αυτού Οσμάν (ή Οθωμάν, ή Ούθμανος, ως καλούσιν αυτόν οι
Βυζαντινοί)• και αναγνωρισθείς επισήμως διά διπλώματος ως
υποτελής άρχων υπό του σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν, ηύξησε το
κράτος αυτού ταχέως, αφαιρών διά μικρών ληστρικών μαχών φρούρια
και πολίχνας του Ελληνικού κράτους εν Βιθυνία ιδίως διά του εξ
Ελλήνων καταγομένου _Μιχαήλ_ (178). {261} Τέλος δε περί τας
αρχάς του 14 αιώνος, αφού το Σελτζουκικόν κράτος του Ικονίου
κατελύθη υπό των Μογγόλων της Περσίας και το ανατολικόν τμήμα της
Μικράς Ασίας υπήχθη υπό το κράτος των Μογγόλων τούτων, αι δυτικαί
μωαμεθανικαί χώραι της Μικράς Ασίας (αι εντεύθεν του Άλυος) αι
υπαγόμεναι τέως εις το κράτος του Ικονίου, κατεστάθησαν νυν
ιδιαίτερα ανεξάρτητα κράτη υπό τους διοικητάς, τους γενομένους
νυν ηγεμόνας κληρονομικούς των χωρών, άς πρότερον διώκουν εν
ονόματι του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Τα κράτη ταύτα
έλαβον τα ονόματα αυτών εκ των ανδρών, οίτινες έτυχον όντες
διοικηταί και νυν ανεξάρτητοι δυνάσται κατά τον χρόνον της
καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου (Καραμάν, Αϊδίν,
Σαρουχάν). Είς των τοιούτων κληρονομικών δυναστών κατέστη νυν εν
Βιθυνία ο Οσμάν άρχων του Οσμανικού ή Οθωμανικού απ' αυτού
κληθέντος κράτους αυτού (179).
Ο Οσμάν, γενόμενος ελεύθερος δυνάστης και προσαγορευόμενος
σουλτάνος (ή πιθανώτερον _βέης_ (σημ. 163) ή Εμίρης) (180), έτι
μάλλον εξέτεινε το μικρόν κράτος αυτού εν Βιθυνία, των εν
Κωνσταντινουπόλει περισπωμένων υπό των εν Ευρώπη σπουδαιοτέρων
αυτοίς δοκούντων πραγμάτων και ελαχίστην παρεχόντων προσοχήν εις
τα εν Μικρά Ασία γενόμενα. Ούτω δε ο Οσμάν από επιτυχίας εις
επιτυχίαν προβαίνων επολιόρκησεν επί τέλους την μεγάλην
πρωτεύουσαν της Βιθυνίας Προύσαν, ήτις και κατελήφθη υπό των
πολεμαρχών αυτού μικρόν προ του θανάτου αυτού (1326 μ. Χ.). Το
γεγονός τούτο απεκάλυψεν εις τους Έλληνας πάσαν την δύναμιν του
νέου εντός των ορίων σχεδόν του Ελληνικού κράτους αφανώς και
λεληθότως ιδρυθέντος και αναδειχθέντος μωαμεθανικού κράτους και
πάσαν την σοβαρότητα του εκ τούτου κινδύνου. Διό ανάγκη να
μεταβώμεν εις την ιστορίαν των συγχρόνων του Οσμάν Ελλήνων
αυτοκρατόρων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ
ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
1. Οι αυτοκράτορες Ανδρόνικος Β' (1282-1328) και Ανδρόνικος Γ'
(1328-1342).
Τον Μιχαήλ Η' διεδέξατο ο υιός αυτού Ανδρόνικος Β', ανήρ λόγιος,
φιλόσοφος και θεολόγος, αλλ' ήκιστα ικανός προς την κυβέρνησιν
του κράτους εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό μεγάλων κινδύνων.
Οι αυτοί κίνδυνοι, οίτινες περιεστοίχιζον το κράτος επί του
Μιχαήλ Η', υφίσταντο έτι, πλην του αποτραπέντος ήδη από Ιταλίας
κινδύνου. Οι Βούλγαροι ήρχον απάσης της βορείου Θράκης, και της
Φιλιππουπόλεως αυτής, ο δε γνωστός ημίν Σέρβος βασιλεύς Στέφανος
Β' ο Νεμανίδης (1282-1321) καταλαβών την Μακεδονίαν κατέστησε τα
Σκόπια έδραν του κράτους αυτού, και το παραδοξότερον, γενόμενος
γαμβρός επί θυγατρί του Ανδρονίκου Β' κατώρθωσεν ίνα η γενομένη
αρπαγή χωρών ανηκουσών εις το Ελληνικόν κράτος αναγνωρισθή ως
νόμιμος προικοδότησις της Παλαιολογίνης γυναικός αυτού. Αλλ'
εκτός τούτων και των άλλων γνωστών Φράγκων πολεμίων του Ελληνικού
κράτους, νυν επί του Ανδρονίκου Β' προσετέθησαν και άλλοι
πολέμιοι εις αυτό. Οι Μογγόλοι οι κατασταθέντες παρά τον Προύθον
(σελ. 259) εξέτεινον εκείθεν τας επιδρομάς αυτών μέχρι της
Θράκης. Εν Μικρά Ασία, καθά είδομεν, διά της ιδρύσεως του
Οθωμανικού κράτους εδημιουργείτο νέα πηγή φοβερών εις το κράτος
κινδύνων. Ωσεί δε μη ήρκουν οι τοσούτοι πολέμιοι, και νέος
προσετέθη από νότου ένεκα της ατασθαλίας του Ανδρονίκου Β'. {263}
Οι γνωστοί ημίν ιππόται του Ιεροσολυμιτικού τάγματος του Αγίου
Ιωάννου, αφού κατά τους χρόνους ακριβώς της βασιλείας του
Ανδρονίκου Β' συνετελέσθη η υπό των Μαμελούκων κατάλυσις του
χριστιανικού κράτους της Παλαιστίνης, φυγόντες από της
Παλαιστίνης είχον εγκαταστή εν Κύπρω, τη μόνη υπολειφθείση εκ του
χριστιανικού κράτους της Ιερουσαλήμ χριστιανική κτήσει (181),
εζήτησαν δε να καταλάβωσι και την Ρόδον ίνα καταστήσωσιν αυτήν
προπύργιον του Χριστιανισμού κατά των εν Μικρά Ασία Τούρκων.
Η Ρόδος κατείχετο τότε εν μέρει μεν υπό των Ελλήνων, εν μέρει δε
υπό των εκ Μικράς Ασίας επιδραμόντων εις την νήσον Τούρκων (ουχί,
εννοείται, των Οθωμανών). Οι δε ιππόται εζήτησαν διά της
μεσιτείας του Πάπα να συνεννοηθώσι προς τον Ανδρόνικον Β' ίνα
καταλάβωσιν ούτοι αντί χρημάτων πάσαν την νήσον ως φέουδον
αυτοκρατορικόν, γινόμενοι υποτελείς του Ελληνικού κράτους. Η
λύσις αύτη ήτο, ως είχον τα πράγματα, η μόνη κατά το ενόν
σύμφορος εις το κράτος. Αλλ' ο Ανδρόνικος αντί πάσης απαντήσεως
έπεμψε στόλον και στρατόν εις την νήσον. Οι Ιωαννίται υπό τον
μέγαν μάγιστρον αυτών (ούτως εκαλείτο ο αρχηγός του τάγματος)
Φάλκωνα Βιλλαρέτον ενίκησαν και τον στόλον και τον στρατόν τον
Ελληνικόν και εκδιώξαντες εκ της νήσου και Έλληνας και Τούρκους
κατέστησαν αυτήν έκτοτε (1310) κράτος εαυτών (διό εκλήθησαν και
ιππόται της Ρόδου ή Ρόδιοι ιππόται), διατελέσαν τοιούτον μέχρι
του 1522.
Εν μέσω της ούτως οικτράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων
και εσωτερικώς το κράτος κατετρύχετο υπό εμφυλίων ερίδων και
πολέμων. Ο Ανδρόνικος Β', αφού κατέστησε συμβασιλέα αυτού τον
έγγονον αυτού Ανδρόνικον Γ' (υιόν του προώρως τελευτήσαντος υιού
αυτού Μιχαήλ) περιήλθεν εις έριδας προς τούτον. Εκ των ερίδων
τούτων το κράτος διηρέθη εις δύο. Και εν μεν τη Κωνσταντινουπόλει
ήρχεν ο Ανδρόνικος Β', εν δε τη Αδριανουπόλει ο Ανδρόνικος Γ'. Αι
δύο κυβερνήσεις επολέμουν προς αλλήλας, έχουσα εκατέρα ως
σύμμαχον εαυτής τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, οίτινες αμφότεροι
ειργάζοντο ούτω προς ίδιον όφελος. Οι Βούλγαροι μάλιστα ως
σύμμαχοι του Ανδρονίκου Γ' ηπείλησαν και αυτήν την
Κωνσταντινούπολιν. Τέλος υπερισχύσαντος οριστικώς του Ανδρονίκου
Γ' (1328), ο Ανδρόνικος Β' μετά τινων ετών ιδιωτικόν βίον
απεχώρησεν εις μοναστήριον, ένθα ετελεύτησε τω 1332. Διαρκούντων
των εμφυλίων τούτων πολέμων οι Οθωμανοί εν Ασία κατέλαβον, καθά
είρηται, την Προύσαν και κατέστησαν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους
αυτών, οπόθεν ορμώμενοι επί του υιού και διαδόχου του Οσμάν
Ουρχάν ειργάζοντο επιτυχώς επί της μοναρχίας του Ανδρονίκου Γ' να
καταλάβωσιν άπασαν την Βιθυνίαν, εκτείνοντες ήδη τας επιδρομάς
αυτών μέχρι των όχθων του Βοσπόρου. Άπαξ τω 1330 εστράτευσεν ο
Ανδρόνικος εις την Ασίαν, ίνα αναχαιτίση τας προόδους του νέου εν
τοις προθύροις του κράτους ιδρυθέντος και ακαθέκτως προς την
καρδίαν τούτου προχωρούντος μωαμεθανικού κράτους. Αλλ' η μάχη της
Φιλοκρήνης έληξεν εις νίκην λαμπράν των Οθωμανών. Αι περίφημοι
ιστορικαί πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια κατ' ακολουθίαν της νίκης
ταύτης και μετ' αυτών πάσα η Βιθυνία μέχρι του Βοσπόρου
κατελήφθησαν υπό των Οθωμανών. Ο Ανδρόνικος ουδέν πλέον έπραξε
προς σωτηρίαν του εν Ασία Ελληνισμού. Ετελεύτησε δε τω 1341.
2. Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (1341-1391) και Ιωάννης ΣΤ'
Καντακουζηνός (1341-1354).
Ο Ανδρόνικος κατέλιπεν αποθνήσκων διάδοχον ανήλικον, καταστήσας
επίτροπον αυτού διά διαθήκης τον φίλον αυτού Ιωάννην
Καντακουζηνόν. Αλλά την επιτροπείαν ταύτην ήθελε να έχη και η
φίλαρχος βασιλομήτωρ χήρα του Ανδρονίκου Γ' Άννα η Σαβοϊκή (εκ
του δουκικού οίκου της Σαβοΐας καταγομένη), περί αυτήν δε
συνήχθησαν πάντες οι αντιπολιτευόμενοι τω Καντακουζηνώ. Εντεύθεν
προέκυψαν νέαι έριδες εσωτερικαί, επενεγκούσαι διαίρεσιν ομοίαν
και χείρονα της επί Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ'. Ο
Καντακουζηνός υποστηριζόμενος υπό του Κράλη της Σερβίας, όστις ην
τότε ο μέγιστος και ονομαστότατος των Σέρβων βασιλέων Στέφανος
Δουσσάν (1331-1355), εκήρυξεν εαυτόν αυτοκράτορα εν Διδυμοτείχω
και ίδρυσεν ιδίαν κυβέρνησιν. Ούτω δε δύο αυτοκράτορες και δύο
αυτοκρατορικαί αυλαί και κυβερνήσεις εκυβέρνων από
Κωνσταντινουπόλεως (ένθα εκυβέρνων εν ονόματι του Ιωάννου του
Παλαιολόγου οι περί την Άνναν την Σαβοϊκήν) και εν Διδυμοτείχω
(ένθα εκυβέρνα ως αυτοκράτωρ ο Ιωάννης Καντακουζηνός) τα ελεεινά
λείψανα του υπό Τούρκων, Φράγκων, Βουλγάρων και Σέρβων
κατακερματιζομένου και υπό των περί τον Δανούβιον βαρβάρων
(Κουμάνων, Πατσινάκων, Ούζων, Μογγόλων) δηουμένου Ελληνικού
κράτους. Το δε χείριστον, αι δύο αύται κυβερνήσεις επολέμουν προς
αλλήλας συμμαχούσαι μετά Σέρβων, Βουλγάρων και Τούρκων, προς
όφελος πραγματικόν ουχί εαυτών, αλλά των συμμάχων αυτών.
Κατά τους χρόνους ακριβώς τούτους της διπλής κυβερνήσεως, ενώ οι
Βούλγαροι κατείχον έτι το βόρειον μέρος της Θράκης, ο των Σέρβων
Κράλης Στέφανος Δουσσάν επωφελούμενος τους εμφυλίους εν τω
ελληνικώ κράτει πολέμους κατέλαβε πάσαν την Μακεδονίαν πλην της
Θεσσαλονίκης, την Θεσσαλίαν, Αλβανίαν και την Ήπειρον και εστέφθη
εν Σκοπίοις ως Τσάρος Σέρβων ομού και Ελλήνων. Αλλά και οι
Οθωμανοί Τούρκοι της Μικράς Ασίας, αφού υπό τον ηγεμόνα αυτών
Ουρχάν κατέλαβον πάσας τας εν Ασία Ελληνικάς κτήσεις (πλην της
Σμύρνης και Φιλαδελφείας, αίτινες εχωρίζοντο από του Οθωμανικού
κράτους της Βιθυνίας διά κτήσεων άλλων τουρκικών δυναστειών)
(182), ετράπησαν επί την κατάκτησιν και των ευρωπαικών ελληνικών
χωρών, προσκαλούμενοι ούτως ειπείν υπ' αυτών των Ελλήνων
ηγεμόνων. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Κατακουζηνός πολεμών τω 1342 προς
τους περί την Άνναν την Σαβοϊκήν εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τον
Τούρκον ηγεμόνα του _Αϊδινίου_ Αμούρβεγ τον άρχοντα των αρχαίων
χωρών Ιωνίας, (Λυδίας και Καρίας), πέμψαντα αυτώ μεγάλην ναυτικήν
και στρατιωτικήν δύναμιν. Αλλά τότε η Άννα εκάλεσεν εις βοήθειαν
αυτής αυτόν τον ηγεμόνα των Οσμάνων ή Οθωμανών Ουρχάν, σπεύσαντα
και τούτον εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει μετά δυνάμεως
πολλής. Μετ' ολίγον (1346) ο Ιωάννης, όπως εξουδετερώση πάσαν εκ
μέρους του Ουρχάν προς την πολεμίαν αυτώ κυβέρνησιν βοήθειαν και
συνδέση τον Οθωμανόν άρχοντα προς εαυτόν ως σύμμαχον, έπεμψεν εις
τον γυναικωνίτην του γηραιού (το 58 της ηλικίας άγοντος έτος)
σουλτάνου την δεκατριετή αυτού θυγατέρα Θεοδώραν.
Και εγένετο μεν κατά τον χρόνον τούτον συμβιβασμός τις μεταξύ των
δύο αυτοκρατόρων εν Κωνσταντινουπόλει, όν επεκύρωσεν, ούτως
ειπείν, ο τότε επισκεψάμενος την Κωνσταντινούπολιν και εκ του
σύνεγγυς ιδών και νοήσας τα κατά την αθλίαν κατάστασιν του
Ελληνικού κράτους Ουρχάν• αλλά μετ' ολίγον νέαι έριδες νέον
επήνεγκον εμφύλιον πόλεμον (135-1354), καθ' όν ο μεν Ιωάννης
Παλαιολόγος εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τους Βενετούς, Σέρβους
και Βουλγάρους, ο δε Καντακουζηνός την του λεγομένου γαμβρού
αυτού Οθωμανού άρχοντος Ουρχάν. Ο Ουρχάν έπεμψεν ασμένως τον υιόν
αυτού Σουλεϊμάν μετά δυνάμεως στρατιωτικής εις Θράκην. Ο
Σουλεϊμάν διαπεραιωθείς εις τον Ελλήσποντον (1353) κατέλαβεν
οχυράν θέσιν κατά την Θρακικήν τούτου όχθην εγγύς της Καλλιπόλεως
(ή Καλλιουπόλεως), μετ' ολίγον δε και αυτήν την Καλλίπολιν (1354)
(183), ουχί ίνα δω ταύτην τω Καντακουζηνώ, αλλ' ίνα καταστήση
αυτήν βάσιν και ορμητήριον του εν Ευρώπη Οθωμανικού κράτους. Ούτω
τω έτει 1353-1354 οι Οθωμανοί Τούρκοι έθετον πόδα στερρόν εις την
Ευρώπην. Και ο μεν Καντακουζηνός αθυμήσας επί τοις γενομένοις
απεχώρησεν εις μοναστήριον (1355), ένθα ετελεύτησε μετά μικρόν
(1359), ο δε Ιωάννης Παλαιολόγος μετά τινας προς τον υιόν του
Καντακουζηνού Ματθαίον έριδας έμεινε μόνος κύριος του Ελληνικού
κράτους άρξας μέχρι του 1391.
Κατά την δευτέραν ταύτην περίοδον της αρχής ή μάλλον της
μοναρχίας του Ιωάννου Παλαιολόγου μεγίστη σύγχυσις και χάος
πολιτικόν επεκράτει ου μόνον εν τω ελληνικώ κράτει, αλλά και εν
πάση τη ελληνική χερσονήσω. Έλληνες άρχοντες εν Κωνσταντινουπόλει
και τη νοτίω Θράκη και μέρει τινί της Μακεδονίας, σποραδικώς δε
και εν άλλαις τισί γωνίαις της χερσονήσου, Βούλγαροι άρχοντες εν
τη βορείω Θράκη, Σέρβοι κατέχοντες μέγα μέρος της Μακεδονίας, την
θεσσαλίαν, Αλβανίαν και Ήπειρον, Φράγκοι εν τη δυτική Ελλάδι (εν
μέρει δε και εν Ηπείρω και εν Αλβανία) και εν τη Πελοποννήσω,
Βενετοί εν τω Αιγαίω και οι νεήλυδες [184] Οθωμανοί της Θράκης,
απετέλουν το περίεργον εθνογραφικόν και πολιτικόν μωσαϊκόν της
κατά τους χρόνους τούτους ιστορίας της χερσονήσου ταύτης. Ουδέν
των εν αυτή χριστιανικών κρατών εφαίνετο έχον την δύναμιν να
ιδρύση μόνιμόν τι και στερρόν. Των Ελλήνων η δύναμις ήτο ότι
κατείχον την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην, ήρξαντο δε
θέτοντες αύθις πόδα στερρόν εις την Πελοπόννησον• και απετέλουν
μεν ούτοι το πνευματικώς υπερέχον και αριθμητικώς ισχυρότερον
στοιχείον, το στηρίζον τας αξιώσεις αυτού επί εθνικών και
ιστορικών δικαίων, αλλά στρατιωτικώς ήσαν ασθενείς και πολιτικώς
ασύντακτοι. Οι Σέρβοι εφάνησαν επί μίαν στιγμήν επί του Δουσσάν
ως μέλλοντες να αντικαταστήσωσι το Ελληνικόν κράτος διά του
Σερβικού, καταλαμβάνοντες την Κωνσταντινούπολιν, αλλά τα όνειρα
ταύτα διελύθησαν ταχέως μετά τον θάνατον του Δουσσάν (1355) και
διά του θανάτου αυτού. Οι Βούλγαροι ήσαν οι πάντοτε απλώς
βάρβαροι επιδρομείς, κατέχοντες μεν βία χώρας τινάς ελληνικάς
εντεύθεν του Αίμου, αλλ' ουδέν δυνάμενοι να ιδρύσωσι πολιτικώς,
μόνιμον και διαρκές. Οι Βενετοί απετέλουν απλώς κράτος αποικιακόν
εμπορικόν, οι δε λοιποί Φράγκοι μικρά φεουδαλικά κράτη
διεσπαρμένα άνευ εσωτερικής συνοχής και ενότητος. Το μόνον
στρατιωτικώς και πολιτικώς ζωτικόν στοιχείον το δυνάμενον διά της
υλικής βίας να ιδρύση τι μόνιμον ήτο το έναγχος [185] τον πόδα
εις την Ευρώπην θέσαν Τουρκικόν άμα δε και μωαμεθανικόν κράτος,
το κράτος των Οσμανιδών ή Οθωμανών. Και περί τούτου ενταύθα
ανάγκη να είπωμέν τινα εν συντόμω.
3. Το Οθωμανικόν κράτος επί των διαδόχων του Οσμάν, Ουρχάν (1326-
1389) και Μουράτ (1361-1389).
Ο Οσμάν ετελεύτησε (1326) ευτυχήσας να μάθη ακόμη την υπό του
στρατού αυτού κατάληψιν της Προύσης, ένθα ετάφη και ο νεκρός
αυτού. Επί του υιού και διαδόχου αυτού Ουρχάν το Οθωμανικόν
κράτος έλαβε νέαν δύναμιν ου μόνον εξωτερικήν, αλλά και
εσωτερικήν. Η γένεσις και ανάπτυξις του Οθωμανικού κράτους είναι
έν των θαυμασιωτάτων εν τη ιστορία γεγονότων. Το κράτος τούτο, ως
είπομεν, συνέστη υπό ολίγων τινών εκατοντάδων πολεμιστών και όμως
εντός βραχυτάτου χρόνου κατέλαβε σύμπασαν σχεδόν την τότε
Ελληνικήν Ασίαν και μετ' ολίγον μεταβιβάσαν το κέντρον της
δυνάμεως αυτού εξ Ασίας εις Ευρώπην καθυπέταξε πάντας τους εν τη
Ελληνική χερσονήσω προς αλλήλους περί επικρατήσεως πολιτικής
ερίζοντας λαούς, κατέστη δε φοβερόν εις Ευρώπην. Η αιτία της
θαυμαστής ταύτης ταχείας αναπτύξεως της δυνάμεως των Οθωμανών
εξηγείται πολλαχώς. Πρώτον το Οθωμανικόν κράτος εν αυτή τη
γενέσει αυτού ήτο στρατιωτικόν, όπως η αρχαία Ρώμη, ιδρυθέν υπ'
ανδρών πολεμιστών και ενισχυθέν, ως εκ του πολεμικού αυτού
χαρακτήρος ευθύς εξ αρχής εκ των πέριξ συρρευσάντων πολεμιστών.
{267} Ευθύς δε εξ αρχής διωργανώθη στρατιωτικώς στηριχθέν επί
αριστοκρατίας τιμαριωτικής στρατιωτικής, καθ' ήν πας πολεμιστής
γενναίος ανδραγαθήσας εν τω πολέμω ήτο και αριστοκρατικός
τιμαριούχος και πας τιμαριούχος ήτο στρατιωτικός άρχων του
τιμαρίου, υποχρέωσιν κυριωτάτην έχων να εξοπλίση πάντας τους
δυναμένους να φέρωσιν όπλα κατοίκους του τιμαρίου (ή σαντζακίου)
αυτού άνδρας. Ήσαν δε τα τιμάρια ταύτα ουχί όπως τα ευρωπαϊκά
φέουδα μεγάλαι κτήσεις δυνάμεναι να εξασθενώσι την δύναμιν του
κράτους, αλλά μικρά, ως τα Νορμανδικά της Αγγλίας (σελ. 154),
προωρισμένα να δώσωσι τω κράτει διοργάνωσιν ασφαλή στρατιωτικήν.
Είναι δε χαρακτηριστικόν ως προς τον στρατιωτικόν χαρακτήρα του
κράτους και τούτο, ότι παν τιμάριον ή διοίκησις εκαλείτο
_σανδζάκι_ ήτοι _σημαία_, ως αποτελούν διαίρεσιν απλώς
στρατιωτικήν του κράτους. Δεύτερον το Οθωμανικόν κράτος δεν
ιδρύθη εν χώραις, ουχί μωαμεθανικαίς, αλλά χριστιανικαίς. Η
κοιτίς αυτού υπήρξεν η τότε πυκνότατον ελληνικόν πληθυσμόν έχουσα
χώρα της Μικράς Ασίας, η Βιθυνία, αυτή η κοιτίς και εστία
δηλονότι του τοσούτον προ μικρού ακμάζοντος Ελληνικού κράτους της
Νικαίας. Πολλοί δε Έλληνες αρνησίθρησκοι ήσαν οι πρώτοι ήρωες του
κράτους προσελκυόμενοι υπ' αμοιβών, τιμής και αξιωμάτων και
τιμαρίων. Προς τούτοις, επειδή η κοιτίς του Οθωμανικού κράτους
υπήρξε χώρα Ελληνική και οι πρώτοι πόλεμοι εγίνοντο κατά
Χριστιανών, οι πόλεμοι ούτοι, όπως οι εν αρχή της διαδόσεως του
Ισλάμ είχον χαρακτήρα θρησκευτικόν, ιερών πολέμων, μετά
φανατισμού μεγάλου διεξαγόμενοι υπό των Τούρκων μαχητών και υπό
των νεοφωτίστων Χριστιανών αρνησιθρήσκων. Σημειωτέον δε ότι οι
Οθωμανοί ηύξησαν το κράτος αυτών εν αρχή μόνον διά χριστιανικών
χωρών και διά πολέμων κατά Χριστιανών. Αφού εν Μικρά Ασία
εκυρίευσαν την Ελληνικήν χώραν Βιθυνίαν, δεν εστράφησαν εναντίον
των εν τη Μικρά Ασία μωαμεθανικών κρατών, αλλ' ετράπησαν ευθύς
επί την Ευρώπην, μόνην βάσιν έχοντες εν Ασία την εγγύς της
Κωνσταντινουπόλεως κειμένην Βιθυνίαν αφού δε εν Ευρώπη ηύξησαν
και ενίσχυσαν το κράτος αυτών, τότε από της Ευρώπης ήρξαντο να
στρατεύωσι κατά των εν Ασία μωαμεθανικών χωρών. Άπας δε ο μέγας
στρατός ή το πλείστον του στρατού, δι' ού εξέτειναν το κράτος
αυτών εν Ευρώπη, συνεκροτείτο από Χριστιανών γενομένων
μωαμεθανών. Τούτο εγένετο ιδίως επί του Ουρχάν διά της συστάσεως
του περιβοήτου τάγματος των γιανιτσάρων.
Ο Ουρχάν διωργάνωσε πολιτικώς και στρατιωτικώς τελειότερον το
Οθωμανικόν κράτος, έχων άνδρας δύο βοηθούς εις το έργον τούτο,
τον αδελφόν αυτού Αλαεδδίν, όν κατέστησε βεζίρην, και τον
περίφημον Καρά-Χαλίλ Τσεντερελί, δι' ού διωργάνωσε τον στρατόν. Ο
στρατός συνέκειτο από ελαφρού ιππικού των _δρομέων_ (Ακινδζί) και
από βαρέος ωπλισμένου ιππικού των τιμαριούχων (εσπαχί)• και το
πεζικόν δε συνεκροτήθη εκ πολλών, νέων διάφορα ονόματα φερόντων
στρατιωτικών συστημάτων, ών το σπουδαιότατον και φοβερώτατον
υπήρξε το των _Γενιτσέρων_, ήτοι του _νέου τάγματος_.
Οι Γενίτσεροι εστρατολογούντο από χριστιανών διά του περιβοήτου
στρατολογικού συστήματος του καλουμένου ελληνιστί
«Παιδομαζώματος». Πάσα χώρα καταλαμβανομένη υπό των Οθωμανών έδει
να δίδη εις τον στρατόν ωρισμένων αριθμόν παίδων χριστιανών,
ανανεούμενον κατ' έτος. Οι παίδες ούτοι, έχοντες ηλικίαν 7-15
ετών, εγίνοντο φανατικοί μωαμεθανοί, ανατρεφόμενοι και ασκούμενοι
ως φανατικοί στρατιώται του Ισλάμ ούτε γονείς έχοντες, ούτε
οικογένειαν άτε μη νυμφευόμενοι, αλλά μόνην κατοικίαν γνωρίζοντες
το στρατόπεδον, μόνην οικογένειαν το τάγμα αυτών και μόνον πατέρα
τον Σουλτάνον. Είχον δε και πολλά προνόμια, εν οίς τα
σπουδαιότατον ήτο ότι απετέλουν την σουλτανικήν φρουράν και
εστράτευον μόνον μετά του Σουλτάνου, όστις ην υπόχρεως ένεκα
τούτου να μετάσχη πάντοτε της στρατείας ως αρχιστράτηγος. Ο
βίαιος τρόπος της εις τον Μωαμεθανισμόν προσαγωγής των χριστιανών
παίδων, ο αντιβαίνων εις τας αρχάς του Κορανίου (σελ. 101),
εδικαιολογήθη σοφιστικώς υπό του εισηγητού του συστήματος Καρά-
Χαλίλ (= Μαύρου Χαλίλ), αποφαινομένου ότι πάντες οι άνθρωποι
γεννώνται εν τω κόσμω _δυνάμει_ Μουσλίμ ήτοι προωρισμένοι να ώσι
μουσλίμ και ότι πας ανήλικος πρέπει να θεωρήται μουσλίμ ως μη
γινώσκων έτι εκ της ηλικίας το πεπλανημένον της θρησκείας (της
χριστιανικής), εις ήν ανήκει, και ότι μόνον εις τους ενήλικας
χριστιανούς επιτρέπεται να εμμείνωσιν εν τη πλάνη. Διά του
φοβερού συστήματος της από χριστιανών στρατολογίας των γενιτσάρων
διπλή προσεγίνετο δύναμις και ωφέλεια υλική και ηθική εις το
Οθωμανικόν κράτος• α') ηυξάνετο ο πληθυσμός ο μωαμεθανικός
(εντεύθεν δε και ο οθωμανικός) κατ' ευθύν λόγον της ελαττώσεως
του χριστιανικού, διηνεκώς και συστηματικώς αφαιμασσομένου χάριν
των μωαμεθανών Οσμάνων, και ούτω, δεινόν ειπείν, συνεκροτείτο
κράτος φοβερόν μωαμεθανικόν από των τέκνων των χριστιανών, κράτος
Οθωμανικόν εξ Ελλήνων (186)•, β') η Ελλάς διά των ιδίων αυτής
τέκνων, διά των ιδίων αυτής χειρών, εσπάρασσε τα σπλάγχνα αυτής
χάριν του Ισλάμ και του Οθωμανικού κράτους (187). Διά τοιούτων
δυνάμεων οι Οθωμανοί εν μέσω του Ελληνισμού και διά ζύμης
Ελληνικής ιδρύσαντες και διοργανώσαντες το κράτος αυτών επί του
Οσμάν και του Ουρχάν, ετράπησαν επί των διαδόχων τούτων εις την
κατάκτησιν της Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου.
4. Οι διάδοχοι του Ουρχάν. Μουράτ (1361-1389) και Βαγιαζίτ
(1389-1403), και οι σύγχρονοι Έλληνες βασιλείς Ιωάννης (1341-
1391) και Μανουήλ Παλαιολόγοι.
Τον Ουρχάν διεδέξατο ο δευτερότοκος υιός αυτού Μουράτ, ή Αμουράτ
Α' του πρωτοτόκου Σουλεϊμάν αποθανόντος προ του πατρός. Επί
τούτου ραγδαίως οι Οθωμανοί από της Καλλιπόλεως ορμώμενοι
εχώρησαν εις τα ένδον της Βυζαντινής Θράκης και κατέλαβον το αυτό
έτος το οχυρόν φρούριον Διδυμότειχον, ευθύς δ' ύστερον την
δευτέραν πόλιν του Ελληνικού κράτους Αδριανούπολιν, ήν και μετ'
ολίγον κατέστησαν καθέδραν του εν Ευρώπη κράτους αυτών• εξέτειναν
δε τας επιδρομάς αυτών ένθεν μεν μέχρι των προθύρων της
Κωνσταντινουπόλεως, ένθεν δε μέχρι των υπωρειών του Αίμου,
καταλαβόντες την Φιλιππούπολιν και πάσας τας πόλεις της βορείου
Θράκης (τας υπό Ελλήνων ή Βουλγάρων κατεχομένας) και
καταστήσαντες υποτελή (1366) τον Βασιλέα (της Βουλγαρίας)•
εισέδυσαν δε και εις την Μακεδονίαν. Τα Ελληνικά στρατεύματα τα
αντιτασσόμενα ταχέως διεσκορπίζοντο υπό των ακαθέκτων εν τη ορμή
αυτών Οθωμανικών ταγμάτων, ιδίως των Γιανιτσάρων, και ουκ ολίγοι
εκ των αρχηγών των στρατών και των φρουραρχών των φρουρίων
ηυτομόλουν προς τον εχθρόν, αρνούμενοι και την πίστιν την πάτριον
και την εθνότητα, γινόμενοι μωαμεθανοί και λαμβάνοντες τιμάς και
αξιώματα. Το δε παιδομάζωμα επύκνου δεινώς τας φάλαγγας των
μαχητών του Ισλάμ διά του άνθους του Ελληνικού έθνους.
Εν τοιαύτη καταστάσει πραγμάτων ο αυτοκράτωρ Ιωάννης ουδεμίαν
πλέον δυνάμενος να έχη πεποίθησιν επί τας ιδίας δυνάμεις επεζήτει
βοήθειαν έξωθεν. Προς τούτο τω 1367 επεχείρησεν επίπονον
οδοιπορίαν εις την πρωτεύουσαν της Ουγγαρίας (Πέστην) ίνα
εκλιπαρήση την βοήθειαν του βασιλέως αυτής Λουδοβίκου του
Μεγάλου, άνευ ουδενός πρακτικού αποτελέσματος. Επανελθών δε εξ
Ουγγαρίας μετέβη τω μεθεπομένω έτει εις Ρώμην και εν πάση
επισημότητι και πομπή έδωκεν όρκον της πίστεως αυτού (18
Οκτωβρίου 1369) εν τη Εκκλησία του Αγίου Πέτρου σύμφωνον προς
απαιτήσεις του Πάπα, κηρύσσων ούτω την ενώσιν των Εκκλησιών. Αλλά
προς αμοιβήν ουδέν άλλο έλαβε παρά του Πάπα ή συστατικάς
επιστολάς προς τους διαφόρους Ευρωπαίους ηγεμόνας, ών επεσκέψατο
τας αυλάς, και παρ' ών κενάς υποσχέσεις μόνον επέτυχε. {271}
Τέλος δε επανελθών τω 1370 μετά πολλάς περιπετείας και αποτυχίας
(188) εις το κράτος αυτού κενός και άπρακτος, ηναγκάσθη να
συνομολογήση ειρήνην (1370) προς τον Μουράτ, δι' ής υπισχνείτο να
δίδη αυτώ ετήσιον φόρον υποτελείας.