είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και
σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουν. Η προφορά σας με γλυκοχαδέβει ταφτιά
κι απορώ με τις φορεσιές σας. Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την
παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούν οι άντροι, άσπρα ρούχα οι
γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις
διής, τι χάρη που την έχουν, όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με
ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούν από κάτω από τις
καμάρες, βγαίνουν από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουν όξω στη
στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το μπράτσο
ξεστρογγυλωμένο που βαστά το σταμνί, — όλες ασπροντυμένες, σα
ζωντανές μαρμαροκολώνες που περπατούν, και φέγγουν απάνω στο γαλανό
χρώμα τουρανού.
Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί•
ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο.
Ένας Πυργούσης με μίλησε με πολλή γνώση• — « Τα γράμματα, λέει, τι θα
τα κάμουμε; Αν είταν τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσαν κάτι να μας
χρησιμέψουνε, δε θάλεγα τίποτις• μα τα γράμματα που μαθαίνουμε, δεν
έχουν κανένα νόημα για μας. Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα
λέει τον πατέρα του _Φέντη_, που κλίνει ο _φέντης μου και του φέντη
μου_• έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και
του μαθαίνεις που πρέπει να κλίνη _ο πατήρ, τω πατρί, ω πατερ_. Το
κάμνεις κι όλας να διαβάζη κάτι _πατράσι_, και _πατέρε_, που ποτές δε
θα τα χρειαστή, στη ζωή του. Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον
έχουμε ανάγκη• μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Αν έβαζαν
τουλάχιστο το παιδί να κλίνη ο _πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα_,
μπορούσε κάτι να φεληθή το παιδί• έτσι θα μάθαινε να μιλή και μ'
όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους _ομογενείς_ σαν που τους λεν και
θα καταλάβαινε που όλοι μας μαζί, μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σε λέω στα λέω με τα μικρά
μου τα μυαλά. Έτσι με φαίνεται πιο σωστό. Έπειτα να σε πω την
αλήθεια; Μας έπνιξαν τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσσο. Έχει
κανείς άλλα να συλλογιστή. Δε με λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι
χρειάζεται ένα έθνος για να γίνη μεγάλο και ξακουστό; Να στο πω σαν
που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για
να μεγαλώση• θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να με πης με
τι τρόπο μπορεί ναποχτήση μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώση
και το δασκάλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με
του έμπορου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες
του χωριανού που ιδρώνει και σκάφτει τη γις. Είναι φρόνιμο λοιπό να
κοιτάξουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες. Ο έμπορος κι ο χωριανός
είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσης παλάτι,
απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσης. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια,
νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, πως τάχατις ξεπέφτουμε.
Ξέρω που κάποτες μας περιφρονούν εμάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που
κάμνουμε τον έμπορο• κοντέβουν όλοι οι Γραικοί να γίνουνε δικηγόροι
και γιατροί. Ως τόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που
τους σπουδάζω.»
Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά
γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Ας τα
χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά. Όλοι στο Πυργί
τέτοιες ιδέες έχουν. Ένας μοναχά με χάλασε το κέφι• είταν ένα παιδί
καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήση
παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά• είταν ίσια η
ώρα που έρχουνταν από το μάθημα το παιδί. Τάκουγα και φώναζε μέσα του
πατέρα του• — «Δεν ντρέπεσαι για τη βάρβαρή σου τη γλώσσα• Βαρέθηκα
το σπίτι που μιλούν τόσο πρόστυχα. Με κάμνει ντροπή να σ' ακούω. Δεν
μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Έμαθα καλήτερα και θα γίνω δασκάλος.»
Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πη λέξη κ' έμοιαζε σα
ζεματισμένος. Τι να πη; ο γιος του ήξερε γράμματα και κείνος ο
δύστυχος δεν ήξερε. Δε με φάνηκε παράξενο να μιλήση έτσι το παιδί•
έπρεπε να τακούσουμε κι αφτό. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας έδειξαν
που πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, είτανε συνέπεια
να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί. Είπα να με
φέρουν το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας
καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά με τάβγαλε στη μέση με μιας. Άμα τον
είδα• — « Παιδί μου, του είπα, δε με λες, του πατέρα σου πώς του
φωνάζεις, όταν είναι να του μιλήσης;»
— Πετιέται το παιδί και με κάμνει• — « Πάτερ!»
— « Μπα! και γιατί τάχατις δεν του λες πατέρα;»
— « Γιατί είναι _λάθος_.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω που ξέρεις
γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να με μάθης. Πώς κάμνει η γενική του
ενικού και του πληθυντικού;» — «_Πατρός, πατέρων._» — « Καλά! Δόσε με
τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα _η_ η ονομαστική, και γιατί δεν έχει
_η_ η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η
γενική _πατέρων_ τονίζει το _ε_, κι από πού βγήκε αφτό το _ε_ και
γιατί δεν τόχει η γενική _πατρός_; Ξέρεις να με το ξηγήσης;» — «;;»
(Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πη γρυ). — « Πες με τώρα κι άλλο.
Σαν ανώμαλο με φαίνεται αφτό το _πατήρ_• φοβούμαι μήπως είναι
_λάθος_. Από που ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής _πατράσι_;
Γιατί με μιας χάνεται το _ε_ και πότε βλέπεις _η_, πότε _α_, πότε
τονίζεται το _ε_ και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η
ονομαστική — αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα
να τα είχε χαμένα. — « Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρης τουλάχιστο
να με ξηγήσης την κλητική _πατέρα_. Πώς έγινε η ονομαστική _πατέρας_;
Γιατί έχει το _σ_ και το _α_; Για ποιο λόγο βαστιέται το _α_ της
ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική; Είναι νόμος
γενικός στη γλώσσα μας, ταρσενικά να κρατούν το _α_ της ονομαστικής
σ' όλο τον ενικό, ή είναι λάθος; Μ' άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του
_πατέρα_ ή μπορούμε άξαφνα να το κάμουμε _του πατέρε, του πατέρου, ή
και του πατέρη_, όπως τύχη; Μια κλητική _πατέρο_, νομίζω, θα είναι
_λάθος_• η κλητική _πατέρα_ πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός• αν
είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε
γνωρίζει• κι όπως το θέλεις το κάμνεις. — Άλλο τώρα• στον πληθυντικό
γιατί δεν έχουμε _α;_ γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο _ε_; γιατί
μοιάζει η ονομαστική με την αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι με
τάξη το πράμα ή δεν είναι;» — « Μα δε με τάμαθαν αφτά, με φωνάζει το
παιδί απελπισμένο.» — « Δε στάμαθαν; Τότες να σωπαίνης. Για να λες
ποιο είναι _λάθος_ και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρης για τι
μιλείς. Όποιος δεν είναι άξιος να σε πη μήτε πώς μορφώθηκε η
ονομαστική _πατήρ_, μήτε πώς έγινε η ονομαστική _πατέρας_, δεν έχει
το παραμικρό δικαίωμα ναποφασίζη, ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο
κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πη
_κανονικός_ τύπος. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκη τι γλώσσα
_πρέπει_ να γράφουμε. Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση
να κρίνης τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμης ναφήσης τα
πάιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη
δουλειά μας! Για θυμηθήτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι
χρυσές κουβέντες που τις κάμναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας
που να μην τη γράψω•
Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Έτσι τόπαθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν
περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Έρχουμουν
από την Καισαρεία και γω, μακριά μακριά σαν τον Άη Βασίλη. Κ' έπρεπε
νάρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάξω τη γλώσσα σας. Οι
δασκάλοι μιλούν όλο για παιδεία, για επιστήμη κι ως τόσο ποιος
δάσκαλος κατάλαβε που τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κ' η
γλωσσολογία, δηλαδής να κάμουμε ξεχωριστά μονογραφίες για τα
χωριάτικα κάθε χωριού. Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες•
« η χανούμισσα θα πη χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το
_γροικώ_.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία• συνάζουμε
λέξες. Μα δεν ξέρουμε που για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια
και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι
φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που
ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε ταφτιά μας και νακούμε πώς
προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λεν εγώ και
εσύ, καλημέρα και καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώση η γλώσσα τους
θησαβρούς της.
Αχ! να μπορούσα! να είχα δύναμη, νου και ζωή! να είχα την τέχνη και
τον τρόπο! Θάτρεχα παντού στην Ελλάδα• θα πήγαινα σ' όλα, σ' όλα τα
χωριά ένα ένα. Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα,
θα μάζωνα• θάρριχτα μέσα στο σάκκο κόλλες χαρτί• θάβαζα μέσα κάθε
λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα
αφτιά νακούω! Σαν κρασάκι να πιω τα λόγια του χωρικού• να διώ πώς
μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει
το ένα ιδίωμα από τάλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην
Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα
χωριανή να γίνη κοινή σ' όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίδεται, πώς
αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά.
Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουν και πόσο η
σπουδή τους θα τιμήση την Ελλάδα. Αχ! να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που
σήμερα βασανίζουν τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά
ζητήματα, φτάνει να καταδεχτής νακούσης το χωρικό που σε μιλεί και
βλέπεις την αλήθεια, και σ' έρχεται φως!
Οι λόγιοι σπουδάζουν τις γλώσσες, όσο τις βλέπουν τυπωμένες στο χαρτί
και νομίζουν πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί. Αν
άκουγαν τον Όμηρο να μιλή, δε θα πρόσεχαν τι λέει Τον έχουν τυπωμένο
και μελετούν τους στίχους του. Πόσους άκουσα να με λεν — « Πώς θα
γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούν τάχατις πως
είχε η αρχαία και που ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψη μια
φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθη πώς έπρεπε να το γυρίση και
ποιο τύπο να βάλη. Γραμματική νομίζουν πως είναι μόνο η γραμματική
που τυπώνεται• όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική
βιβλίο, σε λεν πως δεν υπάρχει. Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως
μπορεί να φανή μια γλώσσα στον κόσμο και που μπορεί να μιλιέται χωρίς
νάχη τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη. Είναι
το ίδιο σα να φαντάζουνταν πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο
δίχως θεμέλια. Βλέπεις πού κατάντησε το ζήτημα της γλώσσας• με
τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσης. Τέτοια πρέπει να
_κοπανίζης_, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθής και ταφήσης όλα
στη μέση. Ο σκοπός της γραμματικής δεν είναι να φτειάνη γλώσσες μήτε
να τις κανονίζη• είναι να βρη τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς
τους νόμους, νακούση πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβη πώς τις
έκαμε.
Ζωντανή γλώσσα είταν η αρχαία κι όχι ψώφια σαν την καθαρέβουσα. Σ'
όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερα, είταν ένα πλήθος χωριά και το
καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό
συγκοινωνούσε με τάλλο κ' έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια
δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. Η αττική που ξέρουμε σήμερα
δεν είταν ενός μόνου χωριού γλώσσα• είταν ανακατωμένη, κοινή γλώσσα,
καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που
συνήθιζαν οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή κι αφτή η δωρική
άλλο τίποτις δεν είταν παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα
χωριά τη μιλούσαν. Ελάτε δασκαλάκια στο Πυργί να το διήτε. Ελάτε να
μάθουμε γλώσσα τι θα πη, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας
που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα. Κάθε μέρα
πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο _τιμάω—τιμώ,
φιλέω—φιλώ_. Τα λέμε _συνηρημένα_ ρήματα, γιατί μας έμαθαν έτσι να τα
λέμε. Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το _φιλέω_ να καταντήση στο
_φιλώ_; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα; Δε ρωτάτε τι
έγινε ο τόνος, που πήγε το _ε_ που τον είχε, και πώς είναι δυνατό να
χαθή ένα φωνήεντο με τόνο; Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται• δεν
έχει κανείς παρά να βάλη το _φιλώ_ κοντά στο _φιλέω_, και να τραβήξη
μια γραμμή για να ξεχωρίση τα γράμματα και για να το κάμη φιλέ—ω, ώ.
Μα οι Έλληνες που είπαν αντίς _φιλέω φιλώ_, δεν τράβηξαν καμιά
γραμμή• δεν έκαμαν τη συναίρεση απάνω στο χαρτί• έτσι τόφερνε η
ζωντανή προφορά κ' η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε
βιβλία. Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθη το _φιλέω_ για να γίνη _φιλώ_!
Έπρεπε να χάση τον τόνο του το _ε_, να πάη ο τόνος στο _ω_, να
καταντήση το _ε_ πιο ψιλό, μόλις νακούγεται, κ' έτσι λίγο λίγο
νακουστή μόνο το _ω_. Όσο βλέπουμε το _φιλώ_ στα βιβλία, ένας τέτοιος
τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανή λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι
είταν οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουν τόνους και φωνήεντα;
Ίσως, αν πάτε στο Πυργί, — και σ' άλλα χωριά, — θα διήτε πώς έγινε το
πράμα. Ταρχαίο το φιλέω—ώ δε θα τακούσετε πια, μα θα βρήτε άλλα πολλά
που του μοιάζουν και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουν οι γλώσσες.
Πηγαίνοντας από ένα χωριό σ' ένα άλλο, θαπαντήσετε στο καθένα την
ίδια λέξη με μια άλλη προφορά• θα πάρη ταφτί σας τις πιο μικρές
διαφορές που έχουν αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θακουλουθήσετε
τάπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα βλέπετε την κάθε αλλαγή
και τη σειρά αλάκαιρη. Σ' ένα χωριό θα λεν η ψυχή, σ' ένα άλλο ψυ'ή
με δασεία αντίς χ, σ' ένα τρίτο ψυή χωρίς τη δασεία, σ' ένα τέταρτο
ψυή με μισό άτονο υ, πάει να πη που μόλις θακούσετε το υ, και τότες
μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψή, που δε σε φέρνει πια καμιά
δυσκολία. Με τον ίδιο τρόπο και σταρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε
κείνα τα χρόνια, θακούγαμε κάπου _φιλέω_, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με
μισά _ε_ κ' έπειτα _φιλώ_. Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της
μας ξεφέβγει• προσέχουμε στα στοιχεία κι αμελούμε την αλήθεια•
ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε ταφτιά μας. Πια καλά θα καταλάβης
και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική αν ακούσης πώς
μιλούν, παρά αν πιάσης βιβλίο να μελετήσης. Μια μέρα τα χωριάτικα θα
γίνουν η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. Φτάνει να τα
συγκρίνης με ταρχαία κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις
μόνο με τα μάτια• θα σε φαίνεται τώρα που τακούς και σε μιλεί.
Δάσκαλε, δασκάλε, μην καταφρονήσης στη ζωή σου τη γλώσσα του χωριού•
είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κ' ένα άλλο, ναπορήσης• όσο κι αν
κοπιάσης, όσο κι αν πάρης να διαβάσης Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι
αν καθαρίσης τη γλώσσα σου, να το ξέρης• ποτές δε θα το καταφέρης να
μιλήσης αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο
κανονικά, όσο μιλεί την γλώσσα του ο χωριανός
Ελάτε δασκαλάκια στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αγέρα, με
την ωραία τη φύση, θα ξανοίξη κι ο νους κ' η καρδιά σας. Όλα καλά στο
χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός,
κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ'
όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω δυο πυργούσικους
στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη•
Γράμματα είν' τα λόια σου τσαι το Πυργκί σχολειό μου,
Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάω ωργκιό μου.
ΙΗ'.
Αγάπη.
Έλα μαζί μου στο βουνό• μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα
παντού τα μάτια μου σε γυρέβουν. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις
άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην
πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη
θάλασσα, που κάθε μέρα σηκώνεται και τραβιέται, όπως τη σείρη το
φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια μίλια μακριά και το περιγιάλι
απομνίσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθή,
περεχύνει στα γεμάτα τον έρημο τον άμμο• χαίρεται το διψασμένο το
χώμα και τα παράλια ζωντανέβουν. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό•
όσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω
να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.
Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες,
στο νου σου ψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα
νοιώθεις δίχως να στα πουν. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης,
στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον
ουρανό και στη γις• αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως
δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι
αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του
παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη
του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλοιο και χαρά
ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση• με τον
καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πης του καθενός ένα
λόγο. Όλο θέλεις αψηλά νάχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη
ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα
άγαλμα χαριτωμένο.
Τι να σε πω που να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σ' αρέση; Σαν
το πουλί που τραβά ίσια με τα σύνεφα και στέκεται στον αγέρα με τα
φτερά ανοιχτά, ανεβαίνουν οι λογισμοί σου και τον ουρανό με
ξεσκεπάζουν. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου με βάζει φτερά
στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα πρέπει να κάμη κανείς
κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σε δώσω που να το
χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους
άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια
προσπαθώ να διώ καμιά μέρα που κατάλαβες ώσπου μπόρεσε η αγάπη σου να
με φέρη.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση.
Δε γίνεται με μιας να χαθή τόσο κάλλος. Ποτές δε φοβήθηκα τόσο το
Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο,
όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω που μια μέρα ο Χάρος θα τα
σφαλήξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη
θάλασσα, ήσυχα σα μια λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα
τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένεια σου όλη, τα φρονήματά
σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεών το σιγανό
σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; όταν τα σκεπάση
αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κ' η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε
ξεχάση, άμα πια δεν τα διή; Αφού είδαν οι αθρώποι τόση χάρη, τόση
καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουν που φάνηκες μια μέρα
μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά
για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε
χαίρεται η φύση• σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις ο
κόσμος να φανή αχάριστος και να μη σε θυμηθή; Η μνήμη σου πρέπει να
μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σε
δώσω αθάνατη ζωή.
Ξέρω τι θα με πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εμαφτό σου. — «
Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπων ή να μη
ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ
και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψης, φως μου, ποτές, που για την αγάπη την
πολλή η ζωή μας είναι λίγη, που για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε
μας φτάνουν τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο
ναγαπήσης, έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε,
μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα με λες που μ'
αγαπάς, με φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα
στο νου μας που ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που με
το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου που είναι απέραντη η αγάπη;»
Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά
βάσανα που μας βασανίζουν. Όταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο
μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μάς ακουλουθεί και
μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της
ζωής, η μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάμνει
να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εμαφτό μας.
Εκείνη μας δείχτει που τίποτις δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει
φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές άκουσαν οι ποιητάδες τα λόγια που
τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει
δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα
που πήγαινε με την αγάπη του μαζί• του κάκου χαίρουνταν η καρδιά του•
κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε•
— « Το χώμα που σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήση• άλλο ταίρι
αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο
του πλάτανου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα
λουλούδια που σκύφτουν το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουν, το χόρτο
που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αγέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα
κλαδιά, θακούσουν άλλο στόμα να λέη και θα διούν άλλη γυναίκα νακούη
τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η
φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούν το
τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουν τα πουλιά με την ίδια χάρη•
ο άνεμος θα χαδέψη τα μαλλιά τους• η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη.
Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώςπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα
βρήτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάση• μήτε θα
ξέρη το χόρτο αν είχετε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχατις μια μέρα να
γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η
πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που
καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε
τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας,
να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε,
να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα
και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης;
Δε φοβάσαι οι πεθαμμένοι να δακρίσουν εκεί κάτω στον τάφο και να πουν
— « Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας,
μόνο μια στιγμή, που λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σε λέμε να μας
κλάψης• λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας
φτάνει. Ρίξε μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να
μην είναι παραπονεμένα• κοίταξε λίγο τους πεθαμμένους, για να
φυτρώσουν, καθώς φυτρώνουν τα λουλούδια απάνω στη γις που τους
σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»
Ο Χάρος είναι παντού• σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο
τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση, εκείνος την έχει και την
κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει
και στάστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να
σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα
γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το
σπρώξη στον τάφο; Όλα παίρνουν το δρόμο που τα παγαίνει. Ό τι έχει
ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο• α δεν
είταν ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό• α δεν είτανε
γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιούμαστε! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος
με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα
βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο• ο ήλιος είναι η ζωή κι
ως τόσο όλα προσμένουν ο Χάρος να τα θερίση.
Πού θα καταντήσουμε; πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που
κάθουμαι βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με
φουσκωμένα παννιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού παν και θα στο πούνε στην
Αθήνα, στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για
πού είναι. Ρώτηξε όμως του κόσμου τους διαβάτες που τρέχουν, πού πάει
του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει
μέσα στον ουρανό; Πού παν τάστρα που φέγγουν κάθε νύχτα; Ποιος
δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάμνουν τον ίδιο
γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; θα σταθούν ή πάντα θα
τρέχουν; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώση; Σε
τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε ποιος
μας έκαμε μήτε γιατί μας έκαμε. Μας έκαμε για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε
μόνο κι ώςπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα
μας χρησιμέψη; Ό τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. Ό τι άρχισε μια μέρα
πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας
σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είταν αιώνιος λοιπό δε θα μείνη•
θάρθη η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό;
μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος
μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου που τάζησες, αγάπη μου,
τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες που τέλος έφταξε η ώρα που πρέπει και
συ να καταστραφής κ' η γις που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε
φωτίζει. Σε κείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που
σήμερα πεθνίσκει, θάχετε την ίδια τύχη• όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη
και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη
δώση; Ποιος θα σε χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουν τα γαλανά σου
τα μάτια να γλυτώσουν από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και
περνούν, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη
και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό
που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που
ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαχολία
που έμαθα κάτω στη Δύση• να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που
υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει
στα κύματα και λέω• — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον
ουρανό, στο θάνατο πας.»