Ολότελα μάλιστα απέχομεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ποίον ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι είναι αυτό που μας απατά;

Άραγε δεν είναι τα ίδια πράγματα ωραία δι' όλους μας, ή είναι μεν,

αλλά δεν φαίνονται ότι είναι τα ίδια; Διότι βεβαίως δεν είναι

δυνατόν να ειπή κανείς ποτέ ότι οι χοροί της κακίας είναι

καλλίτεροι παρά της αρετής, ούτε ότι αυτός μεν ευχαριστείται με τα

σχήματα της μοχθηρίας, οι άλλοι όμως με κάποιαν αντίθετον Μούσαν

προς αυτά. Και βεβαίως οι περισσότεροι νομίζουν ότι ορθότης της

μουσικής είναι η δύναμις η οποία προξενεί εις τας ψυχάς ηδονήν.

Αλλ' αυτό μεν δεν είναι ούτε υποφερτόν ούτε απολύτως όσιον να το

λέγη κανείς, αλλά το εξής είναι περισσότερον πιθανόν να μας πλανά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή όσα συμβαίνουν εις τους χορούς είναι μιμήσεις των χαρακτήρων

και γίνονται με πολυειδείς πράξεις και τύχας και ηθοποιίας και

μιμήσεις, τας οποίας εκτελεί έκαστον πρόσωπον, δι' όσους μεν είναι

σύμφωνα με τον χαρακτήρα των όσα εψάλησαν ή και οπωσδήποτε αλλέως

εχορεύθησαν ή εκ φύσεως ή από συνήθειαν ή και από τα δύο, αυτοί μεν

είναι λογικόν να ευχαριστούνται με αυτά και να τα επαινούν και να

τα ονομάζουν καλά, δι' όσους όμως είναι έξω από το φυσικόν των ή

τον χαρακτήρα των ή από κάποιαν συνήθειάν των, αυτοί δεν είναι

δυνατόν ούτε να ευχαριστούνται, ούτε να τα επαινούν, τα ονομάζουν

δε άσχημα. Εις όσους δε αι μεν φυσικαί ιδιότητες είναι ορθαί, αι

δε συνήθειαι αντίθετοι, ή αι μεν συνήθειαι ορθαί, αι δε φυσικαί

ιδιότητες αντίθετοι, αυτοί πάλιν αποδίδουν επαίνους αντιθέτως από

τας ηδονάς. Δηλαδή λέγουν ότι το καθέν από αυτά είναι ηδονικόν,

αλλά και πονηρόν, και εμπρός εις άλλους, τους οποίους θεωρούν

φρονίμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως μερικά πράγματα δεν επιδέχωνται ούτε άκραν σφοδρότητα ούτε

ηρεμίαν, αλλά μόνον μερικά επιδέχονται, όχι όμως και τα άλλα, συ δε

όλα τα θεωρείς τοιαύτα, πώς νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ως προς αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως άσχημα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά πάλιν; Διά το μήκος και το πλάτος προς το βάθος, ή διά το

πλάτος και μήκος μεταξύ των, τάχα όλοι οι Έλληνες δεν φρονούμεν το

ίδιον, ότι δηλαδή είναι δυνατόν να καταμετρηθούν το έν με το άλλο

κατά τινα τρόπον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως πάλιν δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπον απολύτως να

καταμετρηθούν μεταξύ των, όλοι όμως, καθώς είπα, οι Έλληνες τα

θεωρούμεν δυνατά, τάχα δεν αξίζει να εντραπώμεν διά λογαριασμόν

όλων και να ειπούμεν εις αυτούς: Αγαπητοί Έλληνες, ιδού αυτό είναι

έν από εκείνα διά τα οποία είπαμεν ότι είναι εντροπή να μην τα

γνωρίζωμεν, και ότι το να γνωρίζη κανείς τα αναγκαιούντα δεν είναι

τόσον ένδοξον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εκτός όμως αυτών υπάρχουν και άλλα συγγενή με αυτά, εις τα οποία

μας συμβαίνουν λάθη όμοια με εκείνα τα λάθη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τα συμμετρικώς μετρητά μεταξύ των και τα ασύμμετρα, πώς επλάσθησαν

εκ φύσεως. Διότι αυτά όστις τα εξετάζει πρέπει να τα εννοήση

τελείως, ειδεμή θα είναι ολότελα μηδαμινός, και πρέπει πάντοτε να

τα προτείνη εις τον κύκλον των φίλων, και να περνά την ώραν του

γεροντικά με πολύ περισσοτέραν ευχαρίστησιν από τους κύβους και να

συζητή εις τοιαύτα άξια του κόπου διαλείμματα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ίσως. Τουλάχιστον φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ

των κύβων και αυτών των μαθημάτων.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν εγώ μεν, φίλε Κλεινία, φρονώ ότι πρέπει να τα μανθάνουν

οι νέοι. Διότι δεν είναι ούτε βλαβερά ούτε δύσκολα, επειδή δε εξ

άλλου μανθάνονται ως παιγνίδια, θα ωφελήσουν, αλλά δεν θα βλάψουν

διόλου την πόλιν. Εάν όμως κανείς φρονή αλλέως, πρέπει να τον

ακούσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως, εάν αποδειχθούν τοιαύτα, είναι φανερόν ότι θα τα

εγκρίνωμεν, εάν όμως δεν αποδειχθούν, θα τα αποκηρύξωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως είναι φανερόν. Αμέ τι; Λοιπόν, Ξένε μου, ας δεχθώμεν ότι

αυτά είναι από τα αναγκαιούντα μαθήματα, διά να μη αφήνωμεν

χάσματα μεταξύ των νόμων μας.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας είναι δεκτά ωσάν ενέχυρα, τα οποία θα τα ελευθερώση το υπόλοιπον

πολίτευμα, εάν δεν αρέσουν διόλου ή εις εμέ τον νομοθετήσαντα ή εις

σας τους δεχθέντας αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δίκαιος είναι ο τρόπος της νομοθετήσεως, τον οποίον προτείνεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν λοιπόν από αυτά σκέψου την μάθησιν των άστρων διά τους

νέους, αν σας αρέσει καθώς θα την ειπώ ή όχι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε και μη σε μέλει.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως ως προς αυτά υπάρχει ένα πολύ παράδοξον πράγμα, το οποίον

δεν πρέπει να το υποφέρωμεν με κανένα τρόπον απολύτως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τον μέγιστον θεόν και ολόκληρον το σύμπαν νομίζομεν ότι δεν πρέπει

ούτε να τον εξετάζωμεν, ούτε να σκοτιζώμεθα ερευνώντες τας αιτίας

του. Διότι δεν είναι ούτε ευσεβές. Και όμως φαίνεται ότι όλως

διόλου το αντίθετον αν γίνη, θα είναι ορθόν. (6)

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι παράδοξον αυτό που λέγω και ίσως νομίση κανείς ότι δεν

αρμόζει αυτό εις γέροντας. Αλλά όταν κανείς νομίση ότι ένα μάθημα

είναι καλόν και αληθές και συμφέρον εις την πόλιν και όλως

αγαπητόν εις τον θεόν, τότε πλέον δεν υπάρχει κανείς τρόπος διά να

ημπορέση να μη το ειπή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ομιλείς πολύ λογικά. Αλλά διά τα άστρα ποίον μάθημα θα εύρωμεν να

είναι τοιούτον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητοί μου, ημπορώ να ειπώ ότι οικτρώς απατώμεθα όλοι οι Έλληνες

διά τους μεγάλους θεούς, δηλαδή τον ήλιον και την σελήνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία είναι η απάτη;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζομεν ότι αυτά ποτέ δεν διαγράφουν τον ίδιον δρόμον, καθώς και

μερικά άλλα άστρα, τα οποία ονομάζομεν πλανήτας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μα τον Δία, Ξένε μου, αυτό που λέγεις είναι αληθές. Διότι εις όλην

μου την ζωήν και εγώ ο ίδιος είδα πολλάκις και τον αυγερινόν και

τον έσπερον και μερικούς άλλους αστέρας να μη διαγράφουν ποτέ τον

ίδιον δρόμον, αλλά να περιπλανώνται εντελώς. Τον ήλιον όμως

βεβαίως και την σελήνην γνωρίζομεν όλοι ότι κάμνουν πάντοτε τον

ίδιον δρόμον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, φρονούμεν ότι πρέπει να

μάθουν περί όλων των ουρανίων θεών οι πολίται και οι νέοι ημών έως

εις το σημείον να μη λέγουν βλασφημίας ως προς αυτά, αλλά να

ευφημούν όταν κάμνουν θυσίας και να προσεύχωνται ευσεβώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι ορθόν, εάν βεβαίως πρώτον είναι δυνατόν αυτό που λέγεις,

έπειτα, και αν τόρα δεν λέγωμεν κανέν από αυτά ορθώς, αφού όμως το

μάθωμεν, θα το λέγωμεν, και συμφωνώ και εγώ ότι πρέπει αυτό που

είναι τόσον σπουδαίον να το μάθωμεν. Αυτά λοιπόν ως να είναι καθώς

τα λέγεις, προσπάθησε και συ να τα εξηγήσης τελείως και ημείς θα

προσπαθήσωμεν να σε παρακολουθήσωμεν μανθάνοντες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είναι εύκολον βεβαίως να μάθη κανείς αυτό που λέγω, ούτε και

εντελώς δύσκολον, ούτε και απαιτεί παρά πολύν καιρόν. Απόδειξις δε

είναι το εξής: Εγώ περί αυτών δεν είχα ακούσει, ούτε όταν ήμην

νέος, ούτε προ πολλών ετών, και εν τούτοις θα ημπορούσα να σας τα

εξηγήσω όχι εις πολύν καιρόν. Και όμως, αν ήσαν δύσκολα, βεβαίως

δεν θα ημπορούσα να σας τα εξηγήσω, αφού είμαι τόσον γέρων και

είσθε και σεις τόσον γέροντες.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγεις την αλήθειαν. Αλλά ποίον να είναι αυτό το μάθημα, το οποίον

θεωρείς θαυμάσιον, αλλά πάλιν αρμόδιον διά να το μάθουν οι νέοι,

και τo οποίον ημείς δεν το γνωρίζομεν; Προσπάθησε να μας εξηγηθής

ως προς τούτο τουλάχιστον καθαρά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας προσπαθήσω. Δηλαδή, αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι ορθή η

επικρατούσα εδώ γνώμη περί της σελήνης και του ηλίου και των άλλων

αστέρων, ότι τάχα περιπλανώνται, αλλά όλως το αντίθετον από αυτό.

Διότι έκαστον από αυτά διατρέχει την ιδίαν τροχιάν και όχι πολλάς

αλλά μίαν πάντοτε κυκλικώς, φαίνεται δε απλώς ότι διαγράφει πολλάς.

Επίσης το ταχύτερον από αυτά ουχί ορθώς θεωρείται ως το βραδύτερον,

και το αντίθετον αντιθέτως. Αυτά λοιπόν, εάν μεν επλάσθησαν ούτω

πως, ημείς όμως δεν φρονούμεν ούτω πως, είναι ωσάν να σκεπτώμεθα

ομοίως διά τους ίππους τους τρέχοντας εις την Ολυμπίαν ή τους

άνδρας τους διανύοντας τον δόλιχον και τον ταχύτερον να τον

χαρακτηρίζωμεν ως βραδύτερον, τον δε βραδύτερον ως τον ταχύτερον

από όλους, και συνθέτοντες εγκώμια να ψάλλωμεν τον νικημένον ως

νικητήν, το οποίον, νομίζω, δεν είναι ούτε ορθός ούτε ευχάριστος

τρόπος διά να αποδίδωμεν τα εγκώμια εις τους αγωνιστάς, όσον και

αν είναι άνθρωποι. Αλλά τόρα, αφού εις τους ιδίους τους θεούς τα

ίδια σφάλματα κάμνομεν, τάχα φρονούμεν ότι εκείνο που είναι

γελοίον εκεί και απρεπές, τόρα εδώ, και εμπρός εις αυτούς δεν

είναι διόλου γελοίον ουδέ θεάρεστον μάλιστα όταν ημείς

εγκωμιάζωμεν περί θεών ψευδείς δοξασίας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές, εάν αυτά είναι ούτω πως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, εάν μεν αποδείξωμεν ότι αυτά είναι ούτω πως, δεν πρέπει να

μανθάνωμεν έως εις αυτό το σημείον τουλάχιστον, εάν δε δεν τα

αποδείξωμεν, να τα αφήσωμεν; Συμφωνήτε να τα παραδεχθώμεν και αυτά

ούτω πως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν πρέπει να ειπούμεν ότι ετελείωσαν οι νόμοι ως προς την

εκπαίδευσιν. Πρέπει δε το ίδιον να σκεφθώμεν και διά το κυνήγιον

και δι' όλα τα παρόμοια. Διότι βεβαίως σχεδόν ο νομοθέτης έχει

ανώτερον καθήκον παρά απλώς να θέση τους νόμους και να απαλλαχθή,

και υπάρχει και κάτι άλλο εκτός των νόμων, το οποίον είναι μεταξύ

συμβουλής και νομοθεσίας, το οποίον μάλιστα πολλάκις συνέπεσε να

το αναφέρωμεν εις την συζήτησίν μας, καθώς διά την ανατροφήν των

πολύ μικρών παιδιών. Δηλαδή δεν θέλομεν να τα αφήσωμεν ανεξήγητα,

αλλά πάλιν να νομίζωμεν ότι τα θέτομεν ως νόμους θα ήτο μεγάλη

ανοησία. Αφού όμως καταγραφούν κατ' αυτόν τον τρόπον οι νόμοι και

ολόκληρος η πολιτεία, δεν είναι τέλειος ο έπαινος του

υπερτερούντος πολίτου διά την αρετήν, όταν ειπή κανείς ότι αγαθός

πολίτης είναι όστις υπηρετεί καλλίτερον εις τους γραπτούς νόμους

και υπακούει εις αυτούς. Καλλίτερον είναι να λέγεται ως εξής, ότι

δηλαδή αγαθός είναι όστις συμμορφώνεται με την νομοθεσίαν του

νομοθέτου και ως προς τους επαίνους και τας αποδοκιμασίας και ζη

τέλειον βίον. Αυτός ο λόγος είναι ορθότατος προς έπαινον του

πολίτου, και ο νομοθέτης οφείλει όχι μόνον να γράφη νόμους, αλλά

εκτός των νόμων να παρενείρη μεταξύ των νόμων και όσα του

φαίνονται καλά και όσα άσχημα, ο δε τέλειος πολίτης όχι ολιγώτερον

αυτά να φυλάττη, παρά όσα προλαμβάνονται από τους νόμους με

τιμωρίας, ως μαρτυρίαν δε φέρομεν αυτό το ζήτημά μας. Και

πραγματικώς αυτό καλλίτερα εκφράζει εκείνο το οποίον θέλομεν να

ειπούμεν. Δηλαδή το κυνήγιον είναι ένα ζήτημα πολύπλοκον, αλλά

περιλαμβάνεται τόρα σχεδόν εις μίαν λέξιν. Διότι πολλών ειδών είναι

το κυνήγιον των ενύδρων και πολλών ειδών των πτηνών, περισσοτέρων

δε ακόμη και το κυνήγιον της ξηράς, και δεν πρέπει να εννοούμεν

μόνον το κυνήγιον των ζώων, αλλά και των ανθρώπων και το γινόμενον

εις τον πόλεμον, αλλά και το φιλικόν, το οποίον άλλοτε είναι

αξιέπαινον και άλλοτε αξιοκατάκριτον. Ακόμη δε και αι κλοπαί και

καταδιώξεις των ληστών και των στρατοπέδων είναι κυνήγια. Όταν δε

ο νομοθέτης νομοθετή περί κυνηγίου, ούτε να μη ορίση όλα αυτά

είναι δυνατόν, ούτε πάλιν να θέση εις όλα διατάξεις και πρόστιμα

και να κάμνη νόμους απειλητικούς.

Τι πρέπει λοιπόν να κάμνη ως προς αυτά; Ο μεν νομοθέτης οφείλει να

επαινέση και να κατακρίνη τα κυνηγετικά εν σχέσει προς τας κοπώσεις

και τας ασχολίας των νέων, ο δε νέος πάλιν, αφού τα ακούση, να

υπακούη, και ούτε η ηδονή ούτε ο κόπος να τον παραπλανά, από όσα δε

επεβλήθησαν απειλητικώς με πρόστιμα εις την νομοθεσίαν ώστε να

προτιμά τα λεχθέντα και επιβληθέντα επαινετικώς και να τα εκτελή.

Αφού λοιπόν είπαμεν αυτά ως προοίμιον, τόρα ίσως γίνη κατάλληλος ο

έπαινος και η κατάκρισις του κυνηγίου, εάν επαινή εκείνο το οποίον

κάμνει καλλιτέρας τας ψυχάς των νέων και κατακρίνη εκείνο που τας

κάμνει χειροτέρας. Λοιπόν ας ειπούμεν την συνέχειαν προσφωνούντες

τους νέους με μίαν ευχήν: Αγαπητοί φίλοι, είθε ποτέ να μη σας

κυριεύση ούτε επιθυμία ούτε μανία του θαλασσινού κυνηγίου, ούτε του

αγκίστρου ούτε γενικώς των ενύδρων ζώων, ούτε άγρυπνοι ούτε

κοιμώμενοι να εκτελήτε με καλαμωτήν αργόν κυνήγιον. Ούτε πάλιν προς

σύλληψιν ανθρώπων εις την θάλασσαν και προς ληστείαν να σας

κυριεύση πόθος και να σας κάμη κυνηγούς σκληρούς και παρανόμους.

Κλοπάς δε εις τους αγρούς και εις την πόλιν ας μη αξιωθή να

φαντασθή ούτε ο τελευταίος. Μήτε πάλιν των πτηνών ο αγαπητός πόθος

ο όχι πολύ φιλελεύθερος να καταλάβη κανένα από τους νέους. Τότε

λοιπόν μόνον των πεζών το κυνήγιον και η παγίδευσις μένει εις τους

αθλητάς, μεταξύ υμών, από τα οποία πάλιν το κυνήγιον των μεν

κοιμωμένων επιτοπίως, το οποίον ωνομάσθη νυκτέρι, και είναι έργον

των αργών ανθρώπων, δεν είναι άξιον επαίνου, ούτε εκείνο που έχει

διαλείμματα των κοπώσεων, και γίνεται με δόκανα και με παγίδας και

όχι ενώ νικάται με την φιλόπονον ψυχήν η αγρία ρωμαλεότης των

θηρίων. Επομένως υπολείπεται μόνον ως καλλίτερον από όλα το

κυνήγιον των τετραπόδων, με ίππους και με σκύλλους και με τα ιδικά

των σώματα, τα οποία όλα τα νικούν με το τρέξιμον και με κτυπήματα

και με βολάς και με τα χέρια των οι κυνηγοί, όσοι φροντίζουν διά

την θείαν ανδρείαν.

Λοιπόν δι' όλα αυτά έπαινος και κατάκρισις είναι ο λεπτολογημένος

λόγος μας, νόμος δε είναι ο εξής. Αυτούς τους πραγματικώς ιερούς

κυνηγούς ας μη τους εμποδίζη κανείς, οπουδήποτε και οπωσδήποτε

θέλουν να κυνηγούν. Τον δε ξενύχτην, ο οποίος βασίζεται εις τα

δόκανα και εις τα καλάθια, ποτέ να μη τον αφήση κανείς να κυνηγήση

εις κανέν μέρος. Τον δε κυνηγόν των πτηνών εις μεν τα ακαλλιέργητα

μέρη και εις τα βουνά ας μη τον εμποδίζη· εις τα καλλιεργημένα

όμως και εξοχικά προσκυνήματα ας τον εμποδίζη όστις τον συναντά. Ο

δε ψαράς, εκτός των λιμένων και των ιερών ποταμών και των τελμάτων

και των λιμνών, εις όλα τα άλλα ας επιτρέπεται να ψαρεύη, αρκεί να

μη μεταχειρίζεται φράξεις των οπών. Τόρα λοιπόν πρέπει να

θεωρήσωμεν ότι έλαβαν τέλος όλοι οι νόμοι περί εκπαιδεύσεως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ίσως ομιλείς πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Συνέχεια λοιπόν με αυτά είναι να τακτοποιήσωμεν και να

νομοθετήσωμεν τας εορτάς μαζί με τας μαντείας των Δελφών, ποίαι

θυσίαι και εις ποίους θεούς είναι καλόν και ωφέλιμον να γίνωνται

από την πόλιν. Πότε δε να γίνωνται και πόσαι ως προς τον αριθμόν,

σχεδόν ίσως είναι ιδικόν μας έργον να νομοθετήσωμεν μερικά από

αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ως προς τον αριθμόν (!) πολύ πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τον αριθμόν ας λέγωμεν πρώτον. Δηλαδή, ας μην είναι διόλου

ολιγώτεραι από τριακοσίας εξήντα πέντε, ούτως ώστε μία τουλάχιστον

αρχή να κάμνη θυσίαν κάθε ημέραν εις ένα θεόν ή δαίμονα υπέρ της

πόλεως και των πολιτών και των κτημάτων των. Δι' αυτά δε ας

συνέλθουν εις συνέλευσιν οι ερμηνευταί και οι ιερείς και αι

ιέρειαι και οι μάντεις μαζί με τους νομοφύλακας και ας

τακτοποιήσουν όσα είναι επόμενον να παραλείψη ο νομοθέτης. Μάλιστα

δε αυτοί οι ίδιοι πρέπει να είναι οι τελεσίδικοι αρμόδιοι και δι'

αυτά τα παραλειπόμενα. Δηλαδή ο μεν νόμος θα ορίση δώδεκα εορτάς

διά τους δώδεκα θεούς, όσοι εδώκαν το όνομα εις εκάστην από τας

φυλάς, διά να θυσιάζουν εις αυτούς μηνιαίας θυσίας και να εκτελούν

χορούς και αγώνας μουσικούς και αθλητικούς, διαμοιράζοντες αυτάς

καθώς αρμόζει και εις αυτούς τους θεούς και εις εκάστην ώραν του

έτους, και ορίζοντες και γυναικείας εορτάς, όσαι πρέπει να

εορτάζωνται χωρίς άνδρας και όσαι όχι. Ακόμη δε και να μη

συγχέωνται οι υποχθόνιοι θεοί με τους θεούς, τους οποίους πρέπει

να ονομάσουν επουρανίους, και με τους ακολούθους αυτών, αλλά να

τους αποχωρίσουν εις τον μήνα του Πλούτωνος τον δωδέκατον συμφώνως

με τον νόμον και δεν πρέπει να δυσαρεστήσουν τον θεόν αυτόν, αφού

είναι πολιτικοί άνθρωποι, διότι αυτός είναι πάντοτε ο καλλίτερος

διά το ανθρώπινον γένος. Διότι, καθώς εγώ ημπορώ να ειπώ σοβαρώς,

η σύνδεσις της ψυχής με το σώμα δεν είναι με κανένα τρόπον ανωτέρα

της διαλύσεως αυτών. Εκτός δε τούτου όσοι θέλουν να ορίσουν αυτά

τελείως πρέπει να σκεφθούν ότι η πόλις μας αυτή όσον καμμία άλλη

από τας σημερικάς έχει μεγάλην σχόλην και αφθονίαν των απολύτως

αναγκαίων, και πρέπει να ζη καλά ως ενιαίον άτομον.

Αλλά όσοι ζουν με ευτυχίαν πρέπει πρώτον να έχουν το προσόν να μη

αδικούν άλλους ούτε να αδικώνται οι ίδιοι από άλλους. Από αυτά δε

τα δύο το πρώτον δεν είναι πολύ δύσκολον, διά να μη αδικούνται

όμως είναι πολύ δύσκολον να αποκτήσουν την απαιτουμένην δύναμιν

και δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν αυτό, τελείως παρά εάν γίνουν

τελείως αγαθοί. Αυτό λοιπόν το ίδιον είναι δυνατόν να υπάρχη και

διά την πόλιν, δηλαδή, εάν μεν γίνη αγαθή, ο βίος της θα είναι

ειρηνικός, αν όμως είναι κακή, θα είναι πολεμικός και εξωτερικώς

και εσωτερικώς. Αφού δε αυτά είναι σχεδόν καθώς τα είπαμεν, δεν

πρέπει έκαστος εν καιρώ πολέμου να γυμνάζεται διά τον πόλεμον,

αλλά εν καιρώ ειρήνης. Λοιπόν η πόλις η οποία έχει νουν πρέπει

έκαστον μήνα να επιστρατεύεται όχι ολιγώτερον από μίαν ημέραν, και

περισσοτέρας δε, όταν εγκρίνουν και οι άρχοντες, χωρίς να

φοβούνται τας κακοκαιρίας και τους καύσωνας, και οι ίδιοι και αι

γυναίκες και οι παίδες, όταν εγκρίνουν οι άρχοντες να τους

επιστρατεύουν πανδήμως, άλλοτε δε χωριστά έκαστον μέρος.

Και πρέπει να επινοούνται πάντοτε μερικά παιγνίδια μαζί με τας

θυσίας, διά να γίνωνται μάχαι κάπως πανηγυρικαί, όσον το δυνατόν

τελείως απομιμούμεναι τας πολεμικάς μάχας. Πρέπει δε να μοιράζωνται

βραβεία και δώρα, και να λέγουν μεταξύ των με εγκώμια και με

κατακρίσεις ποίους είδους ανεδείχθη έκαστος και εις τους αγώνας και

εις όλας τας περιστάσεις του βίου και όστις αποδεικνύεται ο

καλλίτερος να τον υπολήπτωνται, όστις δε όχι, να τον κατακρίνουν

(7). Ποιητής δε διά τα τοιαύτα ας μη γίνεται παραδεκτός

οποιοσδήποτε, αλλά όστις πρώτον μεν έχει ηλικίαν όχι κατωτέραν των

πενήντα ετών, όχι όμως πάλιν από εκείνους οι οποίοι ποίησιν μεν

και φιλομουσίαν απέκτησαν αρκετήν, καλόν όμως έργον και διάσημον

δεν έκαμαν ποτέ κανέν. Αλλά μόνον όσοι και οι ίδιοι είναι αγαθοί

και ευυπόληπτοι εις την πόλιν και συγχρόνως είναι εργάται καλών

έργων (!), αυτών τα ποιήματα ας ψάλλωνται, και αν δεν είναι

αριστουργήματα συνθέσεως.

Η δε κρίσις περί αυτών ας ανατεθή εις τον παιδαγωγόν και εις τους

άλλους νομοφύλακας, και ας αποδώσουν τούτο μόνον το βραβείον εις

αυτούς, δηλαδή εις αυτούς μόνον να υπάρχη άδεια μουσικής

παραστάσεως, εις δε τους άλλους να μη δίδεται καμμία άδεια, ούτε

να τολμά κανείς να ψάλη μουσικήν ανέγκριτον από τους νομοφύλακας,

ούτε ακόμη και αν είναι γλυκυτέρα από τους ύμνους του Θαμύρου και

του Ορφέως, μόνον δε όσα ποιήματα εθεωρήθησαν ιερά και αφιερώθησαν

εις τους θεούς και όσα είναι έργα αγαθών ανδρών ως κατάκρισις ή

έπαινος μερικών προσώπων και ενεκρίθησαν ως κατάλληλα, αυτά να

έχουν αυτό το δικαίωμα. Αυτά τα ίδια δε και περί της εκστρατείας

και περί της αδείας ποιημάτων λέγω ότι πρέπει να εφαρμόζωνται και

εις τας γυναίκας καθώς εις τους άνδρας. Πρέπει δε να ερωτά ο ίδιος

ο νομοθέτης τον εαυτόν του ενδομύχως: Ας προσέξω, τι είδους

πολίτας ανατρέφω, αφού ίδρυσα ολόκληρον την πόλιν; Άραγε όχι

αθλητάς των σπουδαιοτέρων αγώνων, εις τους οποίους υπάρχουν

αμέτρητοι ανταγωνισταί;

— Βεβαιότατα, θα απαντήση κανείς, πολύ ορθώς ομιλών.

— Και λοιπόν, εάν επροετοιμάζαμεν πυγμάχους ή παγκρατιαστάς ή

αθλητάς διά κανέν παρόμοιον αγώνισμα, άραγε κατ' ευθείαν θα

επηγαίναμεν εις τον αγώνα χωρίς προηγουμένως να γυμνασθώμεν καμμίαν

ημέραν; Ή μήπως ως πύκται βεβαίως έπρεπε πάρα πολλάς ημέρας προ του

αγώνος να διδαχθώμεν το αγώνισμα και να ασκηθώμεν, απομιμούμενοι

όλας εκείνας τας κινήσεις, τας οποίας θα ημπορούσαμεν να

χρησιμοποιήσωμεν τότε αγωνιζόμενοι διά την νίκην; Και, διά να

πλησιάσωμεν περισσότερον εις την πραγματικότητα, δεν θα εθέταμεν

εις τας πυγμάς αντί ιμάντων πιλήματα, ώστε τα κτυπήματα και ο

τρόπος της αποφυγής των κτυπημάτων να μελετηθούν όσον το δυνατόν

επαρκώς; Ακόμη δε, εάν ετύχαινε έλλειψις περισσοτέρα συγγυμναστών,

τάχα θα εφοβούμεθα μήπως μας περιγελάσουν οι ανόητοι και δεν θα

ετολμούσαμεν να κρεμάσωμεν άψυχον ανδρείκελον και να αγωνιζώμεθα

εναντίον αυτού; Ακόμη περισσότερον δε, εάν λάβωμεν έλλειψιν όλων

απολύτως, και των εμψύχων και των αψύχων, και μη έχοντες

συγγυμναστάς τάχα δεν θα ετολμούσαμεν να σκιαμαχήσωμεν

κυριολεκτικώς με τον εαυτόν μας; Ή τότε πώς άλλως πρέπει να θαυμάση

κανείς την γύμνασιν εις τας χειρονομίας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν, Ξένε μου, τίποτε άλλο δεν θα εκάμναμεν παρά αυτό που είπες

τόρα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; Άραγε οι μάχιμοι της πόλεώς μας πρέπει να προγυμνασθούν

χειρότερα από αυτούς τους αγωνιστάς, διά να παρουσιασθούν εις τον

σπουδαιότερον από όλους τους αγώνας, δηλαδή διά να πολεμήσουν υπέρ

της σωτηρίας της ιδικής των ψυχής και των παίδων και των χρημάτων

των και ολοκλήρου της πόλεως; Και τάχα θα φοβηθή ο νομοθέτης μήπως

φανούν γελοία αυτά τα μεταξύ των γυμνάσια και δεν θα νομοθετήση να

επιστρατεύωνται κυρίως μεν εκάστην ημέραν τουλάχιστον οι μικροί

χωρίς όπλα, και δεν θα ενισχύση εις αυτά συγχρόνως τους χορούς και

ολόκληρον την γυμναστικήν; Τα δε κάπως εις μεγαλιτέραν κλίμακα

γυμνάσια θα διατάξη να γίνονται όχι ολιγώτερα από μίαν φοράν τον

μήνα και να διαγωνίζωνται μεταξύ των εις όλην την χώραν,

γυμναζόμενοι εις κατάληψιν οχυρωμάτων και εις ενέδρας, και

μιμούμενοι ολόκληρον την πολεμικήν τέχνην να σφαιρομαχούν και να

εκτελούν κτυπήματα ομοιότατα προς τα αληθινά με επικίνδυνους

βολάς, διά να μην είναι εντελώς άφοβον αυτό το μεταξύ των

παιγνίδιον, αλλά να προξενή φόβους και με κάποιον τρόπον να

φανερώνη και τον θαρραλέον και τον δειλόν και εις εκείνον μεν να

αποδίδη τιμάς, εις αυτόν δε προσβολάς, διά να καθιστά χρήσιμον

όλην την πόλιν εις τον αληθινόν αγώνα ισοβίως. Και ωρισμένως, αν

αποθάνη και κανείς με αυτόν τον τρόπον, να θεωρηθή ο φόνος ότι

έγινε ακουσίως, και να γίνη παραδεκτόν ο φονεύς να καθαρθή

συμφώνως με τους νόμους και να είναι αμόλυντος εις τας χείρας, με

την σκέψιν ότι, όταν αποθάνουν όχι πολλοί άνθρωποι, θα γεννηθούν

πάλιν άλλοι όχι κατώτεροι, όταν όμως αποθάνη ο ίδιος ο φόβος, διά

να ειπώ ούτω πως, εις όλα αυτά, δεν θα ευρεθή έλεγχος των

καλλιτέρων και των χειροτέρων, το οποίον δεν είναι διά την πόλιν

ολίγον μεγαλίτερον κακόν από εκείνο.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Συμφωνούμεν ημείς, Ξένε μου, ότι πρέπει όλη η πόλις και να

νομοθετήση και να εκτελή τα τοιαύτα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλ' άραγε γνωρίζομεν διά ποίαν αιτίαν τόρα σχεδόν εις καμμίαν

πόλιν δεν υπάρχει αυτού του είδους ο χορός και οι αγώνες, εκτός

πολύ ολίγων εξαιρέσεων; Ή να ειπούμεν ότι αιτία είναι η αμάθεια

του λαού και των νομοθετών αυτού;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διόλου δεν είναι αυτή, αξιομακάριστε Κλεινία. Αλλά πρέπει να

δεχθώμεν δύο αιτίας αυτών και πολύ μάλιστα, δικαιολογημένας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Η μία είναι ότι η μανία προς τον πλούτον δεν τους αφήνει καιρόν διά

να ασχοληθούν εις άλλα εκτός των κτημάτων των. Όταν δε ολόκληρος η

ψυχή όλων των πολιτών είναι κρεμασμένη από αυτά, δεν είναι δυνατόν

να λάβη φροντίδα δι' άλλα εκτός του καθημερινού κέρδους. Και παν

μάθημα ή ασχολίαν, η οποία οδηγεί εις τούτο — αυτά είναι έκαστος

έτοιμος ιδιαιτέρως να τα μάθη και να ασκηθή, όλα δε τα άλλα τα

περιγελά. Και αυτό μεν πρέπει να ειπούμεν ότι είναι έν και μία

αιτία διά να μη θέλη η πόλις να επιδιώκη ούτε τούτο ούτε κανέν

άλλο καλόν έργον, αλλά από απληστίαν διά τον χρυσόν και τον

άργυρον είναι πρόθυμος έκαστος άνθρωπος να ανέχεται πάσαν τέχνην

και εφεύρεσιν είτε έντιμον είτε άτιμον, εάν πρόκειται να γίνη

πλούσιος, και να εκτελή πάσαν πράξιν είτε ευσεβή είτε ασεβή και

όλως αισχράν, χωρίς να στενοχωρήται διόλου, αρκεί μόνον να έχη τα

μέσα καθώς το ζώον διά να φάγη πολλών ειδών φαγητά και να πίη

επίσης και να απολαύση όλας τας ηδονάς των αφροδισίων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας δεχθώμεν ότι αυτή που είπα είναι μία από τας αιτίας που

εμποδίζει τας πόλεις και τας κάμνει να μη γυμνάζωνται ούτε εις

κανέν άλλο καλόν ούτε εις τα πολεμικά, αλλά κάμνει εμπόρους και

εμποροπλοιάρχους και υπηρέτας εντελώς τους εκ φύσεως αξιοπρεπείς

ανθρώπους, τους δε ανδρείους, τους κάμνει ληστάς και διαρρήκτας και

ιεροσύλους και φιλοπολέμους και τυραννικούς, ενώ πολλάκις δεν είναι

διόλου αδικημένοι από την φύσιν, αλλά μόνον από την κακήν των

τύχην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πώς ημπορώ βεβαίως εγώ να μη θεωρήσω εντελώς δυστυχείς εκείνους, οι

οποίοι είναι υποχρεωμένοι να περάσουν όλην των την ζωήν με

πειναλέαν ψυχήν;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Τότε λοιπόν αυτή είναι μία αιτία. Αλλά δευτέραν αιτίαν ποίαν

θεωρείς, καλέ Ξένε;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά μου ενθύμισες.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγεις λοιπόν συ ότι αυτή μεν είναι μία ακόρεστος δίψα εις όλην την

ζωήν, η οποία κάμνει έκαστον πολυάσχολον και εμποδίζει έκαστον να

μη γυμνάζεται καλώς εις τα πολεμικά. Έστω. Τόρα λοιπόν ειπέ μας

την δευτέραν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν φρονείτε ότι δεν ομιλώ, αλλά αργοπορώ από στενοχωρίαν;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Όχι, αλλά μας φαίνεσαι ως να τιμωρής από μίσος αυτήν την συνήθειαν

περισσότερον από όσον πρέπει μέσα εις την τυχαίαν σειράν της

συζητήσεως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ · 第 4 / 8 段