Και λοιπόν, φίλε Ξένε, εγώ μεν, σε βεβαιώ, πάρα πολύ θα εδεχόμην

αυτόν τον νόμον, ο δε Κλεινίας τόρα ας ειπή μόνος του, τι φρονεί

δι' αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό θα γίνη, φίλε Μέγιλλε, όταν νομίσω κατάλληλον την στιγμήν.

Τόρα όμως ας αφήσωμεν τον Ξένον να προχωρήση εις τους νόμους.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα βεβαίως ευρισκόμεθα εις το σημείον της ιδρύσεως

συσσιτίων, τα οποία φρονούμεν ότι εις άλλον μεν τόπον είναι

δύσκολον να ιδρυθούν, εις την Κρήτην όμως ουδείς θα εναντιωθή ότι

πρέπει να γίνη αλλέως. Ως προς τον τρόπον όμως, αν δηλαδή θα

γίνουν καθώς εδώ ή καθώς εις την Λακεδαίμονα, ή αν είναι έξω από

αυτά τα δύο καλλίτερον τρίτον είδος συσσιτίων, αυτό δεν μου

φαίνεται δύσκολον να το εύρωμεν, ούτε ημπορεί να φέρη κανέν μέγα

αγαθόν, εάν εφαρμοσθή. Διότι και τόρα είναι αρμονικώς

τακτοποιημένα.

Τόρα έρχεται εις την σειράν η προμήθεια των εφοδίων της ζωής κατά

ποίον τρόπον θα γίνεται. Αλλά η προμήθεια εις μεν τας άλλας πόλεις

ίσως είναι ποικίλη και από πολλά μέρη και μάλιστα από διπλάσια μέρη

παρά εις αυτήν εδώ. Διότι και από την γην και από την θάλασσαν

προμηθεύονται τα τρόφιμα οι περισσότεροι των Ελλήνων, ενώ αυτοί εδώ

μόνον από την γην. Διά τον νομοθέτην λοιπόν τούτο είναι

ευκολώτερον. Διότι χρειάζονται όχι πλέον οι μισοί νόμοι (10), αλλά

πολύ ολιγότεροι, και εκτός τούτου περισσότερον αρμόζοντες εις

ελευθέρους ανθρώπους. Δηλαδή από τα εμποροπλοιαρχικά και εμπορικά

και καπηλικά και ξενοδοχικά και τελωνιακά και μεταλλειακά και

δανειστικά και τα σχετικά με τα επιτόκια των τόκων πράγματα και

άπειρα άλλα είναι ελευθερωμένος κατά το πλείστον και τα άφησε κατά

μέρος ο νομοθέτης αυτής της πόλεως, απλώς δε διά γεωργούς και

ποιμένας και μελισσοκόμους και διά τας αποθηκεύσεις αυτών και διά

τους κατασκευαστάς των εργαλείων των θα νομοθετήση, αφού πλέον

ενομοθέτησε τα σπουδαιότερα διά τους γάμους και τας γεννήσεις

παίδων και ανατροφάς, ακόμη δε και διά την εκπαίδευσιν και διά την

εγκατάστασιν των αρχών της πόλεως. Τόρα δε είναι ανάγκη να

προχωρήση εις τους παραγωγείς της τροφής και τους βοηθούς αυτών.

Και πρώτον λοιπόν ας έχουν αυτοί οι νόμοι το όνομα γεωργικοί. Και

πρώτον ο νόμος του συνοριακού Διός ας ορισθή ούτω πως. Ας μη

μετακινή κανείς τα σύνορα μήτε του ιδικού του συμπολίτου γείτονος

μήτε του συνορεύοντος εις τα μεθόρια ξένου γείτονος, φρονών ότι

αυτό είναι κυριολεκτικώς το να κινή τα ακίνητα. Ας προτιμήση δε

έκαστος και τον μεγαλίτερον βράχον να μετακινήση παρά τον μικρόν

λίθον, ο οποίος ορίζει την φιλίαν και την έχθραν με ένορκον

εγγύησιν των θεών. Δηλαδή το έν μεν εγγυάται ο ομόφυλος Ζευς, το

δε άλλο ο Ξένιος, αυτοί δε οργιζόμενοι επιφέρουν πολέμους

αμειλίκτους. Και όστις μεν υπακούση εις τον νόμον δεν θα δοκιμάση

τας βλάβας της παραβάσεως αυτού, όστις όμως τον περιφρονήση ας

είναι ένοχος εις διπλάς τιμωρίας, μίαν μεν και πρώτην από τους

θεούς, δευτέραν δε από τον νόμον. Δηλαδή κανείς ας μη μετακινή

αυθαιρέτως τα σύνορα των γειτόνων. Αν δε κανείς τα μετακινήση, ας

τον καταγγέλλη όστις θέλει εις τους ιδιοκτήτας, αυτοί δε ας τον

προσκαλέσουν εις το δικαστήριον. Εάν δε κανείς χάση τοιαύτην

δίκην, ας θεωρήση το δικαστήριον ότι προσπαθεί κρυφίως και βιαίως

να κάμη αναδασμόν της γης ο καταδικασθείς και ας του επιβάλη ό,τι

είναι ορθόν να πάθη ή να πληρώση.

Κατά δεύτερον δε λόγον συμβαίνουν πολλαί και μικραί βλάβαι των

γειτόνων, διότι συχνά συναντώνται και μεγαλώνουν την εχθροπάθειαν

και κάμνουν την γειτονίαν δύσκολον και πολύ πικράν. Διά τούτο

πρέπει να προσέχη πολύ ο γείτων να μη κάμνη εις τον γείτονα τίποτε

το έκτροπον, και ως προς τα άλλα και προ πάντων να προσέχη πολύ

από πάσαν επέκτασιν της καλλιεργείας του.

Διότι το να βλάψη κανείς δεν είναι δύσκολον, αλλά το κάμνει ο

καθείς, το να ωφελήση όμως δεν ημπορεί να το κάμνη ο καθείς. Όστις

δε καλλιεργεί έδαφος του γείτονος υπερπηδών τα σύνορα, την μεν

βλάβην ας την πληρώνη, διά να θεραπευθή δε από την αναίδειάν του

και την φιλαργυρίαν του ας πληρώση και το διπλάσιον της ζημίας εις

τον παθόντα. Δι' αυτά δε και όλα τα παρόμοια ας διορισθούν

πραγματογνώμονες και δικασταί και εκτιμηταί οι αγρονόμοι, και εις

μεν τα μεγαλίτερα, καθώς είπαμεν προηγουμένως, όλη η τάξις του

δωδεκατημορίου, εις δε τα μικρότερα μόνον οι φρούραρχοι. Και αν

κανείς βόσκη ποίμνια εντός ξένων κτημάτων, ας παρατηρήσουν τας

βλάβας και ας κρίνουν και ας ορίσουν την ποινήν, και εάν κανείς

οικειοποιήται μελίσσια ξένα ευρίσκων τέρψιν εις αυτά και προσελκύων

αυτά με την χαλκοκρουσίαν, ας πληρώνη την ζημίαν. Και εάν καίων

ξυλείαν δεν προφυλάξη την γειτονικήν, ας τιμωρηθή με το πρόστιμον

το οποίον θα αποφασίσουν οι άρχοντες. Επίσης δε και εάν φυτεύων

δεν αφήνη ανάλογον απόστασιν από τα χωράφια του γείτονος, καθώς

και πολλοί νομοθέται είπαν λεπτομερώς, των οποίων τους νόμους

πρέπει να τους χρησιμοποιούμεν συμπληρωματικώς και να μην έχωμεν

απαίτησιν όλα και τα πολύπλοκα και τα μικρά ζητήματα, τα οποία

εθέσπισε και ο τυχών νομοθέτης, να τα νομοθετήση όλα ο νομοθέτης

της πόλεως.

Λόγου χάριν, υπάρχουν περί των υδάτων εις τους γεωργούς παλαιοί και

καλοί νόμοι, τους οποίους δεν πρέπει να μετακινήσωμεν εις την

συζήτησίν μας, αλλ' όστις θελήση να φέρη νερόν εις τον ιδικόν του

τόπον, ας αρχίση να το μετακομίζη από τα κοινά ρεύματα χωρίς να

αποκόπτη πηγάς γνωστάς κανενός ιδιώτου, ας τα διοχετεύη δε από

όποιον μέρος θέλει εκτός των οικιών και των διαφόρων ιερών και των

μνημείων, χωρίς να σκάπτη άλλο μέρος εκτός των αυλάκων. Εάν δε εις

μερικά μέρη είναι φυσική έλλειψις νερού, από μέσα από την γην η

οποία καταπίνει τα βρόχινα νερά και δεν έχει τας απαραιτήτους

πηγάς, ας ανοίξη πηγάδι εις το χωράφι του έως εις το στρώμα της

αργίλου, και αν εις αυτό το βάθος δεν επιτύχη διόλου νερόν, ας

λαμβάνη νερόν από τους γείτονας, όσον είναι απαραίτητον διά τους

εργάτας. Εάν δε και οι γείτονες το έχουν μετρημένον με ακρίβειαν,

ας ζητήση από τους αγρονόμους να προσδιορίσουν ωρισμένην σειράν

της ημέρας και τότε ας πηγαίνη καθ' ημέραν να λαμβάνη νερόν από

τους γείτονας.

Εάν δε εις τα βρόχινα νερά ο υψηλότερον καλλιεργών ή και ο

ομότοιχος ζημιώνει τους χαμηλοτέρους, διότι δεν επιτρέπει την

εκροήν, ή αντιθέτως ο υψηλότερα ευρισκόμενος αφήνη όπως τύχη τα

ρεύματα και βλάπτη τον κάτω, και ως προς αυτά δεν δέχωνται να

συνεννοηθούν μεταξύ των, εις μεν την πόλιν ας προσκαλέση όστις

θέλει τον αστυνόμον, εις δε τον αγρόν τον αγρονόμον και ας ορίση

αυτός τι πρέπει να κάμη ο καθείς από τους δύο. Όστις δε δεν τηρεί

την τάξιν ας υποστή τιμωρίαν φθονεράς ψυχής και συγχρόνως

κακεντρεχούς, και, αν καταδικασθή, ας πληρώση διπλασίως την ζημίαν

εις τον παθόντα, εάν δεν θελήση να υπακούση εις τους άρχοντας.

Των δε οπωρικών πρέπει να κάμνουν χρήσιν όλοι ως εξής. Δύο ειδών

δώρα μας χαρίζει η θεά της γεωργίας· το έν είναι ο αθησαύριστος

καρπός του Διονύσου, το δε άλλο ο κατάλληλος εκ φύσεως διά να

αποθηκευθή. Λοιπόν ας υπάρχη διά τα οπωρικά ο εξής νόμος. Όστις

γευθή άωρα οπωρικά, είτε σταφύλια είτε σύκα, πριν να φθάση ο

καιρός του τρύγου, ο οποίος συμπίπτει με τον Αρκτούρον, είτε εις

τα ιδικά του χωράφια είτε εις ξένα, ας πληρώνη ιερόν πρόστιμον εις

τον Διόνυσον πενήντα δραχμάς, όταν κόπτη από τα ιδικά του, όταν δε

κόπτη από τα γειτονικά, μίαν μναν, εάν δε από άλλα χωράφια, δύο

τρίτα της μνας. Όστις δε θελήση να δοκιμάση το σταφύλι το οποίον

εσχάτως ήρχισαν να το ονομάζουν γενναίον (11) και τα γενναία σύκα,

εάν μεν δρέπη από τα ιδικά του, ας τα απολαμβάνη όπως θέλει και

όταν θέλη, εάν όμως από κτήματα άλλου χωρίς να τον πείση συμφώνως

με τον νόμον (12) ότι δεν πρέπει να σηκώνη ό,τι δεν ετοποθέτησε,

ας τιμωρήται. Εάν δε δούλος χωρίς να πείση τον ιδιοκτήτην δρέπη

κανέν από αυτά, εις κάθε ράγα σταφυλίου και εις κάθε σύκον της

συκής ας τρώγη ισαρίθμους ξυλιές. Ο δε μέτοικος ας αγοράζη τα

ώριμα οπωρικά, αν του αρέσουν να τρώγη τοιαύτα. Εάν δε κανείς

ξένος νεοφερμένος επιθυμήση να φάγη οπωρικά, όταν περνά από τον

δρόμον, τα μεν γενναία ας τα δρέπη, εάν θέλη, ο ίδιος και είς

υπηρέτης του χωρίς πληρωμήν απολαμβάνων φιλοξενίαν, από τα άωρα

όμως και τα παρόμοια ας εμποδίζη ο νόμος τους ξένους να δρέπουν.

Εάν όμως από αμάθειαν εγγίση, κανείς ή ο δούλος του, ο μεν δούλος

να τιμωρήται με ξύλον, ο δε ελεύθερος να εκδιώκεται με συμβουλάς

και ας οδηγήται να δρέπη, τα άλλα οπωρικά, τα οποία δεν

χρησιμεύουν ως αποθηκευμένη σταφίς και ως οίνος και ως ξηρά σύκα.

Όσον δε διά τα απίδια και τα μήλα και τα ρώδια και όλα τα παρόμοια,

ας μην είναι εντροπή να δρέπη κρυφίως κάτι, αλλά όστις συλληφθή,

εάν είναι ηλικίας κάτω των τριάντα ετών, ας κτυπάται και ας

αποκρούη τα κτυπήματα χωρίς τραύματα, δίκη όμως να μην υπάρχη δι'

αυτά εις τον ελεύθερον. Εις δε τον ξένον καθώς εις τα οπωρικά ας

επιτραπή και από αυτά να δρέπη. Εάν δε κανείς γεροντότερος δρέπη

από αυτά, όταν το φάγη επιτοπίως και δεν μετακομίζη τίποτε, καθώς

ο ξένος ας μετέχη όλων αυτών, εάν όμως δεν υπακούη εις τον νόμον,

ας κινδυνεύη να αποκλεισθή από τον αγώνα της αρετής, εάν έως τότε

υπενθυμίση κανείς αυτά εις τους τότε κριτάς.

Το δε νερόν είναι δι' όλα τα κηπουρικά η απαραίτητος τροφή, αλλά

ευκόλως νοθεύεται. Δηλαδή ούτε η γη ούτε ο ήλιος ούτε οι άνεμοι, οι

οποίοι με το νερόν ζωογονούν τα προϊόντα της γης, δεν είναι εύκολον

να νοθευθούν με δηλητήρια ή με μετακινήσεις ή κλοπάς, εις την φύσιν

όμως του νερού όλα αυτά είναι δυνατόν να γίνουν. Διά τούτο βεβαίως

απαιτείται υπερασπιστής νόμος. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος περί

αυτού. Αν κανείς νοθεύη εκ προαιρέσεως ξένον νερόν είτε της πηγής

είτε και αποθηκευμένον με φάρμακα ή με σκαψίματα ή με κλοπάς, τότε

όστις ζημιώνεται ας τον εγκαλή εμπρός εις τους αστυνόμους, και ας

ορίζη την αξίαν της βλάβης· εάν δε κανείς καταδικασθή ότι βλάπτει

κάποιον με δηλητηριάσεις, εκτός του προστίμου, ας καθαρίση τας

πηγάς ή το αγγείον του νερού, όπως ορίζουν οι νόμοι των ερμηνευτών

ότι πρέπει να γίνεται η κάθαρσις από τον καθένα.

Όσον δε διά την συγκομιδήν όλων των προϊόντων, ας επιτρέπεται εις

τον επιθυμούντα να μετακομίζη διά παντός τόπου τα ιδικά του, όταν

ή διόλου δεν ζημιώνη κανένα, ή κερδίζη ο ίδιος τριπλάσιον κέρδος

από την ζημίαν του γείτονος. Εις αυτά δε πραγματογνώμονες να είναι

οι άρχοντες και δι' όλα τα άλλα όσα κανείς εκ προθέσεως βλάπτει

άλλον άνευ της αδείας του διά της βίας ή κρυφίως ή τον ίδιον ή

κάτι τι ιδικόν του με τα ιδικά του κτήματα. Όλα τα παρόμοια αφού

τα αποδείξη εις τους άρχοντας, ας τον τιμωρήση, αν η βλάβη είναι

έως τρεις μνας. Εάν όμως υπάρχη καμμία μεγαλιτέρα καταγγελία του

ενός κατά του άλλου, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τα κοινά

δικαστήρια και ας τιμωρήση τον αδικούντα. Εάν δε κανείς από τους

άρχοντας φανή ότι με άδικον γνώμην αποφασίζει τας τιμωρίας, ας

είναι υπόδικος του ζημιωθέντος διά τα διπλάσια. Τα δε αδικήματα

των αρχόντων εις εκάστην δίκην όστις θέλει ας τα εφεσιβάλλη εις τα

κοινά δικαστήρια. Επειδή δε είναι χιλιάδες των χιλιάδων και μικροί

οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους πρέπει να γίνωνται αι τιμωρίαι,

και ως προς την έναρξιν της δίκης και ως προς τας προσκλήσεις και

τους κλητήρας, είτε με δύο είτε με οσουσδήποτε είναι ανάγκη να

προσκληθούν, και ως προς όλα τα παρόμοια, ούτε ανομοθέτητα είναι

δυνατόν να μείνουν, ούτε όμως άξια γέροντος νομοθέτου είναι αυτά,

αλλά οι νέοι ας νομοθετήσουν αυτά συμφώνως με τα προηγούμενα

νομοθετήματα, μιμούμενοι με τα μικρά τα μεγάλα και γνωρίζοντες την

υποχρεωτικήν αυτών ανάγκην έως ότου να φανούν ότι είναι αρκετοί οι

νόμοι. Τότε δε πλέον ας τους καταστήσουν αμετακινήτους και ας ζουν

πλέον έχοντες αυτούς ως μέτρον.

Ως προς δε τους άλλους τεχνίτας πρέπει να γίνη το εξής. Πρώτον μεν

κανείς εντόπιος ας μη καταγίνεται εις τα τεχνικά επαγγέλματα, ούτε

δούλος ανδρός εντοπίου. Διότι έχει αρκετήν τέχνην και έχουσαν

ανάγκην πολλής ασκήσεως και πολλής διδασκαλίας συγχρόνως ο πολίτης

όστις προσπαθεί να διασώση την κοινήν διακόσμησιν της πόλεως και

να την αποκτήση, πράγμα το οποίον δεν πρέπει να εκτελήται

παρέργως. Δύο όμως επιτηδεύματα ή δύο τέχνας να εκτελή με

ακρίβειαν σχεδόν δεν είναι ικανή καμμία ανθρωπίνη φύσις, ούτε

πάλιν την μίαν να εκτελή ο ίδιος επαρκώς, διά δε την άλλην να

επιθεωρή άλλον ο οποίος την εκτελεί. Αυτό λοιπόν πρέπει πρώτον να

υπάρχη εις την πόλιν. Δηλαδή κανείς σιδηρουργός ας μην είναι

συγχρόνως και κτίστης ούτε πάλιν κτίστης να επιστατή εις άλλους

σιδηρουργούς περισσότερον παρά εις την ιδικήν του τέχνην,

προφασιζόμενος ότι, επειδή επιστατεί εις πολλούς δούλους, οι

οποίοι εργάζονται δι' αυτούς, ευλόγως φροντίζει περισσότερον δι'

αυτούς, διότι από αυτούς έχει περισσότερα εισοδήματα παρά από την

τέχνην του, αλλά μίαν τέχνην να έχη έκαστος πολίτης και από αυτήν

να αποκτά τα προς το ζην. Αυτόν λοιπόν τον νόμον ας τον

λεπτουργήσουν και ας τον διαφυλάττουν οι αστυνόμοι, και τον μεν

εντόπιον, εάν έχη περισσοτέραν κλίσιν εις καμμίαν τέχνην παρά εις

την άσκησιν της αρετής, ας τον τιμωρούν με προσβολάς και με

στερήσεις τιμών, έως ότου να λάβη ευθύν δρόμον, εάν δε κανείς από

τους ξένους επαγγέλλεται δυο τέχνας, να τον τιμωρούν με δεσμά και

με πρόστιμα χρηματικά και με εξορίας από την πόλιν και ας τον

αναγκάζουν να έχη μίαν ιδιότητα και όχι πολλάς. Διά δε τον μισθόν

αυτών και τας εργολαβίας και εάν άλλος κανείς αυτούς ή αυτοί

κανένα άλλον προσπαθήσουν να αδικήσουν, διά ποσόν μεν έως πενήντα

δραχμών ας τους δικάζουν οι αστυνόμοι, διά περισσότερα όμως από

αυτό ας δικάζουν τα κοινά δικαστήρια συμφώνως με τον νόμον.

Φόρον δε κανείς να μη πληρώνη εις την πόλιν ούτε διά τα εξαγόμενα

πράγματα ούτε διά τα εισαγόμενα. Διά δε το θυμίαμα και όσα άλλα

είναι αποικιακά αρωματικά και την πορφύραν και όλα τα χρώματα διά

την βαφήν όσα δεν παράγει ο τόπος, ή διά καμμίαν άλλην τέχνην, η

οποία έχει ανάγκην εισαγωγής πραγμάτων του εξωτερικού, χωρίς

καμμίαν επείγουσαν ανάγκην ούτε να εισάγη κανείς ούτε καλόν να

εξάγη τίποτε από όσα είναι ανάγκη να μείνουν εντός του τόπου. Δι'

όλα δε αυτά πάλιν να είναι πραγματογνώμονες και επιμεληταί από

τους νομοφύλακας, αφού αφαιρεθούν οι πέντε γεροντότεροι, οι άλλοι

δώδεκα. Διά δε τον πόλεμον και διά τα πολεμικά όργανα, εάν

χρειάζεται ή καμμία τέχνη να εισαχθή ή κανέν φυτόν ή μεταλλικόν

αντικείμενον, ή δεσμευτικόν ή κανέν ζώον κατάλληλον εις τοιαύτην

χρήσιν, ας είναι πληρεξούσιοι διά την εισαγωγήν και εξαγωγήν

τούτων οι ίππαρχοι και οι στρατηγοί, συγχρόνως όμως θα τους δίδη

την άδειαν και θα τα παραδέχεται η πόλις, νόμους δε αρμοδίους δι'

αυτά θα θεσπίσουν αρκετούς οι νομοφύλακες. Καπηλεία όμως προς

κερδοσκοπίαν ούτε αυτού του πράγματος ούτε άλλου κανενός να μη

γίνεται ούτε εις την χώραν ούτε εις την πόλιν.

Διά την τροφήν δε και την διανομήν των προϊόντων της χώρας εάν

ορισθή το ορθόν συμφώνως κάπως με τον Κρητικόν νόμον, θα είναι

καλόν. Δηλαδή το όλον της παραγωγής των δώδεκα τμημάτων της χώρας

πρέπει να το μοιρασθούν όλοι καθώς και θα εξοδεύεται.

Έκαστον δε από αυτά τα δωδέκατα, λόγου χάριν του σίτου και της

κριθής και συμφώνως με αυτά και όλα τα άλλα διανεμόμενα προϊόντα

και όλα τα ζώα όσα έχει έκαστος προς πώλησιν, ας διαιρεθούν εις

τρία ίσα μέρη, και το έν μεν μέρος ας προορισθή διά τους

ελευθέρους, το άλλο διά τους δούλους αυτών και το τρίτον διά τους

εργάτας και γενικώς τους ξένους, και αν κανείς από τους

διαμένοντας προσωρινώς χρειάζεται τροφήν και όσοι έρχονται διά

καμμίαν υπόθεσιν της πόλεως ή κανενός ιδιώτου, από όλα τα

αναγκαιούντα το έν τρίτον μόνον ας είναι υποχρεωτικώς προς

πώλησιν, από δε τα άλλα δύο τρίτα τίποτε να μην είναι υποχρεωτικόν

να πωληθή. Πώς λοιπόν ημπορούν αυτά να μοιρασθούν όσον το δυνατόν

ορθότερον; Πρώτον είναι βεβαίως φανερόν ότι άλλοτε μοιράζομεν ίσα

και άλλοτε όχι ίσα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως είναι επόμενον άλλα από αυτά να τα παράγη η γη καλλίτερα

και άλλα χειρότερα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν από αυτά τα τρία μέρη κανέν ας μην είναι μεγαλίτερον

ούτε το διδόμενον εις τους κυρίους ή εις τους δούλους ούτε πάλιν

το προωρισμένον διά τους ξένους, αλλά η διανομή ας αποδίδη εις

όλους την ισότητα της ομοιότητος. Αφού όμως έκαστος πολίτης λάβη

τα δύο τρίτα, ας είναι πληρεξούσιος πώς θα μοιράση εις τους

δούλους και τους ελευθέρους, δηλαδή ας μοιράζη όσα θέλει και όποια

θέλει. Το δε πλεόνασμα τούτων πρέπει να μοιράζεται με μέτρα και με

αριθμόν κατά τον εξής τρόπον, δηλαδή αφού γίνουν ίσα με τον

αριθμόν όλων των ζώων όσα τρέφονται από την γην, να τα μοιράζωμεν.

Κατόπιν δε πρέπει δι' έκαστον να ορισθούν χωρισταί κατοικίαι.

Αρμόζει δε εις αυτά η εξής τάξις.

Πρέπει να υπάρχουν δώδεκα προάστια ανά έν εις το μέσον εκάστου

δωδεκατημορίου, εις έκαστον δε προάστιον πρώτον μεν να χωρισθούν τα

ιερά και η αγορά των θεών και των ακολούθων των θεών δαιμόνων, είτε

αυτοί είναι κάποιοι εντόπιοι των Μαγνήτων (13) είτε ιδρύματα

κανενός άλλου λαού αναφερομένου από την ιστορίαν, αποδίδοντες εις

αυτούς τας τιμάς των παλαιών ανθρώπων. Της δε Εστίας και του Διός

και της Αθηνάς και όστις θεός από τους άλλους είναι αρχηγός του

σχετικού δωδεκατημορίου, να ιδρυθούν παντού ιερά. Πρώτον δε να

κτισθούν κατοικίαι πλησίον αυτών των ιερών, όπου είναι υψηλότερον

το μέρος, διά να είναι όσον το δυνατόν ασφαλής καταφυγή των

φρουρών. Όλην δε την άλλην χώραν να την μοιράσουν εις τους

τεχνίτας διαιρουμένους εις δεκατρία μέρη. Και το μεν έν μέρος να

κατοικήση εντός της πόλεως, αφού και αυτό μοιρασθή πάλιν εις τα

δώδεκα μέρη της πόλεως, εγκαθιστάμενον απ' έξω και κυκλικώς, εις

έκαστον δε προάστιον να συνοικισθούν τα κατάλληλα διά τους

γεωργούς γένη των τεχνιτών. Επιμεληταί δε αυτών θα είναι οι

άρχοντες εκ των αγρονόμων, και θα φροντίζουν πόσους και ποίους

χρειάζεται έκαστος τόπος και πού αν κατοικήσουν θα είναι

ολιγώτερον οχληροί και περισσότερον ωφέλιμοι εις τους γεωργούς.

Εντός δε της πόλεως θα έχουν την ανάλογον επιμέλειαν οι άρχοντες

εκ των αστυνόμων.

Τόρα δε εις τους αγορανόμους ανήκει να φροντίζουν διά τα καθέκαστα

της αγοράς. Η δε δευτέρα φροντίς αυτών κατόπιν από την επιθεώρησιν

των ιερών της αγοράς μήπως τα έβλαψε κανείς, θα είναι να επιθεωρούν

τας πράξεις των ανθρώπων επιβλέποντες την σωφροσύνην και την

υβριστικότητα και τιμωρούντες τον έχοντα ανάγκην τιμωρίας.

Από δε τα οψώνια πρώτον μεν να προσέχουν αν, όσα ωρίσθησαν να

πωλούν οι πολίται εις τους ξένους, γίνονται συμφώνως με τον νόμον.

Ο δε νόμος είναι, την πρώτην εκάστου μηνός όποιον μέρος είναι

προωρισμένον να πωληθή εις τους ξένους να το εξάγουν όσοι

αντιπρόσωποι υπάρχουν διά τους πολίτας ξένοι ή δούλοι, και πρώτον

το δωδεκατημόριον του σίτου. Οι δε ξένοι δι' όλον τον μήνα θα

αγοράσουν τον σίτον και όσα πωλούνται εις την αγοράν του σίτου την

πρώτην του μηνός. Την δε δεκάτην του μηνός ας κάμνουν διά τα υγρά

εκείνοι μεν πώλησιν, αυτοί δε αγοράν αρκετήν δι' όλον τον μήνα.

Την δε εικοστήν ας γίνεται αγορά των ζώων όσα έχει ανάγκην έκαστος

να πωλήση ή να αγοράση ο ίδιος, και όσα σκεύη ή πράγματα οι μεν

γεωργοί θα τα πωλήσουν, λόγου χάριν δέρματα ή οποιαδήποτε

ενδύματα, ή πλέγματα, ή συμπιλήματα, ή άλλα παρόμοια, οι δε ξένοι

να τα αγοράσουν από άλλους που έχουν.

Καπηλικαί δε πωλήσεις τούτων ή της κριθής ή του σίτου, τα οποία

εμοιράσθησαν ως τροφή, και όλης της άλλης τροφής των αστών ας μη

γίνωνται εις τους δούλους, ούτε να αγοράζωνται από κανένα τοιούτον,

εις δε τας αγοραπωλησίας των ξένων ο ξένος ας πωλή εις τους

τεχνίτας και τους δούλους αυτών, και ας πωλούν λιανικώς τον οίνον

και τον σίτον, το οποίον ακριβώς οι περισσότεροι το ονομάζουν

καπηλείαν, και από τα διαμοιρασθέντα ζώα οι κρεοπώλαι ας πωλούν

εις τους ξένους και τους τεχνίτας και τους δούλους αυτών. Όλην δε

την καύσιμον ύλην ας αγοράζη ο ξένος όταν θέλη καθ' ημέραν εις

μεγάλα μεν ποσά από τους αντιπροσώπους των προαστίων, αυτός δε ας

πωλή εις τους ξένους, όσον θέλει και όταν θέλη. Όλα δε τα άλλα

πράγματα και σκεύη όσα χρειάζεται έκαστος, να τα πωλούν

μετακομίζοντες εις την κοινήν αγοράν εκάστου τόπου, και όπου

νομίσουν κατάλληλον οι νομοφύλακες και οι αγορανόμοι μαζί με τους

αστυνόμους ας ορίσουν θέσεις καταλλήλους διά τα οψώνια. Και εις

αυτά τα μέρη να ανταλλάσσουν νόμισμα με πράγμα και πράγμα με

νόμισμα, χωρίς κανείς να κάμη την ανταλλαγήν με πίστωσιν.

Όστις δε κάμνει πίστωσιν, είτε εισπράξη είτε όχι, να μένη

ευχαριστημένος, διότι δεν υπάρχει δίκη διά τοιαύτας συναλλαγάς. Το

δε αγορασθέν ή πωληθέν αν είναι περισσότερον και με περισσοτέραν

τιμήν από την οριζομένην από τον νόμον, ο οποίος ορίζει τα όρια

και διά τα δύο αυτά, τότε πλέον ας αναγραφή εις τα βιβλία των

νομοφυλάκων το πλεόνασμα και ας εξαλείφεται το έλλειμμα.

Τα ίδια δε ας γίνωνται και ως προς την καταγραφήν της περιουσίας

των μετοίκων. Ας προβαίνη δε εις την μετοίκισιν όστις θέλει με τας

ρητάς συμφωνίας, ότι δηλαδή επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα και

δυνάμενον από τους ξένους να μετοικίση, εάν έχη τέχνην και μένη

εις τον τόπον όχι περισσότερα από είκοσι έτη, αφ' ότου εγγραφή.

Μετοίκιον δε να μη πληρώνη ούτε το ελάχιστον, παρά μόνον να είναι

σώφρων, ούτε πάλιν άλλον φόρον διά καμμίαν αγοράν ή πώλησιν. Όταν

δε συμπληρωθούν τα έτη, να λάβη την περιουσίαν του και να φύγη.

Εάν δε εις αυτά τα έτη τού συμβή να κριθή ως εξυπηρετήσας καλώς τα

συμφέροντα της πόλεως, και έχη πεποίθησιν ότι θα καταπείση την

βουλήν και την συνέλευσιν του λαού και ζητήση ή να εγκριθή κάποια

προθεσμία διά την αναχώρησίν του ή εντελώς να μείνη εις όλην του

την ζωήν, ας παρουσιασθή και ας πείση την πόλιν εις ό,τι ζητεί και

τότε αυτά ας εκτελεσθούν. Εις δε τους παίδας των μετοίκων, οι

οποίοι είναι τεχνίται και έφθασαν εις το δέκατον πέμπτον έτος της

ηλικίας των, της μεν μετοικίας ο χρόνος ας αρχίζη από αυτό το

δέκατον πέμπτον έτος, κατόπιν δε, αφού διαμείνη (ο μέτοικος)

είκοσιν έτη, ας υπάγη όπου αγαπά, εάν δε θέλη να μείνη, ας μείνη

με τους ιδίους όρους. Όστις δε απέρχεται ας εξαλείφη την

καταγραφήν της περιουσίας του, η οποία υπάρχει προηγουμένως εις τα

βιβλία των αρχόντων.

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν δε από αυτά συμφώνως με όλας τας προηγουμένας πράξεις είναι

φυσικόν να τακτοποιηθούν διά νόμων αι δίκαι. Και λοιπόν όσον διά τα

ζητήματα, διά τα οποία πρέπει να γίνωνται δίκαι, άλλα μεν

ελέχθησαν, δηλαδή ως προς την γεωργίαν και τα συναφή με αυτήν, τα

δε σπουδαιότερα δεν ελέχθησαν ακόμη, αλλά ποίαν τιμωρίαν πρέπει να

λαμβάνη το καθέν χωριστά και εις ποίους δικαστάς να υπάγεται, δι'

αυτά τόρα πλέον θα ομιλήσωμεν κατόπιν εκείνων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως είναι κάπως εντροπή όλα να τα ορίζωμεν νομοθετικώς, όσα

πρόκειται να νομοθετήσωμεν τόρα διά την τοιαύτην πόλιν, η οποία

φρονούμεν ότι θα κατοικηθή καλώς και θα απολαύση όλην την ορθότητα

εις την εξάσκησιν της αρετής. Διότι εις τοιαύτην πόλιν και κατ'

αρχήν ακόμη είναι κάπως εντροπή, καθώς είπα, να υποθέσωμεν ότι

ημπορεί να γεννηθή κανείς μετέχων της μοχθηρίας των πολιτών των

άλλων πόλεων, ώστε να χρειασθή προληπτική και απειλητική

νομοθεσία, εάν ευρεθή κανείς, ως να υπάρχη φόβος να γεννηθή κανείς

τοιούτος, και διά να τον αποτρέψωμεν και διά να τιμωρήσωμεν τας

εκτελεσθείσας παρανομίας. Επειδή όμως ημείς δεν νομοθετούμεν καθώς

οι παλαιοί νομοθέται ενομοθέτουν διά τους παίδας των θεών, δηλαδή

τους ήρωας, καθώς λέγει η παράδοσις, οι οποίοι κατήγοντο από

θεούς, ούτε δι' άλλους γεννηθέντας από θεούς, αλλά είμεθα άνθρωποι

και εις ανθρώπων σπέρματα νομοθετούμεν προς το παρόν, δεν είναι

βλασφημία να φοβούμεθα, μήπως γεννηθή κανείς μεταξύ των συμπολιτών

μας κάπως αιμοβόρος, ο οποίος να είναι εις τοιούτον βαθμόν

σκληρός, ώστε να μη κάμπτεται και καθώς εκείνα τα γνωστά σπέρματα

δεν λυώνουν εις το πυρ ομοίως και αυτός να μην αναλύεται εις

δάκρυα από τους νόμους, οι οποίοι είναι τόσον αυστηροί. Δι' αυτούς

λοιπόν θα ορίσω ίσως όχι ευχάριστον νόμον πρώτον περί της

ιεροσυλίας, αν κανείς τολμήση να πράξη τούτο. Και διά τον πολίτην

μεν όστις ανετράφη ορθώς ούτε επιθυμούμεν, ούτε είναι πιθανόν

τόσον πολύ να πάθη αυτήν την ασθένειαν, ίσως όμως οι δούλοι αυτού

και οι ξένοι και οι δούλοι των ξένων δοκιμάσουν πολλά τοιαύτα. Διά

τούτους λοιπόν κυρίως, ουχ ήττον όμως και φοβούμενος την αδυναμίαν

όλης της ανθρωπίνης φύσεως θα ειπώ τον νόμον περί της ιεροσυλίας

και των ομοίων άλλων όσα είναι δυσκολοθεράπευτα και ανίατα

νοσήματα.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ · 第 6 / 8 段