Ο Ουνιάδης μετά τινας επιτυχείς τε και ατυχείς προς τον Σουλτάνον

πολέμους είχεν επιχειρήσει τω 1443 την λεγομένην _μακράν_

στρατείαν, καθ' ήν εντός πέντε μηνών προήλασεν από Πέστης μέχρι

του Αίμου, λαμπράς νικήσας νίκας εναντίον των Τούρκων. Ο

Σουλτάνος καταπονηθείς υπό των διηνεκών στρατειών και καμφθείς

υπό των ατυχιών έστερξεν ειρήνην περιορίζουσαν εν Ευρώπη το

κράτος αυτού εις τας εντεύθεν του Αίμου χώρας. Αλλά τότε η παπική

αυλή εκίνησε πάντα λίθον ίνα ακυρωθή η ειρήνη διά νέας στρατείας

ή σταυροφορίας γενομένης υπό του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου

Δ' ής μετέσχον και πολλοί μικροί ηγεμόνες άλλων ευρωπαϊκών

κρατών. Αλλ' η νέα αύτη στρατεία, καθ' ήν Βενετοί και Γενουαίοι

απιστήσαντες προς τας γενομένας προς τους χριστιανούς συμφωνίας

διά του στόλου, όν έπεμψαν εις τον Βόσπορον ίνα μεταβιβάσωσι τον

σταυροφορικόν στρατόν εις την Ασίαν, διεβίβασαν, επί αδροτάτοις

πορθμείοις εις την Ευρώπην τον στρατόν του Σουλτάνου, απέληξεν

εις την φοβεράν παρά την Βάρναν καταστροφήν των Σταυροφόρων

(1444), καθ' ήν έπεσεν ηρωικώς ο βασιλεύς Λαδίσλαος. Αλλ' ο

Σουλτάνος και μετά την νίκην δεν επήλθε κατά της

Κωνσταντινουπόλεως, περισπώμενος νυν υπό του ήρωος Σκενδέρμπεη.

Τρεις στρατείαι μετά μεγάλων στρατών γενόμεναι εναντίον του

Σκενδέρμπεη, του αμυνομένου εν τοις όρεσι της Αλβανίας εναντίον

των Τούρκων απέτυχον οικτρώς, απερρίφθησαν δε πάσαι αι του

Σουλτάνου προτάσεις περί αναγνωρίσεως του Αλβανού ήρωος ως

υποτελούς τω Σουλτάνω ηγεμόνος της Αλβανίας. Μικρόν μετά την

αποτυχίαν της τρίτης στρατείας ετελεύτησεν ο Σουλτάνος τω 1451,

δύο δ' έτη πρότερον είχε τελευτήσει εν Κωνσταντινουπόλει ο

αυτοκράτωρ Ιωάννης Η'. Διάδοχος του αυτοκράτορος Ιωάννου μη

καταλιπόντος υιόν εγένετο επινεύσει του Σουλτάνου ο αμέσως

νεώτερος αδελφός αυτού Κωνσταντίνος, ο τέως ως δεσπότης άρχων των

εν Πελοποννήσω Ελληνικών κτήσεων, όστις κατέλιπε νυν τας κτήσεις

ταύτας εις τους αδελφούς αυτού Θωμάν και Δημήτριον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' (1449-1453)

Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΩΑΜΕΘ

Β' (1451-1480)

1. Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Κατάλυσις

οριστική του Ελληνικού κράτους.

Η επί του Ιωάννου Η' και του Μουράτ Β' αμφίβολος μεταξύ των δύο

κρατών κατάστασις έλαβεν οριστικήν εξέλιξιν και το μοιραίον αυτής

τέλος επί των διαδόχων αυτών, του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΒ'

και του Σουλτάνου Μωάμεθ Β'. Ο νέος Σουλτάνος, καίπερ νεαρώτατος

την ηλικίαν (202), οξύς ών την φύσιν και ιταμός τον χαρακτήρα

ενεφορείτο ακαθέκτου ορμής προς ενέργειαν και επιτυχίαν,

κατεχόμενος ιδίως υπό φλογεράς επιθυμίας και πόθου να καταλάβη

την Κωνσταντινούπολιν, προ ουδενός δ' υποχωρών άλλοθεν

παρεμβαλλομένου κωλύματος ή αντιπερισπασμού. Εξ άλλου ο

Κωνσταντίνος έχων βαθείαν και τελείαν συνείδησιν της θέσεως

εαυτού και του κράτους, ων αξιοπρεπής τον χαρακτήρα, ηρωικός το

φρόνημα, γενναίος την ψυχήν και την καρδίαν, ευσεβής προς τον

Θεόν και μεγάθυμος προς τους υπηκόους, υπερέχων εν πάσι τούτοις

πάντων των εκ του οίκου των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων, ευθύς εξ

αρχής της βασιλείας αυτού προς ένα μόνον απέβλεπε σκοπόν, να

βασιλεύση εντίμως και αξιοπρεπώς, μη κατορθών δε τούτο να πέση

εντίμως και ενδόξως, ουχί δε να παρατείνη διά ταπεινώσεων

διηνεκών αρχήν και κράτος άδοξον και ταπεινόν. Εννοείται ότι

μεταξύ ηγεμόνων τοιούτων, ών ο μεν εφαίνετο φύσει πεποιημένος ίνα

καταστρέφη, ο δε εκ φύσεως και εκ του ήθους του χαρακτήρος αυτού

προωρισμένος να πέση και καταστραφή ενδόξως, δεν ηδύνατο να

υπάρχη μακρά ειρήνη και συνεννόησις. Και ο μεν Σουλτάνος μεθ'

όλην την ειρηνικότητα και διαλλακτικότητα, ήν κατά τας πρώτας

ημέρας της βασιλείας αυτού έδειξεν, εδράξατο της πρώτης αφορμής

ίνα φανή απηνής πολέμιος, ο δε αυτοκράτωρ ευθύς εξ αρχής έδειξε

προς τον νέον Σουλτάνον, ότι εις ουδέν ηδύνατο να υποχωρήση αυτώ

άπαδον προς την τιμήν, την αξιοπρέπειαν και το καθήκον.

Και ο μεν Σουλτάνος από της αρχής της βασιλείας αυτού εφρόντιζε

διηνεκώς περί της αναγκαίας προς κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως

παντοίας παρασκευής• ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος ενδελεχώς

εφρόντιζε και ούτος περί παρασκευής αμύνης κρατεράς επισκευάζων

τα τείχη και τα οχυρώματα, περί προμηθείας σίτου επαρκούς εν

καιρώ της πολιορκίας, πέμπων τα πλοία εις το Αιγαίον προς

προμήθειαν τροφών, ενισχύων τον μικρόν αυτού στόλον εκ των

ενόντων, διαπραγματευόμενοι δε και προς τον Πάπαν και προς τους

ευρωπαίους ηγεμόνας περί αποστολής βοηθείας και προσελκύων διά

των ιδίων ενεργειών φιλέλληνας εθελοντάς μαχητάς εκ διαφόρων

χωρών της Ευρώπης.

Ο Σουλτάνος ήρξατο τω 1452 αποτόμως να μετέρχηται εχθρικήν και

προκλητικήν πολιτικήν κτίζων φρούρια επί της ευρωπαϊκής όχθης του

Βοσπόρου εν τω στενωτάτω μέρει του πορθμού τούτου (το νυν έτι

καλούμενον Ρούμελη-χισσάρ = Ευρωπαϊκόν φρούριον απέναντι του υπό

του Βαγιαζίτ Α' επί της Ασιατικής όχθης εκτισμένου φρουρίου, του

καλουμένου έτι νυν Ανατολού-χισσάρ = Ανατολικόν φρούριον), ίνα

στερήση την Κωνσταντινούπολιν πάσης προς τον Εύξεινον

συγκοινωνίας και της εκείθεν επισιτίσεως, πέμπων συγχρόνως τον

στρατηγόν αυτού Τουραχάν (το δεύτερον νυν) εις Πελοπόννησον, ίνα

κωλύση πάσαν εκείθεν βοήθειαν εις την Κωνσταντινούπολιν. Τα περί

τον Βόσπορον υπό των Τούρκων γενόμενα, προκαλέσαντα την

διαμαρτυρίαν του βασιλέως ως παραβιάζοντα τα δικαιώματα αυτού,

και τα άλλα μετά της πράξεως εκείνης συνδεόμενα εναντίον των εν

τοις περιχώροις της πόλεως Ελλήνων αδικήματα αυτών επήνεγκον την

διακοπήν των σχέσεων. Τέλος δε ο αυτοκράτωρ κηρύξας τω Σουλτάνω

αξιοπρεπώς ότι ανέθετε την τύχην της πόλεως εις τας χείρας του

Θεού, διέταξε να κλεισθώσιν αι πύλαι (1452), ο δε Σουλτάνος άνευ

επισήμου κηρύγματος πολέμου επήλθε μετά μεγάλου στρατού (240-260

χιλ. ανδρών) πεζικού και ιππικού και μετά πυροβολικού ισχυρού ως

προς τους τότε χρόνους και στόλου μεγίστου εναντίον της πόλεως

(1453). Η πολιορκία ήρξατο τη Παρασκευή της εβδομάδος της

Διακαινησίμου (7 Απριλίου) και διήρκεσε μέχρι της μετά την

Κυριακήν των Αγίων Πάντων Τρίτης (29 Μαΐου), ήτοι ημέρας 52. Κατά

ταύτην ο πεζικός στρατός των Τούρκων κατέλαβε πάσαν την γραμμήν

των χερσαίων τειχών από της Προποντίδος μέχρι του Κερατίου κόλπου

και τα ύπερθεν του κόλπου τούτου απέναντι της πόλεως υψώματα του

Πέραν (ο Γαλατάς κατείχετο έτι υπό Γενουαίων ως ιδιαιτέρα

αυτοτελής αποικία και πολιτεία τούτων). Κατά την γραμμήν δε

ταύτην απέναντι των πυλών ιδρύθησαν και τα πυροβολεία. Ο δε από

400 και επέκεινα μεγάλων και μικρών πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός

στόλος κατέλαβε το στόμιον του Κερατίου κόλπου μη δυνάμενος να

εισέλθη εις αυτόν ένεκα της φραττούσης την είσοδον σιδηράς

αλύσεως (σ. 243). Απέναντι των κολοσσιαίων τούτων κατά γην και

κατά θάλασσαν επιθετικών δυνάμεων του Σουλτάνου, αι αμυντικαί

δυνάμεις των πολιορκουμένων ανήρχοντο κατά γην εις 7 περίπου

χιλιάδας μαχητών (τούτων 4,969 ήσαν Έλληνες, οι λοιποί 2,000

διάφοροι Ευρωπαίοι, το μεν πλείστον Ιταλοί (300-500 Γενουαίοι),

ολίγοι δε Γερμανοί και Ισπανοί), κατά θάλασσαν δε συνέκειντο εκ

δεκάδος πλοίων ελληνικών και Ιταλικών, ών τινα μάλιστα (4

αυτοκρατορικά) έλειπον έτι εν τω Αιγαίω, καθ' όν χρόνον ήρξατο η

πολιορκία. Και πυροβόλα είχον επί των τειχών οι πολιορκούμενοι,

αλλά ταύτα πολύ ολίγην φθοράν επέφερον τοις πολεμίοις, ήσσονα της

υπό του πυροβολικού τούτων επιφερομένης εις τα τείχη. Καθόλου δε

το πυροβολικόν δεν ήσκησε σημαντικήν ροπήν επί τας τύχας του

πολέμου. Γενικός αρχηγός της αμύνης μετά τον αυτοκράτορα διωρίσθη

ο των Γενουαίων εθελοντών αρχηγός ο εξ ευγενούς οίκου της

πατρίδος αυτού καταγόμενος Ιωάννης Λόγγος Ιουστινιανός (De

Giustiniani), υπ' αυτόν δε ήσαν τεταγμένοι και οι άλλοι αρχηγοί,

το πλείστον Ευρωπαίοι, εν οίς ο Γερμανός Ιωάννης Γράουτ

αμυνόμενος εν τη πύλη της Καλιγαρίας εποιείτο χρήσιν του (το

ύστατον νυν εν τη ιστορία αναφερομένου) υγρού πυρός. Ο Σουλτάνος

αποφεύγων εν αρχή πάσαν κατά των τειχών έφοδον ηρκείτο εις

τακτικήν πολιορκίαν. Αλλ' αύτη κατά θάλασσαν ήτο πάντοτε ατελής,

του οθωμανικού στόλου μη εισερχομένου εις τον λιμένα (τον

Κεράτιον κόλπον). Αλλά γεγονός τι κατά θάλασσαν, καταστρεπτικόν

άμα δε και επαισχυντότατον αποβάν εις τον Οθωμανικόν στόλον

ενέπνευσεν εις τον Σουλτάνον βουλήν τολμηράν επενεγκούσαν τον

στενόν από του λιμένος αποκλεισμόν της πολιορκουμένης πόλεως. Τη

15 Απριλίου, ενώ ο από 400 πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός στόλος

εστάθμευεν εν μεγάλη γραμμή προ της εισόδου του Κερατίου κόλπου,

εφάνησαν πέντε πλοία χριστιανικά (ων τα τέσσαρα Γενουαία και το

πέμπτον αυτοκρατορικόν, υπό την διοίκησιν του γενναίου πλοιάρχου

Φλαντανελλά, εκ των πεμφθέντων εις το Αιγαίον προς προμήθειαν

τροφών). Μάτην ο εκατονταπλάσιος σχεδόν Οθωμανικός στόλος

επειράθη να κωλύση την εις τον λιμένα είσοδον των πέντε πλοίων.

Εν τη συγκροτηθείση τότε ναυμαχία (ενώπιον του από της παραλίας

του Γαλατά εκ μικράς αποστάσεως θεωμένου Σουλτάνου) ο Οθωμανικός

στόλος έπαθεν ήτταν αισχίστην, αποβαλών ουκ ολίγα πλοία

βυθισθέντα υπό των εκ των χριστιανικών πλοίων ριπτομένων λίθων ή

καέντα υπό των εκ των αυτών πλοίων ριπτομένων ευφλέκτων υλών. Ο

Έλλην πλοίαρχος Φλαντανελλάς και οι Γεννουαίοι Κατάνεος, Νοβάρρας

και Βαλανιέρος ετέλεσαν εκείνην την ημέραν θαύματα ανδρείας και

τα πλοία αυτών βοηθούμενα υπό του ανέμου εισήλθον εις τον λιμένα

αρθείσης της αλύσεως και πάλιν τεθείσης προς αίσχος του ηττημένου

και υποχωρήσαντος τουρκικού στόλου.

Ο Σουλτάνος εν τη οργή και μανία αυτού επί τη αισχρά αποτυχία

συνέλαβε το τολμηρότατον μεγαλουργόν σχέδιον να μετενέγκη τα

πλοία κατά γην από του Βοσπόρου εις τον Κεράτιον κατασκευάσας

οδόν ξυλίνην διά των ύπερθεν του Διπλοκιονίου και Γαλατά και

Πέραν υψωμάτων, αληλιμμένην διά λιπαρών ουσιών. Το μέγα τούτο

έργον εκτελέσας (βοηθεία, ως υποτίθεται, των Γενουαίων) εν μια

νυκτί μετεβίβασεν εν τω λιμένι 70 πλοία. Μάτην οι πολιορκούμενοι

μετά την πρώτην έκπληξιν επειράθησαν δις να καύσωσι τον στόλον

τούτον. Αι απόπειραι απέτυχον μετά μεγάλης φθοράς ανθρώπων, ιδίως

Ιταλών, και η πόλις επολιορκήθη νυν στενώς και κατά θάλασσαν.

Τότε ο Σουλτάνος, αφού παρήλθον ήδη 7 εβδομάδες από της ενάρξεως

της πολιορκίας και ρήγματα πολλά εγένοντο εν τω τείχει, απεφάσισε

να επιχειρήση την έφοδον. Αλλά προ τούτου έπεμψε κήρυκα προς τον

αυτοκράτορα (16 Μαΐου) προτείνων αυτώ την ειρηνικήν παράδοσιν της

πόλεως επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας των

κατοίκων, της ασφαλούς εξόδου του αυτοκράτορος μετά της

ακολουθίας αυτού και ανταλλαγής της αρχής της Κωνσταντινουπόλεως

αντί της Πελοποννήσου, ής έμελλε να αναγνωρίση αυτόν ο Σουλτάνος

ανεξάρτητον ηγεμόνα. Αλλ' εν τω υπό την προεδρίαν του

αυτοκράτορος συγκροτηθέντι συμβουλίω υπερίσχυσεν η φωνή της

απεγνωσμένης μετά τιμής και δόξης μέχρις εσχάτων αντιστάσεως.

Ο ανώτατος όρος των παραχωρήσεων του αυτοκράτορας ήτο η πληρωμή

φόρου, αν ο Σουλτάνος απεχώρει εκών της πόλεως. «_Το δε την πόλιν

παραδούναι_, είπε τω κήρυκι, _ούτε εμόν εστιν, ούτ' άλλον των

κατοικούντων ενταύθα• κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως

αποθανούμεθα μη φειδόμενοι της ζωής ημών»_.

Ο Σουλτάνος τότε ανήγγειλεν εις όλον το στρατόπεδον αυτού την

επικειμένην έφοδον, κηρύττων ότι παρέδιδεν, εν περιπτώσει

καταλήψεως της πόλεως, πάσας τας εν αυτή κινητάς ουσίας και τους

ανθρώπους αυτής εις τον στρατόν, φυλάσσων εαυτώ μόνον τα τείχη

και τας οικοδομάς. Συγχρόνως δε αμοιβαί μεγάλαι και τιμάρια

(σανδζάκια σελ. 267) επηγγέλλοντο εις τους πρώτους αναβησομένους

επί τα τείχη, και τα ηθικά ελατήρια του θρησκευτικού φανατισμού

εξηγείροντο υπό των δερβισών, προαγγελλόντων ανά το στρατόπεδον

ταγαθά του παραδείσου εις τους μέλλοντας να στεφθώσι διά στεφάνων

μαρτύρων (203). Το κήρυγμα εγένετο τη 26 Μαΐου, και ο στρατός

μετά μεγάλου φανατισμού παρεσκευάσθη εις την έφοδον, ήτις ήρξατο

τη 29 Μαΐου περί τον όρθρον. Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αγρυπνήσας

καθ' όλην εκείνην την νύκτα ήκουσε κατανυκτικώς της ιεράς

ακολουθίας και της όλης λειτουργίας εν τω ναώ της του Θεού

Σοφίας, το ύστατον νυν ηχησάντων εν αυτώ ύμνων και δεήσεων και

ωδών ικετευτικών χριστιανικών (204). Αφού δε μετέλαβε των

αχράντων μυστηρίων παρασκευαζόμενος εις την υπερτάτην υπέρ της

πίστεως και της πατρίδος διά βασιλικού θανάτου θυσίαν, απηύθυνε

λόγον κατανυκτικώτατον τοις Έλλησι προμάχοις της πόλεως αναθέτων

εις την ανδρείαν αυτών του «τεταπεινωμένου σκήπτρου» αυτού την

ανόρθωσιν και την άμυναν της κοσμοκρατείρας πόλεως, της χαράς

πάντων των Ελλήνων (205). Εν τέλει εζήτησε συγγνώμην δι' όσα ως

ανθρώπος δυσηρέστησε τινί προσφωνήσας δε και τους φιλέλληνας και

αποχαιρετίσας πάντας μεταβαίνοντας εις τον τόπον του καθήκοντος

περιήλθεν άπαντα τον περίβολον των τειχών έφιππος επισκοπών τα

πάντα και θαρρύνων πάντας εις το καθήκον. Κατά την πρώτην δε του

πετεινού κραυγήν προ της ενάρξεως της εφόδου ευρέθη εν τη θέσει

αυτού ως πολεμιστού εν τω παρά τη πύλη του Ρωμανού στρατηγείω,

ένθα ην ο Ιουστινιανός. Η μετά μεγάλης ορμής αρξαμένη και μετά

μεγάλης ανδρείας καθ' όλην την γραμμήν αποκρουσθείσα έφοδος

διήρκεσε τέσσαρας ώρας. Ο αυτοκράτωρ, ο Ιουστινιανός και πάντες

Έλληνες τε και φιλέλληνες αρχηγοί και μαχηταί ημύνοντο

γενναιότατα. Αλλ' η ουχί πολύ καιρία πληγή, ήν κατά την κρίσιμον

στιγμήν έλαβεν ο Ιουστινιανός και ής ένεκεν ουχί λίαν γενναίως

κατέλιπε την θέσιν, και η ανυπόστατος φήμη η διαδοθείσα εν τω

στρατηγείω περί της εισόδου των Τούρκων εις την πόλιν αλλαχού των

τειχών, εχαλάρωσεν επί στιγμήν την άμυναν. Τούτο δε νοήσας ο

Σουλτάνος έτι μάλλον ενέτεινε τας δυνάμεις αυτού. Ο αυτοκράτωρ

και οι περί αυτόν ετέλεσαν θαύματα ανδρείας, αλλά κατά μικρόν τα

στίφη των Τούρκων κατέκλυσαν τα τείχη, και ο αυτοκράτωρ ιδών

πάντας τους περί εαυτόν πίπτοντας ενόησε το επελθόν φοβερόν τέλος

και μη θέλων να επιζήση τη καταστροφή εφώνησεν αν υπάρχει

χριστιανός να αποκόψη την κεφαλήν αυτού. Και χριστιανός μεν

ουδείς ευρίσκετο, δύο δε πολέμιοι ορμήσαντες επλήγωσαν αυτόν

θανασίμως χωρίς να γινώσκωσι την ιδιότητα αυτού. Ούτω δε ο νεκρός

των τελευταίων Ελλήνων αυτοκρατόρων έκειτο αφανής εν μέσω των

πολλών πτωμάτων, εωσού ο Σουλτάνος μετά την εις την πόλιν είσοδον

εφρόντισε να εύρη αυτόν. Ευρεθέντος δε του πτώματος και

αναγνωρισθέντος υπό του αιχμαλώτου συλληφθέντος μεγάλου ναυάρχου

Νοταρά, η μεν κεφαλή αποκοπείσα και βαλσαμωθείσα επέμφθη υπό του

Σουλτάνου εις τας μεγάλας μωαμεθανικάς πόλεις ως τρόπαιον, ο δε

κορμός ετάφη μετά βασιλικών τιμών.

Οι Τούρκοι εισελάσαντες εις την πόλιν ολιγίστους έσφαξαν και

τούτους αντιστάντας ενόπλως. Πάσαι νυν αι οικίαι κατελήφθησαν υπό

των αγρίων πορθητών και ελεηλατήθησαν, οι δε ενοικούντες

εξηνδραποδίσθησαν. Το πολύ του πλήθους ανδρών τε και γυναικών και

παίδων κατέφυγεν εν τη απογνώσει αυτού εις τον ναόν της Αγίας

Σοφίας ως εις ασφαλή τόπον. Αλλά μετ' ολίγον αι πύλαι του ναού

ηνοίχθησαν διά των πελέκεων των γιανιτσάρων και πάντες οι εν αυτώ

εξηνδραποδίσθησαν. Αυτός δε ο ναός, «ο παμμέγιστος εκείνος ναός

και θειότατος της του Θεού Σοφίας, ο ουρανός ο επίγειος, ο θρόνος

της δόξης Θεού, το χερουβικόν όχημα και στερέωμα δεύτερον, η Θεού

χειρών ποίησις, το θέαμα και έργον άξιον, το πάσης γης αγαλλίαμα,

ο ωραίος και ωραίων ωραιότερος» εγυμνώθη παντός κοσμήματος αυτού,

και μετεβλήθη εις τόπον πάσης ακολασίας και βδελυρίας των

οργιαζόντων επί τη νίκη πορθητών και βεβηλωθείς την ημέραν

εκείνην τοις χριστιανοίς ηγιάσθη τοις μωαμεθανοίς μεταβληθείς υπό

του Μωάμεθ Β', μεταβάντος εις αυτόν απ' ευθείας μετά την εις την

πόλιν είσοδον, εις προσευκτήριον μωαμεθανικόν. Πάντες σχεδόν οι

κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως εξηνδραποδίσθησαν και

εξηφανίσθησαν διασκορπισθέντες μέχρι των εσχατιών του Οθωμανικού

Κράτους. Μετά τριήμερον λεηλασίαν και εντελή ερήμωσιν της πόλεως,

ο Σουλτάνος επέτρεψεν ελευθέραν οίκησιν εις χριστιανούς. Αφού δε

κατέστησεν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους αυτού (και κατώκισεν

έπειτα διά πολλών κατοίκων εξ άλλων πόλεων βία μετοικιζομένων),

επέτρεψε τοις Έλλησι να εκλέξωσι Πατριάρχην μέλλοντα να κυβερνήση

την Εκκλησίαν καθ' όλα τα υπό της μωαμεθανικής θρησκείας

παρεχόμενα τοις Χριστιανοίς δικαιώματα. Ούτω το έθνος το

πολιτικώς υποδουλωθέν έλαβε δικαίωμα και δύναμιν ανεκτής υπάρξεως

και δημιουργίας νέου ιστορικού βίου αποτελούντος την περίοδον της

Ελληνικής ιστορίας την καλουμένην Τουρκοκρατίαν. Ο Σουλτάνος

κατέλυσε μετ' ολίγα έτη (1458) και το εν Πελοποννήσω κράτος των

Παλαιολόγων δεσποτών Θωμά και Δημητρίου, τω δε 1461 κατέλυσε και

το Φραγκικόν κράτος των Αθηνών και την ελληνικήν αυτοκρατορίαν

της Τραπεζούντος (1466). Ούτω δε προ του τέλους έτι του 15 αιώνος

πάσαι αι Ελληνικαί χώραι, άπας ο Ελληνισμός, πλην των εις το

Βενετικόν κράτος υπαγομένων νήσων (των Ιονίων νήσων, της Κρήτης

και της Κύπρου) καί τινων πόλεων εν Πελοποννήσω και εκτός αυτής

και της Ρόδου, υπετάγη εις το Οθωμανικόν κράτος (206).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥ 11

ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ 15 ΑΙΩΝΟΣ

1. Η Γερμανία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.

{291} Εν Γερμανία την τω 1024 εκλιπούσαν δυναστείαν των Σαξόνων

βασιλέων και αυτοκρατόρων (σελ. 153) διεδέξατο η των Σαλίων ή

Φραγκωνίων καλουμένων βασιλέων και αυτοκρατόρων. Ταύτης αρχηγός

εγένετο ο Κορράδος Β' (1024-1039), περί ού εγένετο λόγος εν τοις

περί της θείας Εκεχειρίας ειρημένοις (σελ. 173) και μετά τούτον

ήρξαν ο Ερρίκος Γ' (1039-1056), μεγάλην περιάψας δύναμιν εις το

Γερμανικόν Βασίλειον, επιβαλών δε την κυριαρχίαν την Γερμανικήν

εις την Βοημίαν και Ουγγαρίαν• ο τούτου υιός και διάδοχος Ερρίκος

Δ' (1056-1106) περιβόητος γενόμενος ένεκα της μακράς και δεινής

προς τον πάπαν Γρηγόριον Ζ' έριδος, και ο τούτου υιός Ερρίκος Ε'

(1106-1125). Μετά τον Ερρίκον Ε' εκλιπόντος του οίκου του Σαλίου,

και μετά την παροδικήν αρχήν του Λοθαρίου Β' του Σαξονικού (1125-

1137), έλαβε την βασιλικήν και αυτοκρατορικήν αρχήν ο οίκος ο

Ουενσταουφανικός (Hohenstaufen), ού αρχηγέτης εγένετο ο Κορράδος

Γ' (1137-1152), μετά τούτον δε βασιλεύς και αυτοκράτωρ εγένετο ο

γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' σταυροφορίας Φρειδερίκος Α' ο

Βαρβαρόσσας (Ερυθροπώγων, 1152-1190). Ο τούτου υιός Ερρίκος ΣΤ'

(1190-1197) λαβών εις γάμον την θυγατέρα (Κωνσταντίαν) του

Νορμανδού βασιλέως της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας Γουλιέλμου Α',

την μόνην κληρονόμον του οίκου τούτου, περιεποίησε το κράτος

τούτο εις τον Ουενσταουφανικόν οίκον, και ο εκ του γάμου τούτου

γεννηθείς γνωστός ημίν αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) ην

κυρίαρχος του βασιλείου τούτου. Αλλ' εν Γερμανία τον Ερρίκον ΣΤ'

δεν διεδέξατο ευθύς ο Φρειδερίκος Β', αλλά την ενταύθα αρχήν την

βασιλικήν και αυτοκρατορικήν ημφισβήτησαν προς αλλήλους δι'

εμφυλίων πολέμων επί τινα χρόνον ο του Ερρίκου ΣΤ' αδελφός

Φίλιππος της Σουηβίας (1197-1208) και ο εκ του οίκου των Ουέλφων

ή Γουέλφων (207) Όθων Δ' δουξ της Βρυνσβίκης (1197-1215). Τον

Φρειδερίκον Β' (1215-1250) τον μετά τον θάνατον του Όθωνος Δ'

(1215) επαναγαγόντα αύθις την βασιλείαν εις τον οίκον τον

Ουενσταουφανικόν διεδέξατο ο υιός αυτού Κορράδος Δ' (1250-1254)

κυρίως εν τη Κάτω Ιταλία και Σικελία. Αλλ' ήδη τω 1245 ο πάπας

Ιννοκέντιος Γ' περιελθών εις διάστασιν προς τον Φρειδερίκον Β'

είχε κηρύξει αυτόν έκπτωτον του αυτοκρατορικού αξιώματος. Έκτοτε

δε μέχρι του 1273 ήρισαν πολλοί περί του αυτοκρατορικού

αξιώματος, μετά δε τον θάνατον του Κορράδου Δ' επήλθεν η λεγομένη

μακρά μεσοβασιλεία (1254-1274), καθ' ήν ουδείς των ηγεμόνων

(ούτοι ήσαν ο από του 1248 ήδη εκλεγείς Γουλιέλμος ο Ολλανδικός,

ο Αλφόνσος Ι' της Καστιλίας και ο του βασιλέως της Αγγλίας

Ερρίκου Γ' αδελφός Ριχάρδος ο κόμης Κορνουαλλίας) των εκλεγέντων

υπό των διηρημένων προς αλλήλους εκλεκτόρων (σημ. 115) κατέλαβε

πράγματι την αρχήν. {292} Τέλος δε τω 1273 οι εκλέκτορες εξέλεξαν

ως βασιλέα και αυτοκράτορα τον από Ελβετίας καταγόμενον (από του

πύργου Άψβουργ, Habsburg) Ροδόλφον κόμητα Αψβούργου, έχοντα

ελαχίστας κτήσεις εν Ελβετία και Αλσατία. Αλλ' ο Ροδόλφος

γενόμενος αυτοκράτωρ κατώρθωσε να σχηματίση ιδιαίτερον κράτος

Αψβουργικόν (δουκάτον Αυστρίας) εν τη νυν χώρα της ιδιαιτέρας

Αυστρίας, όπερ επί των διαδόχων αυτού δουκών της Αυστρίας, ών οι

πλείστοι εξελέγησαν και αυτοκράτορες, αυξηθέν εγένετο το μέγα

Αψβουργικόν κράτος το καλούμενον Αυστριακόν εκ της κοιτίδος αυτού

Αυστρίας, μεθ' ού κατά τον 15 αιώνα ηνώθησαν και τα βασίλεια της

Βοημίας και της Ουγγαρίας διά συνοικεσίων και κληρονομιών

(εντεύθεν το παροιμιωδώς λεγόμενον bella gerant alii• tu felix,

Austria, nube!) Οι Αψβούργοι διετήρησαν το αυτοκρατορικόν αξίωμα

(το αξίωμα δηλονότι Γερμανού βασιλέως και Ρωμαίου αυτοκράτορος),

πλήν τινων διαλειμμάτων, μέχρι του 1804.

2. Η Ιταλία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.

Το κατά τον 11 αιώνα εν τη Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ιδρυθέν

κράτος των Νορμανδών (όπερ, εν παρόδω ρητέον, εντός σμικρού

εξερρωμανίσθη και εξιταλίσθη) περιήλθε περί τας αρχάς του 13

αιώνος εις τον Γερμανικόν Ουενσταουφανικόν οίκον (σελ. 291), από

δε τούτου περί τα μέσα του αυτού αιώνος μετέβη εις τον Γαλλικόν

οίκον τον Ανδεγαυικόν (σελ. 291), όστις μετά τον Σικελικόν

Εσπερινόν (σελ. 255) την μεν Σικελίαν απώλεσε καταληφθείσαν υπό

του Ισπανικού Αραγωνικού οίκου, εν δε τη Κάτω Ιταλία διετηρήθη

έτι επί τινα χρόνον, εωσού μετά πολλάς μεταβολάς των πραγμάτων

περιήλθε και αύτη κατά τον 15 αιώνα εις τον οίκον τον Αραγωνικόν

και ηνώθη μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας.

Εν δε τη λοιπή Ιταλία, τη τε Άνω και Μέση (της Μέσης Ιταλίας

μέρους, ως γνωστόν, ήρχεν ο Πάπας), τη υπαγομένη εις το Άγιον

Γερμανορρωμαϊκόν κράτος, ιδίως εν ταις πόλεσι Μεδιολάνω, Βονωνία,

Φλωρεντία, ήρξατο από των μέσων του 10 αιώνος (επί του

Φρειδερίκου Α') κίνημα αντιγερμανικόν και αυτονομιστικόν, εξ ού

παρήχθησαν ελεύθεραι πολιτείαι δημοκρατικαί ανήκουσαι εις την

Γουελφικήν καλουμένην μερίδα. Αι πόλεις δε αύται εγένοντο εστία

υλικής αναπτύξεως και εθνικού βίου, πνευματικής και εθνικής

φιλολογίας Ιταλικής, ενώ αι Γιβελλινικαί καλούμεναι πόλεις (Πίσα,

Παυία και άλλαι) έμειναν πισταί εις τον αυτοκράτορα και ανέπτυξαν

περιωρισμένον αυτόνομον βίον. Πλην τούτου εν τη Άνω Ιταλία

επέδοσαν πολιτικώς δύο κατ' εξοχήν ναυτικαί πόλεις, η Βενετία

(σημ. 35 και 172) και η Γένουα, ιδρύσασαι πολλάς αποικίας εν τη

Ελληνική Ανατολή και δημιουργήσασαι (ιδίως η Βενετία) μέγα

αποικιακόν κράτος εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω. Αι Γουελφικαί

πόλεις Μεδιόλανον και Φλωρεντία κατά τον 15 αιώνα μετεβλήθησαν

εις _δουκάτα_ υπό ιδίους δουκικούς δυναστικούς οίκους (το μεν

Μεδιόλανον υπό οίκον Βισκόντι και είτα Σφόρτζα, η δε Φλωρεντία

υπό τον περίφημον οίκον των Μεδίκων) (208).

3. Η Γαλλία από του 10 μέχρι του 15 αιώνος.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 25 / 31 段