες λέξες
δεν υπάρχουν.»
Όπως κι αν το γυρίσουν οι δασκάλοι, δε θαλλάξουν την ιστορία• ό τι
έγινε, έγινε. Η γλώσσα μας άλλαξε, γιατί όλες οι γλώσσες αλλάζουν.
Αφτό η Εβρώπη το ξέρει, κι από μας δε θα πάρη μαθήματα. Εβγένεια δεν
είναι να λέη κανείς άλλα άντ' άλλα. Ας είταν όμως και μεγαλήτερη
εβγένεια να λέμε _οικία_ αντίς _σπίτι, άρτος_ αντίς _ψωμί_, πάντα θα
είταν εβγένεια ψέφτικη να το λέμε έτσι. Τι θα πη ψεφτιά; να σε κάμω
να πιστέψης ένα πράμα που δεν είναι. Τι κάμνουμε όμως τώρα; Θέλουμε ο
κόσμος να πιστέψη που η γλώσσα μας δεν άλλαξε• θέλουμε να το
πιστέψουμε κ' οι ίδιοι• προσπαθούμε να δείξουμε εβγένειες που δεν
έχουμε. Η αλήθεια μέσα σ' αφτά τι γίνεται; Χάνεται, κ' η ψεφτιά
βασιλέβει. Είναι έτσι ή δεν είναι; Όποιος θύμωσε πρέπει τώρα να
ξεθυμώση. Άδικος θυμός! Νομίζουμε τάχατις πως κάτι κατωρθώσαμε με τα
δασκαλικά μας και δε βλέπουμε πολύ πιο σοβαρά πράματα. Με τη
μετάφραση και με το σύστημά μας αφτό νάχουμε άλλη γλώσσα στο νου κι
άλλη στο στόμα, το κάτω κάτω τι δουλειά κάμνουμε; Την ίδια δουλειά
που κάμνουν όσοι μιλούν ξένη γλώσσα. Ξένη γλώσσα είναι μια γλώσσα που
δεν την ξέρει κανείς φυσικά και που πρέπει να τη μάθη με το δασκάλο,
για να τη μιλήση. Έτσι το παθαίνουμε με τα κορακίστικα που μιλούμε.
Και δεν ντρεπούμαστε. Μάλιστα προσμένουν οι δασκάλοι να τους
καμαρώσουν οι Εβρωπαίοι! Οι Εβρωπαίοι ως τόσο τι λεν; που δεν ξέρουμε
τη γλώσσα μας και που μας τη χάλασαν οι δασκάλοι. Το φραγκόπαιδο δεν
έχει ανάγκη να του πουν πώς πρέπει να λέη σπίτι και ψωμί• τακούτε και
θα τα πη όπως τα λέει όλος ο κόσμος. Ξέρει τη γλώσσα του φυσικά.
Εμείς θα τη μάθουμε πρώτα στο σκολειό, και το μάθημα τούτο τολμούν οι
δασκάλοι και το λεν εθνική γλώσσα! Ένα μόνο ξεχνούν οι δασκάλοι• οι
ξένες λέξες δεν είναι το σπίτι, το τουφέκι και το παπούτσι, γιατί τις
λέξες αφτές τις έκαμε δικές του ο λαός κ' έγιναν τώρα γραικικές. Άμα
τις πης, θα τις καταλάβη ο καθένας κι από κει μπορείς να κρίνης• μόνο
τη δική του τη γλώσσα καταλαβαίνει ένας άθρωπος, χωρίς νάχη ανάγκη
δασκάλο. Γλώσσα μας το λοιπό κατάντησαν κι αφτές οι λέξες. Άλλη είναι
η ξένη γλώσσα.
Μια μέρα περνούσα από ένα σπίτι μπροστά. Στην πόρτα στέκουνταν ένα
παιδί δώδεκα χρονώ, με χαρούμενο πρόσωπο και μάτια γελαστά. Φορούσε
στιβάλια ψηλά, φτερνίστρες, και βαστούσε καμτζίκι στο χέρι. Είταν
έτοιμο να φύγη. Έλεγε της μάννας του που είτανε μέσα στο σπίτι• — «
Μάννα, θα πάω καβάλλα.» — «Να μη σ' ακούσω, να μη σ' ακούσω! μάνιζε η
μητέρα του. Τέτοιες λέξες να μη λες και θα σε δείρω! Να πης• θα υπάγω
να ιππεύσω.» Σάστιζε το παιδί σα να μην καταλάβαινε. Η μάννα του και
κείνη δεν έβλεπε και δεν έννοιωθε τι βάρβαρη γλώσσα πολεμούσε να μάθη
του παιδιού της, όταν τόβαζε να λέη ταναλυτικό μας το _θα_ με ταρχαίο
το _ιππεύσω_• και το μεσαιωνικό το _υπάγω_. Νόμιζε πως τόντις κάτι
κατάφερνε και δεν καταλάβαινε η ίδια το τρομερό λάθος που έκαμνε.
Κατάλαβα τότες όμως εγώ που η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η
καθαρέβουσα• το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβη κ' η μάννα η ίδια
δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνη ένα έθνος,
που μαθαίνει τέτοια γλώσσα η μάννα του παιδιού της!
ΚΕ'.
Χαμένα λόγια.