Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ' ό τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον

έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλήτερα.

Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις

κοιτάζοντας στα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψης σε καμιά πέτρα, να

πέσης με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσης το πόδι σου. Το πράμα είναι

πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθής, ή κανείς να σε σηκώση, να

γυρίσης, σπίτι, να φωνάξης το γιατρό, ίσως να δείρης τη γυναίκα σου.

Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου είταν κανένας καλός

οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω

χαλινάρι να με σφίγγη το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να

με πη για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια

ταγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή που σεργιανίζαμε κ' οι δυο μας,

ανεβήκαμε μαζί σ' ένα ψηλό βουνό• είταν αποκάτω μας βράχοι. Έβλεπα

θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα,

που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσουν τα μάτια μου

πιο καλά. Ο Μέντορας μου με τράβηξε από το ρούχο και μ' είπε• — «

Ανάγκη δεν είναι να πέσης στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον

άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η

αρετή.»

Ποιος δεν τόπαθε στη ζωή του ή να λυπηθή πάρα πολύ ή να καταχαρή, να

ξεκαρδίζεται από τα γέλοια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του

περεχύνουν την καρδιά δάκρια πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά

δεν είναι υπερβολικός; Παραδείματος χάρη, είναι βέβαιο που θα πης

άγγελο την πρώτη γυναίκα που θαγαπήσης• ίσια με το ταβάνι θα πηδήξης

με το πρώτο φιλί που θα σε δώση. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της

κάμης όρκο που θα την αγαπήσης όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα

πάλε χάσης την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να

κλαις σαν το βόδι την ώρα που το σφάζουν και να φωνάζης που ποτές σου

πια δε θαγαπήσης, που θα πεθάνης ή τουλάχιστο που θα γίνης καλόγερος.

Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί

ζης, τρως, κοιμάσαι και σ' ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον

άγγελο μαζί. Ως τόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις• μάλιστα

νοιώθεις μέσα σου μια ανάγκη να τα πης, κι α δεν τάλεγες θα σε

φαίνουνταν πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μ' έμαθε με

τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να

τα ταιριάξη όλα και να μην το παρακάμη• — « Σε τέτοιες ώρες, λέει,

χρειάζεται _συμβιβασμός_. Πες της αγάπης σου που θα την αγαπήσης μόνο

τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε που θα μισοπεθάνης ή που θα γίνης

μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον

κτλ.»

Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας που δυο και

δυο κάμνουν πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις• τα

δυο και δυο τα κάμνεις πέντε, — φτάνει να βρεθής σ' ανάγκη. Η

αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους

που δεν αλλάζουν• της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα

του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σε

λέει; — « Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές, — όχι παραπάνω —, κ' οι

τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις βάλης τη μια με την άλλη, είναι

ίσιες με δυο ορθογωνιές, αν τις βάλης τη μια με την άλλη»• ή πάλε•

«Το τετράγωνο της υποτείνουσας, για τα ορθογώνια τρίγωνα, είναι ίσιο

με τα τετράγωνα που βγάζουν τάλλα δυο πλεβρά, όταν τα πολλαπλασιάσης

το ένα με τάλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας που το παρακάμνει η

γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα είταν αν έλεγε• — « Είναι

τρίγωνα που έχουν τρεις γωνιές, αλλά πάλε μπορεί να μην έχουν και

τόσες» ή « οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο

μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι». Ο Αριστοτέλης

δε θα μπορούσε να το πη καλήτερα, κι όταν έδειχτε και δίδασκε που η

αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η

αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψη και κει

που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις

άξαφνα και μας λες• — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κι όλας λιγάκι να

τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διές

τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει•

πρέπει και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πης,

χαίρεται ο κόσμος που σ' ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός

αφτός _συμβιβασμός_ κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική

συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίση παράδες και

με παράδες τι δε _συμβιβάζεις_;

Πούπετις όμως δεν ταιριάζει τόσο καλά, πούπετις ο συμβιβασμός δεν

έχει τόσο τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα

γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό τούτο το σύστημα, εκεί φανερώνεται

με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρη κανείς

τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλη να μάθη

όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα

και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρης μισά τη μια, και μισά

την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον

αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Έτσι πέφτουν όλοι σύφωνοι ή

να το πούμε καλήτερα, μισοσύφωνοι.»

Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διής που μονάχη της

μπορεί να σε δείξη τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να

κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουν τη

λέξη συμβίβασις• δε γνωρίζουν τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο

Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α', παραγρ. 67)• « Πέπονες δε προς μεν φιλίας

και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί». Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο

καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό, άγνωστος ακόμη και τότες ο

_συμβιβασμός_. Έτσι λεν και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ.

375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έγδ. του Dindorf. Πρώτη

φορά απαντάς τόνομα _συμβιβασμός_ στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ.

1409• «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουν τη λέξη κ' οι

Παντέχτες• « Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ.

Επιφάνιος, (αίρ. Ξς’, ιδ'), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2

στην έγδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουν, ο πρώτος• « πείσαι αμφοτέρους

εις συμβιβασμόν ειρήνης» κι ο δέφτερος « Εναντίων δυνάμεων

ειρήνευσιν και συμβιβασμόν». Στους αρχαίους δε βρίσκεται

_συμβιβασμός_. Απ' αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι

αρχαία• δεν είναι και νέα• είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο

συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τη χρονολογία του.

Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους• θέλω να

πω που ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάση• δεν έχουμε

ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε μόλον

τούτο καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουν, αν τύχη, και τα παιδιά,

δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την

πλοκή_μφ νθ νχ_. Το _ν_ δεν προφέρνεται• ο καθένας θα πη _νύφη

πεθερός θυμούμαι_ και _κόχη_, αντίς _νύμφη πενθερός ενθυμούμαι_ (το

_θυμούμαι_ το δικό μας δεν έχει να κάμη με το _θυμούμαι_ της αρχαίας,

γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται

στην Κύπρο το ρήμα _αθθυμούμαι_), _κόγχη_ κτλ. Ό, τι είναι αλήθεια

για το _φ θ χ_, πρέπει να είναι αλήθεια και για το _β δ_ και _γ_. Θα

πούμε με τον ίδιο τρόπο το _βασιλιά_ το _διάβολο_ το _γέρο_, αντίς

_τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο_. (1) Αφού το _φθχ_ και το _β δ

και γ_ δε θέλουν το _ν_, φυσικά δεν μπορεί μήτε το _σ_ και _ζ_ νάχη

_ν_ μπροστά του. Για τούτο λέμε _Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη

ζήση_, αντίς _Κωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση_. Ποιος είναι

ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, _φθχ, βδγ, σζ_

μοιάζουν αναμεταξύ τους κ' έχουν κάτι που τους είναι κοινό• όλα τους

είναι ημίφωνα, θα πη που μπορείς να προφέρης ένα _φ_ όση ώρα θέλεις

κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου• το _π_ όμως, που είναι άφωνο,

πρέπει με μιας να το βγάλη το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τάλλα

_φθχ, β δ γ, σ ζ_, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά

τους και δεν έχεις παρά να δοκιμάσης να προφέρης ένα _π_ κ’ ένα _φ_,

να το διής. Αφού έχουν τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και

χαραχτήρα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό τι γίνη με

το ένα να γίνη και με τάλλο, ό τι πάθη το ένα και τάλλο να το πάθη, ό

τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχη και ταλλουνού. Για

τούτο με κανένα ημίφωνο _ν_ δεν προφέρνεται κ' έχουμε νόμο στη γλώσσα

μας• « Στα ημίφωνα μπροστά _ν_ δεν ταιριάζει.»

***

1) Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους

έφτειαξαν οι δασκάλοι• και τους έμαθαν πού και πού στο λαό. Η αρχαία

δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουν οι δασκάλοι

και δεν μπορούσε να τα προφέρη έτσι, γιατί οι αρχαίοι ήξεραν τη

γλώσσα τους.

***

Τον ίδιο νόμο έχει κ' η αρχαία• δε λέει _σύνζυγος_, μα _σύζυγος_• δε

λέει _συνστέλλω_, μα _συστέλλω_• δε συνηθίζει να λέη _συνσίτιον_, μα

αναδιπλασιάζει το _σ_ και το κάμνει _συσσίτιον_. Ο αναδιπλασιασμός

έχει και κείνος το νόημά του• σημαίνει που δεν ταιριάζουν πλάγι πλάγι

_ν_ και _σ_, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη

γλώσσα μας νακούγεται το _ν_• πρώτα έγινε _νύφφη πεθθερός θθυμούμαι_,

κ' έπειτα _νύφη πεθερός θυμούμαι_, καθώς έγινε σήμερα και στην

καθαρέβουσα το _άλλος άλος_ και _συσίτιον_ το _συσσιτίον_ που

αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς

γίνεται όμως τώρα που η αρχαία, αντίς ναναδιπλασιάση το _νθ_, σαν το

_νσ_, λέει άνθρωπος με _ν_, και ξεναντίας με το _φθχ_, με το _βδ_ και

_γ_ έχει παντού το _ν_. Γιατί τούτο, θα με πης; Γιατί τότες το _φθχ_,

το _βδ_ και το _γ_ δεν είταν ημίφωνα• είταν άφωνα κ' έτσι τα ξέρουν

και τα λεν οι παλιοί μας γραμματολόγοι. Σήμερα που τάφωνα πλήθαιναν,

είταν ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήση και πιώτερες λέξες. Το κάτω

κάτω, μπορούμε να πούμε που όποιος λέει _νύφη πεθερός και κόχη_,

μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει

_ν_ με τα ημίφωνα. Όποιος λέει _νύμφη πενθερός τον γείτονα τον

χειμώνα_ κι άλλα τέτοια με _ν_, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας,

αφού βάζει _ν_ με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι

ξένοι φτειάνουν κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν

ξέρουν. Ο γραικικός μας ο λαός πούπετις και σε κανένα μέρος της

Ελλάδας δε βάζει το _ν_, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε•

θα τη βρης στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμη να καταλάβης τη

νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η

ρωμέικη είναι συνέχεια της ελληνικής• για να είναι συνέχεια, έπρεπε

ναλλάξη, αλλιώς θα είταν πάντοτες η ίδια — και μήτε η αρχαία, στην

ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο

ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξη. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουν

είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες οι γλώσσες που άθρωπος πια δεν τις

μιλεί.

Ας σημειώσουμε το λοιπό την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο μάβρα

&φ θ χ β δ γ&, για να τα διακρίνουμε καλήτερα, κ' έτσι να διούμε τι

απόγινε με το &φθχ&. Το &φ& το &θ& και το &χ& είταν άφωνα _διπλά_• το

&δ β& και το &γ& είταν _απλά_. Όταν έλεγαν το &φθχ&, ακούγουνταν

πρώτα ένα &π τ κ&, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά,

χάνουνταν το _π τ κ_ κ' έπερνε η δασεία πιώτερο τόνο και τόπο, γιατί

λέγοντας το &φ&, το &β& ή το &χ&, αντίς νανοίξουν καλά το στόμα, το

σφαλνούσαν πιο γρήγορα κ' έτσι είταν ανάγκη να χαθή η δασεία που

θέλει στόμα ανοιχτό, και να μείνη στο τέλος μόνο το ημίφωνο &φθχ&,

που δε μοιάζει πια με τάφωνο ταρχαίο. Την ίδια σειρά ακουλούθησε το

λατινικό Porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική• έγινε πρώτα φorte

(πάει να πη, _π_ με δασεία, σαν ταρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και

τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το _ν_ να

μείνη μπροστά σε &φθχ&, άμα δεν είταν πια &φθχ&, μήτε κατώρθωσε να

σώση το _πτκ_ του &φβχ&, μόλον ό τι το _ν_ ταιριάζει καλά με τάφωνα.

Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που

τάφωνα γίνουνταν ημίφωνα κ' έτσι από το &φ& βγήκε το φ, από το &θ& το

θ, κι από το &χ& το σημερνό μας το χ.

Όπου είταν όμως _ν_ της αρχαίας μπροστά σε &β δ& και &γ&, σώθηκε και

το ν κ' η παλιά προφορά του &β δ& και &γ&, γιατί το &β δ& και &γ&

είταν άφωνα _απλά_ κ' έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάση. Οι

αρχαίοι, για το &μβ νδ νγ& είχαν την ίδια προφορά που έχουμε σήμερα,

άμα λέμε _ομπρός πάντα τον κόπο_. Δεν τα λέμε με _π τ κ_, τα λέμε με

&β δ γ&. Μη βλέπης που μιλούμε για το _ν_ κι όμως γράφουμε _μ_, άμα

είναι &β& στη μέση. Το _ν_, μόνο που βρίσκεται μπροστά σε &β&,

γίνεται &μ&• έτσι και το δικό μας το _άμποτες_, το κάμνουμε με &μ&•

κι ως τόσο είναι με _ν_ (αν ποτέ)• το _ν_ γίνεται χειλικό με τα

χειλικά (_πφβ_) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγ&χγ&)• είναι όμως

πάντα _ν_, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να

διαβάσης _συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός_. Αφτό το _ν_ δεν έπρεπε

λοιπό να χαθή, γιατί το _ν_ της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι

του, ταίριαζε με τάφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα,

σαν που μπορεί να το διή ο καθένας στους τύπους _πάντα έμπορος τον

κόπο_• ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πη _πάτα έπορος το κόπο_. Σε

τέτοια περίσταση μάλιστα, το _πτκ_ γίνεται _ηχικό_ (πάει να πη που

αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρης τα ηχικά, όπως

αντηχεί όταν πης _ζ_ δυνατά) από άνηχο που είταν (η γλωσσίδα δε

σαλέβει όταν είναι _πτκ_ κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το _σ_, σα με

το _ζ_). Για τούτο λέμε παν&δ&α έμ&β&ορος τον &γ&όπο. Στη γλώσσα μας,

ένα ηχικό φέρνει τάλλο, και του _ν_ δεν του φτάνει να βρίσκεται σ'

άφωνα μπροστά, θέλει αφτά τάφωνα να είναι κ' ηχικά. Αν είταν το &β&

ταρχαίο σαν το δικό μας το _β_, θα είταν αδύνατο νάχη μπροστά του

_ν_, γιατί τότες θα είταν το &β& ημίφωνο, και ξέρουμε που τα ημίφωνα,

στην αρχαία και στη νέα, _ν_ δε θέλουν.

Είναι φυσιολογικός νόμος το _μ_ να γεννά &β& κι όχι β, για το λόγο

που ένα _μ_ έχει πιότερη συγγένεια με το &β& παρά με το _β_ και

μπορείς μάλιστα να πης που κάθε _μ_ έχει μέσα του ένα &β&. Η προφορά

_μβ_ είναι αδύνατο πράμα, κ' έπρεπε να είταν οι αρχαίοι βάρβαροι για

να την έχουν. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουν τους αρχαίους να

φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.

Γι' αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν

που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με _π_ αντίς _β_. Ο λαός δεν

ξέρει ακόμη αφτό τόνομα, κι αν το μάθη, είναι καλήτερο να το μάθη με

_π_• αν του το πούμε με _β_, θα το κάμη Ιάβλιχος• με _π_ θα φυλάξη

τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συφωνεί με τη δική του. Τόνομα

αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε _β_ μήτε _π_• έχει μόνο

_μλ_. Οι Έλληνες, όταν το πήραν, έβαλαν το &β&, όπως και πριν είχαν

πει αμβροσία αντίς _αμροσία_, που θα είταν ο σωστός τύπος, κι

άμ&β&ροτος αντίς _άμροτος_, που είναι το πιο αρχαίο, κ' έτσι, — κατά

λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους, — βγήκε τόνομα _&β&ροτός_

από το σύθετο _άμ&β&ροτος_. Αφτό το &β&, για νάχη το λόγο του, έπρεπε

να είναι άφωνο &β& και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί

ακούστηκε ένα &β& στόνομα _Ιάμ&β&λιχος_. Τόνομα είναι πολύ σημαντικό•

μας δείχτει που και στον τέταρτο αιώνα μ Χ. σώζουνταν ακόμη η προφορά

του αρχαίου του &β&.

Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το _ν_ και με &β δ γ& και με

_πτκ_, είταν ανάγκη, πρώτο• το &β& να μη γίνη _β_, όταν είχε μπροστά

του _ν_, δέφτερο• το &β& ταρχαίο να μείνη και σήμερα, σ' όποια λέξη

το &β& έχει ένα _ν_ μπροστά του. Το ίδιο και με το &δ& και &γ&. Έτσι

λέμε σήμερα _μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι

σεντόνι, εγγόνι αγγίξω_ και τέτοια πολλά που σώζουν την αρχαία

προφορά εμ&β&αίνω κόμ&β&ος (κομ&β&ίον• τάτονο _ο_ γίνεται στη γλώσσα

μας _ου_) γαμ&β&ρός εμ&β&άλλωμα, άν&δ&ρα, έν&δ&εκα εν&δ&ύνω σιν&δ&ών

(σιν&δ&όνιον), έν&γ&ονος (εν&γ&όνιον) εν&γ&ίζω. Έχουμε τώρα, μ' αφτά

που είπαμε, και νέους όρους• σ' όποια λέξη κανείς ακούση την προφορά

_νπ ντ νκ_, αντίς &μβ νδ νγ (γγ)& που γράφουν οι αρχαίοι, αμέσως

μπορεί να πη, δίχως να κάμη λάθος, που η λέξη είναι αρχαία, δηλαδής

που την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και που δεν

του τη χάλασαν ακόμη οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτις να βρίσκεται ή

να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους• οι αρχαίοι

δεν έγραψαν όσες λέξες έλεγαν, και πολλές που συνήθιζαν μπορεί να μη

γράφηκαν ποτές. Φτάνει να είναι το &β& το &δ& ή το &γ& με το ν, και

βλέπουμε αμέσως που για να λέμε σήμερα μ&β&, ν&δ&, ν&γ& αντίς _μβ νδ

νγ_ έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχη τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα μ.

Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι

πλουτίζει κ' η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας

οι δασκάλοι κάμνουν τον περήφανο σηκώνουν τη μύτη και καταφρονούν το

πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχτει που

αφτό το χυδαίο το _μπάλλωμα_ είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από

το _καταλαμβάνω_ το δικό τους!

Πρέπει όμως, για να μείνη η αρχαία προφορά, το &μβ νδ νγ& να είναι

μέσα στην ίδια λέξη. Ά δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει

το ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβης από του αρσενικού άρθρου το _ν_,

από το _ν_ του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα _ν_ που βρίσκουνται

μπροστά σ' αρχικό &β δ γ& της ακόλουθης λέξης, ή μπροστά σ' ό τι άλλο

ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε _τομπασιλιά_, λέμε το _βασιλιά_. Γιατί

τούτο; Γιατί το κοινό όνομα &βασιλεύς& δεν είχε μόνο αιτιατική•

ταρχικό &β& μπορούσε λοιπό νακουστή χωριστά από τον της αιτιατικής,

αφού έκλιναν &ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς& κτλ.

Άμα δεν είταν κανένα _ν_ στο &β& μπροστά, γίνουνταν το &β& _β_, γιατί

το &β& είναι φυσικό να γίνη _β_, το _β_ όμως δε γίνεται &β&. Αφού

όμως το &β& έγινε _β_, βρίσκουνταν κάθε φορά που έκλιναν τόνομα το

_ν_ της αιτιατικής του άρθρου μπροστά στο _β_ της αιτιατικής

_βασιλέα_. Μα είδαμε που αφτή η πλοκή _μβ_ δεν μπορούσε να _μείνη_• ο

τύπος τον _βασιλιά_ έπρεπε αμέσως να κατασταλάξη στον τύπο το

_ββασιλιά_, με δυο _β_, κι αφτός ο τύπος είναι που μας έδωσε την

αιτιατική της κοινής _το βασιλιά_, γιατί σαν που το είπαμε αρχήτερα,

ο αναδιπλασιασμός δεν ακούγεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε

τελικό _ν_ και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι' αφτό το λόγο

χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το _ν_ της αιτιατικής του θηλυκού κι

αρσενικού άρθρου• μνίσκει μόνο όπου είναι _κπτ_, ίσια ίσια γιατί το

_κ_, το _π_ και _τ_ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ' όλα τάλλα _(χ γ φ

β θ δ σ ζ μ ν ρ λ)_ αναδιπλασιάζουνταν το _ν_• με το _κπτ_ δεν

μπορούσε ναναδιπλασιαστή, αφού το _ν_ με _κπτ_ παριστάνει δυο

φτόγγους διαφορετικούς. Το ίδιο έπαθαν και τα μόρια _δεν_ και _αν_.

Τα μόρια και τάρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά• μοναχά τους δεν

μπορείς να τα πης• πρέπει νάχης κατόπι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια

_δεν, αν,_ οι αιτιατιακές _την_ και _τον_ του ενικού άρθρου

ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να είταν

τόνομα και τάρθρο μια μόνη λέξη. Χάρη σ' αφτό, έμεινε το _ν_ μπροστά

στο _κ_, το _π_ και το _τ_ και στα φωνήεντα σαν που έμεινε μέσα στην

ίδια λέξη. Μπροστά σ' όλα τάλλα, έπρεπε πρώτα ναναδιπλασιαστή κ'

ύστερα να βγη. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα

έπρεπε φυσικά να παν τα πράματα διαφορετικά, αφού οι αντωνυμίες, τα

επίθετα και τα ρήματα έχουν ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πης

ξεχωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρης και μοναχό του.

Μ' αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον _καλόν φίλον_ ή _είχεν φίλον_,

όλοι θα πούμε σήμερα _τον καλό φίλο, είχε φίλο_. Έναν καιρό έλεγαν,

_καλό φφίλο, είχε φφίλο_, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που

ακόμη σήμερα έτσι μιλούν. Και τόντις πολλά χωριά έσωσαν αφτή την

προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ' ένα γλωσσικό στάδιο που

η κοινή γλώσσα ξεπέρασε και για τούτο θακούσης σε κάμποσα νησιά να σε

πουν _τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ,

τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάννα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή

άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω_• κ' έτσι θα στα πουν

όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το _ν_ μπροστά σε κάθε άλλο σύφωνο παρά

_κπτ_• δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμη ποτές λάθος ο χωρικός.

Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά,

έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το &β& του &βασιλεύς&. Οι

αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κράτησαν το _ν_ μήτε όταν

έρχουνταν κατόπι _κ π τ_ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός,

άμα είπαν _καλό φίλο_ αντίς _καλό φφίλο_, δεν είταν πια κανένας λόγος

το _ν_ της αιτιατικής να ξαναφανή πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να

μπη κατόπι και να πούμε _φίλο καλό_• έτσι δε φαίνεται πια το _ν_ μήτε

στόνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει

_καλό_ για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς _ν_. Όσο για τα

ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος_ μόνο στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει

πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνης το πρώτο πρόσωπο του

ενικού αόριστου _είχα φίλο_ και το τρίτο του πληθυντικού _είχα φίλο_,

α δε βάλης το _ν_. Τα χωριανά διακρίνουν τα δυο πρόσωπα χωρίς _ν_,

γιατί λένε, για το πρώτο, _είχα φίλο_ και για το τρίτο, _είχαφφίλο_.

Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι

φυσιολογικούς, να φυλάξη το _ν_ μπροστά στα φωνήεντα και στάφωνα, μα

έπρεπε να βάλη μπροστά στα ημίφωνα τους τύπους _έχουνε, είχανε, λένε_

ή _γράφανε κάμανε_ αντίς _έγραφαν έκαμαν_. Αφτούς τους τύπους τους

πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά• κ' έπρεπε τόντις να

τους πάρη, γιατί θάκαμνε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ως τόσο δεν

μπορούσε να πη είχα φίλο. Να παρατηρήσης όμως που μόνο στα τρίτα

πληθυντικά πρόσωπα βάζει το _ε_ και το _ν•_ δεν τόχει ποτές στο πρώτο

_έχουμε_ κι αφτό σε δείχτει που λέει _είχανε_ (και χάρη στην αναλογία

_έχουνε_) μόνο και μόνο για ναποφύγη τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη

γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό _ν_ (το _ν_ του άρθρου, του _αν_

και του _δεν_, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα

στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στάρθρο), έμεινε το _ν_ μόνο

μπροστά στάφωνα και στα φωνήεντα.

Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμαι στη γλώσσα του λαού τους τύπους

_συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος_, κι άλλους τέτοιους τύπους; Αρχαίοι

τύποι δεν είναι• αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους

είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θάλεγε _συμ&β&ουλή,

κίν&δ&υνος, σύν&δ&εσμος_. Πρέπει λοιπό να συμπεραίνουμε που τους

έμαθε μόνο σε μια εποχή που ταρχαίο το &β& είχε γίνη _β_, κι αφτό

είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκαν οι λόγιοι

στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας.

Είδαν που τα βιβλία έγραφαν παντού _β_, δεν ήξεραν που το &β&, όταν

έρχεται _μ_ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νόμισαν που το λεν πάντοτες

&β&• το είπαν έτσι και σ' αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε

τότες ο λαός και τις κανόνισε• φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κ' είπε

_συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος_, γιατί είδαμε που δεν ταιριάζει με τα

ημίφωνα το _ν_, κι άμα είναι νόμος, ό τι κάμουν οι λόγιοι, δεν μπορεί

να τον αλλάξουν• ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες

λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις

γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς

μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη.

Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι

εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πης είναι που

τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και που πιώτερο

αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος _&β&άλλωμα ή άν&δ&ρας_

παρά ο τύπος _κίδυνος ή συβουλή_.

Όταν όμως ακούσης σε μια λέξη να λεν όλο _μβ νδ_ κι ο λαός μήτε να

γνωρίζη τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει• φτάνει οι λόγιοι να σε πουν

τους τύπους _άμβων, καταλαμβάνω_ με _β_, σαν που τους λεν, κι αμέσως

καταλαβαίνεις εσύ που η προφορά αφτή του _β_ είναι πλάσμα καινούριο•

ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή• αρχαία δεν είναι,

αφού δε λεν _άμβωνας_, μήτε άμ&β&ων κ' έτσι καταπατούν τους

φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι _ν_ κ'

ημίφωνα• είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; ο δάσκαλος. Και ποιος

λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες,

ελπίζω, τώρα τι θα πη _συμβιβασμός_• είναι λάθος στην αρχαία γλώσσα

και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο _συμβιβασμός_. Δεν είναι μισό λάθος•

είναι λάθος σωστό.

Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο.

_&Β&ιβάζω_ σημαίνει _κάμνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να

βαδίζη, το βάζω στο δρόμο του_. Η πρόθεση _συν_, όλος ο κόσμος το

ξέρει, θα πη μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο τι νόημα έχει ο

_συμβιβασμός_• κάμνει δυο πράματα να ταιριάζουν το ένα με τάλλο, μαζί

να πηγαίνουν, τον ίδιο δρόμο να πάρουν. Ποια είναι αφτά τα δυο; ο

_συμβιβασμός_ δε μας το λέει, μα πιστέβω που θέλει να πη την αρχαία

και τη νέα. Με τι τρόπο _συμβιβάζει_ και τις δυο; Τώρα να το διούμε.

Ο _συμβιβασμός_ ντρέπεται να πη _ήπια_, που είναι πάρα πολύ χυδαίος

τύπος• δε θέλει πάλε και να πη _έπιον_, που είναι πάρα πολύ αρχαίος.

Τι κάμνει; Παίρνει λίγο από το _έπιον_ και λιγάκι από το _ήπια_, μισό

μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τανακατώνει και σε βγάζει έναν

αόριστο _έπια_. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί τάχατις _έπια_ κι όχι

_ήπιον;_ Κάλλια μ' άρεζε εμένα ένας αόριστος _ήπιον_.» Κι αφτό

γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνης! Μπορείς κ' _ήπιον_ να το πης•

φτάνει να πάρης μισά μισά την αρχαία και τη νέα• άλλο νόμο δεν έχεις

να φυλάξης. Όσο μισό είναι το _έπια_, τόσο μισό είναι και το _ήπιον_.

Καλά λοιπό και τα δυο.

Το Ταξείδι μου · 第 9 / 14 段