σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουν• είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις
αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι
καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει
δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώννει το σπαθί
του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά,
δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίη που είναι λίγη η ζωή.
Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση το τουφέκι και χαίρεται τη ζωή.
Αφτά τα ξέρεις εσύ• εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο ψηλά να
κρίνης και να μιλής για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω ταφτιά μου και
σ' ακούω• απάνω στο βουνό μ’ έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η
φωνή• σε θυμούμαι και με φαίνεται πως τέτοια λόγια με λες•
— « Ο άθρωπος δεν πεθαίνει• τάτομα μόνα πεθνίσκουν. Οι αθρώποι
χάνουνται και παν• άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που
πέφτουν κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουν, έτσι πάμε και μεις• το
δέντρο όμως στέκεται πάντα και το γένος μας δεν περνά. Οι πατέρες
μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι• μας έδωσαν
πρι να φύγουν τη ζωή τους• εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η
σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει• θάρθουν άλλοι κατόπι που θα
πάρουν, που θα βαστάξουν και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους
δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και
μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια
μέρα, θαγαπήσουν και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα
τον πόθο που τα κάμνει και ζουν• ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο
πόθος. Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου με
λέει• _σ' αγαπώ_, δεν το λες εσύ• το λένε μέσα σου χίλιες γενεές που
σ' έμαθαν την αγάπη. Όταν το πουν τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και
χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τάστρα τουρανού είναι
σαν τα λουλούδια• ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι! Φυτρώνουν
και ξανοίγουν τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και παν. Οι πλανήτες
μπορεί να χάσουν το φως και τη θωριά τους• αδιάφορο είναι! Άλλα
λουλούδια θα ξανοίξουν, άλλα αστέρια θα φέξουν το περιβόλι δεν
αλλάζει• στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν
είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να
τελειώση και να σβήση• μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή
αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη, γις, — και
πάντα, μέσα σταπέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο
πλανήτη θα πρασινίζουν οι κάμποι, θάχουν τα δέντρα πανηγύρι, θα
τραγουδούν τα στάχια όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θανατέλνουν τα ρόδα με
τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνών την ψυχή• ο καημός σου είναι
ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια• την
τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι• μην ακούς τι λεν οι άλλοι
και μη βλέπης τι γράφουν• τάτομό τους μόνο προσέχουν και δε
συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου
και να νοιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού
κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού•
όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα
βρης την αγάπη. Ό τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό τι
ξεκάμη, τα ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα
σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά παράλια της ζωής. Ό τι πεθάνη, η
αγάπη θα ταναστήση• αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο
θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας
θρέφουν, ώςπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχια να
φυτρώσουν. Α δεν είταν πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουν, πούπετις δε
θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουν οι άλλοι πρέπει πρώτα εμείς να
γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαίνουνταν ο Χάρος• ζη και κείνος
χάρη στην αγάπη, γιατί ό τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώση. Η
αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούν. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που
νίκησε ίσια με τώρα• δεν μπορεί τίποτις να μην υπάρχη• πάντα πρέπει
κάτι να είναι, κι ό τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει
πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει• εκείνη στολίζει
κάθε χρόνο τα κλαδιά• εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο
που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού
φυσά, παντού περεχιέται• σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά
στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη
φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας
ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση.
Τίποτις δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σε δίνω είναι
αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούν αθρώποι, όπου αγαπήσουν, τον πόθο μας, την
αγάπη μας μέσα τους θάχουν, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή,
αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. Ένας είναι ο τρόπος της αγάπης και το
καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού• όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ
μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους
χίλιους παλμούς της αθρωπότητας όλης• ο καθένας μας μέσα του θρέφει
μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και
που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό τι ζη. Η φωτιά
παντού καίει• τάστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα
που άναψε όλα τάστρα κ' έχει μέσα του ό τι έχουν και κείνα. Αφού όλος
μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη
παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση,
βαστιούνται σφιχτά ανάμεσά τους• μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουν
όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουν τα παιδιά που στα στήθια τους
οι προγόνοι τους ζουν, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει,
τάστρα που θα λάμπουν, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουν τη φλόγα και
την πνοή άλλων άστρων που έζησαν πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα
βρεθή κ' η καρδιά μας• μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθή κ' η πνοή μας.
Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ'
όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή• όλο αλλάζει, όλο προδέβει και
πάει, κι ως τόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά
αγαπά.»
ΙΘ'.
Κατάρα.
Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να
πούμε που ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του•
μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει που η γλώσσα
του δεν άλλαξε• το πιστέβω και γω, γιατί κ' η ανοησία στον κόσμο
είναι πάντοτες η ίδια.
Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε
θαλλάξη. Μην το ξεχάσης, πουλάκι μου που με μιλούσες τόσο νόστιμα,
τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ' άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις
κι αφτό μέσα στα λόγια που θα με πης. Καιρός τώρα ναφήσουμε πια και
το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να
μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.
Την κατάρα μου νάχη το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε
πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με
το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε κρότο φοβερό που μας
ξέσκιζε ταφτιά. Είταν κάτι φωνές που ανέβαιναν ίσια με τον ουρανό και
δόντια που έτριζαν έτριζαν, έλεγες θα σπάσουν. Όταν μπήκαμε στο χωριό
που λέω, κατάλαβα τι είταν το κακό• είταν οι κάτοικοι που μάλλωναν
αναμεταξύ τους και τσάκιζαν τζίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί,
τόσο ξέρουν οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τόνομά του• τόνομά
του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου νάχη! Η μνήμη του
να χαθή. Να πέση κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα να βουλήξη. Γραικικό
χωριό δεν είναι• δε σέβεται τον ξένο. Κι ο θεός να μην το λυπηθή. Να
σβήσουμε τόνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει τα χάρτη.
Αχ! να είταν εδώ ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κ' οι δυο μας θα
χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχταμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμνούσαμε τα
σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες• γλυκογελούν όσο
τους μιλείς, και σε γελούν, άμα μπορέσουν. Έχουνε μέλι στο στόμα και
φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους, στη ζωή του άθρωπος να μην το
πατήση• ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάη.
Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούν• άντρα να μη βρουν. Τα μάτια τους
να μη δακρίζουν κι ο πόνος μέσα να πνίγη την καρδιά τους. Να ξεραθούν
τα νιάτα τους, πρι να κατεβούν κάτω στον τάφο που θα σαπίσουν τα
κορμιά τους. Να μη διούν οι πατέρες των παιδιών τους το χαμογέλοιο,
αφού βρίζει η κόρη τη μάννα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να
μη χαρούν οι μαννάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουν τη φωνή τους στην
κούνια, αφού μαθαίνουν τα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα
τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβη — ή κάλλια να σαλέβη και
να μην μπορή να βγάλη λέξη. Καβγά να γυρέβουν και να μη βρίσκουν ο
ένας ταλλουνού• να θέλη να πη βρισιές και να μην μπορή. Βουβοί να
γεννιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας
να καταλάβη τον άλλο κι όλα στραβά να τα πέρνουν, κρασί να ζητούν και
ξύδι να τους ποτίζουν, αγάπη να διψούν και μίσος να πίνουν. Οι
γυναίκες να προσπαθούν του κάκου να μαλλώνουν τα παιδιά τους, τα
παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μαννάδες• να τρώγουνται, να
δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκκαλά τους να βγάζουν — και τσίκουδο
να μη φαν.
Κ'.
Τα παλληκάρια στο περιγιάλι.
Εμείς οι Γραικοί μαλλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι
πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούν τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Γραικοί
ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και τόβαλα στο βιβλίο
μου. Αγάπη και μίσος ζουν πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια
δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη
αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Γραικοί έχουμε κ' ένα άλλο• ξέρουμε τι
μας λείπει και κάμνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα λαττώματά μας τα
γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά• δε μας αρέσει να τα
λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τόνομα του αφιλόξενου του χωριού.
Μπορεί πάλε να ταδίκησα• εμάς τους Γραικούς μας τυχαίνει και τούτο•
όταν κορώση το κεφάλι μας, όταν κανείς μας πειράξη, τέλειωσε, πάει!
Όλα τα κακά τα ρίχτουμε στο συχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε
το κέφι. Έφκολα το παρακάμνουμε. Έτσι τόπαθα τώρα. Αμέσως είπα στο
νου μου που τίποτις καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’
έκαμε να θυμώσω. Κι ως τόσο ίσια ίσια σ' αφτό το χωριό απάντησα έναν
περίεργο γέρο.
Είταν ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λεν
εκεί, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα έβγαλαν τους
πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κ' έβαζε τα δυνατά του για να
την κάμη να με μιλήση και να με πη κανένα παραμύθι. Τραβιούνταν η
γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέη τι ζητούσα, για
ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και που γύρεβα να μάθω την
προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διώ πώς
μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς άρχισαν οι αθρώποι να
μιλούν πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα
χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ' όλη τη γις η
αθρώπινη γλώσσα.
Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει
πέντε έξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη
φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και
παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω για πρώτη φορά γιατί βγήκα στο
ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονα! Τα λόγια του γέρου
μ' έδειχταν τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάση τη δουλειά και
να σπουδάξη γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω που ήξερα γράμματα• μ’
έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα που δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να
μιλήσω τόσο καλά. Πού τάμαθε; από πού τα πήρε; πού τα φαντάστηκε;
Μόλις είχα προφτάξει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους
του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε• — «Δεν μπορώ, μ' έλεγε,
να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουν. Τις φημερίδες δεν τις
καταλαβαίνω κ’ έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουν
και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»
Στα Μεστά πάλε έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ' έβλεπε
να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μ' είπε και κείνος μια λέξη κι
αμέσως έτρεξε να διή με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις
τον κόπο σου• η δουλειά σου δεν αξίζει• γράφεις τη λέξη που σ' είπα,
με γραικικά γράμματα και δε βγαίνει τίποτις. Δεν μπορείς να πάρης
καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σε λέω γράμματα που δεν τάχει
ταρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό _σ_, έχουν
ένα _σ_, σαν το _sch_ το γερμανικό• και το λεν κάθε φορά που το _σ_
είναι αρχικό κ' έρχεται κατόπι _ε_ ή _ι_, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε
δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι _ε_ ή _ι_• στις
λέξες που η κοινή βάζει _σ_ και λέει _σήμερα_ ή _ασήμι_, βάζουν
εκείνοι αφτό το _sch_ γιατί λέγοντας το _σ_ στρογγυλώνουν το στόμα
και πάει ναγγίξη η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια,
με τρόπο που το _σ_ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας• έτσι και
το _ν, μ, λ, ζ_ στα μεστούσικα (άλλου και το _τ_) βρέχουνται με το ίδιο
σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε _ε_ ή _ι_. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό
να με πη που αν το _σιορ_ το γράψω με _σ_ δικό μας, τίποτις δεν
κατώρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη• του έδειξα που είταν τρόπος να
σημειώνη κανείς ό τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή
περισπωμένη στο _σ, λ, ν_, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν
έχουν τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και με ζήτηξε να
του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην τον πειράξω
λέγοντας όχι. Συλλογιούμουν και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη• — « Άδικα
χάνω τον κόπο μου.» Αφού πέρασαν οχτώ μέρες, χωρίς να πη τίποτις, μ'
έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που
του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.
Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγη στη ζωή του• ήξερε μόνο να
διαβάζη και να γράφη. Πώς το κατώρθωνε να μπη στο νόημα τόσο έφκολα;
Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη
και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν, όσο κι αν τα σπουδάξουν; Και σ'
αφτό φαίνεται ο Γραικός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη του
φτάνει, για να γεμίση ο νους του. Πόσοι σαν τα Μιχάλη! Πόσοι που, α
μάθαιναν ποτές δυο γράμματα μ' ένα καλά δασκάλο, θα μπορούσαν ίσως
και κείνοι κάτι να γίνουν. Παρατήρησα μάλιστα συχνά που η ψέφτικη
μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λεν που
η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουν την καθαρέβουσα,
αν τους μιλούσαν πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους δίδασκαν επιστήμη κι
αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι
κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρης, και μόνο
του φυτρώνει. Πόσοι πήγαν του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να
προκόψουν. Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά,
μέσα στην Ελλάδα και σ' όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους που
σκάφτουν, που βωλοσηκώνουν, που χτίζουν, που δουλέβουν, ποιος ξέρει
πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η
επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει.
Δεν έχει τη σωστή μέθοδο• δεν έχει τα μέσα. Με φαίνεται που τους
βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά.
Δεν έχουν παρά στην τζέπη• μόλις δυο γράμματα ξέρουν, πήρε ο νους
τους φωτιά. Άλλο δε θέλουν παρά να φύγουν, την πατρίδα ναφήσουνε, να
χωριστούν από τη μάννα που σκύφτει το λαιμό και μέρα νύχτα στον κάμπο
δουλέβει.
Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη,
με το κεφάλι ψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουν. Περνά το καράβι
και τους βλέπει. Φωνάζουν του καραβοκύρη• — «Να χαρής τη ζωή σου,
στάσου καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — « Θέλω
να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.» — « Και τι θα τα κάμης;»
— «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — « Αμέ συ; λέει ο
καπετάνιος.» — « Και γω θέλω νάρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που
σπουδάζουν. Εκεί κάτι θα κάμω.» — « Έρχουμαι και γω. Επιστήμη θέλω να
μάθω, θέλω νανεβάσω το νου μου ίσια με τάστρα, θέλω να διώ ποια
δύναμη βαστά καρφωμένα στη διαμαντένια τέντα τουρανού τα χρυσά καρφιά
που βλέπω και λάμπουν κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάμνουν
οι πλανήτες. Ο μεγαλήτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» —
«Μη με ξεχάσης και μένα, καλέ μου καπετάνιο! Θα χτίσω παλάτια, το
μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πουν.» — « Και μένα μη μ'
αφήσης. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχτει. Η θάλασσα με τραβά.
Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω. Θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος
ποιητής της πατρίδας.»
Έναν έναν τους παίρνει ο καπετάνιος και παν. Έρχουνται στο Παρίσι και
με βρίσκουν. — « Παράδες να μας δώσης για να μάθουμε αστρονομία,
αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — « Παράδες, παιδιά, δε με
χάρισε ο Θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάζουμε, αν
μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουν.» Οι
πλούσιοι Γραικοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα
καμιά φορά νάχουν και καλούς τρόπους. Ανοίγουν το πουγγί τους,
βγάζουν πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουν οι
γαζέττες. Βάζουν τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι• κάπου
κάπου τους βάζουν και δυο λόγια σταφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λεν —
«Τι σηκωθήκετε κ' ήρθετε στο Παρίσι; Ξιππαστήκετε; Να μάθετε
τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι,
μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουν και μ' αφτά
πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε _πόρο_ ζωής. Μα ποίηση,
αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι τούτα; Και πού θα σας παν;
Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλετε
και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε• όλο
μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης.
Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελλαθήκετε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι
μιλούν οι γέροι• αν τύχη κ' είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν
τύχη και τους αποκριθή, τότες κι άλλο του λεν « Καλή η περηφάνεια, μα
όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνεια δε χρειάζεται.»
Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και ψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην
ακούτε τι λεν οι γέροι. Αμέ, πού ταιριάζει καλήτερα περηφάνεια παρά
στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να
μείνετε πάντα τρελλοί. Την τρέλλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που
σας τα ψάλνουν ένα μόνο δε βλέπουν, που η τρέλλα σας τιμά την
πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Γραικίας. Η τρέλλα σας μας
δείχτει τι έχει μέσα του το γραικικό αίμα. Από κει φαίνεται της
μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς
έχετε θάρρος, πίστη κ' ελπίδα που θα μεγαλώση το γένος, που θα
μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το
μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι
θα πη. Ο μέλλοντας είναι ό τι θα είστε και σεις• μέσα σας τον έχετε
κ' η ιστορία μας θα γίνη ό τι την κάμετε να γίνη. Αφτό πρέπει να
συλλογιούμαστε. Καλά κάμνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα
πράματα• χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουν. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως
αφτό δεν το ξέρουν ας με πιστέψουν και μένα. Μη θέλετε_πόρο ζωής!_ Μη
μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους
μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι• συχάθηκα τα
γράμματα και βιβλία δεν πιάνω στο χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη•
μάθτε σκληρή δουλειά• κοπιάστε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το
γράψιμο κανενός άγνωστου χερογράφου• ας λιγνέψη το κορμί σας κι ας
κιτρινίση το πρόσωπο σας, ώςπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις
παλιές γλώσσες, σκαλήξτε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους• ξετάξτε
την ιστορία της τέχνης, να διήτε πόσα έπρεπε να μάθη ο αθρώπινος νους
για να βρη το σωστό και τωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να
καταλάβετε πώς γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουν οι πλανήτες τον ακάματό
τους το χορό. Βρήτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουν ακόμη, πήτε μας
τη χυμική τους κράση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους
έχουν. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται
άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά.
Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούν. Αφτά είναι που θα
σας τιμήσουν. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζη στην Εβρώπη, όταν
αποχτίση και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα
σκολειά να δίνουμε, για να γίνη το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρων τα
παιδιά καλήτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήση στην
Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο,
κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο
μαθηματικό και βλέπετε τότες πώς βάζει κάτω τα χτίρια τα λαμπρά και
τα καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάση κωδίκους παλιούς, που
γνωρίζει την αξία του καθενός των, που είναι ικανός να τους
καταλογήση όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε
φαντάζει η δουλειά που κάμνει και που μόνο δέκα αθρώποι στην Εβρώπη
έμαθαν τόνομά του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρη παρά χίλια μπόσικα
βιβλία που φαντάζουν και που δεν έχουν τίποτις μέσα τους. Η σοβαρή, η
αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούγεται• ο μεγαλήτερος
σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουν την ύπαρξή του. Ο
άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα είναι που χτίζει
το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς τον εργάτη δε
γίνεται το σπίτι. Όσοι μαζώνουν τις πέτρες μια μια, όσοι κάμνουν
αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουν την επιστήμη• όσοι είναι
περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν έκαμαν παρά να συνάξουν και να
στρώσουν των αλλωνών τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε
ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Γραικός όλο θέλει νακουστή, — κι ο έμπορος πάλε
όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Τα έθνος είναι νέο, άπραχτα τα
κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώση ένας
λαός τι χρησιμέβουν οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμη
Ακαδημίες να τις στεγάση.
Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε ταληθινά γραικόπαιδα.
Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας
μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι
χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνό που φαίνουνται τα
κόκκαλα, — με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και με λεν που βρήκαν
καμιά δουλειά, που βγάζουν το ψωμί τους, που κερδίζουν πενήντα φράγκα
το μήνα, και που ζουν τέλος πάντα, και που δεν έχουν κανένα παράπονο,
αφού μπορούν και σπουδάζουν. Εσείς που ψωμοζητείτε, νάχετε θάρρος και
να μη λυπάστε! εσείς είστε οι πλούσιοι• δική σας είναι η βασιλεία του
Πατρός μας.
Με τα λόγια, παιδιά, τίποτις δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μας
χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώση το παιδί, να γεράση λιγάκι η
πατρίδα, να γνωστέψη. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα
καθίστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτις να κάμω για σας. Έχω άλλους
μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο _αναχωρέω_. Πρέπει
να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω _άρτος_ αντίς _ψωμί_,
αντίς _κρασί_ να λέω _οίνος_, να μιλώ κορακιστί κ' _ευγενιστί_, να
μην πειράξω κανένα δασκάλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη
με ξεφύγη άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη, — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να
μάθω την καθαρέβουσα.
ΚΑ'.
« Συμβιβασμός.»
Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και
συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλλες
θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ νάχω τέτοιο φόβο• είμαι
γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει.
Ας παν άλλοι να πέσουν μπρόμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους
δρόμους και να μη βλέπουν πού πατούν. Εγώ έχω έναν που με βαστά από
το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πη λέξη που
να μην είναι σωστή• του είταν αδύνατο να στραβοπατήση, μια αλλόκοτη
πράξη δεν κατώρθωνε να κάμη• ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε όλο τον ίσιο
δρόμο να παίρνη. Γιατί τούτο, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα
πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε
στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Ήσυχος είμαι, τώρα που πάω στην
Αθήνα!