Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ταύτης ο Μουράτ εστράφη ησύχως

προς κατάκτησιν πολλών χωρών της Μακεδονίας και Θεσσαλίας,

αφαιρών ταύτας από των διαδόχων του Δουσσάν Σέρβων ηγεμόνων•

εισήλασεν εις την Αλβανίαν, καταλαβών ενταύθα την περίφημον

Κρόιαν• κατέστησεν υποτελή τον βασιλέα της Σερβίας Λάζαρον,

αφήρεσε δε μετ' ολίγον την παρά τα όρια της Βουλγαρίας

διατελούσαν Ελληνικήν πόλιν Σαρδικήν ή Σόφιαν (1382). Συγχρόνως

δε ο Μουράτ εξέτεινε το κράτος αυτού και εν Ασία• διότι οι

ενταύθα ηγεμόνες των άλλων μικρών τουρκικών κρατών, των εκ της

καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου παραχθέντων (σελ.

261), και μάλιστα ο της Καραμανίας, βλέποντες την εν Ευρώπη

πρόοδον των Οθωμανών, συνησπίσθησαν εις κοινόν πόλεμον κατά του

Μουράτ. Αλλ' ούτος ταχύς επελθών διέλυσε την σύστασιν και

καθυπέταξε χώρας τινάς Τουρκικάς εν Μικρά Ασία (1386). Έκτοτε ο

Μουράτ και οι διάδοχοι αυτού αναγκαζόμενοι να πολεμώσι και εν

Ευρώπη κατά των Χριστιανών και εν Μικρά Ασία κατά Τούρκων

ομοφύλων, επέτοντο διηνεκώς από της μιας ηπείρου εις την ετέραν,

και το Οθωμανικόν κράτος ην, ούτως ειπείν, επί αιώνα στρατόπεδον

αχανές εν διαρκεί κινήσει διατελούν και δίκην παλιρροίας και

πλημμυρίδος κατακλύζον νυν μεν την εν Ευρώπη Ελληνικήν

χερσόνησον, νυν δε την Μικράν Ασίαν. Προς τούτοις ο Μουράτ εν

ταις διηνεκέσι ταύταις από Ευρώπης εις Ασίαν και τανάπαλιν

στρατείαις ήρξατο εκτελών το αρχαίον ασιατικόν πολιτικόν σύστημα

του εμπεδούν το κράτος διά μετοικεσιών των άπαξ υποτασσομένων

χωρών. Και πολλούς μεν χριστιανούς κατοίκους της Θεσσαλίας,

Ηπείρου, Αλβανίας και Μακεδονίας αναστάτους ποιών εκ της πατρίδος

αυτών μετώκιζεν εις την Μικράν Ασίαν, πολλούς δε μωαμεθανούς των

εν Ασία, ιδίως εν τω κράτει της Καραμανίας (ή τω νέω κράτει του

Ικονίου) υποτασσομένους κατοίκους μετώκιζεν εις τας Ευρωπαϊκάς

χώρας (τους λεγομένους _Κονιάριδας_ ως εκ του Ικονίου του κράτους

της Καραμανίας μετοικισθέντας, ών διατηρούνται ή διετηρούντο έτι

απόγονοι εν Θεσσαλία μέχρι προ ολίγου). Τέλος ο Μουράτ εκυρίευσε

τω 1386 και την Θεσσαλονίκην, ουδαμώς προσέχων εις την προς τον

αυτοκράτορα Ιωάννην συνομολογηθείσαν συνθήκην του 1370. Τω αυτώ

έτει (1386) οι Οθωμανοί εισβαλόντες εις την Βουλγαρίαν κατέλαβον

πάσαν την χώραν μέχρι του Δανουβίου και συνέλαβεν αιχμάλωτον τον

τελευταίον Βούλγαρον ηγεμόνα Σίσμαν. Εις τούτον ο Σουλτάνος

κατέλιπε το κράτος αυτού ως υποτελές, κρατήσας εαυτώ μόνον το

οχυρόν φρούριον Σιλίστριαν. Αλλ', ότε μετ' ολίγον απέστη εκ νέου

ο Σίσμαν, πάσα η Βουλγαρία εγένετο επαρχία Οθωμανική (1388). Και

εις μεν τον Σίσμαν εχαρίσατο ο Σουλτάνος την ζωήν, τον δε υιόν

και διάδοχον αυτού, γενόμενον μωαμεθανόν, διώρισε διοικητήν της

εν Μικρά Ασία Αμισού. Ούτως αδόξως και αισχρώς έληξε τα νέον

Βουλγαρικόν κράτος και ο δυναστικός αυτού οίκος.

Η τοιαύτη προς τον Δανούβιον πρόοδος των Οθωμανών εμβαλούσα

τρόμον εις τους παροικούντας χριστιανικούς λαούς, Σέρβους,

Βοσνίους, Κροάτας, Βλάχους, Πολωνούς, Ούγγρους και Αλβανούς έτι,

παρήγαγε μεγάλην εναντίον του Μουράτ σύστασιν. Αλλ' ο συνηνωμένος

στρατός αυτών ηττήθη ολοσχερώς εν τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου

(1389), ήτις θεωρείται ότι υπήρξε τάφος της ελευθερίας των

νοτιοσλαυικών λαών. Εν τω Κοσσυφοπεδίω δε έπεσε και ο Μουράτ

μικρόν μετά την μάχην (189).

Ο τον Μουράτ Α' διαδεξάμενος υιός αυτού Βαγιαζίτ, ο επικαλούμενος

ένεκα της ορμητικότητος και οξύτητος αυτού Γιλδιρίμ ήτοι

_Κεραυνός_, δεν επωφελήθη την μεγάλην νίκην όσον ηδύνατο να

επωφεληθή αυτήν, άτε επειγόμενος να μεταβή εις Ασίαν. Διά τούτο

ηρκέσθη απλώς να καταστήση αύθις υποτελή τον ηγεμόνα της Σερβίας

λαβών παρ' αυτού όρκον πίστεως, τρεπόμενος δε νυν επί την Ασίαν,

ένθα οι Τούρκοι ηγεμόνες είχον συνασπισθή αύθις εναντίον των

Οθωμανών. Κατά την εις Ασίαν διάβασιν ο Βαγιαζίτ διελθών προ του

Βυζαντίου ανενέωσε την προς τον εντός των τειχών του Βυζαντίου

κεκλεισμένον αυτοκράτορα Ιωάννην συνθήκην της υποτελείας,

καθιστώσαν υπόχρεων νυν επί πλέον τον αυτοκράτορα να συνοδεύη τω

Σουλτάνω εν ταις τούτου στρατείαις μετά 12 χιλ. ανδρών, τους

αυτούς έχων μετά του Σουλτάνου φίλους και εχθρούς. {273} Εν Ασία

δε γενόμενος ο Σουλτάνος κατενίκησε ταχέως τους αντιστάντας κατ'

αυτού Τούρκους ηγεμόνας, ών κατέλυσε νυν την αρχήν πλην του της

Καραμανίας. Τα κράτη του Αϊδινίου, του Σαρουχάν (Μαγνησίας) και

Μεντεσέ (Λυκίας και Καρίας) προσηρτήθησαν νυν εις το Οθωμανικόν

κράτος, ως και το ήμισυ του κράτους της Καραμανίας. Ούτω πλέον

του ημίσεος της μικράς Ασίας προσηρτήθη εις το Οθωμανικόν κράτος.

Κατά την στρατείαν δε ταύτην εκυριεύθη εξ εφόδου υπό του Βαγιαζίτ

η μόνη έτι εν Μικρά Ασία ελευθέρα μετά την Σμύρνην (190) μένουσα

Ελληνική πόλις Φιλαδέλφεια, της εφόδου δε ταύτης μετέσχον, καθά

λέγεται, κατά τραγικωτάτην των πραγμάτων περιπλοκήν και

περιπέτειαν ο αυτοκράτωρ Ιωάννης και ο υιός και συμβασιλεύς αυτού

Μανουήλ, συνοδεύσαντες τω Σουλτάνω κατά τας συνθήκας εν

στρατιωτική υπηρεσία (1390).

Τω επομένω έτει (1391) αποθανόντος εν Κωνσταντινουπόλει του

αυτοκράτορος Ιωάννου, ο υιός και συμβασιλεύς του πατρός υπ' αυτού

του Βαγιαζίτ αναγνωρισθείς, αλλ' από της τελευταίας εν Ασία

στρατείας του Σουλτάνου ως όμηρος εν Προύση κρατούμενος Μανουήλ,

φυγών εντεύθεν εν αγνοία του Σουλτάνου ήλθεν εις

Κωνσταντινούπολιν και ανέλαβε την κυβέρνησιν του κράτους. Ο

Σουλτάνος οργισθείς επί τούτω απέκλεισεν επί 7 έτη διαρκώς την

Κωνσταντινούπολιν διά στρατού επιτηρητικού. Μετ' ολίγον η

αποστασία του ηγεμόνος της Καραμανίας ήγαγεν εκ νέου τον

Σουλτάνον εις Ασίαν, ένθα κατέλυσεν ολοσχερώς το κράτος της

Καραμανίας και προσήρτησεν αυτό εις το Οθωμανικόν κράτος.

Επιστρέψας δε ο Σουλτάνος εις την Ευρώπην επεχείρει επιδρομάς εις

την Βιθυνίαν και Ουγγαρίαν, καθίστα δε υποτελή τον ηγεμόνα της

Βλαχίας. Τότε τέλος η χριστιανική Ευρώπη συγκινηθείσα επί τοις

γενομένοις και τον ίδιον κίνδυνον εν τω ολέθρω του εν Ανατολή

Χριστιανισμού διαβλέπουσα επεχείρησε σταυροφορίαν τινά ικανώς

ισχυράν, ής μετέσχον πλείστοι Γάλλοι και Γερμανοί ευγενείς και ο

βασιλεύς της Ουγγαρίας Σιγισμούνδος, Οι σταυροφόροι προυχώρησαν

μέχρι Νικοπόλεως της Βουλγαρίας, καταλαβόντες άνευ αντιστάσεως

πολλά φρούρια κατεχόμενα υπό των Οθωμανών εν Βλαχία και Βουλγαρία

(ιδίως την Όρσοβαν και το Βιδίνιον). Αλλ' η παρά την Νικόπολιν

φοβερά μάχη (22 Σεπτεμβρίου 1396), καθ' ήν ενίκων εν αρχή οι

Σταυροφόροι, μετεβλήθη από νίκης εις ήτταν δεινήν. Πλείστοι των

ευγενών Γάλλων και Γερμανών εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν

απολυθέντες έπειτα (ως ο φιλέλλην Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ, ίδε

κατωτέρω) επί βαρυτάτοις λύτροις. Αυτός ο βασιλεύς Σιγισμούνδος

εσώθη μετά πολλών περιπετειών φυγών επί πλοίου διά του Δανουβίου

εις τον Εύξεινον και εκείθεν διά του Βοσπόρου, Ελλησπόντου,

Αιγαίου, Μεσογείου και Αδρίου επιστρέψας εις το κράτος αυτού.

Ο Βαγιαζίτ, αφού εκήρυξεν εις τον μωαμεθανικόν κόσμον πομπωδώς

την κατά των χριστιανών λαμπράν νίκην, εστράφη αύθις κατά της

Κωνσταντινουπόλεως, μεταβαλών τον μέχρι νυν αποκλεισμόν εις

πολιορκίαν, απειλήσας την πόλιν και από θαλάσσης και πιέζων αυτήν

διά λιμού δεινού. Αλλά τότε ο κατά το προηγούμενον έτος

αιχμαλωτισθείς εν τη μάχη της Νικοπόλεως και είτα επί λύτροις

ελευθερωθείς και εις Γαλλίαν επανελθών Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ

καταρτίσας μικρόν στόλον και στρατόν δαπάναις του βασιλέως της

Γαλλίας Καρόλου ΣΤ' ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, εξεδίωξε τα

αποκλείοντα αυτήν τουρκικά πλοία, και αφού επεσίτισε την πόλιν,

εν ή διήλθε τον χειμώνα του 1397-1398, έπεισε τον Μανουήλ ν'

ακολουθήση αυτώ εις Ευρώπην προς επίκλησιν βοηθείας παρά των

χριστιανών ηγεμόνων αυτής. {274} Ο Μανουήλ ανεχώρησε μετά του

Βουσικώ από Κωνσταντινουπόλεως, και καταλιπών την συναποπλεύσασαν

οικογένειαν αυτού εν Πελοποννήσω, μετέβη εις Ιταλίαν, και εκείθεν

διά Βενετίας και Μεδιολάνου εις Γερμανίαν, Γαλλίαν και Αγγλίαν,

πανταχού μεν παρά τοις χριστιανοίς ηγεμόσι τυγχάνων μεγάλων

τιμών, αλλ' ουδεμίαν λαμβάνων πραγματικήν βοήθειαν, εωσού μετά 4-

5 έτη μεγάλαι πραγμάτων εν Ανατολή μεταβολαί ανεκάλεσαν αυτόν

ταχέως εις το κράτος αυτού.

Ο Σουλτάνος μετά την αναχώρησιν του Μανουήλ ανεγνώρισεν ως

αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει τον του Μανουήλ ανεψιόν (υιόν

του Ανδρονίκου) Ιωάννην, λαβόντα την εξουσίαν ταύτην μυστική

συναινέσει και του Μανουήλ, ίνα επιτροπεύση αυτόν κατά την εις

Ευρώπην αποδημίαν. Ο Ιωάννης υπεβλήθη εις ταπεινωτικάς

παραχωρήσεις προς τον Σουλτάνον συναινέσας εις την αύξησιν του

μέχρι νυν τελουμένου χρηματικού φόρου και εις το να κτισθή νέον

μωαμεθανικόν τέμενος εν Κωνσταντινουπόλει, έτι δε εις ίδρυσιν

συνοικίας μωαμεθανικής εν αυτή αποτελούσης ίδιον προάστειον και

εχούσης και _καδήν_ ήτοι μωαμεθανόν δικαστήν ιδιαίτερον,

δικάζοντα κατά το μωαμεθανικόν δίκαιον τας μεταξύ των μωαμεθανών

δίκας. Μετά ταύτα ο Σουλτάνος έπεμψε στρατόν εις την Μικράν

Ασίαν, όστις κατέλαβε πάσας τας μέχρι Ευφράτου μη υποταχθείσας

έτι εις το Οθωμανικόν κράτος χώρας, συγχρόνως δε εισέβαλεν αυτός

μετά στρατού εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας. Κατά την στρατείαν

ταύτην, αφού αι κυριώταται πόλεις της Θεσσαλίας κατελήφθησαν υπό

του Σουλτάνου, ο Οθωμανικός στρατός κατέλαβεν αμαχητί την Λαμίαν

και την Φθιώτιδα, διαβάς δε ακωλύτως τα στενά των Θερμοπυλών

εκυρίευσε την Λοκρίδα και Δωρίδα και Βοιωτίαν και Αττικήν μετά

των Αθηνών (191), της πόλεως των Φιλοσόφων, ως αποκαλούσιν αυτήν

οι Οθωμανοί χρονογράφοι.

Από της Ανατολικής Ελλάδος ο Σουλτάνος (192) έπεμψε στρατόν υπό

τους στρατηγούς αυτού Ιακούπ και τον εξ Ελλήνων καταγόμενον

Εβρενόν εις την Πελοπόννησον (193), οίτινες διέδραμον την

χερσόνησον

από βορρά προς νότον λεηλατούντες αυτήν, κατέλαβον δε το Άργος

και ελεηλάτησαν αυτό. Τότε δε πλήθος των αιχμαλώτων κατοίκων της

κυρίως Ελλάδος (30 περίπου χιλιάδες ψυχών) μετωκίσθησαν βία,

ήχθησαν δε αντί τούτων εις τας Ελληνικάς χώρας Τούρκοι εξ Ασίας

κατά το σύστημα το εγκαινισθέν υπό του Μουράτ (σ. 271-272). Αλλ'

αι Οθωμανικαί αύται εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας επιδρομαί δεν

επήνεγκον την τούτων οριστικήν εις το Οθωμανικόν κράτος

προσάρτησιν. Διότι ακριβώς κατά τους χρόνους τούτους, ότε το

Ελληνικόν κράτος είχε περιορισθή κυρίως σχεδόν μόνον εις την

Κωνσταντινούπολιν και εφαίνετο επικειμένη η οριστική πτώσις

αυτού, πάσα δε η χριστιανική Ανατολή από του Αδρίου μέχρι του

Ευφράτου είχε περιέλθει εις το κράτος του Βαγιαζίτ, ενέσκηψεν εξ

ανατολών θύελλα δεινή εναντίον του Οθωμανικού κράτους

κατακρημνίσασα τον Βαγιαζίτ από του ύψους της δυνάμεως αυτού και

απειλήσασα τον όλεθρον του Οθωμανικού κράτους, δούσα δε εις το

Ελληνικόν κράτος καιρόν ν' αναπνεύση επί μικρόν ελευθέρως και να

παρατείνη επί ήμισυν έτι αιώνα τον βίον αυτού. Η θύελλα αύτη

προήλθεν εκ του εν Ασία συγκροτηθέντος αχανούς Ταταρομογγολικού

κράτους και νέου ιδρυτού αυτού του περιβοήτου Τιμουρλέγκ ή, ως

καλείται συνήθως, Ταμερλάνου.

5. Ταμερλάνος (194) και Βαγιαζίτ.

Είδομεν ότι εκ του αχανούς κράτους του Δζεγγίς-χαν και των πρώτων

διαδόχων αυτού, διαλυθέντος περί τα τέλη του 13 αιώνος,

παρήχθησαν διάφορα κράτη, ών το προς ανατολάς του Ώξου εν ταις

Τουρκοπερσικαίς χώραις της Μέσης Ασίας ωνομάσθη Τσαγατάι (σελ.

259). Και το κράτος δε τούτο υποκείμενον εις ίδιον μέγαν χάνον εκ

του οίκου του Δζεγγίς-χαν και δη από του υιού αυτού Τσαγατάι

καταγόμενον, συνέκειτο εκ πολλών κατ' ουσίαν ελευθέρων, κατ'

όνομα μόνον τον μέγαν χάνον αναγνωριζόντων, Μογγόλων ή Τατάρων

ηγεμόνων. Ενός των ηγεμόνων τούτων υιός ην ο Τιμούρ, καταγόμενος

πατρόθεν εκ γένους επιφανούς, μητρόθεν δε συγγενεύων προς αυτόν

τον οίκον του Δζεγγίς-χαν. Γεννηθείς τω 1333 και ανατραφείς εν τη

μωαμεθανική πίστει, ήν είχον δεχθή οι Μογγόλοι και οι Τάταροι του

Τσαγατάι (σελ. 259), ών δε φύσει ανήρ αρχικός και πολεμικός,

κατώρθωσε ταχέως, από του 12 έτους της ηλικίας εν πεδίοις μαχών

αγωνιζόμενος και διακρινόμενος και από δυνάμεως και εξουσίας εις

δύναμιν και εξουσίαν ανερχόμενος, εν μέσω πολλών περιπετειών και

κινδύνων και καταδιώξεων, να καταστή κύριος πραγματικός του

κράτους Τσαγατάι, καταλιπών μεν την κατ' όνομα εξουσίαν εις Χάνον

εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν, ών δε αυτός πράγματι κυβερνήτης και

άρχων του κράτους. Αλλ' η αρχή του μεγάλου τούτου κράτους, εν τη

πολεμική και τη κατακτητική ορμή του Ταμερλάνου, εγένετο απλώς

αφετηρία της κυριαρχίας της Ασίας, ής ωρέγετο κατά το παράδειγμα

του Δζεγγίς-χαν. {277} Εντεύθεν διά πολέμων ακαταπαύστων και

αιματηρών και τροπαίων αιματηροτάτων (195) εξέτεινε το κράτος

κατά πάσας τας διευθύνσεις, υποτάξας πάσαν την Μέσην Ασίαν, την

Ινδικήν πάσαν μέχρι του Γάγγου, πάσας τας Ιρανικάς χώρας από του

Περσικού κόλπου μέχρι του Καυκάσου, την Σιβηρίαν και την

Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν μέχρι Μόσχας, απέσπασε δε και την Μεσοποταμίαν

και Συρίαν από των Μαμελούκων της Αιγύπτου καταλαβών το Χαλέπιον

και την Δαμασκόν. Ούτω δε γενόμενος κύριος του κόσμου, ως εκάλει

εαυτόν (196), ώφθη και εν τοις ορίοις του Οθωμανικού κράτους

κατά τον χρόνον αυτόν της μεγάλης δυνάμεως του Βαγιαζίτ. Ο

Βαγιαζίτ είχε μείνει ο μόνος μη προσβληθείς έτι υπό του

Ταμερλάνου μωαμεθανός ηγεμών. Η σύγκρουσις λοιπόν μεταξύ των δύο

ηγεμόνων του μωαμεθανικού κόσμου ήτο και εκ γενικών λόγων

αναπόφευκτος• επετάχυνον δε αυτήν και ιδιαίτερα γεγονότα. Οι υπό

του Βαγιαζίτ εκβληθέντες Τούρκοι ηγεμόνες των διαφόρων χωρών της

Μικράς Ασίας (σελ. 273) κατέφυγον εις τον Ταμερλάνον ζητούντες

την προστασίαν αυτού, ενώ άλλοι μωαμεθανοί ηγεμόνες των υπό του

Ταμερλάνου εν Αρμενία και Μεσοποταμία και Συρία καταληφθεισών

χωρών κατέφυγον εις το κράτος του Βαγιαζίτ. Τέλος την προστασίαν

του Τιμούρ εξητήσατο και ο Έλλην αυτοκράτωρ της

Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι χριστιανοί υπό του Βαγιαζίτ

πιεζόμενοι ηγεμόνες δι' ικετικών πρεσβειών πεμπομένων εις την

σκηνήν αυτού. Αφού δε ο Ταμερλάνος δεν κατώρθωσε διά

διαπραγματεύσεων και συμβουλών και απειλών να πείση τον Βαγιαζίτ

ν' αποδώση τοις υπ' αυτού εκβληθείσιν ηγεμόσι τας κτήσεις αυτών

και έλαβεν απάντησιν ειρωνικήν εις την απευθυνθείσαν αυτώ μεστήν

μεγάλου κόμπου και απειλών φοβερών επιστολήν του Τιμούρ, ώρμησεν

επί την Μικράν Ασίαν. Οκτακοσίας χιλιάδας ποικιλωνύμων βαρβάρων

ήγε μεθ' εαυτού ο Ταμερλάνος εναντίον του Βαγιαζίτ αντιτάσσοντος

αυτώ 350 χιλιάδας μαχητών, εν οίς ήσαν και ουκ ολίγοι χριστιανοί,

ιδίως Σέρβοι, ών ο βασιλεύς Στέφανος ηκολούθει τω Σουλτάνω ως

υποτελής αυτού. Εν τη μεγάλη μάχη τη συγκροτηθείση μεταξύ των δύο

στρατών και των δύο ηγεμόνων εν Αγκύρα της Γαλατίας (28 Ιουνίου ή

20 Ιουλίου 1402) ηττήθη κατά κράτος ο Βαγιαζίτ και συνελήφθη

αιχμάλωτος. Ο Ταμερλάνος μετά την νίκην έπεμψε τους στρατούς

αυτού υπό διαφόρους αρχηγούς κατά πάσαν διεύθυνσιν προς τας

διαφόρους χώρας της Μικράς Ασίας, αυτός δε επήλθε διά Κοτυαίου

εναντίον της υπό των Ροδίων ιπποτών κατεχομένης Σμύρνης (σημ.

190).

Η πόλις αύτη μετά βραχυχρόνιον πολιορκίαν εκυριεύθη υπό του

Ταμερλάνου και υπέστη τα πάνδεινα. Εντεύθεν δε ο Ταμερλάνος διά

των αρχαίων χωρών της Ιωνίας (Λυδίας και Καρίας) επέστρεψεν εις

το Ικόνιον, άγων μεθ' εαυτού αιχμάλωτον τον Βαγιαζίτ, θανόντα εν

τη αιχμαλωσία ταύτη (1403). Ο Ταμερλάνος ευρισκόμενος έτι εν

Κοτυαίω εδέξατο πρεσβείας των εν τη Ελληνική χερσονήσω χριστιανών

ηγεμόνων και αυτού του εξ Αγγλίας επανελθόντος αυτοκράτορος

Μανουήλ προσενεγκόντος αυτώ τον φόρον της υποτελείας. Αυτοί οι

Μαμελούκοι της Αιγύπτου έπεμψαν αυτώ φόρον χρηματικόν συγκείμενον

εκ νομισμάτων φερόντων, προς ένδειξιν υποταγής, το όνομα του

Τιμούρ.

Η διά της Μικράς Ασίας διάβασις του Ταμερλάνου μετά των αγρίων

αυτού στιφών επήνεγκε φοβερωτάτας εν τη χώρα ταύτη καταστροφάς.

Ουδέποτε η Ελληνική αύτη χερσόνησος έπαθε τοιαύτην καταστροφήν

και ερήμωσιν, οίαν υπό του Ταμερλάνου. Τότε δε ακριβώς

εξηφανίσθησαν από του προσώπου της γης τοσαύται μεγάλαι και

ευδαίμονες πόλεις, Νίκαια, Έφεσος, Κολοφών, Σάρδεις και τοσαύται

άλλαι εστίαι του Ελληνικού πολιτισμού.

Αλλ' η όλη εμφάνισις του Ταμερλάνου εν Μικρά Ασία, η πληρώσασα

θορύβου και πατάγου την Ελληνικήν Ανατολήν και επενεγκούσα την

ερήμωσιν και την βαρβαρότητα πανταχού, όπου επάτησεν ο πους του

μεγάλου κατακτητού, ήτο απλή, βιαιοτάτη μεν, αλλά πάντοτε

παροδική θύελλα, πολλάς μεν επενεγκούσα καταστροφάς, αλλ'

ουδεμίαν ριζικήν μεταβολήν των πραγμάτων, ουδέν δημιουργήσασα

νέον και μόνιμον καθεστώς. Άλλως τε αυτός ο Ταμερλάνος ουδαμώς

διενοείτο να δημιουργήση τι νέον εν τη Ελληνική Ανατολή προς

ουδεμίαν αποβλέπων ενταύθα ιδέαν πολιτικήν. Το βλέμμα αυτού ήν

εστραμμένον προς την εσχάτην Ασίαν, εις την Κίναν, ένθα είχεν

ανατραπή υπό Σινών (1350) η προ ενός αιώνος καταλαβούσα το κράτος

τούτο Μογγολική δυναστεία του Δζεγγίς-χαν. Εν Μικρά Ασία ουδέν

άλλο εζήτει ο Ταμερλάνος ή την τιμωρίαν του Βαγιαζίτ και την

αποκατάστασιν των υπό τούτου εκβληθέντων Τούρκων δυναστών της

χώρας ταύτης. Διά τούτο, αφού επετέλεσεν αμφότερα ταύτα και

αφίκετο εις την εσχάτην δυσμικήν άκραν της Μικράς Ασίας (εις την

Σμύρνην), ταχύς επέστρεψεν εις το κέντρον του κράτους αυτού, εις

Σαμαρκάνδην, οπόθεν στρατεύων εναντίον της Κίνας απέθανε νοσήσας

καθ' οδόν εν Οτράρ της Μέσης Ασίας (1405) πριν ή αφίκηται εις τα

όρια της Κίνας.

Το μόνον θετικόν πολιτικόν αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Τιμούρ

εν ταις Ελληνικαίς χώραις ήτο η ήττα του Βαγιαζίτ, η παροδική

παράλυσις και αποσύνθεσις του Οθωμανικού κράτους, η εν τοις

κράτεσιν αυτών εγκατάστασις των εκ Μικράς Ασίας εκβληθέντων

Τούρκων δυναστών και η κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων επί ήμισυν

αιώνα, κατά τα άνωθι ειρημένα, παράτασις του αγωνιώδους βίου του

Ελληνικού κράτους.

6. Το Οθωμανικόν κράτος μετά την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον του

Βαγιαζίτ

Μετά την αιχμαλωσίαν του Βαγιαζίτ εκ των υιών αυτού ο Σουλεϊμάν,

ο Μουσάς και ο Μωάμεθ, διασωθέντες εκ της καταστροφής της

Αγκύρας, ίδρυσαν διάφορα κράτη εν Ασία και εν Ευρώπη (Προύση,

Αμασεία και Αδριανουπόλει), αναγνωρίσαντα πάντα την κυριαρχίαν

του Τιμούρ, ενόσω ούτος έμενεν εν Μικρά Ασία. Τα κράτη ταύτα επί

τινα χρόνον διετέλεσαν εις πολέμους προς άλληλα, εωσού είς των

αδελφών, ο Μωάμεθ, ο και νεώτατος, υπέταξε πάντα υπό την αρχήν

αυτού και ήνωσεν αύθις το Οθωμανικόν κράτος (1413 μ. Χ.). Εκ των

εμφυλίων τούτων πολέμων έπαθε μεν το Ελληνικόν κράτος ζημίας,

διότι οι πόλεμοι διεξήγοντο εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως και

μάχαι συνεκροτούντο περί αυτήν, το δε Ελληνικόν κράτος ην μεν

υπόχρεων να συμμαχή προς τούτον ή εκείνον των προς αλλήλους

πολεμούντων αδελφών, αλλά και ωφελείτο ακριβώς εκ της συμμαχίας

ταύτης. Μετά τον θάνατον του Βαγιαζίτ (1403) εκ των υιών αυτού ο

μεν Σουλεϊμάν κατέλαβε τας εν Ευρώπη χώρας, έχων πρωτεύουσαν την

Αδριανούπολιν, ο δε Μωάμεθ τας Ασιατικάς, πρωτεύουσαν έχων την

Προύσαν. {280} Εν τοις πολέμοις των δύο τούτων αδελφών ο Μανουήλ

συνεμάχησεν (ως και ο βασιλεύς των Σέρβων) μετά του Σουλεϊμάν,

λαβών ως αντάλλαγμα της συμμαχίας την Θεσσαλονίκην και άλλας

πόλεις παρά τον Στρυμόνα και πάσας τας κατά τας δυτικάς ακτάς του

Ευξείνου μέχρι Βάρνης πόλεις. Αφού δε ο εις την Ευρώπην υπό του

αδελφού αυτού Μωάμεθ πεμφθείς Μουσάς κατέβαλε τον Σουλεϊμάν

(1410) και είτα απέστη από του Μωάμεθ, ο Μανουήλ συνεμάχησε μετά

του Μωάμεθ. Κατά τον νέον τούτον μεταξύ Μωάμεθ και Μουσά εμφύλιον

πόλεμον πολεμικά πλοία Ελληνικά μετήγον τον στρατόν του Μωάμεθ

από Ασίας εις Ευρώπην, ενώ ο Μουσάς επολιόρκει την

Κωνσταντινούπολιν κατά γην και κατά θάλασσαν καταστρέφων τας περί

αυτήν πόλεις. Τότε δ' ακριβώς ο Ελληνικός στόλος κατενίκησε τον

στόλον του Μουσά και παρέσχε σημαντικάς βοηθείας εις τον Μωάμεθ,

όστις πάλιν έσπευσε μετά στρατού εις βοήθειαν της υπό του Μουσά

κινδυνευούσης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μωάμεθ ηττήθη υπό του Μουσά

και μόλις διεσώθη εις την Μικράν Ασίαν επί πλοίων Ελληνικών

(1411). Αλλά τότε συνήγαγεν εξ Ασίας νέας δυνάμεις μεγάλας, άς

Ελληνικά πλοία διεπεραίωσαν εις την Ευρώπην (1412). Μετά του

στρατού δε τούτου κατέβαλεν επί τέλους τον Μουσάν (1413), όστις

συλληφθείς αιχμάλωτος εστραγγαλίσθη κατά διαταγήν του Μωάμεθ.

Ούτος γενόμενος νυν κύριος του όλου κράτους (1413) έμεινε μέχρι

τέλους πιστός εις τον Μανουήλ τιμών αυτόν ως πατέρα, έδωκε δ'

αυτώ και πολλάς υπό του Μουσά κυριευθείσας παρά την Προποντίδα,

τον Εύξεινον Πόντον και εν Θεσσαλία πόλεις. Ο Μωάμεθ Α'

ετελεύτησε τω 1421 πεσών από του ίππου έν τινι θήρα, μόλις το 30

άγων της ηλικίας έτος. Μετ' ολίγα έτη (1424) απεχώρησε και ο

Μανουήλ εις την μονήν του Παντοκράτορος, καταλιπών την αρχήν εις

τον πρεσβύτατον των υιών αυτού και συμβασιλέα Ιωάννην Η'.

7. Μουράτ Β' (1421-1452) και Ιωάννης Η'

(1424-1449).

Αι μεταξύ του Μανουήλ Β' και του Μωάμεθ Α' αγαθαί σχέσεις δεν

διετηρήθησαν μετά τον θάνατον του Σουλτάνου τούτου επί του

πρωτοτόκου υιού και διαδόχου αυτού Μουράτ Β'. Ο σουλτάνος Μωάμεθ

Α' προ του θανάτου αυτού είχεν εξορκίσει τον Μανουήλ ίνα μετά τον

θάνατον αυτού απαιτήση παρά του Μουράτ την εις Κωνσταντινούπολιν

αποστολήν των δύο νεωτέρων του Σουλτάνου (Μωάμεθ) υιών, τούτο δε

είχε παραγγείλει και εις τους βεζίρας αυτού. Αλλ' ο Μουράτ Β' δεν

εξεπλήρωσε την πατρικήν διαθήκην. Τότε ο Μανουήλ και ο Ιωάννης

υπεστήριξαν εναντίον του Μουράτ Μουσταφάν τινα λεγόμενον υιόν του

Βαγιαζίτ. Ο δε Μουράτ, αφού κατέβαλε τον Μουσταφάν, ετράπη

εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζώντος έτι του Μανουήλ και

επολιόρκησε ταύτην (10 Ιουνίου 1422). Η πολιορκία αύτη, καθ' ήν

οι Οθωμανοί εποιήσαντο χρήσιν το πρώτον εναντίον της

Κωνσταντινουπόλεως και πυροβολικού (197), διήρκεσε 42 ημέρας. Η

τη 22 Αυγούστου γενομένη εναντίον των τειχών έφοδος απεκρούσθη

υπό των Ελλήνων, γενναιότατα αμυναμένων επί των επάλξεων του

κλήρου και του λαού. Μετά την αποτυχίαν της εφόδου ήρεν ο Μουράτ

την πολιορκίαν, και αφείς επί μικρόν ησύχους τους Έλληνας ετράπη

επί τους εν Ασία υπό του Ταμερλάνου αποκατασταθέντας εις τα κράτη

αυτών Τούρκους δυνάστας.

Αφού δε επανήλθεν εις Ευρώπην τω 1423 επεχείρησε στρατείαν εις

την Πελοπόννησον, πέμψας αυτόσε τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν,

δεινάς επενεγκόντα εν τη χερσονήσω ταύτη καταστροφάς εις τους

Έλληνας, ών εξηνδραπόδισε και απήγαγε μεθ' εαυτού εξακισχιλίους.

Τω επομένω έτει εξηγόρασε την ειρήνην ο Ιωάννης εκχωρήσας αύθις

τω Οθωμανικώ κράτει πολλάς των υπό του Σουλεϊμάν και του Μωάμεθ

Α' αποδοθεισών εις το Ελληνικόν κράτος Ελληνικών πόλεων. Αλλ'

ατυχώς η ειρήνη αύτη δεν εκώλυσε την καταστροφήν άλλης μεγάλης

πόλεως Ελληνικής, της Θεσσαλονίκης. Η πόλις αύτη, η δοθείσα υπό

του σουλτάνου Σουλεϊμάν (σελ. 280) εις το Ελληνικόν κράτος επί

του Μανουήλ, διοικουμένη υπό του Ανδρονίκου Παλαιολόγου ως ιδία

ηγεμονία, επωλήθη υπό τούτου εις τους Βενετούς τω 1424 αντί 50

χιλιάδων δουκάτων (198). Επί τούτω ο Σουλτάνος ωργίσθη σφόδρα,

μη αναγνωρίζων τοις Βενετοίς το δικαίωμα του αγοράζειν πόλιν υπό

των πατέρων αυτού τοις Έλλησι δωρηθείσαν και μετά τινα έτη (τω

1430) επελθών επολιόρκει την Θεσσαλονίκην και κυριεύσας αυτήν εξ

εφόδου παρέδωκεν εις σφαγήν και λεηλασίαν (199). Μετά την άλωσιν

της Θεσσαλονίκης μετά φόβου ησθάνοντο νυν οι Έλληνες τον αυτόν

κίνδυνον επικείμενον τη Κωνσταντινουπόλει. Και όμως ο Μουράτ Β',

ο προ 8 ετών αποτυχών εν τη κατά της πόλεως ταύτης επιχειρήσει,

δεν εβουλεύτο να επαναλάβη νυν ομοίαν επιχείρησιν. Δύο ήρωες

φανέντες νυν εν τη σκηνή της ιστορίας επέσχον την ορμητικήν

πορείαν του Μουράτ Β' μέχρι τέλους της ζωής αυτού. Ήσαν δ' ούτοι

ο Ούγγρος Ιωάννης Ουνιάδης (200) και ο Ελληναλβανός Γεώργιος

Καστριώτης ή Σκενδέρβεης (201). Και ο μεν Σουλτάνος, όστις τω

1431 επί τη ευκαιρία του θανάτου του Καρόλου Τόκκου, Φράγκου

ηγεμόνος της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, έχοντος και την

προσωνυμίαν του δουκός των Ιωαννίνων, προσήρτησε την Ελληνικήν

ταύτην πόλιν εις το κράτος αυτού, περισπώμενος νυν υπό των

Ουγγρικών πολέμων κατέλιπεν ησυχίαν τινά εις τον αυτοκράτορα

Ιωάννην Η'. {283} Ταύτην επωφελούμενος ο αυτοκράτωρ μετέβη τω

1437 εις την Ιταλίαν μετά του πατριάρχου Ιωσήφ και άλλων επιφανών

κληρικών και λαϊκών, ίνα παραστή εις την εν Φλωρεντία υπό του

πάπα Ευγενίου Δ' συγκληθείσαν σύνοδον προς ένωσιν των Εκκλησιών.

Η ένωσις αύτη απητείτο υπό του Πάπα και προσεφέρετο υπό του

αυτοκράτορος ως αντάλλαγμα της βοηθείας, ήν έμελλον οι ηγεμόνες

της Δύσεως, προτροπή του Πάπα, να πέμψωσιν εις την κινδυνεύουσαν

Κωνσταντινούπολιν. Και τυπικώς μεν ετελέσθη η ένωσις αύτη

υπογραφείσα υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου,

τελευτήσαντος εν Ρώμη, αλλά μετά την επάνοδον του αυτοκράτορος

πλείστοι επιφανείς κληρικοί και λαϊκοί και οι πατριάρχαι των

τεσσάρων άλλων πατριαρχείων και ο πολύς λαός διεμαρτύροντο κατ'

αυτής, ψευδοσύνοδον καλούντες την γενομένην σύνοδον. Ούτω δε η

κατά τύπον απλώς τελεσθείσα ένωσις αντί να επενέγκη την ένωσιν

της όλης Εκκλησίας εκινδύνευε να επενέγκη σχίσμα εν αυτή τη

Ανατολική Εκκλησία μεταξύ των καλουμένων _Ενωτικών_ και των

_Ανθενωτικών_. Ουχ ήττον εν τοις μετά την σύνοδον χρόνοις τα

πράγματα εφαίνοντο καταλληλότατα, τω Πάπα προς επιχείρησιν

σταυροφορίας.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 24 / 31 段