θα ακούσετε, καθώς φαίνεται, τόρα την συνέχειαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ φρονώ ότι πταίουν τα ανάξια πολιτεύματα, τα οποία ανέφερα εις
τας προηγουμένας συζητήσεις, δηλαδή η οχλοκρατία και η ολιγαρχία
και η τυραννίς. Διότι από αυτά κανέν δεν είναι πολίτευμα, αλλά
έκαστον είναι ορθόν να λέγεται φατρίευμα. Δηλαδή κανέν από αυτά
δεν κυριαρχεί εκουσίως εις εκουσίους, αλλά ακουσίως εις ακουσίους
πάντοτε με κάποιον εκβιασμόν. Όταν δε φοβήται ο άρχων τον
αρχόμενον, δεν θα τον αφήση ποτέ να γίνη ούτε καλός ούτε πλούσιος
ούτε ισχυρός ούτε ανδρείος ούτε απολύτως πολεμικός. Αυτά τα δύο
λοιπόν είναι σχεδόν πρωτίστη αιτία όλων των κακών, κυρίως όμως
αυτών εδώ είναι η κυριωτέρα αιτία. Αλλά η πολιτεία, την οποίαν
νομοθετούμεν τόρα με την συζήτησίν μας, απέφυγε και τα δύο αυτά.
Διότι και σχόλην έχει όσον το δυνατόν περισσοτέραν, και οι πολίται
είναι ανεξάρτητοι μεταξύ των, και έπειτα πολύ ολίγοι, νομίζω,
ημπορούν να γίνουν φιλάργυροι με αυτούς τους νόμους. Ώστε
πρεπόντως και λογικώς μόνον η εγκατάστασις τοιούτου πολιτεύματος
από όλα τα σημερινά θα δεχθή το είδος των παιγνιδίων και της
εκπαιδεύσεως, τα οποία εξετάσαμεν τελείως εις την συζήτησιν μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν δεν είναι συνέχεια με αυτά να ενθυμηθώμεν τέλος πάντων
όλους τους γυμνικούς αγώνας, ότι δηλαδή όσα μεν αγωνίσματα
χρησιμεύουν διά τον πόλεμον αυτά πρέπει να συνηθίζωμεν και να
ορίζωμεν βραβεία της νίκης, όσα δε δεν χρησιμεύουν να τα αφήσωμεν
κατά μέρος; Ποία δε είναι αυτά, είναι καλόν να λεχθούν από την
αρχήν και να νομοθετηθούν. Και πρώτον δεν πρέπει άραγε να
νομοθετήσωμεν τα περιστρεφόμενα εις το τρέξιμον και εν γένει εις
την ταχύτητα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρέπει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον είναι βέβαιον ότι το καταλληλότερον από όλα διά τον
πόλεμον είναι ευκινησία του σώματος, εν μέρει μεν των ποδών, εν
μέρει δε των χειρών. Διά την φυγήν μεν και την σύλληψιν η
ευκινησία των ποδών, διά την συμπλοκήν όμως και την μάχην εκ του
συστάδην είναι ανάγκη της δυνάμεως και ρωμαλεότητος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι άλλο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως καμμία από τας δύο χωρίς όπλα δεν αποκτά την μεγαλιτέραν
χρησιμοποίησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις την ιδικήν μας πολιτείαν πρώτον διά τον δρόμον ενός
σταδίου προσκαλεί εις τους αγώνας ο κήρυξ, ο δε αγωνιστής
εισέρχεται κρατών τα όπλα. Δι' άοπλον δε αγωνιστήν δεν θα ορίσωμεν
αγωνίσματα. Πρώτος δε εισέρχεται όστις θα αγωνισθή εις το στάδιον
με τα όπλα, δεύτερος ο αγωνιστής του διαύλου, τρίτος του ιππικού
διαύλου και μάλιστα τέταρτος του δολίχου και πέμπτος ο τελείως
ωπλισμένος διά μήκος εξήντα σταδίων έως εις κάποιον ναόν του
Άρεως, και κατόπιν άλλος βαρύτερον ωπλισμένος, ο οποίος θα
αγωνισθή εις ομαλώτερον δρόμον, ο δε τελευταίος θα είναι τοξότης
φορών όλην την τοξικήν στολήν, θα διατρέξη δε εκατόν στάδια έως
εις τον ναόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, διά μέσου βουνών και
ανωμάλου εδάφους. Και, αφού κηρύξωμεν την έναρξιν του αγώνος, θα
περιμένωμεν αυτούς έως ότου να έλθουν, και εις τον νικητήν θα
δώσωμεν έν έκαστον από τα βραβεία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα ας τα φαντασθώμεν τριών ειδών αυτά τα αγωνίσματα, έν μεν
είδος των παίδων, έν δε των αγενείων νέων, και έν των ανδρών. Και
διά μεν τους αγενείους θα ορίσωμεν τα δύο τρίτα του μήκους του
δρόμου, διά δε τους παίδας τα μισά, είτε με τόξα είτε με όπλα
αγωνίζονται. Διά δε τας γυναίκας και τα κοράσια τα ανήλικα να
αγωνίζωνται γυμνά, εις το στάδιον και τον δίαυλον και τον ιππικόν
δίαυλον και τον δόλιχον, εις το ίδιον τρέξιμον ανταγωνιζόμεναι. Αι
δε έχουσαι ηλικίαν δεκατριών ετών μέχρι του γάμου των, ο οποίος
δεν αναβάλλεται ούτε περισσότερον του εικοστού ούτε ολιγώτερον του
δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας των, πρέπει να καταβαίνουν εις
τον ανταγωνισμόν αυτού του δρόμου με ευπρεπή στολήν.
Και τα μεν σχετικά με τους δρόμους των ανδρών και των γυναικών ας
είναι αυτά. Εις δε τα σχετικά με την σωματικήν δύναμιν αντί μεν της
πάλης και όλων των ομοίων όσα είναι βαρέα, να ανταγωνίζωνται εις
την ένοπλον μάχην εις προς ένα και δύο προς δύο και ομάδες έως
δέκα προς δέκα μεταξύ των. Όσον δε διά το ζήτημα ποίας νίκας
πρέπει να κερδίση όστις απέκρουσε ή προσέβαλε, καθώς τόρα διά την
πάλην εθέσπισαν οι ειδικοί εις την πάλην, ποίον κατόρθωμα
χαρακτηρίζει τον καλόν παλαιστήν και ποίον τον αδέξιον, κατά τον
ίδιον ακριβώς τρόπον και εδώ πρέπει να προσκαλέσωμεν τους
τελειοτάτους εις την οπλομαχίαν και να τους αναθέσωμεν να
νομοθετήσουν μαζί όλοι, ποίος πρέπει να θεωρήται νικητής εις αυτάς
τας μάχας, δηλαδή τι αν αποκρούση ή πώς αν προσβάλη, και τον
νικημένον ομοίως ποία τάξις τον διακρίνει. Τα ίδια δε ας είναι
νομοθετημένα και διά τα θήλεα μέχρι του γάμου των. Έπειτα πρέπει
ολόκληρον την πελταστικήν να την αντικαταστήσωμεν εις την θέσιν
του παγκρατίου, διά να αγωνίζωνται εις τα τόξα και εις τας πέλτας
και εις τα ακόντια και εις το ρίψιμον λίθων με τας χείρας και με
τας σφενδόνας ορίζοντες πάλιν δι' αυτά νόμους, ώστε να αποδίδωνται
τα βραβεία και αι νίκαι εις τους εκτελούντας καλλίτερον όσα λέγει ο
νόμος ως προς αυτά.
Κατόπιν είναι η σειρά να τεθούν νόμοι περί ιππικών αγώνων. Λοιπόν
εδώ εις την Κρήτην (8) βεβαίως δεν χρησιμοποιούνται πολλοί ίπποι
ούτε τόσον συχνά. Επομένως είναι ανάγκη και αι μελέται αυτών να
γίνωνται ολιγώτεραι ως προς την ανατροφήν και την άσκησιν.
Δι' άρμα λοιπόν ούτε υπάρχει απολύτως εις ημάς συντηρητής, ούτε
μεγάλη αφοσίωσις από κανενός εις αυτά, επομένως δεν είναι
κατάλληλον διά τον τόπον να θέσωμεν αγωνίσματα δι' αυτό και να μην
έχωμεν νουν ούτε να φαινώμεθα ότι έχομεν. Εις ίππους δε μόνον
ορίζοντες βραβεία και εις πωλάρια θηλάζοντα και μεσαία και εντελή
θα εγκαταστήσωμεν παιγνίδια σύμφωνα προς την φύσιν της χώρας. Και
λοιπόν μεταξύ όλων αυτών ας υπάρχη ανταγωνισμός και φιλοδοξία, εις
δε τους φυλάρχους και ιππάρχους ας ανατεθή κοινώς η κρίσις όλων,
δηλαδή και των δρόμων και των αγωνιζομένων ενόπλως. Εις τους
στερουμένους δε όπλα ούτε εις τους γυμνικούς αγώνας ούτε εδώ είναι
ορθόν να νομοθετήσωμεν αγωνίσματα. Τοξότης δε έφιππος Κρης δεν
είναι άχρηστος, ούτε ακοντιστής, ώστε ας υπάρχη χάριν διασκεδάσεως
και μεταξύ αυτών άμιλλα και ανταγωνισμός. Διά τα θήλεα δε δεν
είναι ανάγκη με νόμους και διατάξεις να ορίσωμεν υποχρεωτικώς την
συμμετοχήν εις αυτά. Εάν όμως από την προηγουμένην των μόρφωσιν
συνηθίσουν, και αν επιδέχεται η φύσις των και δεν δυσκολεύωνται τα
κοράσια και αι παρθένοι να λαμβάνουν μέρος, να το επιτρέπωμεν και
να μην κατακρίνωμεν αυτάς.
Λοιπόν τόρα πλέον η αγωνιστική και η μάθησις της γυμναστικής,
δηλαδή και όσα μελετούμεν εις τους αγώνας και όσα κάθε ημέραν εις
τα σχολεία, έλαβαν τέλος. Και μάλιστα και της μουσικής τα μεν
περισσότερα εξετάσθησαν, τα δε περιστρεφόμενα εις τους ραψωδούς και
τα σχετικά με αυτούς, και πόσοι διαγωνισμοί χορών πρέπει να
γίνωνται εις τας πανηγύρεις, όταν διά τους θεούς και τους κατόπιν
των θεών ερχομένους ορισθούν οι μήνες και αι ημέραι και τα έτη,
τότε θα τακτοποιηθούν, είτε κάθε τρία έτη είτε κάθε πέντε είτε
αλλέως όπως μας φωτίσουν οι θεοί ως προς την διάταξιν των ημερών.
Και τότε πλέον θα περιμένωμεν να γίνουν αγώνες και της μουσικής
τακτοποιούμενοι εις τας λεπτομερείας από τους αθλοθέτας και τον
παιδαγωγόν των νέων και τους νομοφύλακας, αφού συνεδριάσουν όλοι
μαζί δι' αυτούς και οι ίδιοι γίνουν νομοθέται, περί του πότε και
ποίος και με ποίους θα αγωνίζωνται εις όλους τους χορούς. Οποίον
δε πρέπει να είναι έκαστον από αυτά ως προς τας λέξεις και τους
στίχους και τας αρμονίας μαζί με τους ρυθμούς και τα χοροπηδήματα,
πολλάκις τα είπε ο πρώτος νομοθέτης και συμφώνως με αυτά πρέπει οι
κατόπιν του να νομοθετούν και αφού κατατάξουν τους αγώνας, καθώς
πρέπει εις κατάλληλον καιρόν δι' εκάστην εορτήν, ας αφήσουν την
πόλιν να πανηγυρίζη εις αυτάς.
Αυτά λοιπόν και άλλα παρόμοια δεν είναι δύσκολον να κρίνη κανείς με
ποίον τρόπον πρέπει να λάβουν νόμιμον διάταξιν, ούτε πάλιν αν
μετακινηθούν εδώ ή εκεί ημπορούν να φέρουν μέγα κέρδος ή ζημίαν εις
την πόλιν. Όσα όμως δεν έχουν μικράν διαφοράν και δεν είναι εύκολον
να επιβάλη κανείς την γνώμην του ως προς αυτά, κυρίως μεν είναι
έργον του θεού, εάν υπήρχε τρόπος να έλθουν αυτά ως εντολαί από
εκείνον, τόρα όμως σχεδόν απαιτείται κάποιος τολμηρός άνθρωπος, ο
οποίος εκτιμά υπερβολικά την ελευθεροστομίαν και θα ειπή όσα του
φαίνονται ως καλλίτερα διά την πόλιν και τους πολίτας, επιβάλλων
εις διεφθαρμένας ψυχάς το πρέπον και σύμφωνον εις έκαστον
πολίτευμα, ομιλών δε πολεμικώς εναντίον των μεγαλιτέρων επιθυμιών
και μη έχων κανένα άνθρωπον βοηθόν, και μόνον αυτός ακολουθών τον
ορθόν λόγον (!).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον λόγον εννοούμεν (!) τόρα πάλιν, καλέ Ξένε; Διότι ακόμη ημείς
δεν το εννοούμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ φυσικά. Και λοιπόν εγώ θα προσπαθήσω να σας εξηγηθώ
σαφέστερον. Δηλαδή, όταν έφθασα εις το ζήτημα της εκπαιδεύσεως,
είδα με την φαντασίαν μου νέους και νέας να σχετίζωνται μεταξύ των
φιλικώς. Μου επήλθε δε, καθώς, είναι επόμενον, να φοβηθώ
συλλογισθείς τι να την κάμη κανείς μίαν τοιαύτην πόλιν, εις την
οποίαν οι νέοι και αι νέαι είναι καλοζωιμένοι, ευτραφείς και
ελευθερωμένοι από κοπώσεις υπερβολικάς και δουλοπρεπείς, αι οποίαι
πάρα πολύ καταπνίγουν την υπερηφά[νειαν] και όλοι σκέπτονται διά
θυσίας και εορτάς και χορούς εις όλην των την ζωήν. Με ποίον
λοιπόν τρόπον μέσα εις αυτήν την πόλιν θα απέχουν από τας
επιθυμίας, αι οποίαι τόσον πολλούς και πολλάς ώθησαν εις τα
έσχατα, τας οποίας ήθελε διατάξει ο λόγος να αποφεύγουν, προσπαθών
να επιβληθή ως νόμος; Και τας μεν άλλας επιθυμίας δεν είναι
παράδοξον να νικούν οι προηγούμενοι νόμοι. Δηλαδή η απαγόρευσις
του πλουτισμού, η οποία είναι υπερόχως αγαθή και συντελεί μεγάλως
εις την σωφροσύνην, και ολόκληρος η μόρφωσις απέκτησε ως προς αυτά
καλούς νόμους, εκτός δε τούτων το βλέμμα των αρχόντων υπεχρεώθη να
μη βλέπη αλλού, αλλά να προσέχη πάντοτε τους νέους. Λοιπόν ως προς
τας άλλας επιθυμίας, όσον είναι δυνατόν εις ανθρώπους, ετέθησαν
ορθώς οι νόμοι. Τόρα όμως ακριβώς διά τους έρωτας προς παίδας
άρρενας και θήλεις, και των γυναικών προς τους άνδρας και των
ανδρών προς τας γυναίκας, από τους οποίους ωρισμένως αμέτρητα
δυστυχήματα συνέβησαν και ιδιωτικώς εις τους ανθρώπους και εις
ολοκλήρους πόλεις, πώς ημπορεί κανείς να λάβη τα μέτρα του, και
ποίον φάρμακον πρέπει να εύρη δι' όλους αυτούς, διά να αποφύγουν
τον τοιούτον κίνδυνον;
Βεβαίως δεν είναι εύκολον, Κλεινία μου. Διότι, και αν εις πολλά
άλλα όλη η Κρήτη και η Λακεδαίμων δεν μας δίδουν μικράν βοήθειαν
τόρα που νομοθετούμεν νόμους διαφορετικούς από τας συνηθείας των
περισσοτέρων, όμως περί των ερώτων, καθώς το γνωρίζομεν και οι
ίδιοι, είναι εντελώς αντίθετοι. Διότι, εάν κανείς ακολουθήση την
φύσιν και θέση τον προ του Λαΐου νόμον, λέγων ότι είναι ορθόν να
μη συνευρίσκωνται με άρρενας και νέους αφροδισιακώς καθώς με τα
θήλεα, και φέρων ως μάρτυρα την φύσιν των ζώων και αποδεικνύων ως
προς αυτά ότι δεν εγγίζει ο άρρην το άρρεν, διότι τούτο δεν είναι
φυσικόν, θα έλεγε ίσως παραδεκτόν διισχυρισμόν, αλλά συγχρόνως δεν
θα ήτο σύμφωνος με τας ιδικάς σας πόλεις. Εκτός τούτου όμως εκείνο
το οποίον είπαμεν ότι πρέπει πάντοτε να προσέχη ο νομοθέτης, τούτο
δεν συμβιβάζεται με αυτά. Δηλαδή πάντοτε ημείς ερευνώμεν ποίον
πράγμα συντελεί εις την αρετήν των δεχομένων τους νόμους και ποίον
όχι. Λοιπόν, εάν το παραδεχθώμεν αυτό ως καλόν ή όχι αισχρόν, διά
να νομοθετηθή τόρα, ας εξετάσωμεν κατά πόσον θα συντελέση εις την
αρετήν. Άραγε εις την ψυχήν του παραδιδομένου θα εμπνευσθή το ήθος
της ανδροπρεπείας (!), ή εις την ψυχήν του παιδεραστού θα γεννηθή
το ιδεώδες της σωφροσύνης; Ή μήπως αυτά μεν δεν είναι δυνατόν να
παραδεχθή κανείς ποτέ, μάλλον δε όλως το αντίθετον, εις τον
υποχωρούντα εις τας ηδονάς και μη δυνάμενον να αντέχη θα κατακρίνη
κανείς την μαλθακότητα; Αλλά τότε εις τον προσπαθούντα να μιμηθή
τας γυναίκας τάχα δεν θα κατακρίνη την αντιγραφήν του γυναικείου
προτύπου; Λοιπόν ποίος άνθρωπος θα θεσπίση τούτο ως νόμον, αφού
είναι τοιούτον; Σχεδόν κανείς, όταν βεβαίως κρατή εις τον νουν του
αληθινόν νόμον. Πώς λοιπόν θα αποδείξωμεν ότι αυτό είναι αληθές;
Είναι ανάγκη να ερευνήσωμεν την φύσιν της φιλίας και της επιθυμίας
και των λεγομένων ερώτων, εάν θέλωμεν να τα εννοήσωμεν αυτά καλώς.
Δηλαδή αυτά είναι δύο, και από τα δύο ομού σχηματίζεται τρίτον
είδος με ιδιαίτερον όνομα και προξενεί όλην την δυσκολίαν και το
σκότος εις το ζήτημα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλον βεβαίως ονομάζομεν το όμοιον με το όμοιον κατά την αρετήν και
το ίσον με το ίσον, επίσης δε φίλον και το έχον ανάγκην του
πλουσίου, το οποίον είναι το αντίθετον ως προς το γένος (πτωχόν).
Όταν όμως το καθέν από τα δύο αυτά γίνεται ορμητικόν, το
ονομάζομεν έρωτα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν η μεν φιλία των αντιθέτων είναι φοβερά και αγρία και σπανίως
είναι αμοιβαία, η δε των ομοίων είναι ήμερος και αμοιβαία εις όλην
την ζωήν. Ανάμικτος δε από αυτάς τας δύο εάν γίνη, πρώτον μεν δεν
είναι εύκολον να γνωρισθή τι άραγε επιδιώκει να κερδίση όστις έχει
τον τρίτον τούτον έρωτα· έπειτα, επειδή σύρεται από τους δύο
αντιθέτως, ευρίσκεται εις απορίαν, διότι ο μεν είς τον παρορμά να
δοκιμάση το κάλλος, ο δε άλλος του το απαγορεύει. Δηλαδή εκείνος
μεν ερωτεύεται το σώμα και την ακμήν της ωραιότητος ως να
νοστιμεύεται κανέν οπωρικόν και παρακινεί τον εαυτόν του να το
απολαύση, χωρίς να δίδη καμμίαν εκτίμησιν εις την ψυχήν του
αγαπωμένου. Αυτός δε θεωρεί πάρεργον την σωματικήν επιθυμίαν και
μάλλον με την ψυχήν οραματιζόμενος αυτόν παρά ερωτευόμενος,
εκτιμών δε την ψυχήν όσον πρέπει θεωρεί προσβολήν την σωματικήν
απόλαυσιν από το σώμα εκείνου, εντρεπόμενος δε και σεβόμενος την
σωφροσύνην και ανδρείαν και μεγαλοπρέπειαν και φρόνησιν θέλει να
μένη αγνός πάντοτε με αγνόν αγαπητόν. Αυτός δε είναι ο μικτός εκ
των δύο ειδών τρίτος έρως, τον οποίον είπαμεν τόρα. Αφού δε τόσων
ειδών είναι αυτοί, άραγε όλους πρέπει να τους απαγορεύη ο νόμος,
εμποδίζων να υπάρχουν εις τον τόπον μας, ή είναι προφανές ότι τον
μεν έρωτα της αρετής, ο οποίος επιθυμεί να γίνη ο νέος όσον το
δυνατόν καλλίτερος, θα τον επιτρέψωμεν να υφίσταται εις την πόλιν,
τους δε άλλους δύο, εάν είναι τούτο δυνατόν, θα τους
απαγορεύσωμεν; Ή πώς αλλέως να ειπούμεν, φίλε Μέγιλλε;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Βεβαίως εντελώς ορθά ωμίλησες αυτήν την φοράν (!) περί αυτών, Ξένε
μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται, καθώς το υπέθετα, ότι επέτυχα την επιδοκιμασίαν σου, καλέ
μου φίλε. Τι όμως εννοεί ο ιδικός σας νόμος ως προς αυτά, δεν είναι
ανάγκη να το εξετάσω εγώ, αλλά αρκεί να δεχθώ την επιδοκιμασίαν των
λόγων μου. Τον δε Κλεινίαν και άλλην φοράν κατόπιν θα προσπαθήσω να
τον ψάλλω και να τον καταπείσω δι' αυτά τα ίδια. Τόρα δε ας
ακολουθήσω την ανατεθείσαν εις εμέ εντολήν σας και ας εξετάσωμεν
εντελώς τους νόμους.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν έχω τόρα πάλιν μίαν εφεύρεσιν ως προς την θέσπισιν αυτού του
νόμου, εν μέρει μεν εύκολον, εν μέρει όμως δυσκολωτάτην.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πώς δηλαδή εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Γνωρίζομεν βεβαίως ότι και σήμερον οι περισσότεροι άνθρωποι, αν και
είναι παράνομοι, πολύ καλά και άγια αποτρέπονται από την συνεύρεσιν
των ωραίων όχι ακουσίως, αλλά όσον ημπορείς να φαντασθής εκουσίως.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πότε εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όταν υπάρχη αδελφός ή αδελφή ωραία. Και περί υιού δε και θυγατρός ο
ίδιος άγραφος νόμος υπάρχει, και όσον το δυνατόν ασφαλέστατα
προφυλάττει να μη κοιμούνται μαζί, ούτε φανερά ούτε κρυφίως, ή με
κανένα άλλον τρόπον να εγγίζουν ερωτικώς αυτούς. Ακόμη δε ουδέ
επιθυμία της τοιαύτης συνευρέσεως εισέρχεται διόλου εις τον νουν
των περισσοτέρων.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Λέγεις την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και μόνον μία λέξις δεν καταπαύει όλας αυτάς τας ηδονάς;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Ποία δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αν ειπούμεν ότι αυτά δεν είναι διόλου θεάρεστα, αλλά θεομίσητα και
των αισχρών αίσχιστα. Και αιτία τούτου δεν είναι τάχα, ότι κανείς
δεν τα λέγει διαφορετικά αυτά, αλλά εξ αρχής, μόλις γεννηθή
έκαστος από ημάς, ακούει πάντοτε, και παντού να τα λέγουν αυτά,
και πολλάκις τα βλέπει εις τας κωμωδίας και εις τας τραγωδίας,
όταν παριστάνουν Θυέστας ή Οιδίποδας ή Μακαρέας συνευρεθέντας με
τας αδελφάς των κρυφίως, και ανακαλυφθέντας και επιβάλοντας
θάνατον εις τον εαυτόν των ως τιμωρίαν διά το αμάρτημά των;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά το λέγεις, αυτό τουλάχιστον, ότι δηλαδή η διάδοσις έχει
μίαν θαυμασίαν δύναμιν, αφού κανείς δεν θα ημπορέση ούτε να
αναπνεύση έξω από τον νόμον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν είναι ορθόν το λεχθέν προ ολίγου, ότι, αν ο νομοθέτης θέλη
να δαμάση καμμίαν επιθυμίαν από εκείνας αι οποίαι υποδουλώνουν
υπερβολικά τους ανθρώπους, είναι, εύκολον να εννοήση με ποίον
τρόπον ημπορεί να τας υποδουλώση. Δηλαδή ότι πρέπει να καθιερώση
την φήμην εις όλους τους δούλους και ελευθέρους παίδας και
γυναίκας και όλην την πόλιν ομοίως, και ούτω πως θα εκτελεσθή το
ασφαλέστερον πράγμα ως προς αυτόν τον νόμον.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ καλά. Αλλά πώς θα ημπορέσωμεν πάλιν να κάμωμεν όλους να θέλουν
να διαδώσουν το τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά με επρόλαβες. Διότι αυτό εσήμαινε ο ιδικός μου λόγος, ότι εγώ
έχω να μεταχειρισθώ μίαν μέθοδον χάριν αυτού του νόμου, την φυσικήν
χρήσιν της συνουσίας προς τεκνοποίησιν, δηλαδή να απέχουν μεν από
το άρρεν και να μη δολοφονούν το ανθρώπινον γένος εκ προμελέτης,
ούτε να σπείρουν επάνω εις βράχους και εις πέτρας, όπου δεν είναι
δυνατόν να ριζώση και να γονιμοποιηθή, να απέχουν δε από τον
θηλυκόν αγρόν, εντός του οποίου δεν επιθυμεί κανείς να φυτρώση ο
σπόρος του. Ο νόμος λοιπόν αυτός, αν μεν γίνη γενικός και
κυριαρχήση, καθώς τόρα, υπερισχύει διά τας συνουσίας με τους
γονείς, και εάν υπερισχύση, θα φέρη άπειρα αγαθά. Διότι πρώτον μεν
υπάρχει συμφώνως με την φύσιν, και μας κάμνει να απέχωμεν από την
ερωτικήν λύσσαν και μανίαν και όλας τας μοιχείας και από ποτά και
τροφάς υπερμέτρους, και μας κάμνει να είμεθα με τας γυναίκας μας
σχετικοί και φίλοι, και άλλα πολλά αγαθά ημπορούν να προκύψουν,
εάν κανείς ημπορούσε να τον διατηρή.
Αλλά τόρα ίσως παρουσιασθή κανείς ορμητικός και νέος άνθρωπος,
φορτωμένος από σπέρμα, και ακούων περί του θεσπιζομένου νόμου, μας
κακολογήση ότι θεσπίζομεν ανοήτους και απραγματοποιήτους νόμους,
και αρχίζει να φωνάζη. Αυτά λοιπόν έλαβα και εγώ υπ' όψιν μου και
είπα αυτήν την λέξιν, ότι δηλαδή έχω κάποιαν μέθοδον, εν μέρει μεν
ευκολωτέραν από όλας, εν μέρει δε δυσκολωτέραν, ώστε, αφού τεθή ο
νόμος αυτός, να διατηρηθή. Διότι είναι ευκολώτατον να εννοήσωμεν
ότι είναι δυνατόν τούτο και πώς. Δηλαδή φρονούμεν ότι, εάν
καθιερωθή αυτός ο νόμος επαρκώς, θα δαμάση πάσαν ψυχήν και θα την
κάμη να πείθεται με φόβον τελείως εις τους τεθέντας νόμους. Αλλά
βεβαίως τόσον επροχώρησε τόρα το κακόν, ώστε φαίνεται ότι δεν
είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή, καθώς διά την συνήθειαν των
συσσιτίων δεν πιστεύεται ότι είναι δυνατόν ολόκληρος πόλις εις
όλην της την ζωήν να διατηρή αυτά, και ενώ απεδείχθη και εμπράκτως
εφηρμόσθη εις τον τόπον σας, πάλιν όμως διά τας γυναίκας ούτε εις
τον τόπον σας δεν νομίζεται εκ φύσεως κατάλληλον να
πραγματοποιηθή. Δι' αυτήν λοιπόν και εγώ την επιμονήν εις την
απιστίαν είπα ότι είναι πολύ δύσκολον να διατηρηθούν συμφώνως με
τον νόμον.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι δε δεν είναι ανώτερον από τας δυνάμεις του ανθρώπου, αλλά
ημπορεί να πραγματοποιηθή, θέλετε να προσπαθήσω να σας διηγηθώ
κάποιαν διήγησιν, η οποία είναι πειστική;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, άραγε ευκολώτερον ημπορεί κανείς να απέχη από τα
αφροδισιακά και να εκτελή ορθώς τα οριζόμενα νομίμως ως προς αυτά,
όταν έχη υγιές σώμα και όχι ατελές, ή όταν το έχη μηδαμινόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ περισσότερον δύσκολον είναι, όταν δεν το έχη ατελές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν δεν γνωρίζομεν τάχα εκ φήμης τον Ταραντίνον Ίκκον, ο
οποίος ηγωνίσθη εις την Ολυμπίαν καθώς και τους άλλους ότι από
φιλοτιμίαν και τέχνην και διότι, καθώς λέγουν, είχε εις την ψυχήν
του την σώφρονα ανδρείαν, ούτε καμμίαν γυναίκα ήγγισε ποτέ του
ούτε παιδί, εις όλην την διάρκειαν των γυμνασίων του; Και ακριβώς
και διά τον Κρίσωνα και τον Αστύλον και τον Διόπομπον και άλλους
πάρα πολλούς δεν υπάρχει η ιδία διάδοσις; Και όμως από τους
ιδικούς μου και από τους ιδικούς σου συμπολίτας, φίλε Κλεινία,
βεβαίως ήσαν πολύ χειρότερα μορφωμένοι ως προς τας ψυχάς, ως προς
δε τα σώματα ήσαν πολύ περισσότερον σφριγηλοί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτά είναι αληθή, δηλαδή πολύ διέδιδαν οι παλαιοί περί αυτών των
αθλητών ότι συνέβησαν αυτά πραγματικώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Εκείνοι μεν χωρίς αμφιβολίαν χάριν της πάλης και των
δρόμων και των τοιούτων κατώρθωσαν να αποφύγουν πράγμα το οποίον οι
περισσότεροι το θεωρούν ευτυχίαν, οι δε ιδικοί μας παίδες δεν θα
ημπορέσουν να καρτερήσουν διά πολύ ωραιοτέραν νίκην, την οποίαν
ημείς παριστάνοντες ωραιοτάτην από την μικράν των ηλικίαν εις τους
μύθους και εις τας φράσεις μας και εις τα άσματα που ψάλλομεν θα
την επιβάλωμεν μαγευτικώς εις αυτούς, καθώς είναι επόμενον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίαν νίκην;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το να είναι εγκρατείς των ηδονών, διά να ζουν με ευτυχίαν, ενώ, εάν
νικώνται, θα συμβή όλως το αντίθετον. Εκτός δε τούτου ο φόβος, ότι
αυτό δεν είναι ποτέ με κανένα τρόπον όσιον, δεν θα μας δώση την
δύναμιν να νικήσωμεν όσα ενίκησαν άλλοι, ενώ είναι χειρότεροι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αφού λοιπόν ευρισκόμεθα εις αυτό το σημείον ως προς αυτόν τον
νόμον, από την κακίαν όμως των περισσοτέρων ευρέθημεν εις
στενοχωρίαν, φρονώ ότι ο μεν ιδικός μας νόμος πρέπει κυριολεκτικώς
να περιοδεύη και να ομιλή περί αυτών, ότι δεν πρέπει να είναι οι
συμπολίται μας χειρότεροι από τα όρνεα και από άλλα πολλά ζώα, τα
οποία γεννώνται εις μεγάλας αγέλας και έως ότου να τεκνοποιήσουν
μένουν παρθένα και αμίαντα και αγνά από γάμους, όταν δε έλθουν εις
αυτήν την ηλικίαν, συνδυάζεται προθύμως το άρρεν με το θήλυ και το
θήλυ με το άρρεν και ζουν εις το υπόλοιπον της ζωής των ευσεβώς
και νομίμως, εμμένοντα ασφαλώς εις τας πρώτας συνθήκας της φιλίας.
Και πρέπει από τα ζώα αυτοί να είναι καλλίτεροι. Εάν όμως
διαφθείρωνται από την πλειονοψηφίαν των άλλων Ελλήνων και
βαρβάρων, διότι ακούουν ότι έχει μεγάλην ισχύν μεταξύ αυτών η
λεγομένη άτακτος Αφροδίτη, και ούτω πως δεν είναι ικανοί να
συγκρατούνται, τότε πρέπει να εφεύρωμεν δεύτερον νόμον δι' αυτούς
οι νομοφύλακες και να γίνουν αυτοί νομοθέται.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον νόμον λοιπόν συμβουλεύεις εις αυτούς να νομοθετούμεν, εάν
τους διαφύγη αυτός που νομοθετούμεν τόρα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Προφανώς τον ερχόμενον δεύτερον κατόπιν από αυτόν, φίλε Κλεινία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Να αφήνουν όσον το δυνατόν αγύμναστον την ορμήν των ηδονών,
μετατοπίζοντες εις άλλα μέρη του σώματος τον χυμόν και την τροφήν
αυτής της ορμής. Τούτο δε ημπορεί να συμβή, εάν δεν επιτρέπεται
αναίδεια εις την χρήσιν των αφροδισίων. Δηλαδή, όταν πάλιν εκτελούν
αυτά σπανίως από εντροπήν, θα την έχουν εις την ράχιν των
αδυνατώτερον κυρίαρχον. Και λοιπόν ας υπάρχη ως συνήθεια και
άγραφος νόμος δι' αυτά να θεωρήται καλόν το να μένουν μυστικά, το
δε να μη μένουν μυστικά αισχρόν, όχι όμως πάλιν και να μη τα
εκτελούν διόλου. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ορισθή εις τους νόμους
ως κατά δεύτερον λόγον καλόν και αισχρόν το τοιούτον, έχον
δευτερεύουσαν ορθότητα, και τους διεφθαρμένους εις τας φυσικάς
κλίσεις, όσους ονομάζομεν ακρατείς, θα συμπεριλάβωμεν εις έν γένος
και θα επιβάλωμεν να μη παρανομούν εις αυτά τα τρία είδη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία δηλαδή είναι τα δύο άλλα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρώτον το ευσεβές και αξιοπρεπές και έπειτα εκείνο το οποίον
επιθυμεί όχι τα σώματα αλλά τους καλούς τρόπους της ψυχής. Αυτά
λοιπόν είναι τόρα ωσάν ευχαί και ως παρηγορίαι, θα ήσαν όμως πολύ
καλλίτερα, εάν επραγματοποιούντο εις τας πόλεις. Ίσως όμως ακόμη
ως προς τον έρωτα επιβάλωμεν έν από τα δύο, ή κανείς να μη τολμά
να χειρονομή εις κανένα από τους ευγενείς και ελευθέρους εκτός της
νομίμου συζύγου του, και να μη σπείρη χωρίς ευλογίαν τέκνα
παλλακίδων ούτε άγονον σποράν αρρένων παρά φύσιν, ή άλλως διά μεν
τα άρρενα θα το εξαλείψωμεν τελείως, διά δε τας γυναίκας, εάν
συνευρεθή κανείς με καμμίαν εκτός εκείνων που ήλθαν εις την οικίαν
του με την ευλογίαν των θεών και με ιερούς γάμους, δηλαδή με
αγορασμένας ή με κάποιον άλλον τρόπον κατακτηθείσας, χωρίς να
αποκρυφθή από όλους τους άνδρας και τας γυναίκας (9), ίσως είναι
ορθόν να θεωρήσωμεν αυτόν εις την νομοθεσίαν μας στερημένον των
δικαιωμάτων του πολίτου ωσάν κάποιον ξενότροπον. Αυτός λοιπόν ο
νόμος είτε τον θεωρήσωμεν ένα είτε δύο, ας υπάρχη διά τα αφροδίσια
και όλα τα ερωτικά, όσα εκτελούμεν συναναστρεφόμενοι ο είς τον
άλλον με τοιαύτας επιθυμίας είτε ορθώς είτε όχι ορθώς.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.